Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2016

CRUISING

CRUISING-ΨΩΝΙΣΤΗΡΙ
     Γράφοντας μια μακροσκελή μελέτη και καταγραφή, των ομοφυλόφιλων ξένων ταινιών που έχει παρακολουθήσει η γενιά μου, μετά το 1975,-όταν είμασταν έφηβοι οραματοφόροι και ελπιδοφόροι, σταυροφόροι ενός άλλου κόσμου, δικαιότερου και με περισσότερες οικονομικές και επαγγελματικές επιλογές,-ταινίες εμπορικές ή καλλιτεχνικές, που σημάδεψαν την αισθητική μας ματιά, εφοδίασαν τα πνευματικά μας σακίδια, με λέξεις, εικόνες, ταξίδια, πολιτιστικές διακηρύξεις, ιδέες, πολιτικά και φιλοσοφικά τσιτάτα, και προσδιόρισαν με τον δικό τους τρόπο, η κάθε μία, ίσως, την κοινωνική μας ερωτική πορεία και προσανατολισμό των κοινωνικών μας επιλογών, πολιτικών αντιδράσεων και συμπεριφορών, μέσα από τα αυθόρμητα και ανοργάνωτα ενθουσιαστικά μικρά κινήματα των διάφορων μειονοτήτων, στον Ελλαδικό χώρο, στην μετά την μεταπολίτευση του 1974 πολιτική περίοδο. Μικρές, σκόρπιες ελπιδοφόρες δυνάμεις κρούσης αλλαγής, μαζί με την βοήθεια αλληλέγγυων πολιτικών δυνάμεων, που με τον θεωρητικό τους λόγο και τις ανοργάνωτες εν μέρει ακτιβιστικές πολιτικές και ατομικές πράξεις των νεολαιών τους, φιλοδοξούσαν να γκρεμίσουν το δυναστευτικό αστικό καπιταλιστικό σύστημα, τις καθοδηγούμενες από το μεγάλο κεφάλαιο ενέργειες κρατικής αντίδρασης και καταστολής των ανθρώπινων επιθυμιών, φιλοδοξιών και οραματικών ενεργειών, όπως πιστεύαμε τότε, οι περισσότεροι νεολαίοι ανεξάρτητα σε ποιο πολιτικό σχηματισμό και αν ανήκαμε. Το έρωτας και επανάσταση, ήταν στην ημερήσια άμεση διάταξη. Μια πορεία, μιας διαρκούς επανάστασης που περνούσε κυρίως, μέσα από τους δρόμους της τέχνης και της γνώσης. Γιαυτό, πρώτο μας μέλημα ήταν, η με προσωπικά κυρίως οικονομικά έξοδα, έκδοση πολιτιστικών εντύπων, που κυκλοφορούσαν συνήθως από χέρι σε χέρι, η ανάγνωση βιβλίων και θεωρητικών μπροσούρων, με θέμα την ερωτική αυτοδιάθεση των ανθρώπων, αντρών και γυναικών, η αφισοκόλληση των επαναστατικών μας διακηρύξεων και προτάσεων, κυρίως τις μεταμεσονύχτιες ώρες, πριν ξεδώσουμε στα γνωστά στέκια των ερωτικών μας απολαύσεων,-το πολιτικώς τερπνόν μετά του ερωτικού ωφελίμου-η συχνή παρουσία των διακεκριμένων αυτών μελών-μπροστάρηδων, των μικρών «επαναστατικών» ομάδων στην πολιτική σκηνή, την προκλητική πολλές φορές και εσκεμμένη συμπεριφορά τους, έναντι των κρατικών αρχών εξουσίας και των συντηρητικών κοινωνικών επιλογών και την προληπτική λογοκρισία τους, την ενασχόλησή τους με τον κόσμο του θεάματος και την αποδοχή πολλές φορές, της διακωμώδησης του εαυτού τους, από επαγγελματίες δημοσιογράφους κυνηγούς της εμπορικής θεαματικότητας και σκανδαλοθηρίας, την ασχολία τους επαγγελματικά, με τον χώρο της μόδας, τον καλλιτεχνικό χώρο, ιδιαίτερα τις τέχνες και τα γράμματα, το θέατρο, τα εικαστικά τον κινηματογράφο. Την μόνη εν δυνάμει πρόσκαιρη ανθρώπινη αθανασία. Την πολιτική αυτή περίοδο, που η χώρα ξυπνούσε από έναν στρατιωτικό λήθαργο,-έβγαινε από τον γύψο- μαζί της, αφυπνίζονταν και οι δικές μας συνειδήσεις, αρχίζαμε δειλά και αργά να μαθαίνουμε τις ανάγκες του σώματός μας, να οργανώνουμε τα όνειρά μας, να υποψιαζόμαστε τα οράματά μας, να χορεύουμε τις ερωτικές μας επιθυμίες, να αποτυπώνουμε σε στίχους τις ερωτικές μας αποτυχίες, να διαβάζουμε ότι έπεφτε στα χέρια μας-και συνήθως έπεφταν πάρα πολλά-να παρακολουθούμε κινηματογραφικές ταινίες, να βλέπουμε θεατρικές παραστάσεις, χορευτικά συγκροτήματα, να επισκεπτόμαστε εκθέσεις ζωγραφικής, με δυό λόγια, ζούσαμε την πολιτιστική μας επανάσταση και βιώναμε την πνευματική μας περιπέτεια, ενώ ταυτόχρονα, ετοιμάζαμε τις μεγάλες πολιτικές αλλαγές της πατρίδας μας, καθώς, γνωρίζαμε τις ανάγκες και τις κρυφές οσμές των ερωτικών μας σωματικών πόρων.  
Αντιγράφοντας τις δεκάδες αυτές ταινίες, στο μπλοκ, έχοντας βοηθό την μνήμη μου, τις σημειώσεις που κρατούσα πάνω στα προγράμματα των κινηματογραφικών ταινιών, και τα αποκόμματα εφημερίδων και περιοδικών, που αναφέρονταν στις ταινίες αυτές, σκέφτηκα σαν εισαγωγή να παρουσιάσω μια σημαντική ταινία της εποχής μου, που έκανε θα γράφαμε ντόρο, συζητήθηκε πολύ, επικρίθηκε και επαινέθηκε στις προσωπικές μας συναντήσεις, παίχτηκε αρκετές φορές σε πολλές αθηναϊκές και αίθουσες του Πειραιά, σε ιδιωτικά τηλεοπτικά κανάλια, με δυό λόγια, έμεινε στην καλλιτεχνική επικαιρότητα για μεγάλο χρονικό διάστημα, και δίχασε τις γνώμες κριτικών κινηματογράφου, και τον κόσμο των ελλήνων ομοφυλοφίλων. Η ταινία αυτή, ήταν το τολμηρό και αποκαλυπτικό Cruising, μια ταινία του Γουίλλιαμ Φρίντκιν, με την εξαιρετική ερμηνεία του Αλ Πατσίνο, αλλά και των Πολ Σορβίνο, Κάρεν Άλεν, Ντον Σκαρντίνο, Ρίτσαρντ Κοξ. Δεν θέλησα να ξεκινήσω από το σύγχρονό μας σχεδόν, Μωρίς (Maurice) του Τζέιμς Αϊβορι και του συντρόφου του παραγωγού Μάρκαντ, μια και η συμβολική αυτή θαυμάσια και ατμοσφαιρική ταινία, εξωραΐζει το διαπραγματευόμενο στην μελέτη μου θέμα, και αναφέρεται χρονικά, σε προγενέστερη εποχή, που οι συνθήκες ήσαν τελείως διαφορετικές, περίοδος του μεγάλου πολέμου. Αντίθετα, το Ψωνιστήρι, είναι μια σύγχρονη σκληρή και αληθινή ματιά, πάνω στο συγκεκριμένο θέμα, απεικονίζει μια πολύ επίκαιρή μας-τότε-ερωτική πραγματικότητα, και κρυσταλλώνει έναν ερωτικό μικρό κόσμο και τα ενδιαφέροντά του, που έχει άμεση σχέση με τον κόσμο των ετεροφυλόφιλων του αντεργκράουντ. Καταγράφει εικόνες και στιγμιότυπα από τον κόσμο μιας μεγαλούπολης όπως είναι η Νέα Υόρκη, μιας Πόλης με πολλές αντιθέσεις αλλά και άπειρες ευκαιρίες, μιας Πόλης πολυπολιτισμικής και ταυτόχρονα πολυεθνικής, που αποδέχεται το διαφορετικό και το ενσωματώνει, στο βαθμό που και εκείνο, αποδέχεται την διαφορετικότητά του. Η πόλη της Νέας Υόρκης του Γουίλιαμ Φρίντκιν, δεν είναι η πόλη του σαξοφωνίστα και σκηνοθέτη ηθοποιού  Γούντυ Άλλεν, με τα ονειρικά ηλιοβασιλέματα και τις φεγγαρόλουστες βεγγέρες των ερωτευμένων, είναι μια πόλη που αποπνέει ψυχική μούργα και δαιμονική ανεπίγνωστη απελπισία, μια πόλη που χορεύει πάνω στα παθιασμένα αχόρταγα ερωτικά πάθη μιας αντρίκειας σεξουαλικότητας, που σεισολογίζεται γύρω από τον Διονυσιακό φαλλό.
Η ταινία του Γουίλιαμ Φρίντκιν, είναι ένα παράτολμο αμερικάνικο ψυχογράφημα μιας ολόκληρης εποχής και των γούστων της, ένα ψυχογράφημα αστυνομικής υφής, που βασίζεται στους γρήγορους και εναλλασσόμενους ρυθμούς δράσης, στην πολύ προσεγμένη φωτογραφία της, που λειτουργεί εποικοδομητικά στην όλη αφήγηση, στην εξοικείωση της λειψής σεναριακής διήγησης, με την ομιχλώδη ατμόσφαιρά της πραγματικότητας που καταγράφει, στον σταθερό της εστιασμό στην άμεση βία και τον αχαλίνωτο σεξουαλικό παροξυσμό, στηρίζεται στο άψογο ντοκιμαντερίστικο ύφος του αφηγηματικού της βλέμματος, που δεν διστάζει να διηγηθεί τα διαδραματιζόμενα γεγονότα όπως τα αντικρίζει ρεαλιστικά, να φωτίσει με σκουρόχρωμα χρώματα την απεικόνιση ενός κόσμου που ζει στις σκιές των ενοχών των άλλων. Χωρίς ιδεαλιστικούς ρητορισμούς, χωρίς δικαιολογίας ψιμύθια, τον κόσμο και τις σεξουαλικές επιθυμίες της συγκεκριμένης μειονοτικής ομάδας, πέρα από κινηματογραφικές επιλογές κάθαρσης και εξαγνισμού, που θα μπορούσε να του προσφέρει ο κινηματογραφικός φακός. Ο Φρίντκιν, στήνει ένα αστυνομικό θρίλερ, με εμπορική μαεστρία, που θυμίζει τα «Γεράκια της Νύχτας» (Nighthawks) του άγγλου σκηνοθέτη Ρον Πέκ, που προβλήθηκε έναν χρόνο νωρίτερα, το 1979, με την σκληρότητά της σκιαγράφησής του, όσο, και τον παλαιότερο «Ένοικο» του Ρομάν Πολάνσκι, με το παιχνίδι της υποκατάστασης των ταυτοτήτων. Δηλαδή, έχουμε ένα είδος ψυχολογικής παρενδυσίας, μια ταυτότητα που χρειάζεται να προσλάβει ο άλλος, για να γνωρίσει τον εντελώς διαφορετικό του και τον κόσμο του, ούτως ώστε, να εκτελέσει το επαγγελματικό του καθήκον και να επέλθει η δικαιοσύνη. Ο μεταμφιεσμένος εξωτερικά και εσωτερικά αστυνομικός, «απεκδύεται» την προσωπικότητά του, για να ανακαλύψει τον παρανοϊκό δολοφόνο, που ψωνίζει τα θύματά του στα εωσφορίζοντα πάρκα του Μανχάταν, σφυρίζοντας έναν παιδικό σκοπό. Ενώ μετά το πέρας της αστυνομικής επιχείρησης, ανακαλύπτει και ο ίδιος τις κρυφές ομοφυλόφιλες επιθυμίες. Η ταινία Cruising, κατά κάποιον τρόπο, μοιάζει να προαναγγέλλει το Βασικό Ένστικτο του Πολ Βερχόφεν, παρά το πολιτικό Milk, του Ντάστιν Λανς Μπλακ. Είναι μια ακανθώδη ταινία που αντιλαμβάνεται την σκληρή πραγματικότητα των ομο-ερωτικών προκλήσεων και προσκλήσεων, όπως τις κατέγραψε σε μικρότερη κλίμακα ο Φρανκ Ρίπλο, στην ταινία του Ταξί για τα αποχωρητήρια, και, την πιο δυναμική της καταστροφική πλευρά, ύμνησε πριν από χρόνια, ποιητικά, μέσα στο συγγραφικό του έργο ο ερωτικός Ζαν Ζενέ, με τον Καβγατζή του και άλλα του έργα, που μας μετέφερε στην μεγάλη οθόνη το πρόωρα χαμένο παιδί του γερμανικού κινηματογράφου Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ. Αμυδρά φέρνει στο νου μας,-όσον αφορά την ωμή του βία, το Κουρδιστό πορτοκάλι του Στάνλεϋ Κιούμπρικ, με την ομάδα των νεαρών εγκληματιών. Μόνο που εδώ, οι νέοι εγκληματίες μετατρέπονται εκόντες άκοντες σε κομπάρσους ενός άγριου πολιτικού συστήματος. Η αμερικάνικη αυτή ταινία του Φρίντκιν, μια από τις πιο σκληρές δραματικές περιπέτειες, με αμιγώς ομοφυλόφιλη αρνητική θεματική που έχει περάσει από τις κινηματογραφικές οθόνες συντάραξε τα λιμνάζοντα κινηματογραφικά νερά της εποχής που προβλήθηκε. Είναι, ένα αστυνομικό θρίλερ, «κλειστοφοβικής» κατά κάποιον τρόπο ατμόσφαιρας, που γύρισε το 1980, ο Γουίλλιαμ Φρίντκιν, με τον εξαιρετικό και ανεπανάληπτο επαναλαμβάνω Αλ Πατσίνο (Al Pacino). Έναν σπουδαίο ηθοποιό, με ευρεία γκάμα υποκριτικού ταλέντου, που είχαμε απολαύσει και στο αστυνομικό δράμα του 1975 του Σίντνει Λιούμετ, Σκυλίσια μέρα (Dog day afternoon), που υποδύονταν έναν παντρεμένο ομοφυλόφιλο πρωτάρη ληστή τράπεζας. Αλλά και στο Σέρπικο έδωσε ρέστα. Ένας μικροκαμωμένος ηθοποιός που τα όρια του υποκριτικού του ταλέντου, αγγίζουν τα κράσπεδα των σύγχρονων Σαιξπηρικών ηθοποιών.
 Το Cruising του William Friedkin, που είναι η σκηνοθετική διασκευή της νουβέλας του Τζέραλντ Γουόκερ, είναι μια άγρια, σκοτεινή και αμφιλεγόμενη ταινία μυστηρίου, που παρακολούθησα για πρώτη φορά στις 17 Νοεμβρίου του 1980, στον κινηματογράφο «Σπλέντιτ», στον Πειραιά. Το είδα ξανά μαζί με τον ποιητή Αντρέα Αγγελάκη. Ξανά, όταν προβλήθηκε από το Mega Channel στις 22/1/1990, και από τον Antenna στις 29/8/1996, και αρκετές φορές σε cd.
Η ταινία αυτή, του Γουίλιαμ Φρίντκιν,-γνωρίζαμε την δουλειά του από την ταινία «Εξορκιστής», που παρακολούθησα στο Ράδιο Σίτυ της οδού Πατησίων, και στον «Άνθρωπο από την Γαλλία», σε Αθηναϊκή αίθουσα,-όταν βγήκε για πρώτη φορά στις αμερικάνικες αίθουσες προκάλεσε αρνητικές αντιδράσεις εναντίων της από τις δραστήριες και ενεργές κοινότητες των αμερικανών ομοφυλόφιλων, εξαιτίας του θέματός της. Οι διάφορες οργανωμένες κοινότητες, σοκαρίστηκαν από το αστυνομικό αυτό θρίλερ, και θεώρησαν ότι προσβάλλει την κοινότητά τους. Οι αντιδράσεις και οι συζητήσεις σχετικά με την ταινία ήταν θυελλώδεις και συνεχείς. Παρά την σημαντική και βαρύνουσα παρουσία του Αλ Πατσίνο, η ταινία ακόμα και στην Ελλάδα όταν προβλήθηκε σε αρκετές αίθουσες, όπως: Αττικόν, Αθήναιον, Έμπασσυ, Ιντεάλ, Ετουάλ, Λητώ και σε πολλές άλλες, οι έλληνες κριτικοί του κινηματογράφου, στάθηκαν επιφυλακτικοί απέναντί της. Οι γοργοί ρυθμοί, η μουντή ατμόσφαιρα, τα εντυπωσιακά ομοφυλόφιλα σεξουαλικά πλάνα, οι σκληρές εικόνες, οι λέδερ ενδυμασίες, τα πέτσινα σακάκια, τα δερμάτινα τζάκετ, τα κολλάν γυαλιστερά παντελόνια, τα αντρικά στριγκ, τα αστυνομικά καπέλα, τα σκοτεινά και φιμέ γυαλιά, οι μυτερές μπότες με τις αγκράφες, οι αλυσίδες, τα γάντια, τα ανοιχτά πουκάμισα, τα πολλαπλά σωματικά τατουάζ, τα διάφορα είδη σεξουαλικής ικανοποίησης, το φιστ φάκιν μέσα στα νταρκ ρουμ, η σκοτεινή και σε έντονη κραιπάλη ατμόσφαιρα στα αμερικάνικα μπαρ της εποχής, τα ρωμαλέα και γυμνασμένα σώματα-τα περιβόητα μάτσο-με τα πολύχρωμα μαντήλια στην κωλότσεπι, το έντονο βάψιμο των ματιών, το σκληρό μουστάκι των σεξουαλικώς επαμφοτεριζόντων, οι αμέτρητες μπύρες που ρέουν, η σκληρή και άγρια μουσική, τα ατέλειωτα καπνίσματα, η οργανωμένη επαγγελματικά, και με εμπορικό σκοπό πλοκή, οι στιλιζαρισμένες εικόνες άγριας πρωτόγονης αρσενικής ισχύς και δύναμης, η ντοκουμενταρίστικη ψυχολογική ατμόσφαιρα, το αδιευκρίνιστο και μυστηριώδες της υπόθεσης, η βαναυσότητα που εναλλάσσεται με ευαίσθητα πλάνα, η εσωστρέφεια του ήρωα-του αστυνομικού-που συμπορεύεται με την επικίνδυνη και αρρωστημένη φύση του ομοφυλόφιλου δολοφόνου, η στιβαρή αποτύπωση ψυχοπαθολογικών χαρακτηριστικών, το έξυπνο παιχνίδι του κυνηγητού, μεταξύ θήτη και θηράματος, το γοργό ψωνιστήρι απόλαυσης και κινδύνου στα πάρκα, το ρίσκο της σεξουαλικής επαφής, καθώς οι μοναχικές υπάρξεις περιδιαβαίνουν ανυπεράσπιστοι μέσα στο δάσος με τα προσωπικά τους φαντάσματα και τους αδυσώπητους εφιάλτες των παρτενέρ τους, όλα αυτά, τα σχεδόν άγνωστα στην μεγάλη κινηματογραφική μάζα των θεατών, στήνουν μια ταινία εμπορική και προκλητική, που δεν αφορούσε μόνο τον κόσμο των ομοφυλοφίλων, αλλά και τους θεατές που την παρακολούθησαν και την εντύπωση που αποκόμισαν μετά το τέλος της. Δεν παύει παρότι αφορά μια συγκεκριμένη μειονοτική ομάδα, να είναι η τοιχογραφία μιας εποχής. Η ταινία βρίσκεται στον αντίποδα των ομοφυλόφιλων ταινιών που γυρίστηκαν αργότερα με θέμα τους την ειδυλλιακή εικόνα της ομοφυλόφιλης ερωτικής επιθυμίας, περιπέτειας και των αντρικών ή γυναικείων ερωτικών σχέσεων. Είναι μια καταβασία στον έβδομο κύκλο της Δαντικής Κόλασης. Θυμίζει τον Κόσμο της Νύχτας του Τζων Ριτς, ενός αμερικανού συγγραφέα που μας έδωσε έντονες και σκληρές εικόνες της Αμερικάνικης αντεργκράουντ ζωής και ερωτικής απόλαυσης. Ακόμα και σήμερα, πέρα από την εκπληκτική ερμηνεία του Αλ Πατσίνο, η ταινία Ψωνιστήρι, παραμένει μετέωρη στις κρίσεις των θεατών. Δεν μπορεί να δικαιολογηθεί η τόσο αριστοτεχνικά δοσμένη βαναυσότητα, από μία κοινότητα, εκείνη την εποχή στην Νέα Υόρκη. Εκτός, και αν ήταν ο προάγγελος καθρέπτης της. πολύ αργότερα ταινίας, «Τα εφτά θανάσιμα αμαρτήματα», ή του «Χάνιμπαλ» και άλλων ταινιών, με μεγάλες εισπρακτικές χολιγουντιανές επιτυχίες, που μας έδωσαν τόσες και τέτοιας ποιότητας σκληρές εικόνες στον εμπορικό καθαρά αμερικάνικο κινηματογράφο. Οι ταινίες αυτές, ανέδειξαν το Κακό όχι κάτω από τον Ήλιο, που θα έλεγε και η μετρ της αστυνομικής λογοτεχνίας Άγκαθα Κρίστι, αλλά την κυριαρχία του Κακού μέσα στην ανθρώπινη φύση και την αποδοχή του από τους ανθρώπους. Η ταινία έδειξε, με τον δικό της τρόπο, ίσως, την αρχή των αιτιών των φαινομένων της νέας αρρώστιας που χτύπησε-τότε-τις κοινότητες των ομοφυλοφίλων. Στα καθ’ ημάς, η ποιητική συλλογή «Η μεταφυσική της μιας νύχτας» του Πειραιώτη ποιητή Αντρέα Αγγελάκη, φωτογραφίζει την ατμόσφαιρα αυτή στα νυχτερινά γκέι μπαρ της Νέας Υόρκης και ομοφυλόφιλης ζωής.
Ο Κώστας Σταματίου, γράφει στην εφημερίδα Τα Νέα της 18/11/1980, «Ο Πατσίνο κατεβαίνει στον σκοτεινά γραφικό κόσμο του νεοϋορκέζικου περιθωρίου, ενοχλημένος αρχικά κάπως, αλλά και ανθρώπινα «περίεργος». Στην πορεία ο εσωτερικός του κόσμος θα υποστεί τέτοιες διεργασίες που όταν ξεκινούσε το αστυνομικό «πείραμα» δεν μπορούσε ποτέ να τις φανταστεί. Το Ψωνιστήρι, ή κρουαζιέρα που λένε στα αμερικάνικα, από στέκι σε στέκι, όχι πια απ’ έξω, με τη στολή του αστυνομικού, αλλά από μέσα, με το πέτσινο κολλάν παντελόνι, με τα πέτσινα τζάκετ, με τ’ άλλα «εργαλεία» της «παρέκκλισης», η επαφή με τον αέναο επαμφοτερίζοντα κόσμο των ενεργο-παθητικών ομοφυλόφιλων θα σημαδέψουν την ψυχολογία του νεαρού αστυφύλακα για πάντα. Ακόμα και μετά το πέρας της αποστολής του, ο εαυτός του, ο βαθύτερος μένει βουτηγμένος στην πυρετιασμένη κόλαση της νεουρκέζικης νύχτας….  Η κατασκευή του Φρήντκιν κλυδωνίζεται ανάμεσα στο ψυχογράφημα, το θρίλερ και το γκραν-γκινιόλ. Το πλαίσιο όμως, έχει εξαιρετική αληθοφάνεια, οι μορφές του είναι πειστικές, ο Αλ Πατσίνο, πάντα συγκρατημένος, διακριτικός, «αληθινός». Η ταινία θα μπορούσε να αγγίξει τραγικούς τόνους, δεν το θέλησε ο σκηνοθέτης-ή δεν το μπόρεσε. Έμεινε στην επιφάνεια. Σαν ν’ αποστρεφόταν το ίδιο το θέμα του.
Και ο κινηματογραφικός δάσκαλος της εποχής της γενιάς μου, ο Βασίλης Ραφαηλίδης, ο άνθρωπος που δίδαξε την τέχνη του κινηματογράφου σε όλους εμάς τους νεότερους, τόσο με τα κείμενά του στα διάφορα έντυπα, τα βιβλία του πάνω στην κινηματογραφική τέχνη και τεχνική, όσο και με τα κείμενά του στα προγράμματα των ταινιών, έγραψε στην πρωινή εφημερίδα Το Βήμα της 18 Νοεμβρίου 1980 μεταξύ άλλων, ένα καυστικό αρνητικό κείμενο για την ταινία:
«Ο Γουίλιαμ Φρήντκιν (Τη νύχτα που γεννήθηκε το στρήπ τήζ, Ο άνθρωπος από τη Γαλλία, Εξορκιστής), στην αρχή της καριέρας του χαιρετίστηκε σαν ένας απ’ τους πιο πονηρούς «λογοκριτές των λογοκριτών» δηλαδή σαν ένας ευφυής και ευρηματικός σκηνοθέτης που είναι σε θέση να ξεπερνάει με τη δουλειά του την ευθεία και «καθαρή» λογοκρισία που ασκεί το κεφάλαιο για λογαριασμό του και χωρίς ανόητους μεσάζοντες. Ο εκπεσμός του, κατόπιν, στο επίπεδο του «εργολάβου» δείχνει πως δεν είναι καθόλου εύκολη δουλειά να είσαι δημιουργός στο Χόλλυγουντ.
     Το Ψωνιστήρι είναι μια τέτοια εργολαβία, όπου όλα τα «υλικά» έχουν προεπιλεχτεί απ’ την παραγωγή εταιρία, ή που έχουν υποταχθεί εξαρχής σ’ ένα επιμελώς καταστρωμένο εμπορικό σχέδιο, πράγμα που είναι το ίδιο σε τελική ανάλυση. Αυτό σημαίνει πως ο Φρήντκιν, πήρε σαν κατασκευαστικό μέτρο το δείκτη νοημοσύνης και παιδείας του «μέσου όρου των πιθανών θεατών».(Δεν υπάρχει πιο «δημοκρατικός» κινηματογράφος απ’ τον αμερικάνικο, πράμα που το επεσήμανε και ο Γκράμσι σε ανύποπτο χρόνο). Και με βάση αυτόν τον δείκτη σκάρωσε ένα χονδροειδές σενάριο που βέβαια, δεν αφήνει κανένα περιθώριο για δουλειά σε «δεύτερο επίπεδο». Τα πάντα σε αυτή τη «λαϊκή» ταινία λειτουργούν σ’ ένα εντελώς στοιχειώδες και απόλυτα εκχυδαϊσμένο «πρώτο επίπεδο», σε τρόπο ώστε να φύγουν από το φιλμ ικανοποιημένοι όλοι οι μανάβηδες της οικουμένης, δηλαδή όλοι εκείνοι που δεν χρησιμοποίησαν στα σοβαρά ποτέ και για τίποτα το μυαλό τους.
Ο θεατής-αναγνώστης των λαϊκών περιοδικών πλατιάς κατανάλωσης καλείται απ’ τον Φρήντκιν να «αγανακτήσει» στα γρήγορα, χάρη σε δύο ταχείας δράσεως δοκιμασμένα διεγερτικά. Το περιβάλλον όπου κινείται η δράση είναι αυτό των ομοφυλοφίλων, που περιγράφονται εδώ σαν τέρατα που έχουν κατακαθίσει στον πάτο του πάτου του υπόκοσμου, ενώ μέσα σε αυτήν την κόλαση τοποθετείται εντελώς τεχνητά μια ίντριγκα παρμένη από άλλη ταινία και συγκεκριμένα από ταινία αμιγώς αστυνομική.
Πραχτικά αυτό σημαίνει πως οι ομοφυλόφιλοι χρησιμοποιούνται εδώ σαν εξωτικό ντεκόρ. Και φυσικά όταν χρησιμοποιείς τους ανθρώπους σαν ντεκόρ λίγο νοιάζεσαι για τα προβλήματά τους.
Θα ήταν λάθος να αντιμετωπίζαμε το φιλμ σαν έρευνα πάνω στο δύσκολα προβλήματα της ομοφυλοφιλίας. Παρόλο που έχουμε να κάνουμε με μια στρατιά ομοφυλοφίλων ανάμεσα στους οποίους κινείται ένας αστυνομικός (Αλ Πατσίνο) μεταμφιεσμένος σε ομοφυλόφιλο για να συλλάβει έναν δολοφόνο ομοφυλοφίλων, η ταινία δεν λέει τίποτα απολύτως για τους ομοφυλόφιλους. Αυτοί στην ταινία δεν είναι παρά μια άλλη όψη του υποκόσμου, που δεν την εκμεταλλεύτηκε αρκετά ο κινηματογράφος προς το παρόν. Αν αντικαταστήσεις τους ομοφυλόφιλους με πόρνες, με λαθρεμπόρους, με αλήτες κάθε είδους θα έχεις ακριβώς την ίδια ταινία. Όμως, θα έχεις χάσει, ως παραγωγός το πλεονέκτημα της εύκολης «αγανάκτησης», από την πλευρά του αφελώς θεατή».
Το περιοδικό Ο Ταχυδρόμος, τεύχος 45/20-11-1980, σημειώνει μεταξύ άλλων: «Ο κόσμος των πολύ ειδικών μπαρ όπου ομοφυλόφιλοι με δερμάτινα ρούχα, μπότες κλπ, ηδονίζονται σαδομαζοχιστικά, δίνεται «γραφικά» «εξωτικά» σαν κάτι που συμβαίνει σε άλλον πλανήτη….. Στην εφημερίδα Τα Νέα της 16/11/1980, ο Α. Τ. γράφει: «Σκληρή ταινία, δύσπεπτη, με ελλείψεις στο σενάριο, αλλά και ενδιαφέρουσα…», Και Τα Νέα της 22/1/1990, μιλά για «Μια ενδιαφέρουσα όσο και τολμηρή ταινία, που στην εποχή της προκάλεσε αίσθηση αλλά και σύγχυση….,  Ενώ, η εφημερίδα Ο Κόσμος του Επενδυτή, 24/8/1996, μιλά «με απαράδεκτες ταινίες κλείνει ο Αύγουστος στα κανάλια», Το «Ψωνιστήρι» μόνη λύση στη φτωχή TV.
     Αυτά τα σχετικά με την ταινία, σαν εισαγωγή στην μελέτη και καταγραφή των φιλμ που θα ακολουθήσουν.
Η συνέχεια επί του επομένου μπλοκ.
Πρώτη γραφή σήμερα Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2016
Πειραιάς, ημέρα αργίας και εθνικών και θρησκευτικών εκδηλώσεων.
Υ.Γ. ευτυχώς, που τα αδέλφια μας πρόσφυγες και μετανάστες μουσουλμάνοι της χώρας μας-και, ανά την υφήλιο-δεν ενοχλούνται ακόμα από τις πατροπαράδοτες αυτές ελληνικές εκδηλώσεις μνήμης των εθνικών και θρησκευτικών μας εορτών. Τούτου δοθέντος, δεν χάνουμε και την αργία.