Τρίτη 2 Μαΐου 2017

Δώδεκα Ποιήματα για τον Κωνσταντίνο Καβάφη

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ
12 ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΒΑΦΗ

Εκδόσεις «Κέδρος» Νοέμβριος 1963
Σελίδες 24, διαστάσεις 13Χ18 δραχμές 10
Σχέδιο Βασίλη Βασιλειάδη
Τυπώθηκε στις «ΛΙΝΟΤΥΠΙΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ» Γ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΥ, ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ 39 ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΤΩΝ ΕΚΔΟΣΕΩΝ «ΚΕΔΡΟΣ»

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Ο χώρος του ποιητή
Η λάμπα του
Η λάμπα του κατά το λυκαυγές
Το σβήσιμο της λάμπας
Τα γυαλιά του
Καταφύγια
Περί μορφής
Παρανοήσεις
Λυκόφως
Ύστατη ώρα
Μετά θάνατον
Αξιοποίηση
     Ένα αξιόλογο μεγάλης ηλικίας ζευγάρι βιβλιοπωλών που είχα την χαρά να γνωρίσω στην πόλη μας, εδώ και αρκετές δεκαετίες, ήταν του Γ. Μαυρογεώργη. Η στρόγγυλη σφραγίδα του καταστήματος που έχει αφήσει τα ίχνη της στην μέσα σελίδα του μικρού ποιητικού βιβλίου του Γιάννη Ρίτσου, κάτω από τον τίτλο του βιβλίου και πάνω από τα δύο καλλιτεχνικά κεφαλαιογράμματα «Ε Κ» του ονόματος του εκδοτικού οίκου, μας δίνει το γεωγραφικό στίγμα του βιβλιοπωλείου.
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ-ΧΑΡΤΟΠΩΛΕΙΟΝ Γ. ΜΑΥΡΟΓΕΩΡΓΗΣ ΣΦΑΙΡΑ
ΒΙΒΛΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΚΑΙ ΞΕΝΑ, ΣΩΤΗΡΟΣ 19, τηλ. 471.296
ΜΕΓΑΡΟΝ ΠΕΙΡΑΙΚΟΥ ΣΥΝΔΕΣΜΟΥ
     Ο μικρός αυτός χώρος που βρίσκονταν δίπλα στην ΙΩΝΙΔΕΙΟ Σχολή του Πειραιά, ήταν γεμάτος βιβλία και μικρά μουσικά όργανα. Καλλιτεχνικά μπλοκ σχεδίου και διαφόρων μεγεθών πινέλα ζωγραφικής, μικρές κασετίνες με νερομπογιές και κουτάκια με παστέλ χρώματα, έγχρωμες πλαστελίνες και μεγάλα κραγιόν, πολύχρωμα μεγάλων διαστάσεων φύλλα τυλιγμένα σε ρολό και λεπτά φύλλα-τσιγαρόχαρτα, βρίσκονταν σκόρπια πάνω στους πάγκους, χρήσιμα εργαλεία, για τους λάτρεις και τους μαθητές των εικαστικών τεχνών. Μουσικές παρτιτούρες και μπλοκ με μουσικές συνθέσεις, βιογραφίες μουσικοσυνθετών και σκόρπια χαρτιά με οδηγίες διδασκαλίας για μαθητές που σπούδαζαν πιάνο και κιθάρα, και λιλιπούτεια μουσικά είδη, ήσαν διάσπαρτα πάνω στους πάγκους, αρμονικά σε μια εσωτερική συνομιλία με βιβλία και άλλα τετράδια καλλιτεχνίας. Πρόλαβα το ζευγάρι αυτό των πειραιωτών, και θυμάμαι την ζεστασιά της φωνής τους, την λαμπράδα του προσώπου τους, την σεμνότητα με την οποία μιλούσαν για τις δημοκρατικές πολιτικές τους περγαμηνές στην διάρκεια του βίου τους, την διακριτικότητα με την οποία σε ρωτούσαν να μάθουν τα καλλιτεχνικά σου ενδιαφέροντα, τις πολιτικές σου πεποιθήσεις, τα σχέδιά σου για το μέλλον, ποιές ήσαν οι απόψεις σου για τα διαχρονικά προβλήματα της πόλης. Με την πρώτη επαφή μαζί τους, οσμίζονταν τα ενδιαφέροντά σου, τις πνευματικές σου ανησυχίες, ποιους συγγραφείς αγαπούσες, τι βιβλία αναζητούσες. Σε αυτόν τον μικρό και φιλόξενο χώρο, σε αυτό το «καλλιτεχνικό» βιβλιοπωλείο της πόλης του Πειραιά, αγόρασα για πρώτη φορά ποιητικές συλλογές του βάρδου της Ρωμιοσύνης Γιάννη Ρίτσου. Αυτές τις μεγάλου σχήματος ολιγοσέλιδες ποιητικές συλλογές με τα έργα του, που επανεκδίδονταν συνεχώς από τις εκδόσεις «Κέδρος» της Νανάς Καλλιανέση ιδρύτριας του εκδοτικού οίκου.
