Πέμπτη, 10 Μαρτίου 2016

ΤΑ ΨΗΛΑ ΒΟΥΝΑ

Ζαχαρίας Παπαντωνίου
Καρπενήσι Φεβρουάριος 1877-Αθήνα 1940

     Την Κυριακή που μας πέρασε, η εφημερίδα «Κυριακάτικη Δημοκρατία» του Ομίλου Δημοκρατικός Τύπος, πρόσφερε στους αναγνώστες της το κλασικό και πολυδιαβασμένο αναγνωστικό «Τα Ψηλά Βουνά» του Ρουμελιώτη πεζογράφου Ζαχαρία Λ. Παπαντωνίου, ένα αναγνωστικό, που ο χρόνος, δεν το κράτησε άθικτο στα σκονισμένα ράφια των δημόσιων και δημοτικών βιβλιοθηκών. Ακόμα και η δική μου γενιά, η γενιά του 1980, παρότι μεγάλωσε μέσα στα δύσκολα χρόνια της δικτατορίας του 1967, γνώριζε την ύπαρξή του, και όσοι ενδιαφερόντουσαν, έψαχναν στις βιβλιοθήκες να το διαβάσουν, ή ζητούσαν από τους-τότε πλασιέ βιβλίων-να το αγοράσουν.
     Ανοίγοντας μια μικρή παρένθεση, θέλω να σημειώσω ότι, οι άνθρωποι αυτοί-οι πλασιέ βιβλίων-που γυρνούσαν από σπίτι σε σπίτι, ή στους χώρους εργασίας, με τόμους βιβλία παραμάσχαλα και διαφημιστικά φυλλάδια εκδοτικών οίκων, προσέφεραν μεγάλη υπηρεσία στην εκπαίδευση των μικρών παιδιών. Γνώριζαν τα πάντα γύρω από τις παλιές και νέες εκδόσεις βιβλίων, αλλά, ακόμα και αν δεν γνώριζαν, ήσαν πρόθυμοι να ψάξουν να σου βρουν και να σου φέρουν το ή τα βιβλία που επιθυμούσες να διαβάσεις. Θυμάμαι τον κύριο Μελέτη,-τώρα πια, σίγουρα θα έχει φύγει από κοντά μας, λόγω ηλικίας-έναν ψηλό ξερακιανό πατέρα δύο παιδιών, με τα σκουρόχρωμα γυαλιά του, να μας επισκέπτεται δύο φορές την εβδομάδα, με την μαύρη του τσάντα γεμάτη βιβλία, Τρίτη και Σάββατο, στον εργασιακό χώρο που εργαζόμουν σαν ανήλικο παιδί τότε, και να μας προτείνει τίτλους βιβλίων, και όπως ήταν τότε στην αναγνωστική «υποχρεωτική μας» συνήθεια, τεύχη εγκυκλοπαιδειών. Την περίοδο εκείνη, πηγαίναμε στο σχολείο και τα Σάββατα, και όσα παιδιά εργάζονταν, δούλευαν και το Σάββατο. Ο κύριος Μελέτης, μας προμήθευε τα τεύχη των εγκυκλοπαιδειών, και όταν συμπληρώνονταν ο κύκλος του κάθε τόμου, τα έπαιρνε και μας τα έφερνε δεμένα, χωρίς να μας επιβαρύνει για τον κόπο του. Μέσα σ’ ένα τέτοιο βιβλιοπεριβάλλον, που το οφείλουμε κατά κύριο λόγω, στους πλασιέ, γνωρίσαμε την κλασική και έγκυρη εγκυκλοπαίδεια του Ηλίου, του Ελευθερουδάκη, την Δομή, που σου πρόσφερε σε χαμηλή τιμή και το πολύτομο λεξικό της Δημοτικής του Δημητράκου, τον Θαυμαστό Κόσμο των Ζώων, τα Φοβερά Ντοκουμέντα, και άλλες πολύτομες εκδόσεις που τόσο με τα κείμενα όσο και με τις πολύχρωμες φωτογραφίες τους, ερέθιζαν και αναστάτωναν την αναγνωστική μας φαντασία, μας ταξίδευαν σε χώρες και τόπους εξωτικούς, και πλούταιναν τις γνώσεις μας σε ιστορικά γεγονότα και αυγάταιναν με αργό και σταθερό βήμα το λεξιλόγιό μας. Ακόμα έχω στο σπίτι, την πολύτομη σειρά, τα Μεγάλα Μουσεία του Κόσμου, μια σειρά που με έμαθε να αγαπώ τις εικαστικές τέχνες, και τον μαγευτικό πολύχρωμο κόσμο τους. Αυτά, τα ελάχιστα, αλλά ενδιαφέροντα θέλω να πιστεύω, αναγνωστικά πεταρίσματα, για τους πλασιέ βιβλίων, που κάποτε, δίδασκαν γνώση σε εμάς τους μπόμπιρες, λάτρεις των βιβλίων και της ανάγνωσης. Παιδικά χρόνια, που δεν είχαν μαγευτεί από την μαγγανεία της τηλεοπτικής εικόνας και το εικονικό περιβάλλον της, μόνο η ακουστική μας φαντασία ήταν σε έξαρση εξαιτίας των σπουδαίων παιδαγωγικών ραδιοφωνικών εκπομπών. Και ιδιαίτερα, για τον κύριο Μελέτη, τον δικό μου πλασιέ βιβλίων, που τον θυμάμαι πάντα με καλοσύνη και συμπάθεια για τον εργασιακό του κόπο, και τον πιστικό τρόπο που διέθετε, να μας κάνει να ξοδεύουμε το πενιχρό παιδικό χαρτζιλίκι μας, εποικοδομητικά για το μέλλον, θέλω να πιστεύω.
      Επανερχόμενος στον Ζαχαρία Λ. Παπαντωνίου και το αναγνωστικό του, ένα όχι και τόσο παιδικό αναγνωστικό, Τα Ψηλά Βουνά, ακόμα και σήμερα, μετά από τόσες δεκαετίες-που έχουν αλλάξει οι ιστορικές, πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες της ζωής και ο αγροτικός κόσμος της χώρας μας στηρίζεται σε εντελώς διαφορετικά κοινωνικά, οικονομικά και τεχνολογικά δεδομένα, που τα περισσότερα ήθη και έθιμα της επαρχίας έχουν χαθεί οριστικά, ή έχουν αλλοιωθεί ανεπιστρεπτί, και ο λαϊκός μας πολιτισμός θαυμάζεται πλέον μόνο στις βιτρίνες των διαφόρων μουσείων και χώρων συγκέντρωσης αγροτικών εκθεμάτων, ως κάτι το νοσταλγικό και αισθητικά καλαίσθητο μιας άλλης ένδοξης εποχής, όταν η ζωή των Ελλήνων ακολουθούσε άλλους ρυθμούς και η μεγάλη αστυφιλία δεν είχε αλλάξει τόσο δραματικά την φυσιογνωμία των ανθρώπων και η άναρχη οικοδόμηση της ελληνικής γης τόσο της επαρχίας όσο και του αστικού τοπίου, δεν είχε πάρει την μορφή εθνικής και ατομικής υπερηφάνειας και κομπασμού των νεοελλήνων, το βιβλίο αυτό παραμένει επίκαιρο, και ίσως, σημείο αναφοράς, για σύγχρονες παιδαγωγικές αναγωγές. Η ευχάριστη και προσεκτική του ανάγνωση, μας φανερώνει το κοινωνικό όραμα του συγγραφέα, μας αποκαλύπτει τους παιδαγωγικούς του στόχους, τον βαθμό και το βάθος της εθνικής του συνείδησης, την στοργική του ματιά για τον φτωχό και οικονομικά εξαθλιωμένο αγροτικό πληθυσμό, την βαθειά του αίσθηση των αναγκών και δυσκολιών των αγροτικών οικογενειών, την καλοσυνάτη και κάπως ιδεαλιστική οπτική του για την ύπαιθρο χώρα, μας ξεκλειδώνει τρόπους μύησης κοινωνικοποίησης και συμμετοχής των νέων ανθρώπων, με την ευκαιρία μιας ομαδικής παιδικής εκδρομής, εικοσιπέντε μικρών παιδιών του Ελληνικού Σχολείου. Ο λόγος του Ζαχαρία Λ. Παπαντωνίου, διδάσκει με απλό και καθάριο τρόπο, την συμμετοχή στα κοινά, προτρέπει τους νέους-άβγαλτους ακόμα παιδικούς βλαστούς σε κοινά ανδραγαθήματα, τους παροτρύνει σε απλές συμμετοχικές εργασιακές διαδικασίες, τους αφυπνίζει το αίσθημα της γενναιοδωρίας, της αλληλεγγύης, της συμμετοχής σε κοινές προσπάθειες οργάνωσης του βίου, τους κανοναρχεί στο πώς να επιβιώνουν μόνοι τους σε πρωτόγνωρες συνθήκες ζωής, τους απογαλακτίζει από την οικογενειακή εστία με σοφό και ήρεμο τρόπο, χωρίς να τους αφήνει να παραδέρνουν σε περιπέτειες με αρνητικές καταλυτικές επιπτώσεις για τον ψυχικό τους κόσμο. Ο κόσμος του συγγραφέα Ζαχαρία Λ. Παπαντωνίου είναι παιδαγωγικός και εκπαιδευτικός, τόσο στην συνολική του σύλληψη, όσο και στον επιμέρους σχεδιασμό του. Το φυσικό τοπίο και η πρωτόγονη ακόμα ατμόσφαιρά του, είναι η νέα τους παιδική και βιωματική στρούγκα, που σιγά και σταθερά αντικαθιστά την μητρική φροντίδα και πατρική αγκαλιά, έστω και για τη μικρή χρονικά ταξιδιωτική τους εξερεύνηση, στα Ψηλά Βουνά, στα Τρίκορφα, όπως ονομάζεται ο χώρος ανάβασής τους, χωρίς όμως, να χάνεται η οικογενειακή αναφορά και τα διακριτικά διδάγματα αγωγής. Η γλώσσα του ζωγραφίζει έναν ύπαιθρο ορεινό χώρο, γιομάτο πολύχρωμες εικόνες που σφύζουν από ζωή, μυριάδες μυρωδιές δέντρων και λουλουδιών, βλαστούς πράσινους που δένονται με εκείνους της ζωής των μικρών παιδιών, φυλλώματα δέντρων που αγκαλιάζουν τα χέρια τους με τρυφερότητα, σκουροπράσινες εικόνες ζωής που σε προσκαλούν να τις ανακαλύψεις και να τις κάνεις κτήμα σου. Ο ποταμός Ρούμελη ρέει στα φαράγγια με αναζωογονητική πρόθεση, καθώς κυλά η παιδαγωγική περιέργεια μέσα στο κοχλάζον αίμα της μικρής παιδικής παρέας και συντροφιάς. Ο χώρος και τα μυστικά του, γίνεται σύμβολο ζωής για τους μικρούς μπόμπιρες, τον Φάνη, τον Κωστάκη, τον Ανδρέα, που αγουροξυπνημένοι και χωρίς πείρα, αδέξια και σκανδαλιάρικα, αναζητούν την ισορροπία μεταξύ του περιβάλλοντος και της πρωτόγνωρης ταξιδιωτικής τους περιπέτειας. Οικείο περιβάλλον, πλημμυρισμένο με την θέρμη μιας ζωής που αργοκυματίζει σε άλλους ρυθμούς, σε διαφορετικούς τόνους επιβίωσης, από αυτούς της πόλης που γεννήθηκαν και ανατρέφονται. Η ματιά τους, δεν μένει αδιάφορη στα καθημερινά δύσκολα συμβάντα της ζωής της επαρχίας, η παιδική τους περιέργειά, αναζητά τρόπους συμμετοχής και αποτελεσματικής χρηστικότητας για τον χώρο και τους κατοίκους του. Ευαίσθητη παρένθεση, η ανιδιοτελής και χριστιανική προσφορά του ράφτη άκληρου γέροντα και της γερόντισσάς του να χτίσουν μια βρύση στην περιοχή, καθώς τα δύο χωριά έριζαν για το ποιο από τα δύο θα αναλάβει το χτίσιμό της για το ξεδίψασμα και λάτρα της περιοχής. Οι αυξημένες και διαρκείς ανάγκες των απλών ανθρώπων,-των Βλάχων ορεσίβιων(των χειμαδιών) τους έκαναν να αναζητούν λύσεις όχι θεωρητικές ή επαναστατικής προσφοράς, αλλά απλές και χρήσιμες, καθημερινές και επαναλαμβανόμενες, που θα τους βοηθήσουν να θρέψουν και να φροντίσουν τις οικογένειές τους, να μεγαλώσουν τα παιδιά τους, να φροντίσουν τα ζώα τους, να καλλιεργήσουν την μικρό άγονο κλήρο τους, να παράγουν και να εμπορευτούν τα προϊόντα τους. Το παιδικό αυτό ταξιδιωτικό σεριάνισμα των Ψηλών Βουνών, που είναι χωρισμένο σε μικρά κεφάλαια, είναι μια μυητική περιπέτεια των παιδιών, με απλό και σαφή τρόπο στον κόσμο της ζωής των μεγάλων και της ανθρώπινης κοινωνίας. Μια παλικαρίσια ωρίμανση που εξελίσσεται αθόρυβα στις ψυχές των μικρών παιδιών και πλημυρίζει με νέες πραμάτειες ζωής και εμπειρίας τον ακατέργαστο ακόμα ψυχικό τους κόσμο. Μέσα από την περιέργεια και τις άμεσες ανάγκες διαβίωσής τους, μέσα από την απειρία και τις παιδικές τους αδεξιότητες, την παιδική σκανδαλιάρικη και περιπαιχτική ματιά τους, τις απορίες τους, μαθαίνουν να οικοδομούν κοινότητες συμβίωσης, σαν και αυτές που θα ζήσουν καθώς μεγαλώνουν, να ζουν μέσα σε αυτές αρμονικά και ισορροπημένα, να έρχονται σε άμεση επαφή με τον πέρα των οικογενειών τους κόσμο, και ιδιαίτερα, το φυσικό τοπίο, το οποίο δεν είναι πάντα φιλικό προς αυτούς. Ένα ελληνικό τοπίο, που έχει τους δικούς του ρυθμούς ζωής, που δεν συμβαδίζει πάντοτε με αυτούς των ανθρώπων. Τα παιδιά αποτυπώνουν εικόνες ζωής και συνθήκες συμβίωσης, καθώς ανακαλύπτουν αργά και σταθερά μέσα από την όχι και τόσο παραδείσια και ειδυλλιακή τοπιογραφία τον δικό τους κόσμο συναισθημάτων, τις δικές τους ονειροφαντασιώσεις, τα πρώτα τους ακατέργαστα και ανοργάνωτα ασύλληπτα μέχρι τότε, αισθήματα που έκρυβαν μέσα τους. Χαράσσουν τα αχνά ίχνη τους με τρυφερότητα και παιδικό δέος, με περιέργεια και άδολη προσέγγιση, με αφέλεια και παιδικό πείσμα, σαν μικροί πρόσκοποι που ενηλικιώνονται για να ενταχθούν στον κόσμο των μεγάλων ειρηνικά και φιλικά.
«Καθένας εργάστηκε για τον εαυτό του, αλλά και για όλους, όλοι πάλι δούλεψαν για τον ένα. Έτσι έκαμαν εκείνο που λέμε κοινότητα.
Θα κατορθώσουν το ίδιο και για όλα τα’ άλλα; Θα μπορέσουν ο ένας να εργάζεται για τους άλλους, κι άλλοι για τον ένα; Τότε η μικρή τους κοινότητα θα γίνη παράδειγμα σε πολλούς άλλους. Σηκώνουν λοιπόν τα ποτήρια τους και πίνουν στην υγειά της…»
     Αυτά γράφει στην σελίδα 35 του βιβλίου ο συγγραφέας. Και αυτό είναι το μήνυμα που θέλει να εκπέμψει όλη αυτή η συγγραφική του προσπάθεια. Ένα μήνυμα που θα μπορούσαμε αβίαστα να το αποκαλέσουμε χριστιανικό-σοσιαλιστικό. «Ο καθένας με τις δυνατότητές του και οι απολαβές για τις ανάγκες όλων μας» έλεγε ο πατέρας της Οκτωβριανής κόκκινης επανάστασης. Και ο θρησκευτικός οικουμενικός ιδεότυπος και ηγέτης της χριστιανικής εκκλησίας, μας μιλά για την παγκόσμια επανάσταση της αγάπης, της αλληλεγγύης μεταξύ των ανθρώπων, ως παιδιά του ίδιου Θεού. Η επίκαιρη, ακόμα και σήμερα, συγγραφική εκπαιδευτική διδαχή του βιβλίου Τα Ψηλά Βουνά, ανακάλεσε στη μνήμη, τις διδαχές των μεγάλων ανθρωπιστών της ιστορίας. Η γλώσσα του πάλλεται από ανθρωπιά και τρυφερότητα, είναι γεμάτη ακλόνητο πατριωτισμό και διάχυτο ανθρωπιστικό φως, χωρίς δύσκολες εκφράσεις, χωρίς λέξεις που θα απωθούσαν τους μικρούς αναγνώστες, και θα τους ανάγκαζαν να στρέψουν το βλέμμα τους από την ανάγνωση του αναγνωστικού, χωρίς δυσνόητα νοήματα, παράξενους χωριάτικους-βλάχικους ιδιωματισμούς, χωρίς να χρησιμοποιεί λεξιλόγιο δύσχρηστο στους νεαρούς εφήβους των πόλεων, σταγόνα την σταγόνα, λέξη την λέξη, οχηματαγωγεί τις παλαιότερες και ίσως τις σύγχρονες γενιές σε έναν κοινοτικό κόσμο και τρόπο βίου, που η αίσθηση του καθήκοντος και της αλληλοσυμμετοχής, πρυτανεύει στα μισόκλειστα και νυσταγμένα μάτια των παιδικών τους ψυχών. Ο κόσμος του  Ζαχαρία Λ. Παπαντωνίου, κάτω από άλλες συνθήκες ομοιάζει με τον λαϊκό και απλό κόσμο του λαϊκού ζωγράφου Θεόφιλου, αυτού του αγράμματου αριστοκράτη που εκπέμπει ελληνικό ήθος ζωής και υπερηφάνειας, διαθέτουν και οι δύο, την ίδια καλλιτεχνική ματιά, ξεκινώντας από διαφορετική αφετηρία αγωγής ο καθένας. Υπογραμμίζουν μέσω των έργων τους, μοναδικές στιγμές μαγείας και λαϊκού ενθουσιασμού, αποκαλυπτικής στα μάτια μας αθωότητας, στιγμιότυπα καθημερινών στιγμών θάρρους ζωής και εκπλήρωσης ψυχικού λαϊκού μεγαλείου. Η καλλιτεχνική δημιουργία τους, συντελείται μέσα σ’ ένα ελληνικό φυσικό τοπίο, που κάποτε, ώθησε τους ανθρώπους του, να δημιουργούν άθλους και κοινωνικά ανδραγαθήματα, που οργάνωσε την σκέψη τους προς έναν τρόπο ζωής που ανατροφοδοτούσε το ατομικό και συλλογικό τους ήθος. Η λαϊκή ψυχή, δεν σχεδιάζεται στα γραφεία κάποιων διανοούμενων χαρτογιακάδων, ή σκιαγραφείται μέσα στα επαναστατικά τσιτάτα κάποιων κομματικών στελεχών, αλλά αναβρύζει σαν βρυσομάνα παράδοση που ποτίζει τις φανερές και κρυφές ροές του χρόνου της ιστορίας. Αυτές τις υπόγειες στοές του ήθους των ελλήνων, που κάποτε, μέσα στην πορεία του χρόνου φιλοτέχνησε το μεσογειακό φως της Ελλάδας, με λαϊκό ανάγλυφο τρόπο μας ζωγραφίζει ο Ζαχαρίας Λ. Παπαντωνίου. Μπορεί το ύφος του να θεωρείται ηθογραφικό, και σε ορισμένα του σημεία αγιογραφικό, αλλά είναι πρωτίστως, μια μεγάλη τοιχογραφία της ελληνικής λαϊκής ψυχής, μια εθνική παιδαγωγική τοιχογραφία, για τις παιδαγωγικές ανάγκες των σχολιαρόπαιδων της εποχής του, που αναπλάθει με χρώματα ανθρωπισμού και εθνικής συνείδησης και υπερηφάνειας, αυτό που κάποτε, υπήρξε η χώρα μας.
     Και όχι αυτό, που την κατάντησαν οι σύγχρονοι νεοέλληνες και οι στείρες διαχρονικά ενέργειές τους, όπως γράφει ο γάλλος συγγραφέας Jean Cocteau, στο Ελληνικό του Ημερολόγιο. «Η Ελλάδα είναι ένα πτώμα που το έχουν καταφάει οι μύθοι. Ένα φάντασμα στεφανωμένο με παραμύθια.»
     Αυτός είναι ο λόγος του συγγραφέα Ζαχαρία Λ. Παπαντωνίου, που και στα άλλα του βιβλία και ιστορικά μελετήματα, αναβρύζει ελληνικό φως, μια ίσαλο γραμμή ζωής και παραμυθίας. Ένα αυγινό συγγραφικό απάγκιο μιας ζωής λησμονημένης και διάχυτης φωτεινότητας.
Βιβλία του που έχω υπόψη μου εκτός από τα Ψηλά Βουνά, και πληροφορίες για το έργο του.                        
ΕΡΓΑ ΤΟΥ
-ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΣ ΟΡΘΡΟΣ (διηγήματα),από το τυπογραφείο της Εστίας-Αθήνα 1936. Ξυλογραφίες Αγγ. Θεοδωρόπουλου
-ΤΑ ΘΕΙΑ ΔΩΡΑ (ΠΟΙΗΜΑΤΑ), Εστία 1976, Ξυλογραφίες Αγγ. Θεοδωρόπουλου.
- ΤΑ ΨΗΛΑ ΒΟΥΝΑ, Εστία χ.χ., εξώφυλλον Μάριου Αγγελοπούλου, αρχικά-εικόνες Ε. Σπυρίδωνος.
-Τα ψηλά βουνά, Το Βήμα-Αθήνα 2012, (ανατύπωση, σε μονοτονικό, της πρώτης έκδοσης του 1918 από το Εθνικό Τυπογραφείο)
-ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ, Εστία 1982, εικόνες Ευθ. Παπαδημητρίου
-ΣΧΕΔΙΑΣΜΑΤΑ (Αισθητικά-Λογοτεχνικά-Διάφορα), Εστία χ.χ.
-ΠΕΖΟΙ ΡΥΘΜΟΙ (Ποιήματα), Εστία χ.χ.
-ΠΕΖΟΙ ΡΥΘΜΟΙ (Ποιήματα), Ελευθερουδάκης 1922
-ΕΛΛΗΝΙΚΟΙ ΤΟΠΟΙ, επιμέλεια Φαίδων Κ. Μπουμπουλίδης, Ίδρυμα Νεοελληνικών Σπουδών-Αθήνα 2002, χορηγοί: Τράπεζα EFG Eurobank Ergasias και Αικατερίνη Δ. Πετροπούλου.
Ενδεικτική Βιβλιογραφία
Περιοδικά
• περιοδικό Διαβάζω τχ.285/15-4-1992, Αφιέρωμα στον Ζαχαρία Παπαντωνίου
• περιοδικό Ελληνική Δημιουργία τχ.11/1953
•περιοδικό Νέα Εστία τχ.27/1940
• περιοδικό Νεοελληνικά Γράμματα τχ.167/1940
Μελετήματα
• Αντώνης Π. Μπενέκος, Ζαχαρίας Παπαντωνίου, ένας σταθμός στην παιδική λογοτεχνία, Δίπτυχο 1981, β΄ έκδοση
• Μιχάλης Σταφυλάς, Ζαχαρίας Παπαντωνίου-Τα θεία δώρα των εμπνεύσεών του, Έκδοση Τοπικής Ένωσης Δήμων και Κοινοτήτων Ευρυτανίας 2000
• Φωτεινή Κεραμάρη, Ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου ως Πεζογράφος (Διήγημα, χρονογράφημα, ταξιδιωτικά κείμενα, λογοτεχνική κριτική, τεχνοκριτικό δοκίμιο), Εστία 2001(μια ενδιαφέρουσα μελέτη, με καταγραφή των δημοσιευμάτων του συγγραφέα, εξαντλητική βιβλιογραφία, ταξινόμηση των έργων του και εύστοχες παρατηρήσεις).
Εφημερίδες-περιοδικά-βιβλία
• Χάρης Αθανασιάδης, Η Αυγή- περ. Παιδεία και Κοινωνία τχ.11/3,2006 Δημοτικισμός και Αναγνωστικά. Το αναγνωστικό «Τα Ψηλά Βουνά» η μεταρρύθμιση 1917-1920
• Μιχάλης Αναστασιάδης, Ο Ριζοσπάστης 19/6/1977, Τα ψηλά βουνά και ο αγώνας για το δημοτικισμό
• Στέλιος Ι. Αρτεμάκης, Η Ναυτεμπορική 3/4/2004, Ιστορία και ζωή στον κόσμο του Άθω, «Άγιον Όρος» εκδ. Εστία βιβλ/κη
• Γιώργος Βαλέτας, περ. Φιλολογική Πρωτοχρονιά τ. 38/1981, Το Έργο του Παπαντωνίου. Στα σαράντα χρόνια του θανάτου του
• Κώστας Γεωργουσόπουλος, Τα Νέα 30/3/1990, Ευτελισμός κειμένου
• Δημήτρης Γιάκος, Ο Ριζοσπάστης 19/6/1977, 100 χρόνια από τη γέννησή του. Ζαχαρίας Παπαντωνίου ο Ρουμελιώτης
• περ. Γράμματα τχ.1-3/1,3,1945 Το έργο του Ζ. Παπαντωνίου
• Δημοκρατικός Λόγος 24/3/1991, Τα Ψηλά Βουνά
• Ελεύθερος Τύπος 28/10/1990, Τα Ψηλά Βουνά
• Ελεύθερη Ώρα 17/4/1994 Η πιο εξευγενισμένη μορφή των Νεοελληνικών Γραμμάτων
• Έθνος 24/10/1990, Τα Ψηλά Βουνά
• Εμμανουήλ Χ. Κάσδαγλης, Σκαλαθύρματα, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης. «Η μορφή του Ζ. Π.»
• Βιργινία Κονδύλη, περ. Το 3ο Γυμνάσιο Αιγίου Νοέμβρης 1981, Τα Ψηλά βουνά
• Αλέξανδρος Κοτζιάς, Δοκιμιακά και άλλα, Κέδρος 1985
• Λουκάς Κούσουλας, περ. η λέξη τχ. 153/9,10,1999, ποίημα αφιερωμένο στον Ζαχαρία Παπαντωνίου. (ποιήματα αφιερωμένα στον Καρυωτάκη, στον Μακρυγιάννη και δύο στον Ζ. Π.)
• Αλέκος Λιδωρίκης, Η Ακρόπολις αρ. Φύλλου 5052 Τετάρτη 2/6/1943, Λησμονημένος;
• Δ. Κ. Μ., περ. Ευθύνη τχ.376/4,2003, Ζ. Παπαντωνίου Ελληνικοί Τόποι, εκδ. Ίδρυμα Νεοελληνικών Σπουδών2002, βιβλ/κη
• Ευγένιος Ματθιόπουλος, Το Βήμα 18/9/1994, Ένας Γκρέκο στην εποχή του Βενιζέλου. Πως ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου αγόρασε για την Εθνική Πινακοθήκη τη «Συναυλία των Αγγέλων»
• Κυριάκος Ντελόπουλος, Η Καθημερινή 1/4/1990, «Το Παγώνι» του Ζ. Π. κοσμημένο από τον Γιάννη Κεφαλληνό.
• Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος, Τα πρόσωπα και τα κείμενα. Α΄ δρόμοι παράλληλοι, Εκδόσεις των Φίλων 1979
• Γιώργος Α. Παναγιώτου, Η Αυγή 28/10/1983, Ένα αντιφασιστικό κείμενο του Ζαχαρία Παπαντωνίου
• Εύη Παπαδήμα, Ελεύθερη Ώρα 30/8/1994, Ζαχαρίας Παπαντωνίου: Ο συντροφικός μας στοχαστής των μαθητικών μας χρόνων
• περ. Ραδιοτηλεόραση τχ. 1613/13-1-2001, Εποχές και συγγραφείς
• Χάρης Σακελλαρίου, Οι Πρωτοπόροι της Παιδικής Λογοτεχνίας. Α΄ Ποίηση, Πατάκη 1989
• Κώστας Σταματίου, Τα Νέα 31/3/1990, «Το Παγώνι»
• Δημήτρης Σταμέλος, Ελευθεροτυπία 29/7/1977, Κοινωνικός προβληματισμός στο έργο του Παπαντωνίου
• Δημήτρης Σταμέλος, περ. Φιλολογική Πρωτοχρονιά τ. 55/1998, Θρησκευτικός και μεταφυσικός προβληματισμός στο έργο του Ζαχαρία Παπαντωνίου
• Δημήτρης Σταμέλος, Θρησκευτικός και μεταφυσικός προβληματισμός στο έργο του Ζαχαρία Παπαντωνίου, στον τόμο Ελλάδα και Πολιτισμός, εκδ. Λόγου Τέχνης Ιερά Μονή Κουτλουμουσίου-Αγίου Όρους 1997
• Μιχάλης Σταφυλάς, Το Βήμα 11/9/1977, 100 χρόνια από τη γέννηση του Ζ. Π., Το συμβούλιο καλαισθησίας της Αθήνας… ή αν εισακούονταν μια πρόταση, η πρωτεύουσα της Ελλάδος δε θάχανε το πρόσωπό της
• Νίκος Δ. Τριανταφυλλόπουλος, Η Καθημερινή 18/6/2002, «Κατάρτια και σκοινιά ανθισμένα από άστρα». Βιβλ/κη για Φωτεινή Κεραμάρη «Ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου ως πεζογράφος» Εστία 2001
• Νίκος Δ. Τριανταφυλλόπουλος, Το Δίχτυ και το Μέλι, Εστία
• Δημήτρης Τσάκωνας, Λογοτεχνία και Κοινωνία στον Μεσοπόλεμο, Κάκτος 1987 
• Γεώργιος Φτέρης, Πρόσωπα και Σχήματα,
• Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, Η Αυγή 4/11/1990, Ένας πρόδρομος των χαμηλών τόνων
• Γιάννης Χατζίνης, Η τέχνη είναι δύσκολη, Γεώργιος Φέξης 1962
Κείμενά του
• περ. Ηγησώ τχ. 5/Τρυγητής 1907, «Νεομάρτυρες» και «Μήνυμα στην Άνοιξη»- στον κύριο Αλέξανδρο Μαυρουδή
• περ. Γράμματα τχ.1-3/1,3,1945, Το Ωραίο και το Ωφέλιμο
• περ. Γράμματα τχ.8/8,1945, «Η συμπάθεια»
•περ. Φιλολογική Πρωτοχρονιά τ. 40/1983, Το Ωραίο και το Ωφέλιμο
• περ. Ραδιοτηλεόραση τχ. 1490/5-9-1998, Η γυναίκα του Μαλή, (διήγημα)
Των παθημάτων μου η σοφία λαμπάδα
σ’ εσένα γίνεται, της σιωπής μου η μουσική
τροπάριο βυζαντινό ανεβαίνει στη δόξα σου.
Ωραία είσαι σαν ψυχή που επόνεσε.
Ωραία είσαι σαν ευτυχία που χάθηκε.
Ωραία είσαι σαν πνεύμα που δίστασε.
Ωραία είσαι σαν τόλμη που γονάτισε.
Τα κρίνα των στοχασμών μου δέξου,
τα χελιδόνια των ψαλμών μου άκουσε,
Κυρία των Αγγέλων!
Από τους Πεζούς Ρυθμούς.
Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πρώτη γραφή σήμερα, Πέμπτη, 10 Μαρτίου 2016
Πειραιάς, 10/3/2016