Σάββατο, 19 Μαρτίου 2016

Παναγιώτης Τέτσης

Παναγιώτης Τέτσης
     Αισθάνεσαι δέος, μπροστά στην προσωπικότητα και το καλλιτεχνικό εύρος του υδραίου μάστορα των εικαστικών τεχνών Παναγιώτη Τέτση, που έφυγε πλήρης ημερών στις 5 Μαρτίου. Πολυτάλαντη προσωπικότητα ο Παναγιώτης Τέτσης, ασχολήθηκε όχι μόνο με την μεγάλη του αγάπη την ζωγραφική, αλλά και με μια σειρά άλλων δημόσιων πολιτιστικών και όχι μόνο δραστηριοτήτων, που ανέδειξαν το πολύπλευρο πνευματικό του τάλαντο, την πολυεδρικότητα της σκέψης του, το κοινωνικό εύρος των οραμάτων του, και το συνεχές, αμείωτο και αληθινό ενδιαφέρον του για τα πολιτιστικά κοινά της χώρας μας, τις τελευταίες δεκαετίες. Σημαντική εικαστική προσωπικότητα, από τους σπουδαιότερους της γενιάς του, είναι δεκάδες τα κείμενα που έχουν δημοσιευτεί για την εικαστική του περιπέτεια, καθώς και τα μελετήματα για το έργο του, αλλά και σημαντικός δάσκαλος στον χώρο των εικαστικών τεχνών.  Μεθοδικός στοχαστής αλλά και πολιτιστικός σύμβουλος της γενέτειράς του, καλλιτέχνης με ρηξικέλευθο χρωματικό στίγμα, αλλά και σοφός αισθητικός, ευρωπαϊκών προδιαγραφών. Μεταφραστής θεωρητικών κειμένων της Αναγέννησης, αλλά και σύγχρονος παρατηρητής των πολιτιστικών τεκταινομένων στον Ελληνικό χώρο. Χαρισματικός αρθρογράφος και σχολιαστής της ελληνικής διοικητικής και εκπαιδευτικής πραγματικότητας των ανωτάτων ιδρυμάτων, αλλά και εμβριθής ερωτευμένος καθρέφτης ιστορικών στιγμών και γεγονότων της γενιάς του. Προσωπογράφος και θαλασσογράφος, τοπιογράφος και σχεδιαστής μικρών και μεγάλων έργων, αλλά και ευαίσθητος δέκτης πολλών συμβάντων της εποχής του. Ο Παναγιώτης Τέτσης, δεν υπήρξε μόνο ένας τρυφερός και φωτεινός ζωγράφος και θαλασσογράφος, αλλά και ένας νοσταλγικός και ονειρικός αναλυτής ελλήνων και ξένων καλλιτεχνών, προσώπων αξιοσημείωτων που σημάδεψαν τον χώρο και την εποχή τους. Τόπων που του προκάλεσαν το ενδιαφέρον και αγάπησε με θέρμη, αλλά και ιστορικών πολιτιστικών γεγονότων που σημάδεψαν την ελληνική εικαστική ζωή.   Ο Τέτσης, γράφει κείμενα για περιοδικά όπως ο Ζυγός του Φραγκίσκου Φραντζεσκάκη ή το ετήσιο Χρονικό του Ασαντούρ Μπαχαριάν,-που στάθηκαν στην εποχή τους, φάροι της ελληνικής εικαστικής αυτοσυνειδησίας, και οργάνωσαν μεθοδικά και σταθερά την ελληνική εικαστική ταυτότητα. Τα κείμενά του, καθρεπτίζουν το σύγχρονο και εν μέρει παλαιότερο, ελληνικό περιβάλλον. Οραματιστής των ανοικτών μουσείων,-όπως αναφέρει σχετικά με τα κλασικά αρχιτεκτονήματα και γλυπτά του Α΄ Νεκροταφείου, αλλά και σύγχρονος «ψυχικός» αναλυτής προβλημάτων της τέχνης, αισθητικών ρευμάτων της εποχής μας, τεχνικών ζητημάτων που αφορούν την οργάνωση και τον σχεδιασμό ενός έργου τέχνης. Γράφει κείμενα για τις αίθουσες τέχνης-φυτώρια για τους νέους καλλιτέχνες-όπως υπήρξε ο πολιτιστικός χώρος ΏΡΑ, και επικήδειους για σημαντικούς μέντορες της ζωγραφικής. Ευαίσθητος κριτικός του έργου παλαιών και νέων ομοτέχνων του, με βλέμμα καθαρό και ακέραιο, νοσταλγικό και τρυφερό, δίκαιο και πολύπειρο, ελληνικό και οικουμενικό ταυτοχρόνως, που, όπως μας δείχνουν τα πάμπολλα διάσπαρτα δημοσιευμένα κείμενά του σε πολλά σύγχρονά μας περιοδικά, φανερώνουν ένα πνεύμα ανήσυχο, ένα καλλιτέχνη δραστήριο μέχρι τα τελευταία του, μια σκέψη περιπετειώδης, ένα ύφος νοσταλγικό, έναν χαρακτήρα ήρεμο, συγκαταβατικό, συναισθηματικό, με ψυχική θέρμη, καθόλου δήθεν ή εγωπαθή. Ο λόγος του είναι στρωτός και απλός, καθόλου φιλολογικός ή νεκρά ακαδημαϊκός, η γλώσσα του μας αποκαλύπτει έναν τεχνίτη του λόγου ισάξιο του εικαστικού. Αποτυπώνει τις σκέψεις του με μαεστρία όπως μας αποκαλύπτει το προσωπικό του ανθρώπινο ψυχικό μυστήριο στους πίνακές του. Οι τρείς τόμοι που κυκλοφορούν με τα σκόρπια σπονδυλωτά δημοσιευμένα ή αδημοσίευτα προφορικά ή γραπτά κείμενά του, το «Το θράσος του καλλιτέχνη να γράφει» εκδόσεις Καστανιώτη 1995, το «Χωρίς τηλεόραση», Καστανιώτης 2001, και το ημερολογιακό οικογενειακών και παιδικών και εφηβικών αναμνήσεων τελευταίο του, «Φαρμακείον Ευάγγελου Ραφαλιά», που κυκλοφόρησε από τον ίδιο εκδοτικό οίκο το 2010, μας δείχνουν παράλληλα με την σημαντική εικαστική του παρουσία, τον ευρυμαθή δάσκαλο, τον ισορροπιστή στοχαστή, την ευγενική προσωπικότητα, τον θερμό συμπαραστάτη των ατόμων που είχαν την χαρά να βρίσκονται δίπλα του, τον σταθερό φίλο, τον μαγευτικό συνομιλητή, τον ακάματο πολιτιστικό οραματιστή, τον λάτρη του χρωστήρα και των πολυποίκιλων απαλών χρωματικών συνδυασμών,  τον γενναιόδωρο καλλιτέχνη. Τον έλληνα άνθρωπο της παράδοσης, που με το έργο του-εικαστικό-γραπτό-διδακτικό, παρεμβατικό, προτείνει απτές λύσεις σε καθημερινά πολιτιστικά αδιέξοδα, κοινωνικά προβλήματα και εκπαιδευτικά θέματα, που δεν προέρχονται από τον λόγο ενός από καθέδρας καλλιτέχνη, ενός διανοούμενου που το βάρος της φωνής του αξίζει περισσότερο από τις ίδιες του τις παρεμβάσεις, αλλά την πείρα ενός ατόμου που διέπρεψε στον χώρο της τέχνης του, χωρίς να χάσει την αυθεντικότητα και την ανθρωπιά του. Ο λόγος του, το έργο του και τα γραπτά του, μας δίδαξαν τον σεβασμό προς το φυσικό τοπίο,-ιδιαίτερα το θαλάσσιο και με ότι αυτό συνδέεται, την αγάπη για τους απλούς ανθρώπους του μόχθου και της βιοπάλης και τους τεχνίτες και μαίστορες της τέχνης και καλλιτεχνικής παιδείας. Η λεπτή ισορροπία που κράτησε μεταξύ συναισθήματος και λογικής διαφαίνεται τόσο στις σκέψεις του όσο και στο εικαστικό του έργο. Η ματιά του παρέμεινε μέχρι τέλους δημιουργικά συνθετική, μέσα στο ζωογόνο πνεύμα της ελληνικής παράδοσης χωρίς να γίνεται παραδοσιακός ή να καταφεύγει σε ακαδημαϊσμούς, αν και ο ίδιος έγινε ακαδημαϊκός. Το βλέμμα του δεν υπήρξε ποτέ παθητικό, αδιάφορο, απαξιωτικό, σε ότι με μεγάλη μαεστρία παρατηρούσε και ερευνούσε, αλλά ήταν ένα βλέμμα αναπλαστικό θα σημειώναμε, αναπλαστικό με τέτοιον τρόπο, που δεν γινόταν δεσμευτικό, ώστε να προσδιορίσει και το βλέμμα του αναγνώστη των κειμένων του, ή τον παρατηρητή των εικαστικών του έργων. Το οπτικό ερέθισμα μετατρέπονταν σε οργανωμένο μυστήριο του φυσικού κόσμου, και ένα ενδιαφέρον μοτίβο για τον ευαίσθητο καλλιτέχνη. Ο Παναγιώτης Τέτσης, δεν έπαψε να παλεύει σε όλη την διάρκεια της εικαστικής του παρουσίας, με το χρώμα και τους άπειρους οργανωμένους συνδυασμούς του. Οι πίνακές του, ξεχειλίζουν θα γράφαμε από μια χρωματική γλυκάδα, έτσι όπως ξεχειλίζει το καϊμάκι του καφέ, καθώς ζεστό και με φουσκάλες χύνεται έξω από το μπρίκι, προσφέροντας μια γεύση ικανοποίησης και ευχαρίστησης. Έτσι και οι πίνακες του υδραίου μάστορα της ζωγραφικής, αφήνουν μια θερμή αίσθηση και γαλήνη καθώς τους παρατηρείς και τσουρουφλίζεσαι από το πολύ φως. Μια τεράστια φωτοχυσία αναδύεται από τους πίνακές του, μια μνημειώδη φωτοτροπική αίσθηση. Το χρώμα ανοίγει διαρκή συνομιλία με το ελληνικό φως, και συνθέτουν μαζί το θέμα που επεξεργάζεται. Μια οικειότητα αναδύεται από τους πίνακες του Τέτση, μια παρεμβατική ζεστασιά που οργανώνει τις γραμμές του χρωστήρα προς μια σύνθεση αντάξια του προσωπικού οράματος του ζωγράφου. Οι χρωματικές του συνθέσεις παρότι ρέουν με μεγάλη άνεση, εμπλέκονται αρμονικά μεταξύ τους, αναμειγνύονται με τους παράλληλους χρωματικούς τόνους αντίθετων αλλά όχι εχθρικών μεταξύ τους χρωμάτων. Οι γραμμές του σχεδίου ξεχωρίζουν χωρίς να χαλούν την χρωματική ισορροπία, το σχέδιο από μόνο του μας δίνει το οραματικό στίγμα του καλλιτέχνη, χωρίς όμως να ολοκληρώνει την αισθητική του αυτοτέλεια. Αυτή επιτυγχάνεται, μόνον όταν οι μαλακοί συνδυασμοί των χρωμάτων, αρχίζουν να σκεπάζουν την επιφάνεια, με τους μικρούς ή μεγάλους όγκους τους και να παράγουν μια θερμή αίσθηση που μαγνητίζει το βλέμμα, όπως η πηκτή λάβα του ηφαιστείου, που ξεχειλίζει από το ηφαίστειο. Ο Παναγιώτης Τέτσης, παρότι σπούδασε σε ένα ευρωπαϊκό περιβάλλον, που είχε καταργήσει την φόρμα, και ακολουθούσε αφηρημένα σχήματα, και σχολές ανεικονικές, ο ίδιος, παρέμεινε λάτρης του απλού και καθαρού θεματογραφικού χώρου. Η πλαστικότητα και φωτεινότητα του χώρου, του ενέπνεε την φαντασία, και του προσδιόριζε το βλέμμα. Αυτό το οικείο οπτικό άγγιγμα που φιλοτεχνούσε τον κόσμο και το περιβάλλον της ζωγραφικής του Τέτση. Όχι περιγράφοντας τον χώρο και τα σύνθετα αδιέξοδά του ή πολυσύνθετες ομορφιές του, αλλά την στοιχειώδη όσο γίνεται πιο απλή και δωρική αίσθηση αφήνει η μορφή του το ακατάκτητο γήινο στοιχείο του. Οι μεγάλοι ρέοντες χρωματικοί όγκοι των έργων του Τέτση είναι μια αποκάλυψη, νιώθεις το ίδιο δέος καθώς τους αντικρίζεις, όπως όταν βρίσκεσαι μπροστά σε έναν υπαίθριο πίνακα του Βαν Γκογκ. Αυτούς τους φωτόλουστους πίνακες σταχιών που παμφάγα μαγνητίζουν το βλέμμα του θεατή, ζητώντας σου να απλώσεις το χέρι σου και να δρέψεις την φωτεινή τους φωτεινότητα. Ο Τέτσης ερμηνεύει τον χώρο και αυτό μας δίνει στην εικαστική του κρυστάλλωση. Το φως αντανακλάται και αντανακλά την αίσθηση που αφήνει μέσα στην συνείδηση του καλλιτέχνη η θωπεία του χώρου, ορεινού, ή θαλάσσιου, υπαίθριου ή σχεδιασμένου μέσα στο εργαστήρι του ζωγράφου. Αλλεπάλληλες στρώσεις του ανοιχτόχρωμου ή σκουρόχρωμου μπλε που αντανακλούνται όχι μόνο πάνω στον σκούρο καμβά του τελάρου, αλλά και μέσα στην συνείδηση του ζωγράφου. Οι πινελιές του χαράσσουν με ρευστή ακρίβεια το σχέδιο και γεμίζουν το σκοτεινό φόντο της επιφάνειας. Αλλά και τα σκοτεινά του χρώματα, ή οι σκουρόχρωμοί του συνδυασμοί, πλημμυρίζουν από φως, που διαχέεται σε όλο το πλαίσιο. Όγκοι φωτεινοί χρωμάτων ή σκοτεινοί, δίνουν μια αίσθηση καρδιακή, χωρίς να χάνουν τίποτα από τον λογικό τους πρωτογενή σχεδιασμό. Φωτεινοί κόμβοι χρωμάτων που σου λιγώνουν το βλέμμα με την ευαισθησία τους, τον ρομαντικό τους αισθησιασμό, την φωτεινή ποιητικότητά τους. Μια διαρκή συνομιλία συναντάμε στο εικαστικό έργο του Παναγιώτη Τέτση, μια συνομιλία μεταξύ του ονείρου και της πραγματικότητας, της εξωτερικής διήγησης του χώρου και της εσωτερικής αλήθειας που βιώνει ο καλλιτέχνης καθώς το παρατηρεί. Ακόμα και οι νεκρές του φύσεις, δεν είναι παρά μια φανερή συνομιλία μεταξύ του καλλιτέχνη και του θεατή, καθώς και οι δύο μαζί χαίρονται την μυστική φωνή του απεικονιζόμενου αντικειμένου.
     Ακουαρέλες, λάδια, σχέδια, χαρακτικά, τοπία, προσωπογραφίες, ποδοσφαιριστές, νεκρή φύση, απόκρημνοι βράχοι, βάρκες, μικρά πλεούμενα, και μεγάλα θαλάσσια περιβάλλοντα με τις κρυμμένες τους δυνάμεις, φωτόλουστοι χώροι, οργανωμένα και πειθαρχημένα όλα με μαεστρία μας αποκαλύπτουν την μαγική όραση του Παναγιώτη Τέτση. Μια όραση που αληθεύει μέσα στην χρωματική αλήθεια, και μια ποικιλία ζεστών χρωμάτων, που ερμηνεύονται από την ίδια την ζωή και τα ελπιδοφόρα μυστικά της.
      Τον εικαστικό και δάσκαλο αισθητικής παιδείας Παναγιώτη Τέτση, είχα την χαρά να τον συναντήσω εδώ και χρόνια από κοντά, παρακολουθώντας μια έκθεση ζωγραφικής του. Θυμάμαι ακόμα τον θερμό τόνο της φωνής του, όταν του ανέφερα ότι μένω στον Πειραιά. Μιλήσαμε αρκετή ώρα για τον Πειραιά, για την ακρίβεια, άκουγα την προσωπική του εξομολόγηση για το πρώτο λιμάνι, και τις αναμνήσεις του την περίοδο που μετακόμισε με την οικογένειά του από την γενέτειρα νήσο την Ύδρα, στον Πειραιά. Είχε την καλοσύνη και την ευγένεια, να μου τηλεφωνήσει ορισμένες φορές και να μιλήσουμε και πάλι για την Πόλη, τα θετικά της και τα αρνητικά της. Πολύ αργότερα, διάβασα τις παιδικές του αναμνήσεις για την περίοδο που διέμενε στον Πειραιά, σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά.  Όταν εξέδωσα ένα από τα βιβλία μου, όπως είχα υποχρέωση, τον ανέφερα και του έστειλα το βιβλίο. Μου απάντησε με μεγάλη θέρμη και μιλήσαμε και πάλι για τον Πειραιά, στέλνοντάς μου μια μικρή κάρτα και ένα μικρό αντίγραφο ενός σχεδίου του. Να τι γράφει η κάρτα που μου έστειλε ο δάσκαλος Παναγιώτης Τέτσης, που έφυγε πρόσφατα από κοντά μας και που η εικαστική του ματιά και το κύρος της αισθητικής του γραφίδας, θα μας σημαδεύει όσο υπάρχει ενδιαφέρον για τον ελληνικό πολιτισμό και τους ανθρώπους του.
Ευχαριστώ για την έκπληξη του βιβλίου Ανθολογίας ποιημάτων σου, και δεύτερη έκπληξη ότι περιλαμβάνομαι. Τιμή μου.
Ο Πειραιάς που γνωρίσατε κύριε Μπαλούρδε, στην εφηβεία σας έγινε συναισθηματικά ωραίος λόγω ηλικίας, ήταν πια χαλασμένος ατυχώς. Στο πέρασμά μου ως κατοίκου επί 16 χρόνια και δεκαετίες πίσω τον θυμάμαι επακριβώς. Έχουν απομείνει λίγα κτήρια και η ρυμοτομία. Πνευματικά υποσιτισμένος. Όποιοι άξιζαν δραπέτευσαν προς Αθήνα.
                             Παναγιώτης Τέτσης
     Ο Παναγιώτης Τέτσης, στα βιβλία και στα κείμενά του, αρκετές φορές αναφέρεται στον Πειραιά και τους ανθρώπους του. Ιδιαίτερη μνεία κάνει στον εικαστικό και αρχιτέκτονα Δημήτρη Πικιώνη, τον ζωγράφο και δάσκαλο Γιάννη Τσαρούχη, που υπήρξε και στενός τους φίλος και σε άλλους. Στο τελευταίο του βιβλίο «Φαρμακείον Ευάγγελου Ραφαλιά», εκτός των άλλων αναφορών, υπάρχουν και δύο κεφάλαια που έχουν σχέση με την πόλη του Πειραιά. Το «Β΄ Γυμνάσιο Αρρένων Πειραιώς», και το «11 Ιανουαρίου 1944 (ο βομβαρδισμός του Πειραιά)". Αξίζει να διαβαστούν. Όπως και τα άλλα γραπτά του Παναγιώτη Τέτση.
Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πρώτη γραφή σήμερα, Σάββατο, 19 Μαρτίου 2016
Πειραιάς, 19/3/2016