Στον μικρό αυτό Ναό της Τέχνης, αγόρασα δέκα παλαιές δραχμές τότε, την μικρή συλλογή του Γιάννη Ρίτσου, «12 ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΒΑΦΗ». Παρότι η συλλογή είχε εκδοθεί αρκετά χρόνια πριν, βρίσκονταν ακόμα στις προσθήκες των βιτρίνων των βιβλιοπωλείων. Ο συνδυασμός της καλλιτεχνικής αυτής δημιουργίας με μάγευε. Ένας βραβευμένος με το βραβείο Λένιν καλλιτέχνης, αγωνιστής ποιητής, ο Γιάννης Ρίτσος-είχε ασχοληθεί και με τον χορό στα νιάτα του-ένας πολιτικοποιημένος δημιουργός, συνέθεσε ένα έργο που αφορούσε τις αισθητικές αρχές, την ποιητική τεχνολογία, και την ζωή και τον χώρο και τα αντικείμενα, που έζησε και δημιούργησε ένας άλλος ποιητής, των προηγούμενων από αυτόν γενεών, αλλά εξακολουθητικά παρών, ο αλεξανδρινός Κωνσταντίνος Π. Καβάφης. Ένας ποιητής της ελληνικής περιφέρειας, της ελληνικής πνευματικής διασποράς, που είχε αρχίσει να γίνεται σημείο πνευματικής αναφοράς για αρκετούς δημιουργούς τόσο στην χώρα μας όσο και στο εξωτερικό. Ένας ποιητής, που ούτε η γλώσσα που χρησιμοποίησε στο έργο του είχε συγγένειες με εκείνη του Γιάννη Ρίτσου, ούτε το ύφος του συνομιλούσε μαζί του, ούτε ένα μεγάλο μέρος της τεχνικής του, ούτε τα ιστορικά γεγονότα και τα πρόσωπα που επέλεξε, απασχόλησαν ποτέ τον ποιητή της Ρωμιοσύνης. Ιστορικός ποιητής ο ένας, πολιτικός ποιητής ο άλλος. Ο ένας κολυμπούσε μέσα στην ιστορική παρακμή της ελληνιστικής περιόδου, ο άλλος κοινωνούσε με τις μαρξιστικές ιδέες και τους ατομικούς αγώνες των αγωνιστών της οικονομικής αυτής ιδεολογίας, που της στάθηκε πιστός μέχρι τέλους. Και πλήρωσε σε προσωπικό επίπεδο το τίμημα, με φυλακίσεις, εξορίες, απαγορεύσεις βιβλίων του κλπ. Ο ένας ειρωνεύονταν ιστορικές προσωπικότητες και συμβάντα, ο άλλος δόξαζε πολιτικές επιλογές πολιτικών προσώπων και επαναστατικά γεγονότα που συνέβησαν στην πρόσφατη-της εποχής του-ελληνικής πολιτικής ιστορίας. Ο ένας σατίριζε καταστάσεις και μειδιούσε μπροστά στην ψευδαίσθηση εμπιστοσύνης των ανθρώπων απέναντι στην μοίρα, ο άλλος ανέτρεπε τα σκοτεινά παιχνίδια της μοίρας μέσα από καθημερινούς πολιτικούς αγώνες, από ιδεολογικές αγωνιστικές στάσεις, από συνειδητές κοινωνικές επιλογές και πρωτοβουλίες, στα νέα ιστορικά οράματα της κόκκινης επανάστασης, της αλλαγής των οικονομικών συνθηκών της κοινωνίας. Ο ένας ανέβαζε πάνω στο ποιητικό του βάθρο αυτοκράτορες και βασιλείς, ο άλλος δόξαζε το προλεταριάτο και τους ήρωές του, τους εργάτες και τους οικοδόμους. Ο ένας μνημόνευε τους περασμένους του έρωτες ο άλλος υμνούσε την παλικαροσύνη και την ατομική λεβεντιά των κάθε μορφής πολιτικών αγωνιστών. Ο ένας βίωνε την ανάμνηση των περασμένων ηδονών του, ο άλλος βίωνε τον καθημερινό του έρωτα για την παγκόσμια επανάσταση. Ο ένας θυμόταν και επανασχολίαζε την ερωτική ζωή του, ο άλλος ζούσε την καθημερινή αγωνιστική της διαδρομή. Δυό μεγάλοι δημιουργοί του ελληνικού Παρνασσού, που τους ένωνε, η διαρκής και εν εξελίξει Ιστορία. Ιστορούσε-«ο μέγας αναμάρτητος»-εξιστορούσε ο κομμουνιστής «μονομάχος». Όμως ο έρωτας κοινός, είτε για την προσωπική του έρωτος επανάσταση είτε για τους κοινωνικούς αγώνες. Το προσωπικό λάγνο βλέμμα του αλεξανδρινού και το αγωνιστικό επαναστατικό φρόνημα του ιδεολόγου μονεμβασιώτη, συνοδοιπορούσαν και καλλιεργούσαν ομού τα αγωνιστικά δρώμενα και τις πολιτικές ιδεολογικές ατομικές αντιστάσεις μέσα στην σύγχρονη πολιτική ιστορία. Η ομοφυλόφιλη ματιά του ενός και η κομμουνιστική ματιά του άλλου, ανάβρυζαν από την ίδια πηγή, αυτήν της διαρκούς επανάστασης στην ζωή και την τέχνη μέσα στην ιστορία. Η ποιητική φάτνη της τέχνης, θερμαίνει τόσο τους προσωπικούς ερωτικούς λυγμούς του Αλεξανδρινού όσο και το αγωνιστικό μοιρολόι του Ρίτσου. Το μνημονικό ηδονικό θυμίαμα του ενός και το ιδεολογικό εμβατήριο του άλλου.
     Σε πάμπολλες συνθέσεις του πολύτομου ποιητικού του έργου, ο Γιάννης Ρίτσος, υμνεί με ερωτική διάθεση, ξεκάθαρη ηδονική ματιά το αντρικό σώμα, τα δυνατά του μέλη, το σφρίγος των χρόνων του, την ρωμαλεότητα του κορμιού του, τα σφιχτά αντρικά μπράτσα, τις φαρδιές πλάτες  του, τους αγαλματένιους μηρούς, το βάδισμά του, τα σκληρά χαρακτηριστικά του αντρικού προσώπου, τις απρόβλεπτες ζεστασιάς χειρονομίες του, το πονηρό του βλέμμα, την. Εκατοντάδες μικρές και μεγάλες επαναλαμβανόμενες εικόνες και περιγραφές αντρικών σωμάτων, στάσεων, κυνικές πόζες, ανεμελιάς, εικόνες σταθερές και πηγαίες, αισθητικής αναφοράς και ιδεολογικής επεξεργασίας, φωτίζονται από το βλέμμα του με φανερή ή κρυφή ηδονή, με βλέμμα πόθου, με αίσθηση λαγνείας, με φουρτουνιασμένο ερωτισμό, περιγραφές ζωγράφου αντρικών ευμελών σωμάτων συναντάμε στις ποιητικές του συνθέσεις. Έναν πηγαίο προσωπικό ερωτισμό, του συντρόφου αγωνιστή ποιητή, που συνήθως σκιάζεται από την πολιτική στόχευση της ποιητικής σύνθεσης. Ένας ρωμαλέος καθαρός ερωτισμός μια ξεκάθαρη ηδονική ματιά που δεν κρύβει αυτό που ενδόμυχα ποθεί. Οι περιγραφές του, όσον αφορά την εικονογράφηση των αντρικών σωμάτων, των στάσεων του αντρικού σώματος και των κινήσεών του μέσα στον χρόνο και το φυσικό περιβάλλον, είναι τόσες πολλές και ποικίλες, που ίσως να μην εξισορροπούνται με τις καταθέσεις των συναισθημάτων του για τις γυναικείες του παρουσίες. Αν τον διαβάζω σωστά, ο Ρίτσος αγαπά τις γυναίκες ενώ ερωτεύεται αντρικά σώματα. Με αυτό που αναφέρω, δεν μειώνω ούτε την αξία του ογκώδους επαναστατικού του έργου, ούτε την αγάπη μου προς την ποίησή του. Απλά, σαν ένας αναγνώστης της αντρικής ερωτικής πινακοθήκης του ποιητικού κόσμου του Γιάννη Ρίτσου διαπιστώνω ότι το αντρικό Σώμα, στον ευρύτερο σχεδιασμό της ποιητικής του οραματικής προοπτικής υπερισχύει εκείνου του θηλυκού σώματος. Εξάλλου, εδώ και χρόνια, στην δημοσιευμένη πολύτομη πεζογραφική αυτοβιογραφία του μας μιλά ο ίδιος για τις ομοφυλόφιλες επιθυμίες του, και ακόμα, άλλες αυτοβιογραφικές μελέτες από συναγωνιστές του και συγκρατούμενους του στα διάφορα στρατόπεδα εξορίας που τόσες πολλές φορές οδηγήθηκε ο δια βίου αγωνιστής και επαναστάτης έλληνας ποιητής, μας μιλούν, για τις ερωτικές του τάσεις. Η δική μου άποψη από την γνωριμία μου μαζί του, με τον μάστορα αυτόν της ποιητικής τέχνης, τον δάσκαλο Γιάννη Ρίτσο, είναι το προσωπικό μου φυλακτό στο εικονοστάσι της ψυχής μου.
