Τετάρτη 6 Σεπτεμβρίου 2017

ΤΟΥΛΑ ΣΟΥΒΑΛΙΩΤΟΥ-ΜΠΟΥΤΟΥ

ΤΟΥΛΑ ΜΠΟΥΤΟΥ-ΣΟΥΒΑΛΙΩΤΟΥ
Αθήνα 10/10/1923-Πειραιάς 1/9/2017

     Έφυγε πλήρης ημερών μια γνήσια Πειραιώτισσα, παρότι δεν είχε γεννηθεί στην πόλη μας. Η πρώτη γυναίκα ιατρός αναισθησιολόγος της χώρας. Η ποιήτρια, διηγηματογράφος, θεατρικός συγγραφέας Αριστέα Μπούτου-Σουβαλιώτη, μια γυναίκα που συνδέθηκε άμεσα με την οικογένεια του δολοφονηθέντος βουλευτού-ιατρού της αριστεράς Γρηγόρη Λαμπράκη. Η Τούλα Μπούτου, νεαρή κοπέλα παντρεύτηκε τον αδελφό του Γρηγόρη, τον Θόδωρο Λαμπράκη, που δυστυχώς η μοίρα τα έφερε έτσι ώστε ο Θόδωρος Λαμπράκης επίσης ιατρός με κλινική στον Πειραιά την εποχή εκείνη, να φύγει πολύ νέος, από συγκοπή. Μετά τον θάνατο του πρώτου της άντρα, η νεαρή τότε ιατρός, επιφορτισμένη πλέον μόνη της με την ανατροφή των παιδιών της ξαναπαντρεύεται, νυμφεύεται τον ιατρό Παντελή Μπούτο και δημιουργεί την νέα της οικογένεια. Στο εξαίρετο χρονικό της ζωής και της πορείας της που εξέδωσε το 2010 από τις εκδόσεις «Γαβριηλίδης» με τίτλο «ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΜΙΑΣ ΖΩΗΣ», σε πρόλογο του δοκιμιογράφου Διονυσίου Κ. Μαγκλιβέρα, (δες κριτική του βιβλίου από τον γράφοντα, εφημερίδα «Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ» Τρίτη 14/12/2010, σ.6) η Τούλα Μπούτου, εξιστορεί με γλαφυρό τρόπο, ζωντανό λόγο, γλώσσα υψηλής θερμοκρασίας και διάθεση γυναικείας παραμυθίας, την ζωή, τα βάσανα και την επαγγελματική της διαδρομή.
     Η Τούλα Μπούτου υπήρξε μια παραγωγικότατη και πολυγραφότατη συγγραφέας. Είχε το χάρισμα, και της το είχα αναφέρει αυτό αρκετές φορές στις πάμπολλες συναντήσεις μας στο φιλόξενο πάντα σπίτι της στην Ακτή Θεμιστοκλέους κοντά στην οικία Στρίγκου, αλλά και στο σπίτι μου που με είχε επισκεφτεί, να ακούσει μια υποτυπώδη λογοτεχνική αναφορά, μια μικρή ακατέργαστη ιστοριούλα, ένα κοινωνικό γεγονός από την τηλεόραση, ένα ατομικό συμβάν που της έκανε εντύπωση και να τα μετατρέψει όλα, σε γλαφυρό αφήγημα, σε καλοσχεδιασμένη νουβέλα, σε θεατρικό σκετς, να κτίσει την δική της διηγηματική ιστορία. Η Τούλα Μπούτου ήταν θα λέγαμε γεννημένη διηγηματογράφος, μια συγγραφέας που έρεε στις φλέβες της ο διηγηματικός πρωτίστως λόγος. Σαν γυναίκα ήταν πάντα κοκέτα και λαμπερή, πρόσχαρη αλλά και με τις αναμενόμενες λογοτεχνικές της μικροκακίες. Σαν συγγραφέας της πόλης του Πειραιά της άρεσε να βρίσκεται πάντα στην επικαιρότητα, να μιλούν για κείνη και το έργο της. Να την θαυμάζουν. Όμως δεν καθόταν με σταυρωμένα θα γράφαμε τα χέρια, συγγραφικά δούλευε ακατάπαυστα, έσχιζε και ξανάγραφε κείμενα, ασχολιόταν με τον δοκιμιακό λόγο, μεγάλη της τελευταία αγάπη ο ποιητής Γεώργιος Δροσίνης, δημοσίευε ποιήματα, μετείχε σε λογοτεχνικές εκδηλώσεις, έδινε διαλέξεις, και τα τελευταία χρόνια ασχολήθηκε συστηματικότερα με το Θέατρο, που ευτύχησε να δει να ανεβάζονται στο θεατρικό σανίδι αρκετά θεατρικά της μονόπρακτα.
Η Τούλα Μπούτου σαν συγγραφέας πειραματίζονταν στις συγγραφικές της ασχολίες, ανεξάρτητα από το τι αποτέλεσμα θα είχαν οι συγγραφικοί της αυτοί πειραματισμοί. Αγαπούσε το γράψιμο, της έδινε κουράγιο, αντλούσε δύναμη από αυτό, μιλούσε με πάθος για την δουλειά της, τις νέες δημοσιεύσεις της, της άρεσε να συναναστρέφεται με άτομα καλλιεργημένα, διανοούμενους, κουλτουριάρηδες κατά το κοινώς λεγόμενο, είχε σχηματίσει μια μικρή πνευματική αυλή γύρω της, και μέσα σ' αυτήν την καλλιεργημένη ατμόσφαιρα ζούσε και αισθάνονταν άνετα. Δεν σταμάτησε να γράφει και να δημοσιεύει, να εκδίδει βιβλία, να διευθύνει περιοδικά της πόλης, να μετέχει σε διοικητικά συμβούλια φιλολογικών συλλόγων, να γράφει κριτικές για ομοτέχνους της κλπ. Ακόμα και όταν άρχισε να χάνει τα προσφιλή στενά της οικογενειακά πρόσωπα και ο χρόνος της ζωής άρχισε να μετρά αντίστροφα. Πρώτα ο γιος της, ο γιατρός Γιώργος Λαμπράκης που έφυγε νεότατος-κοντά στην ηλικία του πατέρα του-,κατόπιν ο δεύτερος άντρας της ο ιατρός καρδιολόγος Παντελής Μπούτος, ο αδελφός της, και άλλα συγγενικά της πρόσωπα. Ο Παντελής Μπούτος έθεσε τις βάσεις για δημιουργηθεί Καρδιολογική Κλινική στο Τζάνειο Νοσοκομείο Πειραιά. 
Η Τούλα Μπούτου σαν άτομο διέθετε τεράστιες ψυχικές αντοχές. Είχε μεγάλο πείσμα για ζωή, ήθελε να ζήσει και να δημιουργήσει, παρά την σχετικά μεγάλη της ηλικία.Την ζήλευες γιαυτό το κουράγιο που αντλούσε τόσο από την εσωτερική της σκληράδα όσο και από την αφοσίωσή της στο γράψιμο.Την θαύμαζες που αψηφούσε τους πάντες και έκανε το «κέφι της», αυτό που την ηρεμούσε, αυτό που την γέμιζε ψυχικά, αυτό που της έδινε την χαρά της αναγνώρισης και καταξίωσης. Έχοντας απαλλαγεί από τα επαγγελματικά βάρη μπορούσε να αφοσιωθεί στα γραπτά της, τα δημοσιεύματά της και φυσικά στα υπόλοιπα μέλη της οικογένειά της. Αν και αρκετές φορές μου έλεγε ότι, ήταν πολύ υπερήφανη στην ζωή της σαν γιατρός, που ούτε ένας ασθενής, ούτε ένας, δεν διακινδύνευσε ή έχασε την ζωή του κατά την διάρκεια της ιατρικής της σταδιοδρομίας σαν ιατρού-αναισθησιολόγου, μέχρι που συνταξιοδοτήθηκε. Και αυτό, στις αντίξοες συνθήκες που εργάζονταν τα πρώτα χρόνια της επαγγελματικής της πορείας, με τα δεκάδες προσωπικά και οικογενειακά της προβλήματα, και μετέπειτα στην κλινική που διατήρησαν στον Πειραιά με τον σύζυγό της, δεν είναι αμελητέο και οφείλει η πειραϊκή κοινωνία να της το πιστώσει στα θετικά της ζωής της, πέρα από τις συγγραφικές της δραστηριότητες.
     Την Τούλα Μπούτου την γνώρισα προς τα τέλη της δεκαετίας του 1980, όταν έκανα τις ραδιοφωνικές εκπομπές στο Κανάλι 1 του Πειραιά. Θυμάμαι, ότι παρότι της ζήτησα να την επισκεφτώ στο σπίτι της, μου είπε ότι επιθυμούσε να με γνωρίσει στον δικό μου χώρο και να δει την βιβλιοθήκη μου. Έτσι και έγινε, ηχογραφήσαμε με το φορητό μικρό μαγνητοφωνάκι την εκπομπή σε δύο μικρές κασέτες, της έδωσα την μία, μιλήσαμε για πολλά, και η εκπομπή μεταδόθηκε από το πειραματικό τότε ραδιόφωνο του Πειραιά. Έκτοτε, η φιλική λογοτεχνική μας σχέση διατηρήθηκε μέχρι προσφάτως, επισκεπτόμουν το σπίτι της, έρχονταν στο δικό μου, μου χάριζε τα βιβλία που εξέδιδε, έγραψα κριτικές για εκείνη, δέχονταν τις «συμβουλές μου» για βιβλία που δεν γνώριζε και ήθελε να ενημερωθεί, και γενικά, διατηρήσαμε μια καλή πειραϊκή επαφή. Δεν έπαυε να μου στέλνει προσκλήσεις όταν ανεβάζονταν νέο της θεατρικό έργο. Με την Πειραιώτισσα Τούλα Μπούτου, συνεργαστήκαμε τελευταία φορά, όταν ανέλαβα την έκδοση του «Πειραϊκού Λευκώματος» το 2010, και της ζήτησα να γράψει ένα κείμενο για να δημοσιευτεί, αντί να δημοσιεύονταν ένα διήγημα ή ποίημά της. Η Τούλα στην αρχή φάνηκε διστακτική, αλλά μετέπειτα, έγραψε αυτό το ωραίο κείμενο σαν συμμετοχή. Έκτοτε τηλεφωνιόμασταν ή την επισκεπτόμουν στο σπίτι της, ή παρακολουθούσαμε μαζί θεατρικές παραστάσεις δικών της έργων ή άλλων.
     Η Τούλα Μπούτου, η συγγραφέας, ασχολήθηκε από πολύ νωρίς με τα γράμματα. Έγραψε ποίηση, διηγήματα, μυθιστορήματα, νουβέλες, ποίηση χάι-κου, μικρά μελετήματα για άλλους συγγραφείς, θέατρο. Πολλά από τα βιβλία της κυκλοφόρησαν εντός του Πειραϊκού χώρου άλλα εκτός. Σαν συγγραφέας κατά την άποψή μου και την αναγνωστική μου επάρκεια, η Τούλα Μπούτου θα μείνει στα Πειραϊκά Γράμματα σαν μια πάρα πολύ καλή πρωτίστως διηγηματογράφος. Μια διηγηματογράφος που γνώριζε να χειρίζεται σωστά την τεχνική του διηγηματικού λόγου και που μας έδωσε θαυμάσιες καταθέσεις. Ασχολήθηκε και με το μυθιστόρημα, όμως δεν το εξέλιξε, δεν του αφιερώθηκε τόσο όσο αφιερώθηκε στο διήγημα. Οι μικρές της μελέτες, είναι περισσότερο οι προσωπικές της αγάπες και ενασχολήσεις. Η ενασχόλησή της με την τέχνη του θεάτρου και ιδιαίτερα το μονόπρακτο, είναι κάτι που μάλλον ακόμα δεν έχει εξετασθεί σε βάθος, ώστε να γνωρίζουμε κρατώντας και τις σχετικές του χρόνου αποστάσεις ποια υπήρξε η θεατρική της συνεισφορά.Τα έργα της όμως που έχω παρακολουθήσει μου άρεσαν σε γενικές γραμμές, πέρα από τις ενστάσεις που της είχα εκφράσει. Το ουσιαστικό όμως είναι, ότι η Τούλα Μπούτου σαν θεατρική συγγραφέας άπλωσε τα φτερά της σε έναν τομέα που χρειάζονταν κότσια και πείσμα, και αυτό το διέθετε η Τούλα Μπούτου.
     Μέσα στο πνεύμα των σύγχρονων καιρών η συγγραφέας Τούλα Μπούτου είχε δημιουργήσει το προσωπικό της μπλοκ στο ίντερνετ, ο όποιος ή όποια ενδιαφερόμενη μπορεί να αντλήσει πληροφορίες για το έργο της, τα βιβλία της, τις δημοσιεύσεις της, τις συμμετοχές της στις διάφορες καλλιτεχνικές και λογοτεχνικές εκδηλώσεις.
     Η Τούλα Μπούτου, όπως και οι περισσότεροι συγγραφείς, ήταν αμελής στην συγκέντρωση και ταξινόμηση των στοιχείων εκείνων και των πληροφοριών για την ίδια, ώστε να μπορεί ο ερευνητής να βρει συγκεντρωμένα τα απαραίτητα βιβλιογραφικά στοιχεία, αν αποφασίσει να ασχοληθεί με το έργο της. Πάμπολλες φορές της το έλεγα και της το ξανάλεγα, αλλά εκείνη χαμογελώντας μου απαντούσε ότι δεν την ενδιέφερε, ήθελε να ζήσει το Τώρα της ατομικής της ζωής και της συγγραφικής της επιτυχίας. Τα τελευταία μόνο χρόνια-εξαιτίας της ιστοσελίδας της, άρχισε να οργανώνει λιγάκι το προσωπικό της αρχείο, το οποίο είναι αρκετά μεγάλο και διάσπαρτο από όσο γνωρίζω.
     Την Τούλα Μπούτου θα την θυμούνται οι Πειραιώτες που ασχολούνται με τα γράμματα, σαν μια ενδιαφέρουσα περίπτωση γυναίκας που δεν έπαψε να πειραματίζεται συγγραφικά. Μιας γυναίκας με συγγραφικό ταλέντο, ιδιαίτερα στον διηγηματικό λόγο αλλά και στο θεατρικό μονόπρακτο, καθώς και για αυτό το καλογραμμένο της βιβλίο, «Το παραμύθι μιας ζωής». Ένα θαυμάσιο χρονικό σε ανθρώπους, μνήμες, συμβάντα, γεγονότα του παλαιού Πειραιά, της ζωής της που κύλισε σαν παραμύθι και των αδιεξόδων της, των βασάνων και των επιτυχιών της. Ένα οδοιπορικό βίου μιας γυναίκας-επιστήμονος, που στηριζόμενη στις ατομικές της δυνάμεις σταδιοδρόμησε επαγγελματικά με επιτυχία. Μια γυναίκα που διέθετε αντοχή, πείσμα για ζωή, ισχυρή θέληση και την επιθυμία να πετύχει κοινωνικά. Ένας χαρακτήρας που δεν το συναντάς εύκολα ούτε στον αντρικό πληθυσμό.
     Η Τούλα Μπούτου εξέφραζε πάντα την επιθυμία να χαρεί την ζωή της, να απολαύσει τις στιγμές είτε με μισό άδειο είτε με μισό γεμάτο το ποτήρι του βίου της. Γνώριζε να χαίρεται το εδώ και το τώρα, χωρίς φόβο, δίχως ενδοιασμούς. Η Τούλα Μπούτου το στοίχημα αυτό το κέρδισε επάξια.Το ίδιο μπορούμε να γράψουμε και για την συγγραφική της πορεία. Αγωνίστηκε, πέτυχε, βραβεύτηκε, δικαιώθηκε.
Έφυγε πλήρης ημερών και ικανοποιημένη.
 Στο αρχείο μου υπάρχει μικρός ενδεικτικός φάκελος με δημοσιεύματα της Πειραιώτισσας συγγραφέως, εκτός από τα κριτικά κείμενα που εγώ έγραψα για το έργο της. Η ταξινόμηση όμως χρειάζεται χρόνο και υπομονή. Στα περιοδικά του Πειραιά που από το 1959 στο «Περιοδικόν μας» άρχισε να δημοσιεύει η Αριστέα Μπούτου, στις εφημερίδες και σε άλλα έντυπα της πόλης, ο αναγνώστης θα συναντήσει δεκάδες δημοσιευμένα κείμενά της, ποιήματά της, πειραϊκές της παρεμβάσεις και σχόλια, καθώς και κείμενα που έχουν δημοσιευθεί για την συγγραφική της παρουσία. Επίσης, κείμενά της έχουν δημοσιευτεί: στην εφημερίδα «Ο Ριζοσπάστης», στο περιοδικό «Φιλολογική Πρωτοχρονιά» του Μαυρίδη, στον τόμο «Πολύπτυχον» του πειραιώτη Ευάγγελου Ρόζου, στην «Ποιητική Ομοβροντία» του Κώστα Βαλέτα, στους «Σύγχρονες Έλληνες Διηγηματογράφους» του περιοδικού Ενδοχώρα, σε τεύχη του περιοδικού «Νέα Εστία», στο περιοδικό «Ρέμβη», στο περιοδικό «Αιολικά Γράμματα», στην εγκυκλοπαίδεια του Διηγήματος που εξέδωσε η απογευματινή εφημερίδα «Ελευθεροτυπία» και σε  πολλά ακόμα έντυπα.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς 6 Σεπτεμβρίου 2017

Η κηδεία της έγινε την Δευτέρα το μεσημέρι, και η Τούλα Μπούτου αναπαύεται δίπλα στον γιο της και σε άλλα οικογενειακά της πρόσωπα στο Κοιμητήριο της Ανάστασης στο οικογενειακό της μνήμα.           

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου