Τετάρτη 23 Ιουνίου 2021

ΑΝΔΡΕΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ

 

                 ΑΝΔΡΕΑΣ  ΓΕΩΡΓΙΟΥ  ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ

       (Χίος  5 Φεβρουαρίου 1919- Εκάλη 23 Ιουνίου 1996)

          «Αυτός ο άνθρωπος αυτός, που περπατά πάντα σκυφτός και δεν μιλάει σε κανένα, κλαίει, κλαίει για μένα, αυτός, ο άνθρωπος αυτός, ήταν ο άλλος μου εαυτός…..»

                                                                 Ρίτα Σακελλαρίου

     Το πασίγνωστο σε όλους μας τραγούδι που τραγουδούσε η χρυσή λαϊκή φωνή με τις μεγαλύτερες επιτυχίες, Ρίτα Σακελλαρίου, και έγινε και δικαίως, μουσικό σύμβολο, τις δεκαετίες που βρίσκονταν «το ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση ο Λαός στην εξουσία», το ζεμπέκικο του Ανδρέα, ήταν το κοινωνικό-πολιτιστικό σύμβολο της Πασοκικής πολιτικής περιόδου. Από τότε που ο ιστορικός ηγέτης της Αλλαγής και σοσιαλιστής πρωθυπουργός Ανδρέας Γ. Παπανδρέου, σε προσωπικές του στιγμές ανθρώπινης χαλάρωσης, σηκωνόταν και το χόρευε. Έριχνε τις περίφημες ζεμπεκιές του. Όπως έδειχναν και μιλούσαν τα φωτογραφικά ρεπορτάζ της εποχής εκείνης και τα μυριάδες σχόλια των εφημερίδων. Λαϊκό άσμα περισσότερο φημισμένο από τα άγνωστα στους πολλούς τότε Έλληνες,  Κάρμινα Μπουράνα του Κάρλ Ορφ, ( Carl Orff, Carmina Burana), που επένδυαν τις προεκλογικές του συγκεντρώσεις και ξεσήκωναν θυελλώδεις ενθουσιασμούς, οχλαγωγίας οραματικές ελπίδες,  απροσδιόριστες πατριωτικές συγκινήσεις, τα αλαλάζοντα πλήθη της Αλλαγής. Όλους εμάς, που γεμίζαμε τα στάδια και τα γήπεδα, τις πλατείες, τους δρόμους και τους παράδρομους, τις παράκτιες ακτές, στηνόμασταν μπροστά στις οθόνες της τηλεόρασης για να ακούσουμε την φωνή του να μας προσφωνεί: Το «Ελληνικές Λαέ». Τότε άρχιζε το δικό μας, ενός ολόκληρου Λαού της Ιστορίας του «παραμύθι». Με την έννοια της πολιτικής και κοινωνικής παραμυθίας που έχει ανάγκη το ανθρώπινο είδος για να αντέξει την εχθρότητα και αδιαφορία της Φύσης. Όσοι και όσες Έλληνες και Ελληνίδες δεν έζησαν από κοντά τις μεγαλειώδεις αυτές στιγμές, τα πολιτικά ονειρικά γεγονότα, όσοι και όσες δεν συμμετείχαν στα παλλαϊκά αυτά αγωνιστικά πανηγύρια, τα συλλαλητήρια της Αλλαγής, όσοι από τον χρόνο-δεν «ευτύχησαν», να είναι έφηβοι, νέοι, παιδιά, τα νεότερα πολιτικά αυτά χρόνια, δεν μπορούν να αισθανθούν, να μαντέψουν, να κατανοήσουν, να εικάσουν, τι νιώθαμε, αισθανόμασταν όλοι εμείς οι συγκεντρωμένοι, όταν έβγαινε στο μπαλκόνι-στην εξέδρα ο Ανδρέας και μιλούσε στα πλήθη. Ο μεγάλος πρωταγωνιστής. Ο ουάν μαν πολιτικό «σώου». Είμασταν ο πολυπληθής χορός-ακροατές- που μαγεύονταν  από τον σύγχρονο έλληνα πολιτικό «ιεροφάντη». Το ανώνυμο ετερόκλητο πλήθος που ανέμενε την ιστορική πολιτική και κοινωνική Αλλαγή από τον νέο της εποχής του «μεσσία». Την δικαίωση των κοινωνικών αγώνων του, των προσδοκιών του, την επιδοκιμασία των οραμάτων των παλαιότερων γενεών που στέναξαν σε προσωπικό και καθολικό επίπεδο την περίοδο της επτάχρονης δικτατορίας και των δεκαετιών μετά τον εμφύλιο. Η λεγόμενη δημοκρατική παράταξη στην Ελλάδα, στην ουσία κεντροαριστερή πλειοψηφία, εξακολουθούσε να μένει αδικαίωτη ιστορικά και πολιτικά. Το μικρό σχετικά χρονικό διάστημα που κυβέρνησε ο Γέρος της Δημοκρατίας, ο Γεώργιος Παπανδρέου, δεν ήταν αρκετό για να φέρει τις ποθούμενες ενός ολόκληρου Λαού αλλαγές που είχε ανάγκη η πατρίδα. Το επίσης κυβερνητικό μεσοδιάστημα, μεταξύ της μεταπολίτευσης και της ανόδου του Πασοκ στην εξουσία (Ιούλιος 1974-Οκτώβριος 1981) που κυβέρνησε η συντηρητική παράταξη, η Νέα Δημοκρατία, υπό την ηγεσία του συνετού, μετρημένου, ολιγομίλητου, πρακτικού και ρεαλιστή, ευρωπαϊστή έλληνα Σερραίου πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Καραμανλή, τα 7 αυτά ταραγμένα χρόνια, δεν μπόρεσαν να εξαλείψουν τα πολιτικά μίση και ιδεολογικά πάθη, τις σκοτεινές μνήμες των ελλήνων και ελληνίδων, τις προσωπικές έχθρες των συμπατριωτών μας, που προέρχονταν από την περίοδο της ξενοκίνητης κατοχής, του εμφυλίου σπαραγμού και των μετέπειτα πέτρινων χρόνων που ακολούθησαν. Με ετεροβαρές αρνητικό, κοινωνικό και πολιτικό πρόσημο για την δημοκρατική και αριστερή και κουμμουνιστογενή πλευρά του ελληνικού λαού. Παρά τις σημαντικές προσπάθειες διακυβέρνησης που τολμήθηκαν από τον τότε ηγέτη της συντηρητικής παράταξης στην εδραίωση των δημοκρατικών θεσμών, την διασφάλιση των άρθρων του συντάγματος, στην φυλάκιση των υπαιτίων του πραξικοπήματος και της κυπριακής τραγωδίας. Στο να κατορθώσει η λαβωμένη χώρα να συμμετάσχει ως ισότιμο μέλος στην τότε ΕΟΚ και τις ευρωπαϊκές διεθνείς αποφάσεις. Εμείς οι νέοι που ζήσαμε αυτά τα ελπιδοφόρα χρόνια, σαν πολιτικοποιημένα και συνειδητοποιημένα άτομα, εξεγερμένοι, αμφισβητίες, με τροπαιοφόρες φιλοδοξίες, βιώσαμε τις ανατροπές αυτές άμεσα, από πρώτο χέρι. Συμβαδίσαμε κοινωνικά και πολιτικά με τις αιχμηρές και δραματικές αυτές συνθήκες, επιλογές που έκανε η κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή ώστε να σταθεί η «αχαμνή» ελληνική δημοκρατία στα πόδια της. Να μπορέσει να βηματίσει σταθερά και περήφανα δίπλα στα άλλα ευρωπαϊκά κράτη. Να αφήσει πίσω της τα σκοτεινά τελευταία χρόνια που την πισωγύρισαν. Μικρή ή μεγάλη (ποιος γνωρίζει να πει με βεβαιότητα) μερίδα από τις προηγούμενες δικές μας γενιές Ελλήνων, «συνδιαμόρφωσαν» τις τότε πολιτικές εξελίξεις. (παλαιοί εκσυγχρονιστές δεξιοί, δημοκράτες φιλελεύθεροι κεντρώοι, ανανεωτικοί αριστεροί, πρώην κομμουνιστές) Πολιτικές φυσιογνωμίες της μεταπολίτευσης του προηγούμενου αιώνα που συμμετείχαν ενεργά στα πολιτικά πράγματα της Ελλάδας. (Αρκετές εξαγοράζοντας τους δημοκρατικούς τους αγώνες με κυβερνητικούς θώκους). Οφείλουμε όμως να ομολογήσουμε μετά την πάροδο τόσων δεκαετιών, ότι η κυβέρνηση Κωνσταντίνου Καραμανλή δεν κατόρθωσε παρά τις προσπάθειές της, να εξαλείψει τις νωπές ακόμα μνήμες του εμφύλιου σπαραγμού και των μεταγενέστερων χρόνων. Το εμφύλιο τραύμα παρέμενε ανοιχτό και με φρικτές παντοειδείς επιπτώσεις στο ελληνικό σώμα. Αυτοί που ανδρώθηκαν αυτά τα χρόνια βεβαιώνουν του λόγου το αληθές. Οι έλληνες παρέμεναν διχασμένοι, χωρισμένοι σε δύο μεγάλα στρατόπεδα με ότι αυτό συνεπάγονταν στην εδραίωση των δημοκρατικών θεσμών, την στελέχωση του κρατικού μηχανισμού, στην εξέλιξη της πολιτικής και κοινωνικής ζωής μας. Όλων μας. Από την μία η προπαγάνδα της κόκκινης πλευράς, από την άλλη η σκοτεινή πλευρά της δεξιάς παράταξης που θεωρούσε το κράτος και τους θεσμούς του φέουδό της. Συνεχής ο στιγματισμός των ηττημένων,-και εν μέρει η αγιοποίησή τους-κρατούσαν τα κοινωνικά χάσματα αγεφύρωτα . Όπως και νάχει, η μεταπολιτευτική περίοδο της διακυβέρνησης Καραμανλή υπήρξε θετική στην εδραίωση της Δημοκρατίας στην πατρίδα μας. Αυτό του το αναγνωρίζαμε, οι τότε νέοι-αυτοί που δεν ψήφιζαν το κόμμα που ίδρυσε ή δεν αρνούμασταν πολλές από τις πολιτικές του πρακτικές. Θυμάμαι ότι ακόμα και το «Η Κύπρος είναι μακριά» που λέγεται ότι είπε, παραβλέφτηκε μπροστά στην σύνολη θετική του πολιτική συνεισφορά. Το εμφύλιο χάσμα «καλύφθηκε» όταν στην κυβερνητική εξουσία ήρθε ο Ανδρέας Γ. Παπανδρέου και το τότε Πασοκ. Είναι αδύνατο να περιγραφεί με λόγια, το πώς ένιωσαν οι Έλληνες και οι Ελληνίδες όταν ο Ανδρέας με το πάνω από 47% ανήλθε στην εξουσία με συνεργάτες, τον Δρεττάκη, τον Γενηματά, τον Χαραλαμπόπουλο, τον Μώραλη, την Μερκούρη, τον Γιαννόπουλο, τον Αρσένη, την Βάσω Παπανδρέου, τον Σημίτη, τον Πάγκαλο, τον Λαλιώτη (το θείο βρέφος), τον Μανίκα, και μια σειρά άλλων πρωτοκλασάτων κυβερνητικών στελεχών, που στελέχωσαν τις κυβερνήσεις του Ανδρέα, τις πανηγυρικές φορές που ο ελληνικός λαός του εμπιστεύτηκε την τύχη του. Ο ηγέτης που δεν προτιμούσε τον Νάσο Πατέτσο και «το ένας φίλος ήρθε απόψε από τα παλιά…» αλλά αγαπούσε την μουσική Τζαζ και τον Βασίλη Τσιτσάνη, την Σωτηρία Μπέλλου, το ρεμπέτικο και την Μαρίκα Νίνου, που θαύμαζε την σύγχρονη ελληνίδα «ωραία Ελένη», ηθοποιό Ειρήνη Παππά, που προσκαλούσε στο Καστρί τον ηθοποιό Γιώργο Πάντζα, και τον συγγραφέα Βασίλη Βασιλικό, την Μαρία Φαραντούρη και επέλεξε να συμπεριλάβει σε κυβέρνησή του τον σύζυγό της ποιητή Τηλέμαχο Χυτήρη, αλλά και ήθελε να ακούει και να χορεύει τα τραγούδια της Ρίτας Σακελλαρίου, ενώ διάβαζε μόνο βιβλία της οικονομικής επιστήμης (υπήρξε αξιόλογος καθηγητής στις ΗΠΑ) και αστυνομικά μυθιστορήματα, ήταν ο πολιτικός ηγέτης που άλλαξε συθέμελα την Ελλάδα. Διεύρυνε τους διπλωματικούς της ορίζοντες, επούλωσε πληγές του εμφυλίου της, έδωσε φωνή σε πολιτικές δυνάμεις και προσωπικότητες που ήσαν αποκλεισμένες για δεκαετίες από την δημόσια σκηνή. Επέτρεψε με την πολιτική ανοχή των κυβερνήσεών του να διοριστούν και να εργαστούν στο δημόσιο, έλληνες και ελληνίδες που δεν ανήκαν στην πράσινη παράταξη. Που δεν σύχναζαν στα «πράσινα καφενεία», αλλά στα «μπλε», τα «κόκκινα», τα «ροζ», τα «εμπριμέ». Απορρόφησε με το κίνημα αλλαγής που ίδρυσε τις πιο ακμαίες πολιτικά, ανθηρές ριζοσπαστικές δημοκρατικές δυνάμεις της εποχής. Στελέχη του κέντρου και της αριστεράς συνεργάστηκαν μαζί του. Στο πολιτικό του στέγαστρο μπόρεσαν να στεγαστούν ο Μάρκος Βαφειάδης και ο καθηγητής-δημοτικιστής Ιωάννης Κακριδής. Ο Ανδρέας του ζιβάγκο και της πρωθυπουργικής γραβάτας, υπήρξε ένα εθνικό σύμβολο-τουλάχιστον για μεγάλη μερίδα των νεότερων Ελλήνων και Ελληνίδων. Ήταν ο πολιτικός που δεν μπορούσες να τον προσφωνήσεις στον πληθυντικό, τον αποκαλούσες όποτε αναφερόσουν σε εκείνον με το μικρό του Πατρινού πολιτικού όνομα, ο Ανδρέας. Ο δικός τους Ανδρέας. Οι Έλληνες και οι Ελληνίδες,-οι συντηρητικοί από παράδοση- του τα συγχωρούσαν όλα, του τα επέτρεπαν όλα. Με έναν τρόπο παράξενο και ακατανόητο στους πολιτικούς του αντιπάλους. Ήταν ο ηγέτης που συγκεφαλαίωνε-τότε- τις κυρίαρχες αρετές και τις αντίστοιχες παθογένειες του χαρακτήρα των Ελλήνων. Κοτσονάτος, λεβέντης, δημοκράτης, έξω καρδιά, σχετικά αφιλοχρήματος. Γειωμένος στις καθημερινές χαρές, τις καθημερινές απολαύσεις, παρά τις κυβερνητικές του υποχρεώσεις. Δεν έκρυβε τις προτιμήσεις του προς το ωραίο φύλο, το ουίσκι, τον αντιδιανοουμενισμό του. Τον επιλεκτικό ποδόγυρο του. Σοβαρός οικονομολόγος αλλά όχι καθεστωτικός διανοούμενος της επιστήμης του. Ανασφαλής αλλά και εγωπαθής, αν θυμηθούμε τις κυβερνητικές του εκπαραθυρώσεις και ανασχηματισμούς, ακόμα και μέσα από αεροπλάνα. Ιδεολόγος και πειραματιστής, λαϊκιστής και φιλελεύθερος, εμψυχωτής λαοπλάνος και ρομαντικός ακαταμάχητος ρήτορας. Ιδιοφυής τακτικιστής και μαχόμενος ακτιβιστής. Παλαιός μαρξιστής –τροτσκιστής και αστός από τζάκι με καλούς τρόπους συμπεριφοράς προς τους πάντες. (Ακόμα και οι δηλητηριώδεις δημοσιογραφικές πένες μιλούσαν για την μεγάλη του ειλικρινή και πηγαία ευγένεια που τον διέκρινε). Τον  απεκάλεσαν «αρχηγό» τρομοκρατικής οργάνωση, ότι έρεπε πολιτικά προς τα άκρα.  Τον είπαν τριτοκοσμικό, αντιδυτικό, εθνικιστή, καταστροφέα της ελληνικής οικονομίας, του παραδοσιακού αγροτικού ιστού της χώρας, διχαστικό, όμως όλοι τους υποκλίνονταν μπρος στην πολιτική του ευφυΐα και διορατικότητα. Αναγνώριζαν την έμφυτη προσωπική του πολιτική ευγένεια,- ανέχτηκαν να αποκαλεί «εφιάλτη» πολιτικό του αντίπαλο. Ανέχτηκαν την θρησκευτική του τυπικότητα στα χρόνια των γηρατειών του. Τον επίσης γηρατειών του έρωτα, τον πολέμησαν λυσσαλέα και με ύπουλο και άτιμο πολιτικά τρόπο και ενέργειες. Το πολιτικό του θάρρος και προσωπικό του ρίσκο, καλόν αγώνα, να υπερασπιστεί την κατά πολλά χρόνια νεότερη του σύντροφό του, και μάλιστα αεροσυνοδό-(δεν προέρχονταν από παλαιό πολιτικό ή οικονομικό τζάκι) όταν όλοι και όλες, από τις αντιπολιτευτικές παρατάξεις την-τους πετροβολούσαν. Το νεύμα καθώς κατέβαινε από το αεροπλάνο, χιλιάδες έλληνες και ελληνίδες ξάφνιασε αλλά και πολλά εκατομμύρια ελλήνων ζήλεψαν.

     Ο Ανδρέας υπήρξε ο πολιτικός κυρίαρχος πρωταγωνιστής, ο των Ελλήνων αδιαμφισβήτητος πολιτικός ηγέτης μιας ολόκληρης ιστορικής περιόδου, που ίδιος άμεσα και έμμεσα διαμόρφωσε, προσδιόρισε, συνέθεσε, μετέπλασε. Οικοδόμησε το κλίμα και την εικόνα της. Με κύριο πρωταγωνιστή τον ίδιο και τον χαρακτήρα του. Έδωσε την εικόνα και την ποιότητα, τις γραμμές της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας, στεκόμενος μπροστά στον καθρέφτη του σαν απλός μικρομεσαίος Έλληνας. Οι επιλογές του ήσαν οι επιλογές μας. Ακόμα και σαν «μεγάλος ασθενής» στο Ωνάσειο, κατόρθωσε να συγκινεί τα πλήθη εξ αποστάσεως, να τα κάνει να εύχονται υπέρ υγείας του. Η πατροκτονία, είναι μια δραματικότατη ενέργεια με τραγικές επιπτώσεις, ένα άγος είτε αποπειράται σε προσωπικό των ανθρώπων επίπεδο, είτε αφορά την πολιτική ή θρησκευτική σκηνή. Του συγχωρέθηκαν οι ανθρώπινες αδυναμίες του, γιατί ήσαν βέβαιοι για την ειλικρίνεια των προθέσεών του. Οι παλαιοί σύντροφοί του και πολιτικοί συνοδοιπόροι του γνώριζαν ότι δίχως την δική του «μυθική» ή αν θέλετε «μυθοποιημένη» από τους έλληνες παρουσία δεν θα υπήρχαν. Δεν θα στέριωναν πολιτικά. Αυτός ήταν ο κεντρικός άξονας που γύρω του περιστρέφονταν οι πράσινοι δημοκρατικοί πολιτικοί και κυβερνητικοί παράγοντες και στελέχη. Ο Αντρέας, υπήρξε ο έλληνας πολιτικός των νεότερων χρόνων που κατέβηκε και περπάτησε δίπλα, κοντά στους ανθρώπους, τις μεγάλες μάζες, χωρίς να κατεβεί από το εκλογικό του «μπαλκόνι». Κατόρθωσε να γεφυρώσει την πολιτική απόσταση που χώριζε πάντοτε τους πολιτικούς  από τους ψηφοφόρους τους και μάλιστα, χωρίς να τον ψηφίζουν. Ήταν ο πολιτικός που είτε ψήφιζες το κόμμα που ίδρυσε είτε ακολουθούσες άλλες πολιτικές παρατάξεις βρίσκονταν πάντα στο κέντρο των συζητήσεών σου. Των μελλοντικών εξελίξεων. Υπήρξε ο ψυχικός και συναισθηματικός τροφοδότης ελλήνων και ελληνίδων. Ακόμα και οι παλαιοί κομμουνιστές αγωνιστές ηγέτες της κατοχής και του εμφύλιου, δεν ευτύχησαν τέτοιας τιμής, οικείωσης με τα μέλη των οικογενειών των απλών ανώνυμων ελλήνων.

     Ο Ανδρέας είτε με την φυσική του παρουσία είτε με το πολιτικό του εκτόπισμα κατόρθωνε να συνεγείρει τους Έλληνες και τις Ελληνίδες δίχως μάλλον σοβαρές πολιτικές προϋποθέσεις. Τα μεγάλα των Ελλήνων πλήθη αυτόν ακολουθούσαν και όχι τα υπάκουα στελέχη του. Ήταν ο μάγος της πολιτικής σκηνής αυτών των δεκαετιών και μιας κοινωνίας αγχωμένης από οράματα και ιδεολογικές διαψεύσεις. Ήταν το ωραίο πολιτικό «ψέμα» της πολιτικής αλλαγής που κατόρθωσε να υλοποιηθεί σε κοινωνική και πολιτική αλήθεια χάρις σε εκείνον. Εκείνος έστησε και οργάνωσε το θεσπέσιο αυτό ελπιδοφόρο πανηγύρι των νιάτων μας, των προσδοκιών μας. Ήταν ο έμπειρος σχεδιαστής τους. Γνώριζε τις αναλογίες των βαρών του καθενός μας. Των αντοχών μας, Ήταν ο δημοκράτης ηγέτης που όφειλαν να τον αποδέχονται χωρίς αμφισβήτηση. Ήταν ο δικός μας Αντρέας, όχι του ρόλου που έπαιζε πάνω στο σανίδι της πολιτικής.

      Ίσως επειδή είμασταν νέοι, ίσως να ήταν ο πολιτικός ηγέτης που περιμέναμε. Ίσως να ήταν η πολιτική των νιάτων μας ανώριμη κρίση.  Εκείνος αναμφισβήτητα υπήρξε το μεγάλο δημοκρατικό χειροκρότημά μας που δεν άρχισε ούτε τελείωσε στην εποχή του.

         Και από το βιβλίο της Μυρσίνης Ζορμπά, «ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ» πολιτισμικό πορτρέτο εκδόσεις Πεδίο-Αθήνα 2019, σελίδα 185:

«Ο Ανδρέας αξιοποίησε την πεποίθηση ότι ένα έθνος δεν είναι απλώς μια πολιτική οντότητα αλλά ένα σύστημα πολιτιστικής αναπαράστασης. Είδε το έθνος και την κοινωνία ως ενιαία, μια συμβολική κοινότητα που έχει τη δύναμη να δημιουργεί αίσθηση ταυτότητας και πίστης. Σ’ αυτό στήριξε την επιτυχία του αφηγήματός του και ανέτρεψε το παράδειγμα της εθνικόφρονος Δεξιάς αλλά και της ηρωικής Αριστεράς, διευρύνοντας τα όρια του δικού του αφηγήματος ως τη μεθοριακότητα. Δοκίμασε όχι μόνο νέα στοιχεία αλλά και νέους συνδυαστικούς κανόνες ωσότου το έθνος και η κοινωνία ταυτιστούν σε μια πολιτισμική αναπαράσταση, που χωρούσε μέσα «όλο τον λαό».

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς,

23 Ιουνίου 2021.

Καθώς το καντήλι της μνήμης είναι ακόμα αναμμένο.        

     

      

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου