Παρασκευή, 8 Σεπτεμβρίου 2017

ΤΑ ΕΡΩΤΙΚΑ του ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟΥ

                      «Μακαρίαν μανίαν»
το  ΓΥΜΝΟ  ΣΩΜΑ
του Γιάννη Ρίτσου

«Ξανάκανα γνωριμία με το μηδενικό της ύπαρξής μου ‘ ξαναγεννήθηκα την ύλη που με δημιούργησε αμάρτησα γερά’ και τώρα σώσε με, Θεέ μου, γιατί αρκεί πιά! Τώρα ξέρω τι είναι ο έρωτας. Την αγαπούσα και δεν αισθάνομαι κανένα φόβο μπροστά σου, και υπεράνω από τον έρωτα τίποτα δεν υπάρχει, ούτε Σύ ο ίδιος…»
                                                                                                Τάκης Κ. Παπατσώνης

     Διαβάζω «ΤΑ ΕΡΩΤΙΚΑ» του ποιητή Γιάννη Ρίτσου εκδόσεις Κέδρος 1981, μια συλλογή που αποτελείται από τρείς ενότητες: 1. Μικρή σουϊτα σε κόκκινο μείζον. 2. Γυμνό σώμα. 3. Σάρκινος λόγος, σε επιμέλεια και σχέδια Διονύση Βαλάση. Μια θεσπέσια και από εκδοτικής άποψης συλλογή, που διαθέτει το ειδικό βάρος γραφής ενός έλληνα ποιητή που διατήρησε σ’ όλη του την διαδρομή ακέραιο το γεγονός της ποιητικής τέχνης, πολυθεματικές και πολυεστιακές ποιητικές καταθέσεις που επεξεργάζονταν με επαγγελματική ευσυνειδησία και συνέπεια. Ποιήματα στιγμές αισθήσεων ή ποιήματα ωκεάνιας πνοής, που εκφράζουν την βιωμένη πείρα ζωής του που κυμάνθηκε μέσα σε τραγικές στιγμές της ελληνικής ιστορίας, την συνεχή επαναστατική του διάθεση, τους προσωπικούς αγώνες ενός δημιουργού που στέκονταν πάντα όρθιος με το κόκκινο λάβαρο στο χέρι μπροστάρης, στα πολιτικά χαρακώματα. Η ποίηση για τον Γιάννη Ρίτσο ήταν το άλλο πρόσωπο της επανάστασης.
Θέλησα να μεταφέρω ορισμένες από τις ποιητικές του αυτές ερωτικές αισθήσεις που με συγκίνησαν στην πρώτη τους ανάγνωση όταν πρωτοκυκλοφόρησε το βιβλίο, και εξακολουθούν να με συγκινούν.  Ένα μικρό ανθολόγιο ερωτικής βροχής από την δεύτερη ενότητα-«ΓΥΜΝΟ ΣΩΜΑ»-της συλλογής του «ΤΑ ΕΡΩΤΙΚΑ».
Ποιήματα που η αρετή τους συμβαδίζει με την αγνότητα και καθαρότητα των ποιητικών προθέσεων του ποιητή.
Το ανθρώπινο σώμα στην ποίηση του Γιάννη Ρίτσου, αποτελεί προϋπόθεση για την αλλαγή των κοινωνικών συνθηκών αλλά, και η απτή εμπειρία μετοχής στην ερωτική αγαλλίαση. Το σώμα με τις αισθήσεις και τις ανάγκες του, είναι το κυρίαρχο στοιχείο στην ενότητα αυτή των ποιημάτων. Είναι η ζώσα κιβωτός που μεταφέρει πάνω της όχι μόνο αναμνήσεις ή προσωπικά στιγμιότυπα της ερωτικής του ζωής, αλλά και το ουσιαστικό βάρος και το εύρος της ατομικής του μνήμης. Είναι η γέφυρα του ποιητικού λόγου που ενώνει την παγερότητα της λογικής με την δύναμη των ενστίκτων. Η πραγμάτευση της συνάντησης του έρωτα με την επανάσταση. Η σωματική μας ερωτική ευμηχανία μας εισάγει μέσα στην αγωνία της εκπλήρωσης των σκοπών της ιστορίας. Το σώμα και οι ανάγκες του μας τονίζουν την λειτουργία της ψυχής μέσα στον χώρο και τον χρόνο. Γιατί το σώμα, το ανθρώπινο σώμα αντρών και γυναικών έχει την δική του ξεχωριστή, ιδιαίτερη πνευματικότητα, αυτή που μας ενώνει μέσω των ρυθμών του έρωτα με τον κόσμο.
     Το ερωτικό σώμα στα ποιήματα αυτά του Γιάννη Ρίτσου είναι ασκητικό, μοναχικό, αφυδατωμένο από παράπλευρους αισθησιασμούς. Αναμένει με καρτερία τον ποιητικό λόγο για να «αγιοποιηθεί», να ενώσει την μνήμη με την ιστορία, τον έρωτα με την επανάσταση. Το σώμα ενδεδυμένο τον όντος έρωτα, είναι η πυρική κατάσταση του αδαμιαίου οράματος του ποιητικού λόγου. Η εξωτερίκευση της εντός μας θεότητας του κόσμου του Λόγου. Το ξυνόν άλγος της νοσταλγίας. Ο ποιητικός λόγος του Γιάννη Ρίτσου λιτανεύει το ερωτικό σώμα μέσα στο λιβάδι των αισθήσεων. Το μεταμορφώνει σε λέξεις, σε εικόνες, σε στιγμές, σε μικρής φόρμας στίχους έτοιμους να εκραγούν από ερωτική μέθεξη, από το ζωντανό της ζωής του παρελθόν. Μικρές ερωτικές σταγόνες βροχής που μας νοτίζουν με την ευαισθησία τους, την αγαπητική τους διάθεση την ατμόσφαιρα πλήρωσης των αισθήσεων. Δεν υπάρχει προβάδισμα της σκέψης έναντι των αισθήσεων, ούτε το αντίθετο, του βλέμματος που παρατηρεί το σώμα του άλλου έναντι της ανταπόδοσης εκείνου, ο ερωτικός λόγος του Γιάννη Ρίτσου έχει την ιερότητα που έχει το «Άσμα Ασμάτων». Έχει την ερωτική φυσικότητα που έχουν οι πίνακες του Μοντιλιάνι, την ερωτική δροσιά που έχουν τα γλυπτά του Ροντέν. Το πάθος ανάβασης των «πτερόεσσων ψυχών» όχι στα Πλατωνικά στερεώματα, αλλά στα κόκκινα δώματα της διαρκούς επανάστασης. Τα ποιήματα αυτά του Γιάννη Ρίτσου, δεν έχουν καθόλου από την θα γράφαμε κάπως «εγωιστική» διάθεση αλλαγή του κόσμου που διαθέτουν άλλες του συνθέσεις, αλλά η έμπνευσή τους στηρίζεται στην ισχύ της αλήθειας τους. Στην καθαρότητα των αναφορών τους, στην αλήθεια των βιωμένων εμπειριών της μνήμης του. Στιγμές χαράς αποδοχής σωματικής ερωτικής πλήρωσης που ο λόγος της ποίησης ευτύχησε να εικονογραφήσει με λιτό τρόπο, ασκητική διάθεση, πλούτο απλότητας, εκούσια πρόθεση ανίχνευσης του Σώματος του Άλλου, που σε βοηθά να αναγνωρίσεις τις δικές σου σωματικές επιθυμίες.
Τα ποιήματα αυτά του Γιάννη Ρίτσου, δεν έχουν την πολιτική σκοπιμότητα που έχουν άλλες του ποιητικές συνθέσεις, είναι βαθειά ερωτικά ποιήματα και γιαυτό ενέχουν μέσα τους το πολιτικό. Γιατί ο έρωτας για να είναι αληθινός, οφείλει να είναι πολιτικός στις σαρκικές του προθέσεις και επιθυμίες. Τα ποιήματα με την μικρή σχετικά φόρμα τους ανακαλούν στιγμές των ιαπωνικών ερωτικών χάϊ-κου, χωρίς ασφαλώς την εξωτική τους ατμόσφαιρα, είναι ποιήματα μεσόγειου αισθησιασμού, πλατωνικών αποχρώσεων, σύγχρονης ψηλάφησης των σωματικών ερωτικών επιθυμιών, δοσμένα με χάρη και ερωτική ευγένεια.
Ας απολαύσουμε μερικές από τις ερωτικές ποιητικές αισθήσεις του ποιητή της Ρωμιοσύνης
• Διαστολή της νύχτας.
Διαστολή του σώματος.
Συστολή της ψυχής
--
Όσο απομακρύνεσαι
σε πλησιάζω.
--
Οι νύχτες με στενεύουν
στην απουσία σου.
Σε αναπνέω.
--
Η γλώσσα μου στο στόμα σου,
η γλώσσα σου στο στόμα μου-
σκοτεινό δάσος
οι ξυλοκόποι χάθηκαν
και τα πουλιά.
--
Όπου βρίσκεσαι
υπάρχω.
--
Ηδονή-
πέρα απ’ τη γέννηση,
πέρα απ’ το θάνατο
τελικό κ’ αιώνιο
παρόν.
--
Αγγίζω τα δάχτυλα
των ποδιών σου.
Τι αναρίθμητος ο κόσμος.
--
Κάτω απ’ όλες τις λέξεις
δυό σώματα ενώνονται
και χωρίζουν.
--
Μέσα σε λίγες νύχτες
πώς πλάθεται και καταρρέει
όλος ο κόσμος.
--
Τώρα
με τη δική σου αναπνοή
ρυθμίζεται το  βήμα μου
κι ο σφυγμός μου.
--
Τι να τα κάνω τ’ άστρα
αφού λείπεις.
--
Δυό μήνες που δεν σμίξαμε.
Ένας αιώνας
κ’ εννέα δευτερόλεπτα.
--
Το κόκκινο του αίματος
είμαι.
Είμαι για σένα.
--
Άλλη κατοικία δεν έχω.
Κατοικώ στο σώμα σου.
--
Κόκκινο είταν
με μια κάθετη μαύρη γραμμή.
Τα μήλα πέφτουν στο ποτάμι.
Επιπλέουν.
Φεύγουν.
--
Τ’ όνομά σου μονάχα
πάλι και πάλι-
βαθειά ερημιά μου,
ο αρχάγγελος,
το ποίημα.
--
Γυμνοί στεκόμαστε
πάνω στις προσωπίδες.
Όρθιοι.
--
Το ανείπωτο
μεγεθύνεται,
μεγαλουργεί.
--
Το σώμα σου
μ’ εκτοπίζει,
με περιέχει.
Πλαγιάζω κ’ εγείρομαι
μέσα σου.
--
Έρωτας,
η βαθειά τομή-
αυτό που ονειρευτήκαμε
μισό στην άγνοια,
μισό στο απόλυτο,
εδώ.
--
Σφαγμένο ζώο
το κρεβάτι
Τρέχει το αίμα μας.
--
Στο απέναντι παράθυρο
έχει φως.
Γδύνεσαι.
Πάντα εσύ.
--
Ανάβω σπίρτα,
κόβω τα νύχια μου,
τρυπάω τα σεντόνια.
Λείπεις.
--
Περιμένοντάς σε
ξέχασα να παρατηρώ,
ξέχασα να παρατηρούμαι.
Τ’ όνειρο με κρατάει
στόνα του χέρι
γερμένον στον ώμο σου.
--
Όχι, Όχι.
Η ανάμνηση του σώματος
δεν είναι σώμα.
Σφίγγω
συμπυκνωμένο αέρα.
--
Το απερίφραστο-έλεγε-
εξοστρακίζει το ποίημα.
Άς είναι,
Προτιμώ το σώμα σου.
--
Η ποίηση αδρανεί.
Εντοπίζομαι
σ’ ένα σημείο του σώματός σου.
Περίκλειστος,
ελευθερώνομαι.
--
Ψάχνω τις γωνιές της νύχτας-
ο αγκώνας σου, το γόνατό σου,
το πηγούνι σου.
Πέτρες κατρακυλούν.
Καθόλου θόρυβος.
Πού είσαι;
--
Στο κέντρο του στίχου
εσύ κ’ εσύ.
Η ανάσα σου γεμίζει
όλες τις λέξεις,
όλη τη σιωπή.
--
Απ’ το τηλέφωνο
ακούω να ρίχνεις
ένα ένα τα ρούχα σου
στο πάτωμα.
Τελευταίο
το δαχτυλίδι σου.
--
Σταματημένα ρολόγια
σταματημένα τα χέρια μου
γύρω στη μέση σου.
--
Το σώμα
ουρανός είναι.
Καμιά πτήση
Δεν το εξαντλεί.
--
Δεν είχα να προσθέσω
άλλο στίχο,
άλλη λέξη,
στο σώμα σου βίωνα
όλη την ποίηση.
--
Το αμέτρητο βάθος το μέτρησα
μ’ ένα πούπουλο δεμένο σε κλωστή-
δεν κατέβαινε ‘ ανέβαινε
όλη η ποίηση.
--
Σε σήκωσα στα χέρια μου
και πέταξα.
--
Σε μικρούς στίχους
μεγάλα πράγματα κρύβονται
ανείπωτα.
Εσύ ξέρεις.
--
Ένα φύλλο,
ένα τσιγάρο,
ένα φιλί.
--
Όμορφη μέρα-
Δεν την αντέχω
να μην είσαι εδώ.
--
Ήθελα κάπου να τα πώ,
να τα μοιράσω-
τόσο μεγάλα.
Δεν τα είπα.
Ασφυχτικά μεγάλωσα,
μόνος.
--
Ψηλά πού μ’ ανεβάζουν
τα φιλιά σου.
Χάνομαι.
Κράτα με.
--
Εκείνα τα δυό κάστανα
μένουν ακόμα
επάνω στο γυμνό τραπέζι
Σ’ αγαπώ.
--
Πώς ζούν οι πεθαμένοι
χωρίς έρωτα.
--
Μέσα σε τόση κούραση
το αχόρταστο των χεριών μας.
--
Ένδοξοι κι άδοξοι
συναντημένοι κάποτε
στον ίδιο σφυγμό.
Δεν κάνει ο έρωτας
διακρίσεις.
--
Όταν ακουμπούσες το χέρι σου
στο γόνατό μου ή στον ώμο μου
ή στη μέση μου
άλλαζε στάση ο κόσμος.
--
Ούτε απόψε πανσέληνος.
Ένα κομμάτι λείπει.
Το φιλί σου.
Αυτός ο φόβος
μήπως έμεινε κάτι
που δεν το πήρα.
Κι ο φόβος
μήπως εκείνο το απέραντο
έχει τέλος.

     Ας ξαναδιαβάσουμε τον ποιητή Γιάννη Ρίτσο, ας τον ξαναγνωρίσουμε. Ο Γιάννης Ρίτσος είναι εδώ παρών και μας περιμένει, με την μεγάλη υπομονή του, με τις ποιητικές αντοχές του, ανήκει στο αύριο του ελληνικού ποιητικού λόγου. Τώρα που έκλεισε ο κύκλος των ιδεολογιών, τώρα που ενηλικιωθήκαμε πολιτικά, ας τον ξαναμελετήσουμε, έχει πολλά αποθέματα αληθινής και ουσιαστικής ποίησης. Οφείλουμε να τον αποκαθηλώσουμε από τον κόκκινο σταυρό που οικειοθελώς ανέβηκε στην ζωή του. Πλημμυρίζει από φωτεινά χρώματα του ουράνιου τόξου της ζωής η ποίησή του. Μας περιμένει να αναπνεύσουμε το οξυγόνο της ευαισθησίας του.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς 8 Σεπτεμβρίου 2017