Πέμπτη 13 Αυγούστου 2020

Κατευόδιο διδαχού ποιητή Ντίνου Χριστιανόπουλου


Κατευόδιο διδαχού ποιητή Ντίνου Χριστιανόπουλου

         Σήμερα Πέμπτη 13 Αυγούστου 2020, η γη της Θεσσαλονίκης θα υποδεχτεί το ποιητικό λίπασμα της, τον ποιητή ακρογωνιαίο λίθο της Ντίνο Χριστιανόπουλο που ταξίδεψε για τον ουράνιο Βαρδάρη την Τρίτη 11 Αυγούστου. Τα ιστορικά αιματοβαμμένα ελληνικά χώματα και σοκάκια της συμπρωτεύουσας, θα σκεπάσουν το ερωτικό "σκήνωμά" του. Το Σώμα του, που άντεξε τις προκλήσεις και αποδέχτηκε τις προσκλήσεις των επίγειων εραστών του για 89 έτη. Ο ποιητής Ντίνος Χριστιανόπουλος, -σύμφωνα με τους λαϊκούς θρύλους της λαογραφικής μας παράδοσης-θα φτερουγίζει (η ψυχή του), για σαράντα μέρες πάνω από την γενέθλια Πόλη του. Κατόπιν θα αναχωρήσει για τον μυριόπνοο μπαξέ των άλλων ηδονών της αιωνιότητας. Θα μεταβεί στο περιβόλι του ουρανού που θα συναντηθεί με τους παλαιούς και αγαπημένους του φίλους από την συμπρωτεύουσα και όχι μόνο. Θα συναντήσει την αγαπημένη του μητέρα που ξαγρυπνά με ένα βιβλίο στο χέρι αναμένοντάς τον. Θα δει ξανά τον πνευματικό του δάσκαλο γυμνασιάρχη Βασίλη Χατζηανδρέου, τον στενό του συνεργάτη εικαστικό Κάρολο Τσίζεκ, τον τυπογράφο Νίκο Χ. Νικολαϊδη. Θα αντικρίσει και πάλι από κοντά την φιλική του νεανική πνευματική συντροφιά, την τρελοπαρέα των νιάτων του και των φοιτητικών του χρόνων της Θεσσαλονίκης. Την αγαπημένη του ποιήτρια Ζωή Καρέλλη και τον αδερφό της πεζογράφο Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη. Τον ποιητή Γιώργο Βαφόπουλο και τον πεζογράφο Γιώργο Ιωάννου και τον Νίκο Μπακόλα. Θα πιάσει κουβέντα με τον εκδότη και πεζογράφο Τηλέμαχο Αλαβέρα και τον καθηγητή Δημήτρη Μαρωνίτη. Θα χαμογελάσει στον παλαιό νεανικό του φίλο ποιητή Σταύρο Βαβούρη και ίσως και στον θεσσαλονικιό μυθιστοριογράφο Κώστα Ταχτσή. Θα ανοίξει συζήτηση με τον ποιητή Νίκο Αλέξη Ασλάνογλου και τον Κωστή Μοσκώφ. Θα ξαναδεί το ζεύγος Δημουλά (έτσι μιλά για τον ποιητή Άθω και την ποιήτρια Κική Δημουλά στην νεανική του αλληλογραφία με τον Σ. Βαβούρη, των πρώτων χρόνων της δεκαετίας του 1950). Θα δει από κοντά και πάλι όλους τους παλαιούς συνεργάτες και συνεργάτιδες του λογοτεχνικού περιοδικού που εξέδιδε για πολλά χρόνια, την γνωστή μας «Διαγώνιο», και έφυγαν νωρίτερα από εκείνον για το αιώνιο χωρίς επιστροφή ταξίδι. Θα συναντήσει τους εικαστικούς που παρουσίασε για πρώτη φορά το έργο τους στην αίθουσα-γκαλερί που διατηρούσε. Τον μικρό χώρο-γραφειάκι που έγραφε τις εικαστικές του και λογοτεχνικές του σημειώσεις. Θα δει για πρώτη φορά τον Αλεξανδρινό ποιητή και ίσως, θα επισκεφτεί και το ανήλιαγο δωμάτιο που διαμένει ο πειραιώτης ποιητής Ανδρέας Αγγελάκης. Θα κουσκουσέψει με τον μεγάλο ερωτικό, τον Μάνο Χατζιδάκι, και θα τραγουδήσουν και ξανά «τα τραγούδια της αμαρτίας». Θα περάσει από τους Εβραίους παλαιούς φίλους του της κοινότητας της Θεσσαλονίκης, και δεν θα λησμονήσει να γνωρίσει εκ του σύνεγγυς τον κόντε Διονύσιο Σολωμό, και να του προσφέρει την ερευνητική του εργασία για τον «Εθνικό του Ύμνο». Θα τον περιμένει ο Κίμων Φράιερ για να μεταφράσει τα νέα του ποιήματα. Θα ζητήσει νέες συνεργασίες για το περιοδικό που σκέφτεται να εκδώσει για τους ρεμπέτες αναγνώστες του ουρανού, από τον ποιητή Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, τον Τάσο Κόρφη, τον φιλόλογο Πέτρο Σπανδωνίδη. Θα επισκεφθεί τις μονές του παραδείσου και θα ψάλλει τα κοντάκια της επουράνιας δόξας, λαμβάνοντας το αντίδωρο του σώματος του έρωτα από το χέρι αυτών που τον αγάπησαν. Αγωνιώντας θα τρέξει να ακούσει και πάλι από κοντά τους ήχους των μπουζουκιών των παλαιών ρεμπετών, να σιγοψιθυρίσει τις μελωδίες από τα μπαγλαμαδάκια τους, και φυσικά να χαρεί τα ηχοχρώματα των τραγουδιών και των μελωδικών πενιών της μεγάλης του λατρείας, του Βασίλη Τσιτσάνη. Που είναι ίσως, ο σημαντικότερος έλληνας μουσικοσυνθέτης που έβγαλε αυτή η χώρα που λέγεται Ελλάδα. Θα τον προσκαλέσει, εκείνος, στο ουζερί του, να του παίξει τα νέα του τραγούδια που είναι αφιερωμένα αποκλειστικά σε εκείνον, τον ποιητή που αγάπησε την μουσική του, τους στίχους του, τον ερμήνευσε, ερεύνησε και τον ανθολόγησε. Δημιούργησε την μικρή μουσική παρέα των φίλων του Βασίλη Τσιτσάνη στην Θεσσαλονίκη. Θα ξαναδεί από κοντά με πόθου λαχτάρα τα στρατιωτάκια εραστές του που γνώρισε στις επίγειες σωματικές του τσάρκες και, τα απαθανάτισε, στην ποίησή του. Δεν θα ξεχάσει να επισκεφτεί και τους άλλους θεσσαλονικιούς συνεργάτες του από τις ραδιοφωνικές του εκπομπές. Θα ανάψει ένα κεράκι μαζί με τους παιδικούς και εφηβικούς του φίλους των εκκλησιαστικών συντροφιών του και αυτών των κατηχητικών. Με αυτούς που συνεργάστηκε σαν βιβλιοθηκάριος στην βιβλιοθήκη της Πόλεως της Θεσσαλονίκης και διεξήγαγε τις έρευνές του. Και αυτοί, οι παλαιοί του σύντροφοι και αγαπημένοι, που προηγήθηκαν στο αιώνιο ταξίδι, θα τον ξεναγήσουν στην ειδική αίθουσα που ετοίμασαν για τον ποιητή Ντίνο Χριστιανόπουλο. Στο ουράνιο δώμα όπου εκτίθενται οι ποιητικές του συλλογές, τα βιβλία του, τα cd και οι κασέτες με τα τραγούδια των στίχων του, τα χειρόγραφά του, τα δημοσιεύματά του και οι επίγειες συνεντεύξεις εξομολογήσεις του. Αρχάγγελοι στρατιώτες θα τον υποδεχθούν απαγγέλλοντας ποιήματά του. Σώματα ηδονικά και κάθιδρα από την αγωνία, στην αναμενόμενη εκ νέου συνάντησή τους. Μόνο που πλέον, δεν θα υπάρχουν δάκρυα ερωτικής μοναξιάς, τα σώματα που άγγιξε δεν θα είναι μαραγκιασμένα από την έλλειψη ερωτικής επιθυμίας, τα χείλη δεν θα φιλούν από συμφέρον και τα αντρικά μέλη δεν θα αντιδρούν εγωιστικά στις σκιές της σελήνης την νύχτα. Τώρα για Εκείνον θα είναι όλα φωτόλουστα, σωματικά ένδοξα, μια ουράνια ερωτική χαύνωση θα πλημμυρίζει τα κορμιά που άγγιξε, που φίλησε, που ψηλάφισε, που θώπευσε στον επίγειο βίο του και του έγιναν σαράκι. Τώρα επιτέλους, οι ελληνόμορφοι Άγγελοι του Παραδείσου με ανοιγμένα τα φτερά τους θα δροσίζουν τις επιθυμίες του, θα του κλείνουν τα νέα του ραντεβού στους Κήπους με τα ρόδα και τις σωματικές τους αναμνήσεις. Όλοι θα παρευρίσκονται στην υποδοχή του χωρίς εξαιρέσεις. Χωρίς τύψεις, δίχως κακίες και γκρίνιες, θα σπεύσουν να ακούσουν ξανά τον παραμυθιακό λόγο του, να τον ρωτήσουν, να μάθουν, τα ερωτικά και ποιητικά νέα. Να αισθανθούν το γουργουρητό της νοσταλγίας. Και αυτός, ο ποιητής, σαν παλαιός πλατωνικός εραστής φιλόσοφος θα σταθεί υπερήφανος κοντά τους και θα αρχίσει να συνομιλεί με αυτό το γνωστό του μειδίαμα, το χαμόγελο της λεπτής ειρωνείας και της συγκατάβασης ταυτόχρονα θα ατενίσει ξανά το παρελθόν του. Θα τους μεταφέρει το μελικό ποιητικό του λόγο και την ασκητική συμπεριφορά του βίου του, εκθέτοντάς τους, ποιοι τους θυμούνται ακόμα και τι γράφουν για τους ίδιους και το έργο τους. Οι νεκροί του Κόσμου τούτου, οι δικοί μας πρόγονοι και προστάτες από πάντα αναμένουν τα μηνύματα και τις ειδήσεις των ζωντανών όταν έρθει της ατομικής τους μοίρας η ώρα.
     Χρωστώ ευγνωμοσύνη στον ποιητή Ντίνο Χριστιανόπουλο, που με εμπιστεύτηκε, όταν ο ποιητής Βαβούρης μου δώρισε την αλληλογραφία τους, και που τις φωτοτυπίες των γραμμάτων διαβάζω και ξαναδιαβάζω ανακαλύπτοντας το βάθος της σκέψης του, την ειλικρίνεια των προθέσεών του, την καλοσύνη του σαν άτομο, την καλή προαίρεση του όταν ζητούσε να διδάξει και να μεταδώσει τα νάματα της ελληνικής γραμματείας. Διαβάζω τις απεγνωσμένες του προσπάθειες για ανθρώπινη επικοινωνία, για επαφή, τα εκατοντάδες διαβάσματά του, τίτλοι βιβλίων που καταβρόχθισε, τις φιλικές του γνωριμίες και επαφές με πρόσωπα της τέχνης. Γεγονότα και συμβάντα, άτομα και καταστάσεις, περιπέτειες και συγγραφές ποιημάτων, εκδόσεις ποιητικών συλλογών, περιστατικά και αντίξοες οικονομικές συνθήκες από την περίοδο που ο Ντίνος Χριστιανόπουλος υπηρετούσε σαν στρατιώτης σε δυσπρόσιτες περιοχές της Ελληνικής επαρχίας. Χρωστώ ευγνωμοσύνη στον ποιητή Ντίνο Χριστιανόπουλο, για τις ποιητικές του υποδείξεις και παρατηρήσεις σε δικά μου ποιήματα, στις τέσσερεις ιδιόχειρες επιστολές του που μου έστειλε από την συμπρωτεύουσα. Την παρότρυνση του να γράψω για την ποίησή του αντί να μου δώσει συνέντευξη, και είχε δίκιο. Χρωστώ ευγνωμοσύνη στον ποιητή Ντίνο Χριστιανόπουλο που μου έστελνε με αφιέρωση τις ποιητικές του συλλογές μα και, την μικρή κασέτα με τα τραγούδια του. Δεν ήταν ποτέ φειδωλός σε κανέναν που του ζητούσε την γνώμη του για τα γραπτά του. Αυστηρός ναι, ίσως κομμάτι πικρόχολος, με τις σχετικές του ανθρώπου κακιούλες, αλλά πάντα άκουγε, συμβούλευε, υποδείκνυε, πρότεινε. Χρωστώ ευγνωμοσύνη που μας δίδαξε πολλά για την Θεσσαλονίκη, που διέσωσε στο χρόνο ιστορικά και πολιτιστικά της τεκμήρια και γεγονότα. Χρωστώ ευγνωμοσύνη στον ποιητή Ντίνο Χριστιανόπουλο που με τα λόγια του, τα γραπτά του, τις δημόσιες καταθέσεις του, μας δίδαξε να αγαπάμε αυτά τα χώματα της Ελλάδας. Μας έμαθε να μην φοβόμαστε να εκφράσουμε την αγάπη μας για την πατρίδα μας, τον γενέθλιο τόπο μας, τον πολιτισμό τους. Όταν άλλοι, πνευματικοί άνθρωποι της εποχής του, ακόμα και από το δικό του σινάφι, λοιδορούσαν αυτούς και αυτές που μιλούσαν για πατρίδα. Μειδιούσαν απαξιωτικά για τους έλληνες και ελληνίδες που αναφερόντουσαν στα κλέη και τους θησαυρούς της ιστορίας και παράδοσης του βυζαντινού πολιτισμού. Της ορθόδοξης χριστιανικής εκκλησίας και κληρονομιάς.
Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος, είναι ίσως από τις ελάχιστες περιπτώσεις ελλήνων δημιουργών των νεότερων χρόνων που δεν έφυγε, απομακρύνθηκε ποτέ από την Πόλη του, την Θεσσαλονίκη. Με ξεχωριστό πάθος και διαρκές μεράκι, πείσμα και προσωπικό κόπο, διέσωσε μεγάλο μέρος της παλαιάς της ιστορίας και του πνευματικού της μόχθου. Η Θεσσαλονίκη για τον ποιητή υπήρξε το ερωτικό σώμα της έμπνευσής του. των ανθρώπων της. Αυτή η με μεγάλη πληθυσμιακή πολιτιστική ανθρωπογεωγραφία Πόλη,  που γεννήθηκε, θα τον σκεπάσει με στοργή, έλεος, δικαιοσύνη, τρυφερότητα, φροντίδα, για πάντα. Και θα του συγχωρέσει τα πάντα των όποιων αστοχιών του.                                    
Τα λόγια του διακρίνει μια τέτοια σαφήνεια που σε εκπλήσσει ακόμα και ο ήχος των λέξεων που χρησιμοποιεί. Λόγια ενός προφορικού λόγου καίριου, που προέρχονται από όλο το εύρος του ελληνικού γλωσσικού λεξιλογίου. Λόγια πόνου και ανανταπόδοτης ερωτικής πρόκλησης επικοινωνίας και επαφής. Με ειλικρίνεια και ενδιαφέρον για τον συμπολίτη του. Δεν είναι τα λόγια ενός κουλτουριάρη ποιητή, ενός διανοούμενου που ατενίζει τα πράγματα από ψηλά, από απόσταση ασφαλείας, είναι τα λόγια και οι κρίσεις (ορισμένες φορές ακραία και απόλυτα) ενός ποιητή που έζησε και έγραψε μέσα στην κοινωνία, που κατέγραψε τις σωματικές της πληγές, τα ερωτικά σκουρόχρωμα έλκη του κόσμου των ανθρώπων που συναναστράφηκε και ζήτησε την επαφή τους.  Περιέγραψε ένα ερωτικό σωματικό περιβάλλον που οι τα φαιά φορούντες δεν θα καταδέχονταν ποτέ να αναφέρουν ή να απεικονίσουν μέσα στα έργα τους. Ο ποιητής Ντίνος Χριστιανόπουλος κατέβασε στην βάση θα γράφαμε, τον ελληνική ποίηση με τα έργα του. Το σώμα της ποίησής του προήλθε, διαμορφώθηκε και απευθύνονταν σε άτομα του μόχθου και της εργατιάς, στρατιωτάκια που υπηρέτησαν την θητεία τους σε παραμεθόριες περιοχές, σε αυτά που αναζήτησε σωματική ερωτική παρηγοριά, δεν έγραψε μια εξομολογητική ποίηση για καλλιτέχνες, πεπαιδευμένους συγγραφείς των γραφείων και των κλειστών πλούσιων γυάλινων οικονομικά πύργων. Ποιητικές αναγνωστικές απολαβές για τα ρετιρέ της τέχνης. Ο Χριστιανόπουλος ήταν αντισυμβατικός, «αναρχικός σε πολλές του αντιλήψεις», κοινωνικά κάπως «απειθάρχητος», γιατί ήταν άνθρωπος της πιάτσας, του πεζοδρομίου και της αλανιάρικης αλάνας. Έτσι ερμηνεύεται η σταθερή του θέση να μην αποδέχεται τις δημόσιες κρατικές βραβεύσεις, να έχει αφεντικά, να ξεχωρίσει από τους διπλανούς του καλλιτεχνικά. Η ποίησή του, αν δεν είναι υπερβολή, μεταφέρει μέσα της το ελληνικό σώμα του έρωτα ενός αγίου Σεβαστιανού, που το τοξεύουν τα βέλη του έρωτα των άπιστων στρατιωτών εραστών νύκτιων συντρόφων του και του άφησαν ανοιχτές πληγές στο δικό του σώμα, μα και την συνείδησή του. Η ποίησή του είναι έντονα Σωματική, είναι οι σωματοποιημένοι καημοί και το σαράκι του αντρικού πόθου. Αυτόν που γεύθηκε με το «κουταλάκι» της πίκρας και της μοναξιάς, της χαρμολύπης των κομματιασμένων αισθήσεων και των σωματικών νταλκάδων. Είναι αυτό το ανερμήνευτο μυστήριο της συνάντησης δύο σωμάτων, από το πουθενά στο στιγμιαίο τώρα. Της σωματικής επαφής χαρακτηρισμένης από εθιμικές απαγορεύσεις και ηθικούς κώδικες δημόσιας ορθής συμπεριφοράς. Τις τυχαίας σωματικής συνάντησης δύο αντρικών σωμάτων που ζήτησαν την πλήρωση σε ένα ανέραστο και εχθρικό περιβάλλον. Είναι η αφτιασίδωτη ερωτική επιθυμία του ανθρώπινου σώματος να γνωρίσει και να γνωριστεί, να αγαπήσει και να αγαπηθεί  Να προσδιορισθεί ερωτικά πέρα και πάνω από συνθήκες ερωτικής και σεξουαλικής ορθότητας, μεταφυσικής κανονικότητας. Είναι μια αψιμυθίωτη ποίηση που δεν έχει να κάνει με ονειρώδεις ερωτικές καταστάσεις ιδανικών εραστών, με σωματικές εκ των υστέρων αναμνήσεις που επανέρχονται στην μνήμη από ένα γέρικο κορμί που θυμάται, «θυμήσου σώμα», όπως αναγνωρίζουμε στην ερωτική πλευρά της ποίησης του Κωνσταντίνου Π. Καβάφη. Ένα σώμα που καθώς βλέπει τις ρυτίδες του στον καθρέφτη του χρόνου, θυμάται και αισθητοποιεί τις παλαιότερες ερωτικές σωματικές του εμπειρίες. Η γραφή του Χριστιανόπουλου έχει σάρκα και οστά, διαθέτει του σώματος τα πάθη, την λαγνεία του ακόρεστου πάθους, τα τερτίπια της σωματικής ηδονής που δεν λέει να καταλαγιάσει με τις ασκητικές ασκήσεις του πνεύματος. Είναι η φανερή μοναξιά της σωματικότητας της επίγειας ύλης, της σωματικής επιθυμίας  που δεν πετάει στα ροζ συννεφάκια του έρωτα και των φαντασιώσεων, όπως βλέπουμε στη γραφή του ποιητή του μεσοπολέμου Ναπολέων Λαπαθιώτη. Ο ποιητικός λόγος του Ντίνου Χριστιανόπουλου δεν πεταρίζει πάνω από τις σωματικές αδήριτες ανάγκες του ανθρώπου, που το σώμα και οι ανάγκες του υποχωρούν μπρος στα θέλω της συνείδησης και του μυαλού. Ο ποιητικός του λόγος-που μεταφέρει μέσα του πολλά και συνεχή μεταλλεύματα της καθημερινής προφορικής ομιλίας και λαϊκής λεκτικής τυπολογίας των ανθρώπων της επαρχίας,-των μη αστών- έχει κάτι από την σκοτεινή κυνικότητα της ποίησης του πειραιώτη ποιητή Ανδρέα Αγγελάκη, από το ποιητικό εκφρασμένο σωματικό της ζωής του πύον. Μόνο που οι «καβουρνιασμένοι» εραστές του Ανδρέα Αγγελάκη αυτές οι σακατεμένες ψυχικά υπάρξεις, μένουν σιωπηλοί μέσα στο αποξενωμένο κούρνιασμά τους σε ξένες αγκαλιές. Αντίθετα η ποίηση του Χριστιανόπουλου, φέρει μέσα στον πυρήνα της, σίγουρα ανθρώπινη μοναξιά και απόγνωση, σωματική απληροφόρητα αλλά ο ρεαλισμός των εικόνων του διαθέτει πλεονάσματα ερωτικής ανάσας και, αρκετά υποστρώματα ελέους. Έχει δόσεις ελεγχόμενου και ισορροπημένου ρομαντισμού, όπως μας δηλώνει ο λακωνικός λόγος του, η επιγραμματικότητα της γραφής του, οι διαλεγμένες με σοφία και μουσικότητα λέξεις του, το καθαρό του ύφος, οι επιλογές των συμβόλων του, που προέρχονται τόσο από την αρχαία κλασική παράδοση όσο και από την χριστιανική ορθόδοξη γραμματεία. Η γλώσσα του αληθεύει των σωματικών του ερωτικών αναγκών και διαψεύσεων. Είναι μια γλώσσα του σώματος πρωτίστως του έρωτα και δευτερευόντως της ποιητικής λειτουργίας. Ο Χριστιανόπουλος πυκνώνει τον λόγο του για να αναδυθούν ο ερωτικός αισθησιασμός και οι αισθήσεις των σωματικών επιθυμιών και όχι η το αισθητικό τους αντικαθρέφτισμα, με τις νυχτερινές του σωματικές εμπειρίες που μας περιγράφει. Χρησιμοποιεί μια ποιητική γλώσσα που φτάνει στα όριά της μέσα από την αρχιτεκτονική της επιγραμματικότητα, τις αναγνωρίσιμες του ερωτικού σώματος προσλαμβάνουσες. Λέξεις που κρυσταλλώνουν τα σωματικά αδιέξοδα των ερωτικών επιλογών του ποιητικού υποκειμένου, χωρίς η ίδια η γλώσσα και οι λέξεις που την σπονδυλώνουν να οδηγείται σε αδιέξοδο. Η γλώσσα αντέχει την πίκρα και την μοναξιά του σώματος, την θλίψης των συναισθημάτων. Κυριολεκτεί στιχουργικά περί των σωματικών αδιεξόδων του έρωτα, όπως αναγνωρίζουμε στους ρωμαλέους στίχους παλαιών ρεμπετών και τα τραγούδια τους. Οι στίχοι και οι λέξεις των ρεμπέτικων τραγουδιών δεν προέρχονται από την ευκολογραφία της σύνθεσης των καψουροτράγουδων, αλλά, από ρίζες βαθειάς συναίσθησης της πλήρωσης της αγάπης ή της απώλειάς της αντίστοιχα. Αγαπά τα ρεμπέτικα, αυτός ένας λαϊκός λόγιος και φιλόλογος, γιατί ο ρεμπέτικος λόγος είναι στο έπακρο σωματικός, καθόλου ονειρικός, αρκετά σκληρός και γεμάτος κόχες που πληγώνουν τα ίδια τα σώματα. Στα ρεμπέτικα τραγούδια όπως και στην αρχαιόμορφης φόρμας ποιήματα του Ντίνου Χριστιανόπουλου, δεν υπάρχουν κενά ευαισθησίας, τρυφερότητας χάσματα, η όποια αίσθηση τρυφερότητας προέρχεται απευθείας από τον σωματικό πόνο που νιώθει το σώμα του άλλου, ποθούμενου υποκειμένου. Η ετερότητα είναι σωματική και όχι ιδεαλιστική, φαντασιακή. Είναι οι χαραμάδες της σωματικής ομορφιάς που δεν πρόλαβε να γευτεί το άλλο σώμα. Το κορμί, το ποθητό κορμί του άλλου δεν είναι παρά κληρονόμος παραδοσιακών προκαταλήψεων, κοινωνικών απαγορεύσεων, της θρησκείας κανόνων μέσα στον χρόνο και αυτό το γνωρίζει καλά και εμπειρικά ο ποιητής της Θεσσαλονίκης. Δεν υποφέρει η συνείδηση του ποιητή αλλά το σώμα του πρωτίστως.. Αυτό υποφέρει και πεινά, λαχταρά τα γλυκάδια του έρωτα, της επαφής τις ανάγκες, της γνωριμίας την χαρά, της σωματικής επικοινωνίας την ολοκλήρωση. Το σώμα μέσα από δαιδαλώδεις της ψυχής καταστάσεις είναι ορατό και σε εμάς, προσεγγίζεται με δυσκολίες που δεν ελέγχονται, αρνήσεις που γνωρίζουμε από πού προέρχονται, δισταγμούς που βγαίνουνε στην επιφάνεια, περιπλανήσεις περασμένων εμπειριών. Παρόλα αυτά του  ζητείται η καθοριστική συμμετοχή του στο παιχνίδι επικοινωνίας των δύο υπάρξεων. Το αντρικό σώμα στην ποίηση του Χριστιανόπουλου διαθέτει βαθμούς πολιτικοποίησής του, συναίσθηση της εμπορικής του ιδιαιτερότητας από αυτόν που το ποθεί. Γιαυτό από την σωματική επαφή πάντα κάτι διαφεύγει, κάτι δεν ολοκληρώνεται με συμπάθεια, πάντα κάτι καταρρέει μέσα στα αδιέξοδα και την αγωνία της επαφής. Των πράξεων που αποφεύγουν να βγουν στην επιφάνεια των κοινών αποδοχών, των σχέσεων. Οι παγιωμένες της κοινωνικής συνήθειας σωματικές λειτουργίες των ανθρώπων παραμένουν ως έχουν και μετά τα στιγμιότυπα της πρόσκαιρης γνωριμίας των δύο σωμάτων. Αυτό όμως επιτείνει την αίσθηση μοναξιάς και θλίψης στο υποκείμενο που ποιητικά εικονογραφεί την στιγμιαία του περιπέτεια πάνω στην λευκή σελίδα, με την χρήση των σημάτων των λέξεων. Το σωματικό ξεκαθάρισμα είναι από τα πριν προσδιορισμένο, δεν αφήνει περιθώρια μελλοντικών εναλλακτικών επιλογών. Το ερωτικό πεδίο είναι εξαρθρωμένο από την αρχή μέσα σε μια πραγματικότητα που στενάζει σωματικά, από απουσίες πληρότητας που δεν κατανοούνται. Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος με την ποίησή του δεν θεμελιώνει σχέσεις σωματικής αμοιβαιότητας αλλά απουσίας. Γιαυτό και επιλέγει να μείνει πίσω από την σκοτεινή πλευρά του ερωτικού θύματος. Η τελειότητα της ποιητικής του  τεχνολογίας δεν αναιρεί τον σωματικό πόνο και απόγνωση της ίδιας της βιωματικής εμπειρίας που περιγράφει. «Με γέλασες με γέρασες» τραγουδά. Η στρατηγική της γραφής του δεν προέρχεται από το φαντασιακό του αλλά από τον ακανθώδη ρεαλισμό των σωματικών του διαπιστώσεων. Ο ποιητής δεν παίζει τον ρόλο του διαιτητή μεταξύ της νόησης και του κορμιού του, αφήνει τα αδιέξοδα του σώματος, τα ερωτικά αδιέξοδα, να έχουν το πάνω χέρι. Και αυτά καταγράφει, με ένα είδος ορισμένες φορές που σου δίνει την αίσθηση πως έχεις να κάνεις με έναν ερωτικό μηδενισμό για την ακρίβεια έναν θεολογικά ερωτικό μηδενισμό που θυμίζει στιγμές της ποίησης του ποιητή Νίκου Καρούζου. Η σωματική επαφή δεν υποστασιοποιείται στο έργο του με σκοπό να δικαιωθεί στο χρόνο αλλά, παραμένει διαμερισματοποιημένη με νοτισμούς φετιχιστικής διάθεσης. Ατμόσφαιρα πικρής επικοινωνίας. Το αντρικό σώμα στον Χριστιανόπουλο δηλώνει τις προλεταριακές του καταβολές, τους κοινωνικούς προσδιορισμούς του, τις οικογενειακές του δηλώσεις αναφοράς. Η ερωτική ορθολογικότητα δεν πηγάζει από την ερωτική ευταξία αλλά από την σωματική μόνωση, την σωματική παρερμηνεία από τον Άλλον.  Η σκιαγράφηση της σωματικής επαφής είναι ηθικά χρωματισμένη που επιφέρει και τις επακόλουθες δεσμεύσεις που ταλανίζουν και μετά την ολοκλήρωσή της το σώμα του ποιητή και την επεξεργασία της μεταγενέστερης ποιητικής αποτύπωσης. Στην ποίησή του δεν έχουμε διαλογικά ερωτικά μέρη, αλλά μονολόγους σωματικής αίσθησης του κενού. Δεν υπάρχει αντιπαράθεση φύλων και σωμάτων στον ποιητικό λόγο του Χριστιανόπουλου παρά μόνο υποταγή, απομυθοποίηση της όποιας στιγμιαίας αίσθηση επαφής και ανάγκης αγάπης. Το ερωτικό σώμα του ποιητή έχει παύσει να υποστηρίζει την ετερότητά του μέσα στο έργο, αφήνεται οικειοθελώς στην βαναυσότητα του άλλου κορμιού όχι μέσα στην ποίηση αλλά το πλέγμα των προβλημάτων της ίδιας της ζωής και των αδιεξόδων της.. Οι ρόλοι εξουσίας και υποταγής είναι ξεκάθαροι, δεν επιδέχονται αμφισβητήσεις ούτε ποιητικές δικαιώσεις. Ο έρωτας είναι αρτιγέννητος Θεός αλλά όχι δίκαιος στις όμορες ερωτικά αντρικές σχέσεις. Η ερωτική πραγματικότητα δεν εξαγνίζεται μέσα στην ποίηση, παραμένει σκοτεινή και συνήθως αποτυχημένη. Καταλύτης δεν είναι η σωματική επιθυμία αλλά ο ερωτικός προσανατολισμός του άλλου υποκειμένου που συμμετέχει με επιφυλάξεις στο παιχνίδι για δύο με διαφορά εξουσιαστικών ρόλων και προσήμων. Οι σωματικές χειρονομίες της ζωής διοχετεύονται μέσα στο ποιητικό σώμα αυτούσιες, χωρίς να αποπλυθούν από τις ενοχές τους. Παραμένουν πράξεις και κινήσεις που σηματοδοτούν ένα πλέγμα ποιητικών προτάσεων, μονόπλευρων επεξηγήσεων. Η έννοια της σωματικής αμαρτίας αποκτά στην ποίηση του Χριστιανόπουλου, για πρώτη ίσως φορά στην ελληνική ποίηση, πρωτεύουσα θέση, σαν μια απαραίτητη συνθήκη αποδοχής φαινομένων ζωής και μορφών σωματικών επιλογών με πολλαπλές παραδοσιακές απαγορεύσεις και αγκυλώσεις, και ανάλογες ευχαριστήσεις. Το ποιητικό σώμα του ποιητή Ντίνου Χριστιανόπουλου, είναι αν δεν κάνω λάθος, μια σταθερή Ημερολογιακή διαδρομή της σωματικής του ερωτικής περιπέτειας πλήρωσης και αποτυχίας. Είναι ένα ποιητικό ημερολόγιο με αποδέκτη τον ίδιο του το εαυτό. Όχι κάτω από μια γεροντική διάθεση δικαίωσης της αισθητικής του ματιάς όπως στο Καβάφη, αλλά σαν μια συνειδητοποίηση της σωματικής προσέγγισης στην ολοκληρωμένη εκδοχή της. Έτσι εξηγείται και η λεπτή του ειρωνεία και ο σταθερός σαρκασμός, που δεν απευθύνεται τόσο στον άλλον, αλλά στον ίδιο του τον εαυτό., Στην αποδοχή της ερωτικής ψευδαίσθησης που ευελπιστούσε και ανέμενε.
Πληθωρικά στην ελλειπτικότητά τους τα ποιήματα αυτά, λακωνικά σε σημείο που δεν πάει παραπέρα, στραγγισμένα από εξωτερικούς λυρισμούς, χωρίς πολλές εννοιολογικές εκδοχές παρερμηνείας, στο τι θέλουν στην ουσία τους και την αλήθεια τους να μας μιλήσουν, τα ποιήματα του Ντίνου Χριστιανόπουλου είναι τραγούδια ερωτικής σωματικής απελπισίας και μοναξιάς σαν και τις ανάλογες καταστάσεις που μας περιγράφουν οι λαϊκοί στίχοι των ελληνικών τραγουδιών και των ρεμπέτικων αντίστοιχα. Ο άνθρωπος αδυνατεί στην ουσία του να αγαπηθεί και να αγαπήσει, παραμένει αδικαίωτος από αγάπη και επαφή, όπως τόσο σπαρακτικά το εξέφρασε ο Γιάννης Ρίτσος στην «Σονάτα του Σεληνόφωτος». Η πραγματικότητα της ζωής δεν είναι η ποιητική αισθητική της απεικόνιση, το φαντασιακό ιδεόγραμμα της ερμηνείας της σχεδίασμα, είναι η σπαρακτική της σωματική απόγνωση σε συγκεκριμένο χρόνο και τόπο, η σωματική της ταπείνωση όπως μας την περιέγραψαν οι παγκόσμιοι πανάρχαιοι θρησκευτικοί μύθοι. «Οι ραγισματιές εντός μου» που γράφει ο ποιητής της Θεσσαλονίκης, που προέρχονται από την σωματική πρόκληση άρνησης αποδοχής των κοινωνικών κανόνων και εθιμικών απαγορεύσεων, να νιώσει ο άνθρωπος την αγάπη στην πλέρια αποδοχή της. Ενώ αντίστοιχα, αληθινό ποίημα είναι «ο παίδαρος» που έτρεξε να βοηθήσει την κοπέλα, με το μικρόφωνο, στην επιθυμία της να απαγγείλει το ποίημα του ποιητή Ντίνου Χριστιανόπουλου, όπως μας υπενθυμίζει ο Χριστιανόπουλος.. Μια ποιητική αυτοαναίρεση της τέχνης ματαίωση πρωτοκαθεδρίας, που μόνο η φωνή του Ντίνου Χριστιανόπουλου θα μπορούσε να μας μιλήσει μέσα από την προφορικότητα της τραυματισμένης σωματικά ποίησής του.
Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς, 13 Αυγούστου 2020.
Με μια ποιητική δροσερή αύρα που έρχεται από την Θεσσαλονίκη.
ΥΓ. Δύο είναι αν δεν λαθεύω τα μελετήματα που κυκλοφόρησαν σχετικά πρόσφατα για τον ποιητή Ντίνο Χριστιανόπουλο και ένα δικό του, όλα από τις εκδόσεις "Ιανός"
1.Ντίνος Χριστιανόπουλος, ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΩΝ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΗ ΤΣΙΤΣΑΝΗ. με κριτικό υπόμνημα, εκδ. Ιανός ο μελωδός Μάρτιος 2009.
2.Μάριος Κυπαρίσσης-Μώρος, ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΙΣΧΝΕΣ ΑΓΕΛΑΔΕΣ. ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΝΤΙΝΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΥ, εκδ. Ιανός, Σεπτέμβριος 2018. Πρόλογος Σωτηρία Σταυρακοπούλου.
3.Σωτηρία Σταυρακοπούλου, ΤΑ ΕΣΩΨΥΧΑ ΤΟΥ ΝΤΙΝΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΥ. ΜΙΑ ΕΚ ΒΑΘΕΩΝ ΔΕΚΑΕΤΗΣ ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ 2004-2012, εκδ. Ιανός 2019 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου