Τετάρτη, 23 Αυγούστου 2017

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΣΚΕΙΤΑΙ ΜΟΝΟ ΜΕ ΓΝΩΜΟΝΑ ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΣΚΕΙΤΑΙ ΜΟΝΟ ΜΕ ΓΝΩΜΟΝΑ ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ

     Διαβάζω από την αρχή της χρονιάς για άλλη μια φορά, το έργο του σημαντικού συγγραφέα Γιώργου Ιωάννου, Θεσσαλονίκη 20/11/1907-Αθήνα 16/2/1985, και προσπαθώ με τις ισχνές μου δυνάμεις να συντάξω μια ενδεικτική βιβλιογραφία για το έργο του, από στοιχεία και πληροφορίες που έχω συγκεντρώσει και αποδελτιώσει για το έργο του. Ευελπιστώντας, όσοι έχουν την καλοσύνη και το χρόνο από την χώρα και το εξωτερικό, να διαβάζουν τα κείμενα που δημοσιεύω και αντιγράφω στο ιστολόγιό μου, να έχουν μια μικρή βιβλιογραφική μαγιά για έναν πνευματικό δημιουργό, από τους πιο σημαντικούς του προηγούμενου αιώνα στα ελληνικά γράμματα. Ο Θεσσαλονικιός συγγραφέας που φέτος συμπληρώνονται ενενήντα χρόνια από την γέννησή του και τριάντα δύο από τον θάνατό του, μας άφησε μια σημαντική, πολύπλευρη συγγραφική και αρθρογραφική παρακαταθήκη. Σε παλαιότερο κείμενό μου, είχα αναφερθεί ακροθιγώς για την γνωριμία μου μαζί του. Η παρουσία του και ο λόγος του, θα μείνουν ανεξίτηλα μέσα στην συνείδησή μου.
     Τον Γιώργο Ιωάννου, τον γνώριζα πριν τον γνωρίσω μέσα από τα έργα του που είχα διαβάσει, έτσι όταν συναντηθήκαμε, και στον τόπο που συναντηθήκαμε, επιβεβαίωσα την θετική γνώμη που είχα μέσα μου για αυτόν. Αυτόν τον πανέμορφο, μυστικοπαθή χαρακτήρα που σε κέρδιζε αμέσως με την πηγαία και αυθεντική λαϊκότητά του. Το άτομο με την βαθειά θρησκευτική πίστη, τον ντόμπρο χαρακτήρα του ακόμα και όταν σε απέρριπτε. Ο Γιώργος Ιωάννου, ήταν από την στόφα εκείνη την βορειοελλαδίτικη που η ευγένειά του, παρά την εγκατάστασή του στο κλεινόν άστυ, δεν είχε φθαρεί, δεν είχε αλλοιωθεί από την μισοεπαρχιώτικη και μισοαστική συμπεριφορά, την δήθεν κοινωνική συμπεριφορά, των κατοίκων της πρωτεύουσας. Ήταν ένας χαρακτήρας βαθειά και ουσιαστικά ερωτικός, παρά τις ενοχικές στρωματώσεις της  ψυχοσύνθεσής του, τις αγκυλωτικές της συνείδησής του φοβίες. Το πέρασμά του στα εφηβικά του χρόνια από τις παραεκκλησιαστικές οργανώσεις και τα κατηχητικά της εποχής του, τον είχαν σημαδέψει ανεξίτηλα σαν άτομο, παρόλα αυτά, δεν του θρυμμάτισαν την προσωπικότητα. Του άφησαν τις σκοτεινές εκείνες σκιές, που ο ίδιος στα μετέπειτα της ζωής του χρόνια, με την σημαντική και αξιοπρόσεκτη τέχνη του, όσο είναι εφικτό αυτό σε αυτήν την πρόσκαιρη, τυχαία και γεμάτη εμπόδια ζωή μας, απάλυνε τις χαρακιές των ηθικών απαγορεύσεων των εφηβικών του χρόνων, και κατόρθωσε να τιθασεύσει τις καιροφυλακτούσες ερινύες της συνείδησής του, στις όποιες προσωπικές ερωτικές του επιλογές. Ο Θεσσαλονικιός συγγραφέας υπήρξε σε όλη του την ζωή ένας εσωτερικός μετανάστης. Όχι μόνο εξαιτίας της εκπαιδευτικής του σταδιοδρομίας, σαν καθηγητής δίδαξε σε αρκετά σχολεία του εσωτερικού και εκτός ελλάδος, αλλά και λόγο του προσωπικού του χαρακτήρα. Παρότι ήταν γνωστό το έργο του από πολύ νωρίς, και ο ίδιος σαν δημιουργός έχαιρε εκτίμησης, παρά του ότι δημοσίευε κείμενα και άρθρα σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες, σαν άτομο, ήταν απόμακρος και κάπως διστακτικός απέναντι σε αυτό που ο ίδιος ονόμαζε «συρφετό» των κουλτουριάρηδων. Στον Ιωάννου ταιριάζει ο λόγος του Αλεξανδρινού, «εν μέρει Εθνικός και εν μέρει Χριστιανός». Ο Ιωάννου, είχε το χάρισμα του να μπορεί ταυτόχρονα από τη μία να μυθοποιεί την γενέθλια πόλη του, την Θεσσαλονίκη-όπως έπραξε μέσα στα έργα του-και από την άλλη, να σε απομυθοποιεί από την πρώτη στιγμή που θα ερχόσουν σε επαφή μαζί του. Συμπύκνωνε μέσα του μια συγγραφική σοφία και από την άλλη μια ισχυρή διαίσθηση για όσους τον πλησίαζαν ή τους πλησίαζε. Ήταν μοναχικός χαρακτήρας, και ίσως καταβάθως, παρά την δημοσιότητα του έργου του, λειτουργούσε σαν βυζαντινός μοναχός που αφήνει το κελί του για να περπατήσει στα στενά και τις πλατείες του κόσμου για να παρατηρήσει τους ανθρώπους, να συνομιλήσει μαζί τους, να συναναστραφεί, για να διασκεδάσει τις προσωπικές του ενοχές, έως ότου επιστρέψει πίσω στην ειρηνική μοναξιά του. Ο Ιωάννου, παρά την ουσιαστική και βαθειά του επιστημονική κατάρτιση, σαν φιλόλογος, υπήρξε ο έλληνας με την στέρεα ταυτότητα, την ταυτότητα του έλληνα πρόσφυγα, που είδε τις εστίες του ελληνισμού να συρρικνώνονται. Και αυτό τον πονούσε διαρκώς. Τον πλήγωνε η αδιαφορία και ο κυνισμός των σύγχρονων ελλήνων σε θέματα εύρεσης της ουσίας του ελληνισμού και της εθνικής μας ταυτότητας. Του αυτοπροσδιορισμού μας σαν έθνος και σαν ελλαδικό κράτος. Δεν είναι μόνο συγκλονιστικές και μαγευτικές οι περιγραφές του όσον αφορά την Θεσσαλονίκη μετά την Μικρασιατική Καταστροφή, αλλά οι υποβλητικές του εικόνες όσον αφορά τον χώρο της, είναι χωρίς υπερβολή πίνακες ζωγραφικής, όχι ηθογραφικής έμπνευσης, αλλά δυνατού ρεαλισμού. Του ρεαλισμού που διαθέτει η ίδια η Ιστορία του χώρου και των ανθρώπων του. Ο Ιωάννου, δεν είναι ένας διανοητικός γραφιάς, ένας επαγγελματίας συγγραφέας που ταξιδεύει και αποτυπώνει τις εντυπώσεις του, ο Γιώργος Ιωάννου είναι ένας βιωματικός αφηγητής συμβάντων της πρόσφατης ιστορίας, που διαθέτει την αυθεντικότητα που έχουν οι απομνημονευματογράφοι των αγωνιστών του 1821. Μπορεί να μην αφηγείται πολεμικά συμβάντα ή προξενικά και πολιτικά γεγονότα, αλλά με την έντονη βιωματική του γραφή απεικονίζει τα τετελεσμένα γεγονότα μετά τις διάφορες ιστορικές μας αποτυχίες. Ο λόγος του είναι καθημερινός, σαν και τον λόγο των ανθρώπων της επαρχίας ή των νησιωτών, που εξιστορούν με αμεσότητα και χάρη συμβάντα του βίου τους. Η γραφή του δεν είναι περίτεχνη, δεν έχει σκαμπανεβάσματα διηγηματικής εκτόνωσης, αριστουργηματικές τεχνικές της αφήγησης που κάνουν πιο ελκυστικό το κείμενο στα μάτια του αναγνώστη. Ο Ιωάννου εξομολογείται τα συμβάντα σαν τους σοφούς παππούδες της υπαίθρου, που δίπλα στο παραγώνι, συγκεντρώνονται οι μαθητές για να ακούσουν από τα χείλη του, την ιστορία του γένους τους. Το ύφος του δεν είναι περίτεχνο, ούτε υπερβολικό, είναι ισορροπημένο και καθαρό. Ορισμένες φορές η γραφή του αποκτά μια δραματικότητα συγκλονιστική, εκεί που η εξομολογητική του Αυγουστίνια πρόθεση, δυναστεύεται από τα ισχυρά ακόμα ίχνη της χριστιανικής του συνείδησης, που του δημιούργησαν μια πανοπλία φόβου, ενοχών, τύψεων και ερωτικών αναστολών. Ενώ οι αισθήσεις του σώματος επιθυμούν και ποθούν, οι παλαιές απαγορευτικές επιταγές της κοινωνικής θρησκευτικής εμπειρίας στέκονται εμπόδιο στην εκπλήρωση τους. Αυτό δίνει μια δραματικότητα στην γραφή του, ακόμα και όταν μας εξομολογείται καθαρά ιστορικά συμβάντα της κοινωνίας της συμπρωτεύουσας. Οι αφηγηματικές του περιγραφές δεν ξεφεύγουν από τις προθέσεις που ο ίδιος θέλει να δώσει στους χαρακτήρες των ηρώων του και της αληθινής ζωής τους. Η έντονα βιωματική του ματιά με την οποία αντιμετωπίζει και καθρεπτίζει την ιστορία και τα επακόλουθά της τραγικά συμβάντα στις ψυχές των συμπατριωτών του, θυμίζουν τις ποιητικές καταθέσεις του επίσης θεσσαλονικιού ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη, που η Ιστορία ενεργοποιεί όλες τις παραμέτρους της μνήμης για να φωτίσει τα γεγονότα που βίωσε μοναδικά και σκληρά. Παρότι ιδιοσυγκρασιακά ο Ιωάννου ταιριάζει στον άλλον σημαντικό ποιητή από την Θεσσαλονίκη τον Ντίνο Χριστιανόπουλο, ο Γιώργος Ιωάννου, είναι πιο τραγικός γιατί είναι περισσότερο και διαρκέστερα ενοχικός. Ο Χριστιανόπουλος με παρόμοιες με εκείνον πεδίο εμπειριών, γλεντά τις ερωτικές του φοβίες και τις κάνει τραγούδι ερωτικής εκτόνωσης. Αποφεύγει τις θρησκευτικές προσμείξεις που κάνει ο Ιωάννου. Είναι καθαρότερα ερωτικός, αλλά και μοναχικός. Ο Ιωάννου, στον ποιητικό του λόγο είναι περίκλειστος μέσα στις σωματικές του αναστολές και ψυχικές του φοβίες. Το δόγμα το τυραννικό είναι παρών και δυνατό μέσα στην συνείδησή του, αλλά η φαντασία του παρεμβαίνει και το κρατά δέσμιο μέσα στους σκοτεινούς λαβυρίνθους της μνήμης. Ενώ οι εικόνες του και οι περιγραφές του διαθέτουν έντονη συναισθηματική φόρτιση, ο ίδιος μένει περίκλειστος μέσα στο παλαιό ενοχικό του κουβούκλιο. Ο Γιώργος Ιωάννου, διαθέτει μια σοβαρότητα χαρακτήρα, γιαυτό και αποφεύγει όπως ο διάολος το λιβάνι θα σημειώναμε την ελεγχόμενη ή μη «σκανδαλιστική» ατμόσφαιρα του άλλου ομοτέχνου του πεζογράφου από την Θεσσαλονίκη του Κώστα Ταχτσή. Ο Ιωάννου έχει αναστολές και αυτό φαίνεται μέσα στο έργο του, ο Κώστας Ταχτσής δεν έχει. Προκαλεί την μοίρα της Ιστορίας, θεωρώντας ότι θα απολαύσει τους χυμώδεις καρπούς της ζωής, ο Γιώργος Ιωάννου ελκύει με την βιωματική του εξομολόγηση την μοίρα της ιστορίας, για να αποπλυθεί ο ίδιος από τις νεανικές ενοχές του. Ο Γιώργος Ιωάννου, αν δεν λαθεύω, είναι σαν να μην θέλησε καταβάθως να βγει από το «θρησκευτικό Καταφύγιο των Ιδεών», και αναφέρομαι στο γνωστό εξομολογητικό βιβλίο του Χρίστου Γιανναρά που καταγράφει τις προσωπικές του αναμνήσεις από το πέρασμά του από τις χριστιανικές οργανώσεις και τα κατηχητικά. Όπως και να έχει, το τραύμα παρέμεινε ανοιχτό.
     Ο Γιώργος Ιωάννου, εκτός από το διηγηματικό και μυθιστορηματικό έργο που μας κληροδότησε, μας άφησε και τις εξαιρετικές του μεταφράσεις, όπως την Ιφιγένεια η εν Ταύροις, της Ευριπίδιας τραγωδίας, με σημαντικά σχόλια και σημειώσεις, μια επιστημονική και ενδιαφέρουσα εργασία, που μας αποκαλύπτει το σοβαρό ποιόν του φιλόλογου και συγγραφέα Γιώργου Ιωάννου, και την μετάφραση του Στράτωνος Μούσα Παιδική, της Παλατινής Ανθολογίας, που ο Ιωάννου, αφήνοντας ελεύθερο τον εαυτό του μέσω της μεταφραστικής του γλώσσας, των ερωτικών παιδικών αρχαίων ποιημάτων, μας αποκαλύπτει τον έντονο αισθησιασμό του και τον προκλητικό ερωτισμό του. Ο ενοχικός χαρακτήρας των ποιητικών του συλλογών, διοχετεύεται στα αρχαία ερωτικά ποιήματα, αποκτώντας την ταυτότητα που πραγματικά του ταιριάζει, αυτήν του Εθνικής χαρακτηρολογίας έλληνα. Ο Ιωάννου, μόνον όταν κατορθώνει μέσα στο έργο του να συνενώσει αυτές τις δύο ισχυρές και αλληλοσυγκρουόμενες μέσα στο ιστορικό διάβα όψεις της ταυτότητας του έλληνα, μας δίνει εξαιρετικής ποιότητας διηγηματικές περιγραφές. Εκεί που η ατομική του εαυτότητα ως έλληνα, συναντά την καθολική εαυτότητα του γένους του.
     Ο φιλόλογος και συγγραφέας Γιώργος Ιωάννου, ασχολήθηκε ακόμα με την λαϊκή παράδοση του τόπου συγκεντρώνοντας, ανθολογώντας και εκδίδοντας τόσο έναν τόμο με λαϊκά παραμύθια, όσο και με δημοτικά τραγούδια. Ένας άλλος εξίσου ενδιαφέρον τομέας της συγγραφικής του παραγωγής και δημόσιας παρουσίας του και παρέμβασής του στα πολιτικά κοινά της εποχής του, είναι και η αρθρογραφία του-πέρα από τις συνεντεύξεις του-στα διάφορα έντυπα και στην ημερήσια σοβαρή εφημερίδα «Η Καθημερινή» αλλά και σε άλλα αναγνωρισμένα έντυπα της εποχής του, άρθρα που αναφέρονται είτε στις διάφορες παθογένειες της δημόσιας διοίκησης, είτε σε προσωπικές του περιπέτειες, είτε σε θέματα κοινωνικής συμπεριφοράς των νεοελλήνων, είτε σε αμιγώς πολιτικά θέματα και προβλήματα, που ο Ιωάννου εκφράζει ευθαρσώς και με παρρησία τις σκέψεις, τις θέσεις και τις απόψεις του σαν κάτοικος αυτής της δύσμοιρης χώρας, σαν εκπαιδευτικός και σαν συγγραφέας. Είναι κείμενα που μας δείχνουν την βαθειά ελληνική συνείδηση του Θεσσαλονικιού δημιουργού, και την εθνική του ταυτότητα, ενός ατόμου που υπήρξε εσωτερικός μετανάστης όσο ζούσε.
     Ετοιμάζοντας το δεύτερο σημείωμα για τον Γιώργο Ιωάννου, κατέγραψα τα στοιχεία αυτά που είχα εγώ διαφυλάξει στην βιβλιοθήκη μου, καθώς αποδελτίωνα εφημερίδες και περιοδικά που στα παλαιότερα χρόνια συγκέντρωνα. Από τα φύλλα της εφημερίδας «Η Καθημερινή» έχω διαφυλάξει ελάχιστο δείγμα της αρθρογραφίας του Γιώργου Ιωάννου. Παράλληλα μελετώντας και μελετήματα για την συγγραφική του πορεία, στάθηκα σε έναν σημαντικό και χρήσιμο τόμο που εκδόθηκε στην Λευκωσία της Κύπρου από τις εκδόσεις ΑΙΓΑΙΟΝ το 2013, με γενικό τίτλο «ΓΙΑ ΤΟΝ ΙΩΑΝΝΟΥ»-Κριτικά κείμενα, σε εισαγωγή, ανθολόγηση κειμένων του κυρίου Δημήτρη Κόκορη. Ο πολυσέλιδος αυτός τόμος, είναι χρήσιμος από πολλές πλευρές για όσους θέλουν να εμβαθύνουν στο έργο και την συγγραφική τέχνη του δημιουργού Γιώργου Ιωάννου. Είναι ένα πανόραμα παλαιότερων και νεότερων κρίσεων για τον συγγραφέα, από δημοσιεύματα περιοδικών και εφημερίδων μέχρι βιβλίων, που με την ποικιλία των απόψεων, την πολυθεματική κρίση των συμμετεχόντων, τις συγκλίνουσες ή αποκλίνουσες θέσεις πάνω στο έργο του Ιωάννου, την συμμετοχή συγγραφέων, πανεπιστημιακών, κριτικών, δοκιμιογράφων, ποιητών, ιστορικών κλπ., παλαιότερων συγγραφικά γενεών και πολύ νεότερων, αντρών ή γυναικών, μας προσφέρουν το σύνολο πλαίσιο της συγγραφικής παρουσίας που κινήθηκε ο Γιώργος Ιωάννου. Επικουρικά η εισαγωγή του κυρίου Δημήτρη Κόκορη για την κριτική πρόσληψη του έργου του Γιώργου Ιωάννου μέσα στον λογοτεχνικό χρόνο, η εργογραφία του, οι μελέτες που έχουν γραφτεί για το έργο του και οι τίτλοι των αφιερωμάτων των περιοδικών και των εφημερίδων που έχουν δημοσιευτεί για τον συγγραφέα, βοηθούν τον αναγνώστη στην πληρέστερη κατανόηση του θεσσαλονικιού δημιουργού. Η πολυεστιακότητα των κρίσεων και η επιλογή τους σε έναν τέτοιο τόμο, προσδίδουν την ευσυνειδησία του ανθολόγου, την φιλολογική του εγκυρότητα και την επάρκεια των γνώσεών του στο εξεταζόμενο θέμα.
     Στο δεύτερο σημείωμα, δικής μου αποδελτίωσης πιο αναλυτικής των κρίσεων για τον συγγραφέα Γιώργο Ιωάννου που ετοιμάζω, συμπληρωματικά των όσων υπάρχουν και έχουν δημοσιευτεί, θα καταγράψω τους συμμετέχοντες του παρόντος τόμου και τις εργασίες τους για τον συγγραφέα. Πολλές από τις οποίες γνωρίζω, έχω αποδελτιώσει και έχω διαβάσει.
     Εδώ, σε αυτό το πρώτο ολοκληρωμένο σημείωμα, μεταφέρω το «πολιτικό» και ριζοσπαστικό κείμενο του Γιώργου Ιωάννου που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Η Καθημερινή» το 1983, και αναφέρονταν στην ΚΎΠΡΟ, μετά τα γνωστά δραματικά πολεμικά γεγονότα του Ιουλίου του 1974, και την κατοχή του νησιού της Αφροδίτης από τα Τούρκικα κατοχικά στρατεύματα. Το κείμενο δημοσιεύεται στο τέλος του βιβλίο σελίδες 526-527, μετά το πέρας της ενότητας των ανθολογούμενων κρίσεων.
Ο λόγος του Ιωάννου είναι σκληρός και ίσως απόλυτος, όπως ταιριάζει στις τότε ιστορικές περιστάσεις. Είναι όμως ένας λόγος καθαρά ιστορικός και υπερασπιστικός των ελληνικών συμφερόντων, και σε σημεία του υπαινικτικός όταν υπονοεί την γηραιά Αλβιόνα και την εξωτερική της πολιτική. Μιλά για συνυπευθυνότητα πολιτικής απραξίας, τόσο των Ελλαδιτών όσο και των Κυπρίων. Έχει θέση, έχει πρόταση πολιτικής επιλογής, διαθέτει καθαρό πατριωτικό φρόνημα, όχι εθνικιστικό, αλλά ελληνικό κοιταγμένο μέσα από ενέργειες ηρώων της ελληνικής ιστορίας, αφήνει υπαινιγμούς για πολιτικές ενέργειες και αποφάσεις της τότε ελλαδικής πολιτικής ηγεσίας, διαθέτει χρωματισμούς πίκρας αλλά και εθνικής υπερηφάνειας. Δεν αφήνει έξω από την ακτίνα κριτικής του ούτε τον τότε Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών. Είναι ένας λόγος σοβαρός, κάπως παρακινδυνευμένος στις θέσεις του-ίσως όχι στην εποχή που γράφτηκε και δημοσιεύτηκε, σε έντυπο που υποστήριζε σταθερά τον Εθνάρχη και το κόμμα του-έχει σκληρή λογική, ίσως ανεδαφική στρατηγική, δεν είναι καθόλου συναισθηματικός, όπως δικαίως ήταν η αρθρογραφία εκείνης της περιόδου για την Κύπρο-δεν είχε περάσει ούτε μία δεκαετία από την εισβολή του «Αττίλα» 1 και 2, έχει υποδεικτικό χαρακτήρα, όχι από την πλευρά ενός διπλωμάτη, ή στρατιωτικού, ή πολιτικού κυβερνητικού παράγοντα της χώρας, αλλά από την σκοπιά ενός εκπαιδευτικού και συγγραφέα, που πονά για την πατρίδα του, που αγαπά την πατρίδα του, ενδιαφέρεται για τον ελληνισμό και την ιστορία του, και δεν φοβάται, αλλά τολμά να εκφράσει δημόσια την γνώμη του, δίχως να σκέφτεται πως θα χαρακτηριστεί από τους ντόπιους παρατρεχάμενους και ανιστόρητους συμπατριώτες του.
Οι θέσεις του συγγραφέα Γιώργου Ιωάννου, θα πρέπει να συνεξετάζονται με τις απόψεις άλλων ελλήνων συγγραφέων που έγραψαν για το πρόβλημα της Κύπρου μετά τα τραγικά-μέχρι των ημερών μας-γεγονότα του 1974. Όχι που της αφιέρωσαν ποιήματα ή ποιητικές τους συλλογές ή διηγήματα, αλλά με κείμενα που έχουν καθαρά πολιτική θέση και ιστορική συνείδηση. Ανεξάρτητα από την διπλωματική αποτελεσματικότητα των λεγομένων τους.
Το ελληνικό φρόνημα, και η ελληνική συνείδηση του συγγραφέα Γιώργου Ιωάννου, φαίνεται και σε άλλα του δημοσιεύματα και κείμενα. Τα ιστορικά παραδείγματα που επικαλείται δεν είναι ούτε τυχαία ούτε άσκοπα. Ο Ιωάννου δεν είναι πολιτικός, ούτε διπλωμάτης, είναι ένας απλός καθημερινός έλληνας που αγωνιά για το μέλλον του ελληνισμού που ανήκει και ο ελληνισμός της Κύπρου. Συνεξετάζει το θέμα με έναν ενιαίο και άρρηκτο ιστορικό δεσμό.
     Δεν γνωρίζω πως υποδέχτηκαν τις απόψεις του οι τότε πολιτικοί ιθύνοντες ή πνευματικοί άνθρωποι του τόπου, ή οι δημοσιογραφούντες στα κλειστά τους επαγγελματικά Γραφεία. Ούτε γνωρίζω αν έτυχε αποδοχής ή απόρριψης ή και «χλευασμού» όπως συνηθίζουμε σε αυτήν την χώρα, είτε λιντσάρουμε τον άλλον που δεν συμφωνεί με τις απόψεις μας είτε τον χλευάζουμε. Σταθερά όμως αρνούμαστε να τον ακούσουμε, να διαβάσουμε τις απόψεις του και να προβληματιστούμε πάνω σε αυτές ανοίγοντας διάλογο επικοινωνίας για ενδεχόμενες συγκλίσεις θέσεων. Μια κοινωνική παθογένεια της φυλής μας που διατηρείται ακόμα και στις μέρες μας.
     Αξίζει από αρμόδιους περί τα λογοτεχνικά ή εκπαιδευτικά πράγματα της χώρας, να συγκεντρωθούν τα δημοσιευμένα αυτά άρθρα και παρεμβάσεις του συγγραφέα Γιώργου Ιωάννου, και να εκδοθούν αυτοτελώς, γιατί δεν μας φανερώνουν μόνο την σκέψη και τις κρίσεις ενός εκπαιδευτικού και συγγραφέα πάνω σε θέματα που αφορούν τον ελληνισμό και την ελληνική εξωτερική πολιτική, και κατ’ επέκταση το πρόβλημα της Κύπρου, αλλά και την περιρρέουσα ιστορική ατμόσφαιρα των ελλήνων της περιόδου εκείνης, για το τι θα ήθελαν να πράξουν οι πολιτικές τους ηγεσίες.
Ας σταθούμε σκεπτικοί πάνω στο ίσως εν θερμώ κείμενο του Γιώργου Ιωάννου.

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΣΚΕΙΤΑΙ ΜΟΝΟ ΜΕ ΓΝΩΜΟΝΑ ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ

   Εάν πιστεύουμε ότι η Κύπρος είναι Ελλάδα, τότε η Ελλάδα αυτές τις μέρες, στο κυπριακό τμήμα της καταργείται. Και κατακρεουργείται με προοπτική. Προοπτική κοντινή και προοπτική μακρινή. Και κάθε άλλου είδους… Δέν πρόκειται δηλαδή να σταματήσει το πράγμα εδώ. Ούτε στην Κύπρο, ούτε στο Αιγαίο.
     Επομένως, έστω και τώρα, να αντιδράσουμε σκληρά σ’ αυτή την απόσπαση, γιατί αλλιώς θα μείνει ως τραύμα στο κορμί της Ελλάδας και στην ψυχή της Ελλάδας. Και σίγουρα κάποτε θα κακοφορμίσει. Αντίθετα, στην ψυχή των εχθρών θα αποτελεί συνεχώς πηγή γαυριασμού και απληστίας.
     Ότι οι Τούρκοι είναι προαιώνιος εχθρός, είναι μια σκληρή πραγματικότητα. Κι αυτό δεν μπορεί καμιά μπροσούρα οσοδήποτε σοροπιαστή και μαλακυντική να το αλλάξει. Οι Τούρκοι θέλουν αντιμετώπιση προαιώνιου εχθρού κι εμείς αυτό το έχουμε ξεχάσει. Και είναι ανθρώπινο. Αλλά δυστυχώς, χίλιες φορές δυστυχώς, πρέπει να το έχουμε πάντοτε στη συνείδησή μας και γνώμονα στις ενέργειές μας.
    Για την τωρινή κατάσταση φταίμε κυρίως εμείς. Και βέβαια είναι ανακατεμένες οι διπρόσωπες ξένες δυνάμεις. Ασκούν την πολιτική τη δική τους. Και βέβαια οι Τούρκοι είναι ιμπεριαλιστές και φασίστες. Ασκούν την πολιτική τους. Αλλά εμείς; Τι έχουμε κάνει και πόσο έχουμε αντισταθεί εμείς; Αντισταθήκαμε τουλάχιστον ως δημοκρατική μεταπολίτευση το 1974; Χίλιες φορές όχι! Δεν έφταναν, λέει, τα αεροπλάνα ως εκεί! Για φαντάσου! Και τα υποβρύχιά μας που έφταναν, τι έκαναν τα υποβρύχιά μας;
     Ο Κανάρης στην Επανάσταση πήγε με τις φελούκες ως την Αλεξάνδρεια και παρ’ ολίγο να κάψει μέσα εκεί τον τουρκο-αιγυπτιακό στόλο κι εμείς συζητάμε για αεροπλάνα που δεν έφταναν και για υποβρύχια που δεν μπορούσαν; Δεν έφτανε η ψυχή μας ως εκεί, το ραχάτι μας. Ναι, το ραχάτι μας! Αυτή η λέξη μας αξίζει.
     Και βολευτήκαμε, κι εμείς και οι Κύπριοι, με την πληγή ανοιχτή. Κάποτε κάποιος διεθνής οργανισμός, κάποιος κύριος Κουεγιάρ, θα ερύθμιζε ως διά μαγείας και πάλι την κατάσταση, και θα απόδιωχνε σαν κακό όνειρο τα όσα τετελεσμένα. Και ιδού η κατάληξη που δεν είναι κατάληξη. Και ιδού η εξέλιξη!
     Το πικρό αυτό ποτήριο δεν παρέρχεται αν δεν του δώσουμε μια δυνατή κλωτσιά να περιλούσει αυτούς που μας το προτείνουν. Ξαφνικά και αναπάντεχα και τώρα γρήγορα να αρχίσουμε κι εμείς τα τετελεσμένα. Όσο κι αν είναι σκληρό, πρέπει να αρχίσουμε. Ο εχθρός εκτιμά ιδιαίτερα τα τετελεσμένα. Και τον έχουμε σε πολλά στο χέρι. Πολλά μπορούμε να του δημιουργήσουμε και, αντί να μας κλονίσει, να τον κλονίσουμε εμείς με την αέναη και πολυσχιδή επιθετικότητά μας.
     Και κάτι ακόμα: Είναι βλακώδες και εγκληματικά αντιπατριωτικό να τα βάζουμε, και μάλιστα στις κρίσιμες αυτές στιγμές, με αυτούς που πιθανότατα βρίσκονται πίσω από τους Τούρκους. Μ’ αυτούς θα λογαριαστούμε αργότερα, σε στιγμή προσφορότερη για μας. Η πολιτική δεν είναι ούτε συναίσθημα  ούτε κατανυκτική εξομολόγηση. Η πολιτική ασκείται μόνον με γνώμονα την πατρίδα και τα μεγάλα συμφέροντά της.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς, 23 Αυγούστου 2017

ΥΓ. Η πανέμορφη Ζωή, ελεύθερη και χαμογελαστή ταξιδεύει για την άλλη Ζωή.