     Κοινό βλέμμα δύο ελλήνων ποιητών, συγκλίνουσες πορείες αγωνιστικού φρονήματος, για αλλαγή των κοινωνικών συνθηκών, για ερωτική αυτοδιάθεση, ιδεολογική επικράτηση, για ελεύθερη αυτοδιαχείριση των σωματικών, πνευματικών και πολιτικών επιθυμιών μας. Πολυστρωματική η ποιητική δημιουργία του αγωνιστή Γιάννη Ρίτσου, μονοηδονική η ιστορική διαστρωμάτωση της ποιητικής κατάθεσης του Αλεξανδρινού. Ο ένας αγωνίζεται να ελευθερώσει το άτομο από τις κοινωνικές απαγορεύσεις και ηθικές δεσμεύσεις που του επιβάλλουν οι τα φαιά φορούντες, ο άλλος οραματίστηκε να κρατήσει στην ποιητική επιφάνεια τις χιλιάδες αγωνιστικές πράξεις και χειρονομίες επώνυμων και ανώνυμων ηρώων της πολιτικής σκηνής. Το άτομο και η μάζα, το πρόσωπο και το πλήθος βρίσκουν φωνή και έκφραση μέσα στο έργο και των δύο δημιουργών.
Αν το έργο του Κωνσταντίνου Π. Καβάφη κατά κάποιον τρόπο έχει πολλαπλώς σχολιαστεί, το ογκώδες έργο του Γιάννη Ρίτσου, θεωρώ ότι είναι ακόμα σε πολλά του σημεία αχαρτογράφητο. Οι  αναγνώστες διαβάζουν και μνημονεύουν συνήθως τις αριστερές του ή αμιγώς κομμουνιστικού χρωματισμού ποιητικές του συνθέσεις-εξαίρεση αποτελεί «Η Τέταρτη Διάσταση», ενώ αγνοείται πολλές φορές ο υπαρξιακός Ρίτσος, παραγνωρίζεται ο θρησκευτικός Ρίτσος, δεν ασχολούνται με την επιρροή της Μουσικής στο έργο του-πολλά του ποιήματα έχουν τίτλους μουσικούς- (δες πχ. την μουσική του Μπάχ) υπάρχει ο Ρίτσος της ζωγραφικής, και δεν εννοώ τα σχέδιά του που συνήθιζε να αποτυπώνει πάνω σε κροκάλες, πέτρες, ρίζες, χαρτί, εννοώ την εικαστική διάσταση των ποιητικών του συνθέσεων, την δεσπόζουσα κυριαρχία ορισμένων χρωμάτων μέσα στην ποίησή του, με προσδιοριστική εκείνη του κόκκινου χρώματος, της επανάστασης αλλά και του πάθους και της ελπίδας, το μαύρου χρώματος της θλίψης και του πένθους. Υπάρχει ο φιλοσοφική διάσταση στο έργο του, η στοχαστική, η πατριωτική του διάσταση. Έχουμε τον Ελληνολάτρη Ρίτσο, τον διεθνιστή, τον προπαγανδιστή. Υπάρχει ο μικροτεχνίτης Ρίτσος, αυτός των αμέτρητων περιγραφών των μικρολεπτομερειών, ένα κέντημα μικρών καθημερινών συμβάντων με ιστορικά γεγονότα. Υπάρχει ο «αρχαιολόγος» Ρίτσος, αυτός των περιγραφών των διαφόρων ερειπίων και των κατεστραμμένων και αραχνιασμένων σπιτιών. Υπάρχει ο Φυσιολάτρης Ρίτσος, αυτός ο μαγευτικός τόνος εικονογράφησης των διαφόρων αισθήσεων, οσμών και ήχων, ο ζωγράφος των λουλουδιών, των δέντρων, των φύλλων, των νερών, της αιματοβαμμένης γης. Υπάρχει ο  παραμυθάς Ρίτσος, της ιστορικής αφήγησης και της ποιητικής παραμυθίας, ο Ρίτσος των θεατρόμορφων συνθέσεών, των θεατρόπλεχτων αναπαραστάσεών των ποιητικών του μονάδων. Ο Ρίτσος της μοναξιάς και ο Ρίτσος της βουής του πλήθους. Ο Ρίτσος των εξομολογητικών μονολόγων και ο Ρίτσος του ποιητικού ηχείου των θεμάτων και προβλημάτων του κόσμου της εργατιάς. Υπάρχει ο αρχαιόθεμος Ρίτσος που δανείζεται και επεξεργάζεται θέματα από την αρχαία τραγωδία, και ο παραδοσιακός των δημοτικότρωπων συνθέσεων. Υπάρχει ο Ρίτσος της μαρξιστικής ιδεολογίας και ο Ρίτσος ο Έλληνας, ο Ρίτσος των υπερρεαλιστικών στιγμών και ο Ρίτσος του λυρισμού. Ο Ρίτσος της καλλιέργειας της δημοτικής και της μικτής γλώσσας. Ο υμνητής Ρίτσος και ο απαισιόδοξος. Ο μεγαλόπνοος Ρίτσος των μεγάλων ιστορικών μας στιγμών και ο Ρίτσος του δεκαπεντασύλλαβου και της πεζολογικής ανάσας. Ο Ρίτσος των επικαιρικών πολιτικών γεγονότων και ο Ρίτσος του «επαγγελματικού» σχεδιασμού των ποιημάτων του. Ο Ρίτσος των ποιημάτων ποταμός και ο Ρίτσος της μικρής ποιητικής φόρμας. Ο Ρίτσος των δημοτικών και  λαϊκών μοιρολογιών και ο ερωτικός Ρίτσος. Το ποιητικό σύμπαν του Γιάννη Ρίτσου είναι τεράστιο, πολυθεματικό, πολυπρισματικό, «πολύ υφολογικό», έστω και αν επαναλαμβάνονται πολλές του εικόνες σε σημείο κορεσμού, έστω και αν χρησιμοποιούνται οι ίδιες, πολυχρησιμοποιημένες λέξεις, ξανά και ξανά. Ένα μεγάλο νταμάρι λέξεων είναι το έργο του. Έστω και αν το βάρος των ποιητικών συνθέσεων της ποιητικής αυτής γεωγραφίας, εστιάζεται σε πολλές από αυτές σε μια μονοφωνική ποιητική μηνυματική πολιτική, σε μια εσκεμμένη και φανερή ιδεολογική προπαγάνδα. Κραυγαλέες ποιητικές ιαχές μαρξιστικού περιεχομένου, εμβατήριοι ήχοι που γονατίζουν την αισθητική ατμόσφαιρα, συννεφιάζουν την ποιητική καθαρότητα της σύνθεσης. Συχνά, οι ποιητικές του ιδεολογικές καταθέσεις κάνουν κύκλους, τα μηνύματά του μένουν στους ίδιους κόμβους πολιτικής αναφοράς. Ο Ρίτσος, επανέρχεται σε ιστορικά μοτίβα πολιτικών γεγονότων με πείσμα και σταθερότητα, με καρτερία και φρόνημα ιερής αφοσίωσης, ελπίζοντας σε ένα πολιτικό θαύμα για τον άνθρωπο, την ανθρωπότητα. Παραμένει με θυσιαστική αυταπάρνηση προσηλωμένος στην πολιτική του στράτευση που από τα νεανικά του χρόνια υπηρέτησε, σαν την μόνη σωτήρια κοινωνική πολιτική επιλογή. Αν ρίξεις την ιδεολογικά προσανατολισμένη κουρτίνα της ποίησής του, όμως, θα μας φανερωθεί μια μεγάλη πολύστικτη θεατρική σκηνή, με ήρωες καθημερινούς που δρουν και κινούνται ανάμεσά μας, αναπνέουν τον αέρα που και εμείς αναπνέουμε, ερωτεύονται, αγωνίζονται, μάχονται, επαναστατούν, λυγίζουν, οραματίζονται, βασανίζονται ακατάπαυστα, ονειρεύονται, είναι βαπτισμένοι μέσα στην κολυμπήθρα της πολιτικής στράτευσης μέσα στην ιστορία, και σιωπηλά προσεύχονται, διαβάζουν ή γράφουν ποιήματα, αφουγκράζονται τους γύρω τους επαναστατικούς σπασμούς και προσέρχονται οικιοθελώς στο μαρτύριο, στο εσωτερικό της συνείδησής τους καθήκον, το καθήκον, μιας πλούσιας ψυχικής και συναισθηματικής πνοής πλήθος, άτομα με ταυτότητα, με όνομα, με ήθος, που βρίσκονται σε διαρκή επαναστατική κίνηση μέσα στην ιστορία, κουβαλώντας έναν οραματικό κοινωνικό σχεδιασμό όχι μόνο για την δική τους ζωή, αλλά πρωτίστως για τις ζωές των συντρόφων τους, των άλλων, για να πετύχουν την αλλαγή των ιστορικών προδιαγραφών της ανθρώπινης μοίρας μέσα στην Ιστορία, όπως αν δεν είναι άστοχο το παράδειγμα, πολλοί από τους θεατρικούς ήρωες, άτομα της εποχής του, του άγγλου δραματουργού Ουίλιαμ Σαίξπηρ.
Όπως ο Κωνσταντίνος Π. Καβάφης ιστορικοποιώντας μέσα στο έργο του τον ομοφυλόφιλο ερωτά του, τον έμπασε μέσα στα σπίτια των καλών οικογενειών της αστικής τάξης, τον έκανε κοινά αποδεκτό και πέρα από την ομοφυλόφιλη κοινότητα, το ίδιο και ο Γιάννης Ρίτσος, πολύ πριν τον μελοποιήσει ο μουσικοσυνθέτης Μίκης Θεοδωράκης, έκανε τον ποιητικό του λόγο κοινό στα χείλη του μεγάλου πλήθους, αποδεκτό από τις μεγάλες ανθρώπινες μάζες να απαγγελθεί, να τραγουδιέται από τα χείλη του ανώνυμου κόσμου, όπως τραγουδιούνται τα ανώνυμα ή επώνυμα δημοτικά τραγούδια. 
       Στην σφιχτή και επιγραμματική ποίηση του Καβάφη, οι νεαροί ανώνυμοι ερωτικοί του σύντροφοί, αυτά τα όμορφα λαϊκά μελαμψά αγόρια της Αλεξάνδρειας, δεν οφείλουν την ύπαρξή τους μόνον στην ανάκληση της μνημονικής επιθυμίας του ποιητή, στα κατοπινά του χρόνια, αλλά στην ίδια την ερωτική σωματική τους παρουσία μέσα στο ιστορικό γίγνεσθαι, μια ηδονική σωματική παρουσία που πλάθει τους κανόνες του ιστορικού παιχνιδιού του καθημερινού βίου των ατόμων, έτσι πάλι, και οι καθημερινοί ήρωες του Ρίτσου δεν καταξιώνονται μόνο μέσα από τον επαναστατικό τους οραματισμό, την πολιτική τους αντίσταση, το ιδεολογικό τους φρόνημα, αλλά με την ίδια την σωματική τους παρουσία. Η σωματική παρουσία των προσώπων αυτών, των ποιητικών ηρώων του κόσμου και των δύο ποιητών, και ο φωτισμός τους από αυτούς, ανεξάρτητα αν ανήκουν στην ομάδα των νεαρών εραστών του Καβάφη ή στην ομάδα των ανώνυμων ή επώνυμων αγωνιστών, ή σε πολιτικούς μπροστάρηδες αντίστοιχα, των ηρώων του Γιάννη Ρίτσου, είναι από μόνη της μια επαναστατική πράξη, μια αντίσταση απέναντι στην κοινωνία, μια απελευθερωτική των σωματικών τους επιθυμιών ενέργεια, είτε ατομική είτε ομαδική. Έτσι δικαιολογείται και η ερωτικά εικονογραφημένη σωματική τους περιγραφή. Το Σώμα και ιδιαίτερα το αντρικό, ενεργοποιεί τις επαναστατικές δυνάμεις τόσο του έρωτα όσο και της ιστορίας. Με έναν άλλο μυστικό τρόπο, με έναν φιλοσοφικής ενατένισης σχολιασμό, ο περί Ομορφιάς λόγος των ποιητών αφορά το αντρικό Σώμα, όπως ο λόγος περί Αρετής το Γυναικείο. Είναι η Πλατωνική πλευρά των δύο μεγάλων μας ελλήνων ποιητών, όπως την ψηλαφούμε μέσα στο έργο τους. Για την συμπόρευση του έρωτα με την επανάσταση μας μιλά μέσα στον δοκιμιακό του λόγο ο κυρός συγγραφέας Κωστής Μοσκώφ. Αυτό το πανάρχαιο Σώμα της Ομορφιάς που τροφοδοτεί επαναστατικές διεργασίες της κοινής των ανθρώπων-μας μετάληψης.
ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ
Ο ΧΩΡΟΣ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ
Το μαύρο σκαλιστό γραφείο, τα δυό ασημένια κηροπήγια,
η κόκκινη πίπα του. Κάθεται, αόρατος σχεδόν, στην πολυθρόνα,
έχοντας πάντα το παράθυρο στη ράχη του. Πίσω από τα γυαλιά του,
πελώρια και περίσκεπτα, παρατηρεί τον συνομιλητή του,
στ’ άπλετο φως, αυτός κρυμμένος μές στις λέξεις του,
μέσα στην ιστορία, σε πρόσωπα δικά του, απόμακρα, άτρωτα,
παγιδεύοντας την προσοχή των άλλων στις λεπτές ανταύγειες
ενός σαπφείρου που φορεί στο δάχτυλό του, κι όλος έτοιμος
γεύεται τις εκφράσεις τους, την ώρα που οι ανόητοι έφηβοι
υγραίνουν με τη γλώσσα τους θαυμαστικά τα χείλη τους. Κ’ εκείνος
πανούργος, αδηφάγος, σαρκικός, ο μέγας αναμάρτητος,
ανάμεσα στο ναι και στο όχι, στην επιθυμία και τη μετάνοια,
σαν ζυγαριά στο χέρι του θεού ταλαντεύεται ολόκληρος,
ενώ το φως του παραθύρου πίσω απ’ το κεφάλι του
τοποθετεί ένα στέφανο συγγνώμης κι αγιοσύνης.
«Αν άφεση δεν είναι η ποίηση-ψιθύρισε μόνος του-
τότε, από πουθενά μην περιμένουμε έλεος».
Η ΛΑΜΠΑ ΤΟΥ
Η λάμπα είναι ήμερη, καλόβολη’ την προτιμάει
από άλλους φωτισμούς. Ρυθμίζεται το φως της
ανάλογα με τις ανάγκες της στιγμής, ανάλογα
με την αιώνια, ανομολόγητην επιθυμία. Και πάντα,
η μυρωδιά του πετρελαίου, μια λεπτή παρουσία
πολύ διακριτική, τις νύχτες, σαν γυρνάει μονάχος
με τόση κούραση στα μέλη, τόση ματαιότητα
στην ύφανση του σακκακιού του, στις ραφές της τσέπης
τόσο που κάθε κίνηση να  μοιάζει περιττή κι αφόρητη-
η λάμπα, μια απασχόληση και πάλι’-το φυτίλι,
το σπίρτο, η φλόγα η κινδυνεύουσα (με τις σκιές της
στην κλίνη, στο γραφείο, στους τοίχους) και προπάντων
εκείνο το γυαλί-η εύθραυστη διαφάνειά του,
που σε μια απλή κι ανθρώπινη χειρονομία, απ’ την αρχή,
σε υποχρεώνει: να προφυλαχτείς ή και να προφυλάξεις.
Η ΛΑΜΠΑ ΤΟΥ ΚΑΤΑ ΤΟ ΛΥΚΑΥΓΕΣ
Καλησπέρα, λοιπόν’ οι δυό τους πάλι, ενώπιος ενωπίω,
η λάμπα του κι αυτός,-την αγαπάει, κι ας φαίνεται
αδιάφορος κι αυτάρεσκος’ κι όχι μονάχα
γιατί τον εξυπηρετεί, μα πιότερο, και ιδίως,
γιατί αξιώνει τις φροντίδες του’-λεπτή επιβίωση
αρχαίων ελληνικών λυχνιών, μαζεύει γύρω της
μνήμες κ’ ευαίσθητα έντομα της νύχτας, απαλείφει
ρυτίδες των γερόντων, μεγεθύνει τα μέτωπα,
μεγαλύνει τις σκιές των εφηβικών σωμάτων, επιστρώνει
μ’ ένα μειλίχιο φέγγος τη λευκότητα κενών σελίδων
ή το κρυμμένο πορφυρό των ποιημάτων’ κι όταν,
κατά το λυκαυγές, το φως της ωχριάζει και ταυτίζεται
με το τριανταφυλλί της μέρας, με τους πρώτους θορύβους
απ’ τα ρουλά των μαγαζιών, τα χειραμάξια, τους οπωροπώλες,
είναι μια εικόνα απτή της ίδιας του αγρύπνιας, κι ακόμη
μια γυάλινη γέφυρα που πάει απ’ τα γυαλιά του, στο γυαλί της
λάμπας
κι από κεί στα γυαλιά του παραθύρου, ως έξω, ως πέρα, και
πιο πέρα-
γυάλινη γέφυρα που τον κρατεί πάνω απ’ την πολιτεία, μες
στην πολιτεία,
ενώνοντας, με τη δική του τώρα βούληση, τη νύχτα και τη μέρα.
ΤΟ ΣΒΗΣΙΜΟ ΤΗΣ ΛΑΜΠΑΣ
Έρχεται η ώρα της μεγάλης κόπωσης. Θαμβωτική πρωϊα,
προδοτική-δείχνει το τέλος κι άλλης νύχτας του, υπερθεματίζει
τη στιλπνή τύψη του καθρέφτη, σκάβοντας μνησίκακα
τις χαρακιές δίπλα στα χείλη και στα μάτια. Τώρα,
δεν ωφελεί η προσήνεια της λάμπας ή το κλείσιμο των παρα-
πετασμάτων.
Συνείδηση άκαμπτη του τέλους πάνω στα σεντόνια όπου ψυχραίνει
το θερμό χνώτο θερινής νυκτός, και μένουν μόνοι λίγοι κρίκοι
πεσμένοι από νεανικούς βοστρύχους-μια κομμένη αλυσίδα-
η ίδια εκείνη αλυσίδα-ποιος τη σφυρηλάτησε; Όχι
δεν ωφελεί η ανάμνηση μήτε κι’ η ποίηση. Κι ωστόσο,
την ύστατη στιγμή, πριν κοιμηθεί, σκύβοντας πάνω απ’ το γυαλί
της λάμπας,
να φυσήσει τη φλόγα της, να σβήσει πιά κι αυτή, αντιλαμβάνεται
ότι φυσάει κατευθείαν μέσα στο γυάλινο αυτί της αιωνιότητας
μια λέξη αθάνατη, εντελώς δική του, το ίδιο του το χνώτο-ο
στεναγμός της ύλης.
Ωραία που η καπνιά της λάμπας ευωδιάζει το δωμάτιό του τα
χαράματα.
ΤΑ ΓΥΑΛΙΑ ΤΟΥ
Ανάμεσα στα μάτια του και τ’ αντικείμενα στέκονταν πάντα
τα ερμητικά γυαλιά του, τα προσεχτικά, τ’ αφηρημένα,
τα εποπτικά κ’ εκλεκτικά-γυάλινο φρούριο απρόσωπο,
φράγμα και παρατηρητήριο-δυό υδάτινες τάφροι
γύρω στο μυστικό, το απογυμνωτικό του βλέμμα, ή μάλλον
δυό δίσκοι ζυγαριάς που στέκεται-περίεργο-όχι κάθετη
αλλά οριζόντια. Κ’ έτσι πιά, μια ζυγαριά οριζόντια
τι θα μπορούσε να κρατήσει εξόν απ’ το κενό, κ’ εξόν
από τη γνώση του κενού, γυμνή, κρυστάλλινη, απαστράπτουσα,
και πάνω στη στιλπνότητά της η πομπή ν’ αντανακλάται
των έσω κ’ έξω του ενδυμάτων σε μια ζυγισμένη ενότητα
τόσο υλική, τόσο άφθαρτη, πού ακέριο το κενό αναιρούσε.
ΚΑΤΑΦΥΓΙΑ
«Έκφραση-λέει-δε σημαίνει να πείς κάτι,
αλλά απλώς να μιλήσεις και το να μιλήσεις
σημαίνει ν’ αποκαλυφθείς-πώς να μιλήσεις;»
Κ’ έγινε τότε τόσο διάφανη η σιωπή του
πού κρύφτηκε όλος πίσω απ’ την κουρτίνα
κάνοντας πώς κοιτάζει απ’ το παράθυρο.
Μά, ως νάνιωσε το βλέμμα μας στη ράχη του,
έστρεψε βγάζοντας το πρόσωπό του απ’ την κουρτίνα
σα να φορούσε ένα λευκό, μακρύ χιτώνα,
κάπως αστείον, κάπως παράταιρον στην εποχή μας,
και τόθελε (ή το προτιμούσε) ίσως νομίζοντας
πως, έτσι, κατά κάποιο τρόπο, θα παραπλανούσε
την υποψία μας, την εχθρότητά μας ή τη λύπη μας
ή πως μας χορηγούσε κάποιο πρόσχημα
για τον μελλοντικό (πούχε μαντέψει) θαυμασμό μας.
ΠΕΡΙ ΜΟΡΦΗΣ
Είπε: «Η μορφή δεν εφευρίσκεται μήτε επιβάλλεται’
εμπεριέχεται στην ύλη της κι αποκαλύπτεται κάποτε
στην κίνησή της προς την έξοδο». Κοινοτοπίες, είπαμε
αοριστολογίες-τι αποκαλύψεις τώρα; Αυτός δε μίλησε άλλο’    
έκλεισε το σαγόνι του μέσα στα δυό του χέρια σα μια λέξη
εντός εισαγωγικών/ Το τσιγάρο του αμφίθυμο απόμεινε
στα κλεισμένα του χείλη-μια λευκή, φλεγόμενη κεραία
αντί αποσιωπητικών, που πάντα τα παρέλειπε εκ συστήματος
(ή μήπως ασυναίσθητα;) αποσιωπώντας τη σιωπή του.

Ση στάση αυτή, μας φάνηκε, έτσι αόριστα, πως αγρυπνούσε
σ’ ένα μικρό, σιδηροδρομικό σταθμό, κάτω απ’ το υπόστεγο,
εκεί που συναντιούνται στιγμιαία, μια νύχτα του χειμώνα,
μοναχικοί ταξιδιώτες, μ’ εκείνη τη γεύση του κάρβουνου
απ’ το ακατόρθωτο του ταξιδιού, κι απ’ το αμοιβαίο απέραντο
της μυστικής τους προαιώνιας φιλίας. Ο καπνός του τραίνου
στεκόταν ήσυχος πάνω απ’ τους δυό οριζόντιους κώνους
των προβολέων, συμπαγής και γλυπτικός, ανάμεσα
σε δυό χωρισμούς. Αυτός έσβησε το τσιγάρο του κ’ έφυγε.
ΠΑΡΑΝΟΗΣΕΙΣ
Αυτά τα διφορούμενά του, αφόρητα μας βάζουν σε δοκιμασία’
κι ο ίδιος επίσης δοκιμάζεται’ προδίδεται ολοφάνερα
η ασάφειά του, ο δισταγμός του, η άγνοια, η δειλία του,
κ’ η έλλειψη σταθερών αρχών. «Τούτες οι λέξεις-είπε-
είναι-δεν είπε στάλες αίμα-εγώ ήθελα να πώ, σαν βρέχει
που χρωματίζονται, κάτω απ’ το κόκκινο φανάρι του Σταθμού,
οι λακκούβες-
Οι λέξεις λέω-μια μετάγγιση, μια ταύτιση-μονάχη γνωριμία,
η ποίηση».
Και σώπασε. Μας απατούσε. Ποια βροχή; Τι λέξεις; Ποιο αίμα;
Ποιος τόπε; Εμείς λοιπόν; Σίγουρα, πάει να μας εμπλέξει
στην ίδια του περιπλοκή. Κι αυτός κοιτούσε κάπου πέρα
γενναιόφρων τάχα κ’ επιεικής (όπως αυτοί πούχουν ανάγκη
επιεικείας)
μ’ ολόλευκο πουκάμισο, μ’ άψογο μολυβί κοστούμι
κ’ ένα χρυσάνθεμο στην κομβιοδόχη. Ωστόσο,
σαν έφυγε, στη θέση όπου στεκόταν, διακρίναμε στο πάτωμα
μια μικρή, κατακόκκινη λίμνη, ωραία σχεδιασμένη,
σαν χάρτης περίπου της Ελλάδας, σαν μικρογραφία της υδρογείου
μ’ αρκετές αφαιρέσεις και μεγάλες ανακρίβειες συνόρων,
με σύνορα σχεδόν σβησμένα μές στου χρώματος την ομοιομορφία-
μια υδρόγειος σ’ ένα κατάκλειστο, λευκό σχολείο, μήνα Ιούλιο,
πού λείπουν, όλοι οι μαθητές, σε μια εξοχή εκτυφλωτική, πα-
ραθαλάσσια.
ΛΥΚΟΦΩΣ
Την ξέρεις κείνη τη στιγμή του θερινού λυκόφωτος
μες στο κλειστό δωμάτιο’ μια ελάχιστη ρόδινη ανταύγεια
διαγώνια στο σανίδωμα της οροφής’ και το ποίημα
ημιτελές επάνω στο τραπέζι-δύο στίχοι όλο-όλο,
μια αθετημένη υπόσχεση για ένα εξαίσιο ταξίδι,
για κάποια ελευθερία, κάποια αυτάρκεια,
για κάποια (σχετική, φυσικά) αθανασία.

Έξω στο δρόμο, η επίκληση κιόλας της νύχτας,
οι ανάλαφροι ίσκιοι θεών, ανθρώπων, ποδηλάτων,
όταν σκολάνε τα γιαπιά, κ’ οι νέοι εργάτες
με τα εργαλεία τους, με τα βρεγμένα, ακμαία μαλλιά τους,
με λίγες πιτσιλιές ασβέστη στα φθαρμένα τους ρούχα
χάνονται στων εσπερινών ατμών την αποθέωση.

Οκτώ κρίσιμοι κτύποι στο εκκρεμές, πάνω απ’ τη σκάλα,
σ’ όλο το μάκρος του διαδρόμου-κτύποι αμείλικτοι
από σφυρί επιτακτικό, κρυμμένο πίσω από το κρύσταλλο
το σκιασμένο’ και ταυτόχρονα ο αιώνιος θόρυβος
εκείνων των κλειδιών που δεν κατόρθωσε ποτέ του
να εξακριβώσει αν ξεκλειδώνουν ή αν κλειδώνουν.
ΥΣΤΑΤΗ ΩΡΑ
Ένα άρωμα έμενε στην κάμαρά του, ίσως μονάχα
απ’ την ανάμνηση, μπορεί κι απ’ το παράθυρο
μισάνοιχτο στην εαρινή βραδιά. Ξεχώρισε
τα πράγματα που θάπαιρνε μαζί του. Σκέπασε
μ’ ένα σεντόνι τον μεγάλο καθρέφτη. Κι ακόμη
στα δάχτυλά του εκείνη η αφή ευμελών σωμάτων
κ’ η αφή, η μοναχική, της πέννας του-όχι αντίθεση’
υπέρτατη ένωση της ποιήσεως. Δεν ήθελε
να απατήσει κανέναν. Πλησίαζε το τέλος. Ρώτησε
ακόμη μια φορά: «Ευγνωμοσύνη τάχα, ή θέληση
ευγνωμοσύνης;» Κάτω απ’ το κρεββάτι του πρόβαιναν
γεροντικές οι παντόφλες του. Δεν θέλησε
να τις σκεπάσει-(ώ, βέβαια, άλλοτε). Μονάχα,
σαν έβαλε το κλειδάκι στην τσέπη του γιλέκου του,
κάθησε πάνω στη βαλίτσα του, καταμεσίς της κάμαρας,
ολομόναχος, κι άρχισε να κλαίει, γνωρίζοντας,
πρώτη φορά με τόση ακρίβεια, την αθωότητά του.
ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΟΝ
Πολλοί τον διεκδικούσαν, διαπληκτίζονταν τριγύρω του,
μπορεί κ’ εξαιτίας του κοστουμιού του-παράξενο κοστούμι,
επίσημο, επιβλητικό, με κάποια χάρη ωστόσο,
με κάποιο αέρα, σαν εκείνα τα φανταστικά των θεών
όταν συναναστρέφονταν ανθρώπους-μεταμφιεσμένοι,
κ’ ενώ μιλούσαν τα κοινά, με κοινή γλώσσα, αιφνίδια
φούσκωνε μια πτυχή του ενδύματός τους απ’ το χνώτο
του απείρου ή του υπερπέραν-όπως λένε.

Διαπληκτίζονταν, λοιπόν. Αυτός τι νάκανε; Του σκίσαν
ρούχα κ’ εσώρρουχα, του σπάσαν και τη ζώνη Απόμεινε
ένας κοινός, γυμνός θνητός, σε στάση συστολής. Οι πάντες
τον εγκατέλειψαν. Κ’ εκεί ακριβώς μαρμάρωσε. Μετά από χρόνια,
στη θέση αυτή ανακάλυψαν ένα περίλαμπρο άγαλμα
γυμνό, υπερήφανο, υψηλό, από πεντελίσιο μάρμαρο,
του Αιώνιου Έφηβου του Αυτοτιμωρούμενου- έτσι το αποκάλεσαν’
το σκέπασαν με μια μακριά λινάτσα, κ’ ετοιμάζανε
μια τελετή πρωτοφανή για τα δημόσια αποκαλυπτήρια.
ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ
Αυτός που πέθανε, είταν, πράγματι, έξοχος,
μοναδικός’ μας άφησε ένα μέτρο υπέροχο
να μετρηθούμε και προπάντων να μετρήσουμε
το γείτονά μας’-ο ένας τόσος δα
πολύ κοντός, ο άλλος στενός, ο τρίτος
μακρύς σαν ξυλοπόδαρος’ κανένας
με κάποια αξία’ τίποτα, μα τίποτα.
Μονάχα εμείς που χρησιμοποιούμε επάξια
αυτό το μέτρο-μά ποιο μέτρο λέτε;-
αυτό ‘ναι η Νέμεσις, το ξίφος του Αρχαγγέλου,
το ακονίσαμε κιόλας, και τώρα μπορούμε
αράδα ν’ αποκεφαλίζουμε τους πάντες.
                     ΑΘΗΝΑ, Φθινόπωρο 1963

*Διατήρησα την ορθογραφία του δασκάλου και αγωνιστή ποιητή Γιάννη Ρίτσου.                   
     Σημειώνω, μερικά ακόμα βιβλιογραφικά στοιχεία για τον Κωνσταντίνο Π. Καβάφη:
Α) Το 2007, οι εκδόσεις ΖΗΤΗ-Ρόδος 2007, εκδίδει την μελέτη της φιλολόγου και ποιήτριας Δώρας Παρδάλη-Σωτρίλλη, «ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ»-Η ποίηση στην οδό των δακρύων. Στην σελίδα 42, υπάρχει μικρό ποιητικό απόσπασμα από ποίημα του Καβάφη.
Β) Το 2012, σε συνεργασία του ΜΟΥΣΕΙΟΥ ΜΠΕΝΑΚΗ με τις ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΡΗΤΗΣ- ΗΡΑΚΛΕΙΟ 2012, εκδόθηκαν τα ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΑΡΓΥΡΙΟΥ, Ρέθυμνο 20-22 Μαϊου 2011, με τίτλο «ΓΙΑ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ ΤΟΥ ΕΙΚΟΣΤΟΥ ΑΙΩΝΑ».-ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗΣ, ΘΕΜΑΤΑ ΚΑΙ ΡΕΥΜΑΤΑ. Την επιμέλεια της έκδοσης είχαν οι: Αγγέλα Καστρινάκη, Αλέξης Πολίτης, Δημήτρης Τζιόβας. Στην πρώτη ενότητα: Η Λογοτεχνία στις αρχές του αιώνα και στον μεσοπόλεμο» δημοσιεύεται το κείμενο του Μιχάλη Χρυσανθόπουλου με τίτλο: «Προσλαμβάνοντας τον πολιτικό Καβάφη: τα ποιήματα για τον Ιουλιανό και το ζήτημα της «κυριαρχίας»». Επίσης, στο κείμενο της Μαρίας Ρώτα, «Ανασυνθέτοντας την αλεξανδρινή λογοτεχνική δραστηριότητα, 1910-1930»-Από τα πρόσωπα στις συλλογικότητες, συναντάμε πληροφορίες για το Καβαφικό έργο. Στοιχεία για τον ποιητή έχουμε και σε άλλα κείμενα.
Γ) Το 2013, οι εκδόσεις ΤΥΠΩΘΗΤΩ-ΛΑΛΟΝ ΥΔΩΡ-Αθήνα 2013, η καθηγήτρια Κίρκη Κεφαλέα εκδίδει το βιβλίο «Μεταμορφώσεις της σελήνης»-Ανθολογία ποιημάτων για το φεγγάρι. Ανάμεσα στα ποιήματα η επιμελήτρια και ανθολόγος, ανθολογεί το ποίημα του Καβάφη: «Εν πόλει της Οσροηνής», σ. 52
Δ) Το 2015, οι εκδόσεις GUTENBERG-Αθήνα 2015, εκδίδουν «ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ»-ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΑ: ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΜΕΝΑ ΚΑΙ ΑΠΟΚΗΡΥΓΜΕΝΑ. ΑΔΗΜΟΣΙΕΥΤΑ: ΟΛΟΚΛΗΡΩΜΕΝΑ ΚΑΙ ΑΝΟΛΟΚΛΗΡΩΤΑ. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ: ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΠΕΖΑ-ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ-ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ. Επιμέλεια Έκδοσης με Εισαγωγή, Χρονολόγιο, Σχόλια, Παράρτημα πρόσθετων κειμένων και Βιβλιογραφία: Δημήτρης Δημηρούλης. Σελίδες 816.
Ε) Το 2016, οι εκδόσεις GUTENBERG-Αθήνα 2016, εκδίδουν την ΕΠΙΤΟΜΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ, «Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΝ ΕΙΚΟΣΤΟ ΑΙΩΝΑ»-Και με τον ήχον των για μια στιγμή επιστρέφουν…, σε Ανθολόγηση και Πρόλογο Δώρας Μεντή, και Εισαγωγικά σημειώματα Ευριπίδη Γαραντούδη. Από το πρώτο κεφάλαιο: «ΠΟΙΗΤΕΣ ΤΩΝ ΑΡΧΩΝ ΤΟΥ 20ΟΥ ΑΙΩΝΑ», ο Αλεξανδρινός ποιητής ανθολογείται με τα εξής ποιήματα:-Απολείπειν ο θεός Αντώνιον(1911).-Εν τω μηνί Αθύρ(1917).-Θυμήσου, σώμα(1918).-Καισαρίων(1918).-Αιμιλιανός Μονάη, Αλεξανδρεύς, 628-655 μΧ.(1918).-Μελαγχολία του Ιάσονος Κλεάνδρου ποιητού εν Κομμαγηνή 595 μΧ.(1921). ---Υπέρ της Αχαϊκής Συμπολιτείας πολεμήσαντες(1922).-Από υαλί χρωματιστό(1925).-Μύρης Αλεξάνδρεια του 340 μΧ. (1929).-Άς φρόντιζαν(1930).    

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πρώτη γραφή σήμερα, 2 Μαϊου 2017
Πειραιάς, 2/5/2017

ΥΓ. Καλά βρε πράσινα στρουφάκια, συνεργαστήκατε στην κυβέρνηση όχι με την παραδοσιακή καραμανλική δεξιά, αλλά με την σκοτεινή της πολική έκφραση την σαμαρική, φτάσατε το κίνημα στο ποσοστό που το είχε ο ιστορικός του ηγέτης, ο Ανδρέας Γ. Παπανδρέου όταν το πρωτοδημιούργησε, και με τις πολιτικές σας συμπεριφορές και πρακτικές, βάλατε το ΠΑΣΟΚ στο χρονοντούλαπο της Ιστορίας, αντί να μπει η Δεξιά. Στελέχη σας, είτε μπήκαν στην φυλακή, είτε λάκισαν προς την σημερινή συγκυβέρνηση και ακόμα τσακώνεστε; Ποιος θα σας εμπιστευτεί πολιτικά, ποιος πολίτης θα στηρίξει τις πολιτικές ελπίδες του πάνω στο κουφάρι του παλαιού κραταιού ΠΑΣΟΚ; Και σκιαμαχείτε για να κερδίσετε τι; Το στοίχημα με την Ιστορία, την Πολιτική, με τον κομματικό εαυτό σας; Να κερδίσετε μια κυβερνητική θέση σε μια μελλοντική κυβέρνηση εθνικής συνεργασίας; Ή μήπως μόνο νοιάζεστε για την επαγγελματική πολιτική σας καριέρα; Είναι πράγματι λυπηρό για τα πολιτικοποιημένα άτομα της δικής μου γενιάς, που δεν έζησαν κατόπιν σαν κρατικοδίαιτοι πολίτες, δεν κοίταξαν να βολευτούν, δεν ζήτησαν ανταλλάγματα υποστηρίζοντας το παλλαϊκό αυτό κίνημα που φιλοδόξησε να φέρει την Αλλαγή στην χώρα, να το βλέπουν να φυλλοροεί μέσα στα κομματικά του και πολιτικά αδιέξοδα. Και αριβίστες πολιτικά πολιτικοί, που αυτοαποκαλούνται «αριστεροί», να προετοιμάζουν με την πολιτική και οικονομική τους πολιτική, την επάνοδο της συντηρητικής παράταξης στην εξουσία. Για ποιο τέλος της μεταπολίτευσης μιλάμε; Οι παλαιοί και οι νέοι πολιτικοί γόνοι βρίσκονται εντός και προ των κυβερνητικών πυλών.                                   
      




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου