Τρίτη, 8 Αυγούστου 2017

Βασίλειος Λαούρδας

                       Βασίλειος Λαούρδας
       Πειραιάς 21/3/1912-Θεσσαλονίκη 19/3/1971

     Ένα τιμημένο παιδί της πειραϊκής γης που δραστηριοποιήθηκε εκτός των ορίων της, υπήρξε και ο φιλόλογος, ιστορικός και συγγραφέας Βασίλειος Λαούρδας. Το έργο του-ένα μέρος του για την ακρίβεια-το πρωτογνώρισα όταν άρχισα να ασχολούμαι συστηματικότερα με τα πολιτιστικά πράγματα της πόλης και να συγκεντρώνω στοιχεία και πληροφορίες για τους ανθρώπους της. Τέλη δεκαετίας του 1980 όταν παρουσίαζα την εκπομπή «ΜΑΚΡΑ ΤΕΙΧΗ» στο ραδιοφωνικό σταθμό ΚΑΝΑΛΙ 1 του Πειραιά, πού τότε άρχισε να εκπέμπει. Σε γνωστό παλαιοπωλείο της πόλης, σε μια μάλλον τσουχτερή τιμή 1500 παλαιές δραχμές,-για τα εργασιακά δεδομένα της εποχής εκείνης-αγόρασα ένα δεκαεξασέλιδο μελέτημά του που είχε εκδοθεί στον Πειραιά το 1943 από το βιβλιοπωλείο των ΑΦΩΝ Κ. ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗ, ΠΛΑΤΕΙΑ ΚΟΡΑΗ (Ι. ΔΡΑΓΑΤΣΗ) ΠΕΙΡΑΙΕΥΣ. Το γνωστό σε όσους μελετούν και διαβάζουν τον Κρητικό συγγραφέα Νίκο Καζαντζάκη, «Η «ΟΔΥΣΣΕΙΑ» ΤΟΥ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ» (ΚΡΙΤΙΚΟ ΔΟΚΙΜΙΟ). ΑΘΗΝΑΙ 1943. Το με καρφίτσα δεμένο δεκαεξασέλιδο, έχει διαστάσεις 17,5Χ24,5 cm και σκουρόχρωμο εξώφυλλο. Παρατηρούμε, ότι ενώ στο οπισθόφυλλο αναφέρεται ως τόπος ο Πειραιάς και το παλαιό βιβλιοπωλείο, στο εξώφυλλο πάνω από τον χρόνο έκδοσης αναγράφεται η πρωτεύουσα.
Το παλαιό βιβλιοπωλείο του Πειραιά των Αδερφών Κ. ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗ, είναι φυσικό να μην το πρόλαβε η γενιά μου, γενιά του 1980, θυμάμαι όμως τον χώρο του στην Πλατεία Κοραή, αριστερά όπως αντικρίζουμε την Ιωνίδειο Σχολή από την Δραγάτση, που ήταν το κατάστημα με τα «παιχνίδια» που αφορούσαν τα κάθε είδους αεροπλάνα. Στην βιτρίνα του, που αιωρούνταν διαφόρων μεγεθών αεροπλανάκια, πάντοτε στεκόμασταν εμείς οι νέοι της εποχής για να περιεργαστούμε, να θαυμάσουμε, να χαζέψουμε τα εκθέματα. Νεαρά πειραιωτάκια, που δεν γνωρίζαμε ακόμα τον πειραιώτη ποιητή-αεροπόρο Ευάγγελο Καμπέρο. Στην θέση του υπάρχουν σήμερα δύο σύγχρονα Καφέ.
       Στο κέντρο του Πειραιά, στο ιστορικό σημείο συνάντησης και στέκι παλαιότερων και σύγχρονων πειραιωτών στην Πλατεία Κοραή, που έχει αλλάξει όνομα αρκετές φορές από την ίδρυση του Δήμου και μετέπειτα, εκδόθηκε το 1943 μέσα στα τραγικά πολεμικά και κατοχικά χρόνια για την πατρίδα μας, η μικρή αυτή μελέτη του πειραιώτη Βασίλειου Λαούρδα. Το όνομα του χαίρει εκτίμησης και σεβασμού όχι μόνο από τους παλαιότερους συγγραφείς της πόλης, αλλά και από τους νεότερους της γενιάς μου που ενδιαφέρονται και ασχολούνται με τα πολιτιστικά πράγματα του Πειραιά. Αν και όπως όλοι μας καλά πλέον γνωρίζουμε, το έργο του σημαντικού αυτού πειραιώτη φιλόλογου και επιστήμονα, λησμονήθηκε από τους δημότες όπως και το έργο και η παρουσία δεκάδων άλλων σπουδαίων πειραιωτών. Οι άνθρωποι θυμούνται πλέον μόνο συμμετέχοντες σε τηλεπαιχνίδια, ποδοσφαιριστές, ηθοποιούς και τραγουδιστές. Πέρα όμως από την κοινωνική σύγχρονή μας παθογένεια, η πόλη του Πειραιά, οφείλει ευγνωμοσύνη στον σημαντικό ποιητή της Θεσσαλονίκης Ντίνο Χριστιανόπουλο, ο οποίος μεταξύ άλλων του χρήσιμων εκδοτικών εργασιών εξέδωσε με δική του εισαγωγή και επιμέλεια τα «ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΑ ΔΟΚΙΜΙΑ» του Βασίλειου Λαούρδα από  τον εκδοτικό του οίκο «Διαγώνιος» Θεσσαλονίκη 1977, αριθμός 27.
Ας αντιγράψουμε μέρος του κειμένου του ποιητή Ντίνου Χριστιανόπουλου, σελίδες ια-ιγ που μας μιλά για «Το κριτικό έργο του Βασίλειου Λαούρδα» και που έχει άμεση σχέση με τον ίδιο, την πορεία του και το κείμενό του για την «ΟΔΥΣΣΕΙΑ»:
«Ο Βασίλειος Λαούρδας γεννήθηκε το 1912 στον Πειραιά από πατέρα Ρουμελιώτη και μητέρα Κρητικιά. Από το 1931 ως το 1936 σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, και επηρεάστηκε πολύ από τη διδασκαλία του Ιωάννη Συκουτρή καθώς και από την επαφή του με τους καθηγητές Παναγιώτη Κανελλόπουλου και Ιωάννη Θεοδωρακόπουλο. Από το 1937 ως το 1947 δίδαξε σε διάφορα λύκεια στην Αθήνα, τον Πειραιά και το Ηράκλειο Κρήτης. Το 1948-1949 συνέχισε τις σπουδές του στην Οξφόρδη και από το 1949 εργάστηκε ως ερευνητής στην Αμερική. Το 1954 εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη-τον «αληθινό του βιότοπο», κατά την επιτυχημένη έκφραση του Πρεβελάκη-όπου διορίστηκε διευθυντής του Ιδρύματος Μελετών της Χερσονήσου του Αίμου. Τη θέση αυτή την κράτησε ως το θάνατό του (1971). Ως διευθυντής του ΙΜΧΑ ανέπτυξε καταπληκτική δραστηριότητα: οργάνωσε το ίδρυμα, εξέδωσε σειρές αυτοτελών δημοσιευμάτων, ίδρυσε το (1960) και διηύθυνε το ξενόγλωσσο περιοδικό “Balkan Studies”, συγκρότησε και τύπωσε ένα μεγάλο μέρος από το αρχείο του μακεδονικού αγώνα, διοργάνωσε συνέδρια και ειδικές σειρές διαλέξεων και πήρε μέρος με κάθε τρόπο στην πνευματική ζωή του ελληνισμού.
     Ο Λαούρδας υπήρξε, όπως έλεγε και ο ίδιος, κλασικός φιλόλογος. Ακολουθώντας και σ’ αυτό τον αγαπημένο του δάσκαλο, τον Συκουτρή, έβλεπε τον ελληνισμό σε μια σύνθεση κλασικού πνεύματος, χριστιανικής ορθοδοξίας και νεοελληνικού μύθου, και γι’ αυτό ασχολήθηκε στην αρχή με τους αρχαίους και αργότερα με τους βυζαντινούς, ενώ δεν έπαψε ποτέ να ενδιαφέρεται για τη σύγχρονη λογοτεχνία. Το κριτικό του έργο, τουλάχιστον στα χρόνια της κατοχής, αποτελεί μια συστηματική προσπάθεια να αποτιμηθεί η λογοτεχνία μας με ιδεαλιστικά και ελληνοκεντρικά κριτήρια. Από τα τετρακόσια δημοσιεύματά του, πάνω από εβδομήντα αφορούν την νεοελληνική λογοτεχνία, κι απ’ αυτά, τα μισά τουλάχιστον είναι εκτενείς μονογραφίες.
     Ο Λαούρδας εμφανίστηκε νεώτατος, το 1931, ως τακτικός συνεργάτης του λογοτεχνικού περιοδικού «Ορίζοντες» που έβγαινε στον Πειραιά. Εκεί δημοσίευσε ένα κατακριτικό σημείωμα για τη μοντέρνα τέχνη, μια αρνητική βιβλιοκρισία για το μυθιστόρημα του Θράσου Καστανάκη «Στο χορό της Ευρώπης», μια βιβλιογραφία της Μαρίας Πολυδούρη κ. ά. ………………………………..
     Και ξαφνικά το 1943 ο Λαούρδας τυπώνει το φυλλάδιο για την «Οδύσσεια» του Καζαντζάκη, που τάραξε τον πνευματικό κόσμο της εποχής. Στο δοκίμιο αυτό ο νεαρός συγγραφέας, από οπαδός του Καζαντζάκη, εμφανίζεται αρνητής και ταυτόχρονα τιμητής του, με μια βιαιότητα που κάνει εντύπωση. Αμέσως του απάντησαν ο ίδιος ο Καζαντζάκης, ο Θεοτοκάς και ο Δεσποτόπουλος, ο Λαούρδας αναγκάστηκε να ανταπαντήσει στον Καζαντζάκη με μια δευτερολογία πιο ήπια αλλά και πιο πεισματάρικη, όπου τον απαρνιέται οριστικά.
     Τά δύο κείμενα του Λαούρδα για την «Οδύσσεια» του Καζαντζάκη έχουν κάτι το ηρωικό και συνάμα δραματικό. Ηρωικό, γιατί χρειάζονταν πολύ θάρρος για να τα βάλει ένας νέος μ’ έναν μεγάλο που περνούσε για γίγαντας στον καιρό του, δραματικό, γιατί η μελέτη της «Οδύσσειας» άρχισε με θαυμασμό και πίστη και κατέληξε σε απογοήτευση και αποδοκιμασία. Και δεν μπορούσε, βέβαια, να είχε γίνει αλλιώς. Για έναν ιδεαλιστή, σαν τον Λαούρδα, που ζητούσε από το έργο τέχνης να προβάλλει πάντα ιδανικά ζωής, και για έναν ελληνοκεντρικό στοχαστή, που απαιτούσε από το λογοτέχνη να εκφράζει το νεοελληνικό πνεύμα και ήθος, η «Οδύσσεια» ήταν έργο όχι απλώς απογοητευτικό αλλά «ψεύτικο» και «φριχτό»: βασίζονταν στο ασιατικό πνεύμα, είχε ασιατικό ύφος και ασιατική αισθητική (η Κρήτη του Καζαντζάκη ήταν κι αυτή ασιατική), «αντιμάχονταν το κλασικό ελληνικό πνεύμα» και εξέφραζε ένα μηδενισμό που δε μπορούσε κάν να αναχθεί σε κοσμοθεωρία γιατί προέρχονταν από την «ατομική ανικανότητα» του Καζαντζάκη. Σήμερα που δεν μας ενδιαφέρουν πιά οι κοσμοθεωρίες του μεσοπολέμου αλλά εξακολουθεί να μας κεντρίζει η λογοτεχνία της εποχής εκείνης, μας μένει σα θετικό στοιχείο το μορφολογικό ξετίναγμα της «Οδύσσειας». Με σωρεία παραδειγμάτων ο Λαούρδας εξετάζει τη γλώσσα και τη χρήση της λέξης, το ύφος, τις παρομοιώσεις, τις εικόνες, το μέτρο (βρίσκει τον 17 σύλλαβο ξένο προς τη νεοελληνική ψυχή), το χαρακτήρα του έπους, καθώς και την όλη αισθητική του έργου, για να δείξει τη σαθρότητά του. Οι παρατηρήσεις και τα επιχειρήματα αυτά, κυρίως όπως συνοψίζονται στο τέλος της επιστολής προς Καζαντζάκην, που δημοσιεύτηκε στη «Νέα Εστία», αποτελούν πολύτιμο βοήθημα για τους μελετητές αλλά και τους αρνητές του Καζαντζάκη.
     Η κριτική της «Οδύσσειας» υπήρξε η απαρχή μιας σειράς δοκιμίων που αποτελούσαν μια συγκροτημένη θεώρηση του πνευματικού  μας καθεστώτος και που δημοσιεύτηκαν όλα στο περιοδικό «Φιλολογικά Χρονικά» το 1944-1945. ………….».
     Οι απόψεις του έμπειρου φιλόλογου και πρωτίστως ποιητή Ντίνου Χριστιανόπουλου, μας δίνουν όχι μόνο την πνευματική εικόνα του πειραιώτη φιλόλογου και συγγραφέα, την επαγγελματική του σταδιοδρομία στην συμπρωτεύουσα και την συμβολή του στην διάσωση πολιτιστικών της τεκμηρίων, αλλά και το πολύπλευρο και καθοριστικό συγγραφικό και εκδοτικό έργο που άφησε για τα πράγματα της συμπρωτεύουσας, και τις επιρροές που δέχτηκε από τον κλασικό φιλόλογο Ιωάννη Συκουτρή στην διάρκεια της πορείας του. Οι σχολιασμοί που κάνει ο Ντίνος Χριστιανόπουλος για την ταυτότητα των δοκιμιακών θέσεων γενικότερα του Λαούρδα, και ειδικά την μελέτη του για την «Οδύσσεια» του Καζαντζάκη που αναδημοσιεύει πρώτη στα «Φιλολογικά Δοκίμια» του που αναστήλωσε έξι χρόνια μετά την εκδημία του, τις άμεσες αντιδράσεις που προκάλεσε το κείμενο αυτό από σημαίνοντες λογοτέχνες της εποχής και την ανταπάντηση του Λαούρδα, (βλέπε σημειώσεις της έκδοσης) είναι εύστοχοι, καίριοι και ορθοί, και επαναφέρουν, και στην εποχή μας, το πρόβλημα «Οδύσσεια». Οι θέσεις του Βασίλειου Λαούρδα για τον συγγραφέα Νίκο Καζαντζάκη και όχι μόνο, του δυναμικού και μαχητικού αυτού πνευματικού παιδιού του Πειραιά, επανήλθαν στην επικαιρότητα με τις επιλογές και τους σχολιασμούς του ποιητή και εκδότη Ντίνου Χριστιανόπουλου, και πέρα από τα όρια της πόλης που δραστηριοποιήθηκε ο Βασίλειος Λαούρδας και έκαναν γνωστότερες τις απόψεις και τις κρίσεις του σε ένα ευρύ αναγνωστικό κοινό, φίλων ή μη του Καζαντζακικού έργου. Γιαυτό ανέφερα παραπάνω ότι η πόλη του Πειραιά, οφείλει ευγνωμοσύνη στον ποιητή της Θεσσαλονίκης.
Για τον Βασίλειο Λαούρδα,-που έφυγε από την ζωή αρκετά νέος-έχουν γραφτεί και δημοσιευτεί δεκάδες άρθρα και μελετήματα, ενδεικτικά δες τον τόμο «Μελετήματα στη μνήμη Βασίλειου Λαούρδα» Θεσσαλονίκη 1975, Εμμανουήλ Γ. Πρωτοψάλτη, «Βασίλειος Γ. Λαούρδας» Μνήμη 1912-1971, Ομιλία εν τη αιθούση του Πειραϊκού Συνδέσμου, έκδοση Τυπογραφείον Ελευθέριου Σ. Λαούρδα, Νοταρά 57, Πειραιάς 1972, Κ. Μητσάκη, «ΤΟ ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΗ ΛΑΟΥΡΔΑ (1912-1971)-πρόλογος του καθηγητή Δ. Δεληβάνη, από το ΙΔΡΥΜΑ ΜΕΛΕΤΩΝ ΧΕΡΣΟΝΗΣΟΥ ΤΟΥ ΑΙΜΟΥ, Θεσσαλονίκη 1976 και άλλα.        
    Οι επεξηγηματικές πληροφορίες που μας δίνει ο συγγραφέας Βασίλειος Λαούρδας στο Εισαγωγικό του Σημείωμα στη δεύτερη σελίδα, για την μελέτη του για την «Οδύσσεια» του Νίκου Καζαντζάκη, είναι καθοριστικές στην κατανόηση των κρίσεών του, και την περιληπτική εξέταση και αποτύπωση των θέσεών του, σε ένα τόσο σύντομο χρονικό διάστημα, και μάλιστα σε μια ομιλία σε ένα όχι και τόσο μεγάλο κοινό όπως αναφέρει ο ίδιος. Και θα σημειώναμε, ότι τα λεγόμενά του, μας δίνουν την δυνατότητα να εκφράσουμε το μάλλον όχι άστοχο παράδειγμα, ότι ο Βασίλειος Λαούρδας, ακολούθησε στον χώρο της λογοτεχνίας τον αντίστροφο δρόμο από αυτόν του Αποστόλου Παύλου, δηλαδή όχι του μετέπειτα πιστού ακόλουθου, αλλά του απαρνητή. Για να είμαστε και μέσα στο θεολογικό- μεταφυσικό κλίμα που κινούνταν και ο Νίκος Καζαντζάκης σε όλη του την ζωή.
Ας δούμε τι γράφει ο Λαούρδας:
«Τον Ιανουάριο του 1943 με την ευγενική φροντίδα του πολύκλαυστου Γεωργίου Χαριτάκη και του κ. Άγγελου Σικελιανού μπροστά σε μικρό αλλά πολύ διαλεχτό ακροατήριο έκανα τέσσαρες ομιλίες για την «Οδύσσεια» του Καζαντζάκη. Οι ομιλίες αυτές ήταν συνεπτυγμένη μορφή διεξοδικής μελέτης, που ετοιμάζω καιρό τώρα για το βιβλίο του ερημίτη της Αίγινας. Όταν άρχισα να εργάζομαι, η «Οδύσσεια» ήταν για μένα πίστη. Τον τελευταίο όμως καιρό η πίστη αυτή έχει γίνει πρόβλημα-κι’ ήταν περισσότερο η λαχτάρα να απαντήσω σε πλήθος ερωτηματικά, που με έκανε να μιλήσω τόσο διεξοδικά για την «Οδύσσεια», παρά η επιθυμία να κάνω γνωστό ένα βιβλίο, που θα έπρεπε άλλως να το ξέρουμε όλοι.
     Το κριτικό δοκίμιο, που δημοσιεύω τώρα, είναι η τελευταία από τις τέσσερεις εκείνες ομιλίες, τροποποιημένη όμως σε πολλά σημεία, ιδίως σε ότι αφορά την Ποίηση  και την Κοσμοθεωρία της «Οδύσσειας». Θα ήθελα και ο ίδιος ο Ποιητής και ο αναγνώστης να δικαιολογήσουν τον κάποτε οξύ τόνο των αντιρρήσεών μου: Η μόνη τους πηγή είναι μια εντελώς διαφορετική με πολύ πόνο αποκτημένη στάση μπροστά στον πνευματικό κόσμο της «Οδύσσειας», στάση, που θα την ονόμαζα, πολύ ελλειπτικά ίσως αλλά νομίζω πολύ καθαρά, στάση ελληνική. Το μόνο, που έχω να προσθέσω, είναι πως ελπίζω να δίνω, με τη δημοσίευση αυτή, την ευκαιρία για ουσιαστικότερη συζήτηση πάνω στην «Οδύσσεια». Η υποχρέωση, να τελειώσω την εργασία, που έχω αρχίσει, εξακολουθεί φυσικά να ισχύη το ίδιο όπως πρίν».
     Όπως αναφέρει ο Βασίλειος Λαούρδας, η κριτική αυτή μελέτη που εκδόθηκε το 1943, είναι η τελευταία ομιλία του εμπλουτισμένη, που έδωσε την ίδια χρονιά για τον Κρητικό συγγραφέα και το μεγαλόπνοο αυτό έργο του. Μετά τον Νίκο Καζαντζάκη αν δεν λαθεύω, δεν επιχειρήθηκε από άλλον έλληνα συγγραφέα παρόμοια ποιητική προσπάθεια τέτοιου στιχουργικού εύρους, (33.333 στίχοι) και πολύστικτου γλωσσικού πλούτου. Λέξεις και ιδιωματισμοί λέξεων εκφράσεις του προφορικού λόγου και ντοπιολαλιές από όλα σχεδόν τα γεωγραφικά διαμερίσματα της χώρας, της λαϊκής μας παράδοσης και λαϊκής δημώδους γραμματείας, των θρύλων και των παραμυθιών. Ένα πολυστρωματικό γλωσσικό υλικό που οικοδομεί με την γλωσσική απληστία που διακρίνει τον Κρητικό συγγραφέα, το ακόρεστο πάθος του να καταγράψει κάθε γλωσσική έκφραση και λεκτική ιδιοτυπία της χώρας, αυτό που θα ονομάζαμε, αν είναι σωστός ο όρος, Λίνγκουα Καζαντζάκικα. Το ογκώδες και δυσκολοδιάβαστο ποιητικό αυτό έργο,-το ακόμα και σήμερα αδιάβαστο και ανέγγιχτο από τους περισσότερους έλληνες-είναι το τελευταίο σύγχρονο ποιητικό Έπος των ελληνικών γραμμάτων. (χωρίς να αγνοώ την άποψη του ίδιου του συγγραφέα για αυτό ως δράμα). Και ίσως, να μην είναι υπερβολή αν σημειώσουμε, ότι το αγγλόφωνο κοινό που έχει διαβάσει το πολυσέλιδο αυτό ποιητικό βιβλίο του Νίκου Καζαντζάκη (αυτήν την πολυελληνόφωνη Καζαντζακιάδα), είναι μεγαλύτερο από το ελληνικό κοινό, και αυτό οφείλεται στον ακούραστο και ακάματο μεταφραστή Κίμωνα Φράϊερ που το μετέφρασε στην αγγλική γλώσσα. Τον καθηγητή, διανοούμενο, ποιητή, δοκιμιογράφο και μεταφραστή, που διέδωσε στην εποχή του την ελληνική ποίηση στο εξωτερικό-κυρίως στην αμερικάνικη ήπειρο-με μεγάλη ευστοχία και αναγνωστική αποτελεσματικότητα, και ακόμα, πρόσφερε σε έλληνες νέους «άγνωστους τότε» συγγραφείς και ποιητές, να επικοινωνήσουν με αγγλόφωνους συναδέρφους τους. Η αγγλική μετάφραση της «ΟΔΥΣΣΕΙΑΣ» του Νίκου Καζαντζάκη από τον Φράϊερ, είναι ένας σύγχρονος άθλος της ελληνικής μας γραμματείας, όπως αντίστοιχα στις μέρες μας, η μετάφραση στα ελληνικά του «ΟΔΥΣΣΕΑ» του Τζέημς Τζόυς επίσης. Η ελληνική λογοτεχνία, ιδιαίτερα η σύγχρονη ποίηση, με τις μεταφράσεις (και τα εισαγωγικά σημειώματα) κυρίως του Κίμωνα Φράϊερ, αλλά και άλλων  ξένων μεταφραστών της εποχής του, βγήκε από την επαρχιώτική της ατμόσφαιρα, ξεπέρασε τα σύνορα της βαλκανικής χερσονήσου που ανήκει και η χώρα μας. Συνομίλησε ισότιμα και ορισμένες φορές ισόκυρα με τις αγγλόφωνες κυρίως λογοτεχνικές φωνές, αναμετρήθηκε δυναμικά και γνώρισε στους δυτικοευρωπαίους συγγραφείς και το κοινό τους, τους οραματισμούς της, την θεματολογία της, την προβληματική της, τις μοντέρνες δυνατότητές της, τους σύγχρονους σχεδιασμούς της. Απομακρύνθηκε θαρραλέα από το στενό γλωσσικό κοινό της ελληνικής επικράτειας,-το μικρό πληθυσμιακά αναγνωστικό κοινό της ελληνικής γλώσσας (εντός και εκτός Ελλάδος), και φτερούγισε σε άλλους αναγνωστικούς ορίζοντες, δείχνοντας στους αλλόγλωσσους δημιουργούς και το κοινό τους, τους στόχους και τα οράματά της. Οι γέφυρες είχαν στηθεί και όσοι ήθελαν μπορούσαν να τις διαβούν. Συμπληρωματικά να θυμίσουμε, ότι η μετάφραση της ποίησης του Αλεξανδρινού ποιητή Κωνσταντίνου Π. Καβάφη στις πρώτες δεκαετίες του προηγούμενου αιώνα, η μετάφραση του μυθιστορήματος του πεζογράφου Κώστα Ταχτσή το «Τρίτο Στεφάνη» από τις εκδόσεις Penguin, οι παλαιότερες γαλλόφωνες μεταφράσεις ποιητικών συλλογών του Κωστή Παλαμά, του Άγγελου Σικελιανού κλπ., καθώς και το πρώτο ελληνικό ποιητικό Νόμπελ που δόθηκε στον ποιητή Γιώργο Σεφέρη, έδωσαν άλλο οξυγόνο συγγραφικής αναπνοής στους έλληνες μεταγενέστερους δημιουργούς και το έργο τους. Και ασφαλώς, δεν θα πρέπει να λησμονήσουμε και το δεύτερο ελληνικό Νόμπελ αυτό του ποιητή Οδυσσέα Ελύτη. Ο μεταφραστικός δρόμος είχε χαραχθεί για τους μεταγενέστερους.  
     Ο κρητικός συγγραφέας Παντελής Πρεβελάκης που υπήρξε ο σύντεκνος μαθητής του, ο σταθερός μελετητής του έργου του και συνομιλητής του Νίκου Καζαντζάκη,(η αλληλογραφία τους αποτελεί πολύτιμο ερευνητικό υλικό) μας δίνει μια πληροφορία στο «ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ-ΣΥΜΒΟΛΗ ΣΤΗ ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΒΙΟΥ ΤΟΥ»:
1889. Κατά την Κρητική Επανάσταση του 89, η οικογένεια Καζαντζάκη καταφεύγει για έξι περίπου μήνες στον Πειραιά. Ο νεαρός Κ. πρωτογνωρίζει τη ζωή της προσφυγιάς.
     Η σύντομη αυτή πληροφορία του συγγραφέα Παντελή Πρεβελάκη, είναι μάλλον η μόνη,-που εγώ γνωρίζω, για το πέρασμα της οικογένειας Καζαντζάκη από την πόλη μας. Δυστυχώς, παρότι ανέτρεξα  σε παλαιές πειραϊκές εφημερίδες, δεν βρήκα στοιχεία που θα μας βοηθούσαν να μάθουμε που έμενε η οικογένεια Καζαντζάκη, σε ποια περιοχή του Πειραιά. Ούτε υπάρχουν γράμματα-από όσο θυμάμαι-του νεαρού φοιτητή της Νομικής Καζαντζάκη, που αναφέρονται στο εδώ πέρασμά του και που μας δίνουν εικόνες και μνήμες του Πειραιά την περίοδο εκείνη. Και μάλλον, κανέναν ερευνητή του έργου και της ζωής του δεν ενδιέφερε το θέμα ώστε να το ερευνήσει. Πηγή παραμένει ο μελετητής και διαρκής συνομιλητής του Παντελής Πρεβελάκης. Αντίθετα, γνωρίζουμε αρκετά για την διαμονή του ζεύγους Ελένης και Νίκου Καζαντζάκη στην Αίγινα όπου υπάρχει ακόμα το μικρό τους σπίτι, που σημαντικοί έλληνες λογοτέχνες το είχαν και έχουν επισκεφτεί. Αρνητική απάντηση είχα πάρει και από τον Κίμωνα Φράϊερ όταν του έκανα σχετική ερώτηση.
     Ο Νίκος Καζαντζάκης, επανήλθε για την γενιά μου στην πόλη του Πειραιά όταν την θεατρική περίοδο 1975-1976 ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΛΑΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ-ΜΑΝΟΣ ΚΑΤΡΑΚΗΣ, ανέβασε στο ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ το θεατρικό του έργο «ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΚΟΛΟΜΒΟΣ» σε σκηνοθεσία Αλέξη Σολομού, μουσική Μίκη Θεοδωράκη, σκηνικά και κοστούμια Σπύρου Βασιλείου, βοηθός σκηνοθέτη Άννα Μακράκη και μουσική διεύθυνση και διδασκαλία του Στέφανου Βασιλειάδη. Το πρόγραμμα της παράστασης του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά μου υπενθυμίζει τα πολιτιστικά ανθηρά χρόνια της πόλης μας.
Έκτοτε, σε όχι και τόσο συχνά διαστήματα, συγγραφείς του Πειραιά (βλέπε Κώστας Σούκας και άλλοι) έγραψαν κείμενα ή δημοσίευαν άρθρα ή μελετήματα για τον Νίκο Καζαντζάκη. Το συγγραφικό αυτό υλικό βρίσκεται διάσπαρτο σε παλαιά λογοτεχνικά περιοδικά της πόλης και εφημερίδες. Να θυμίσουμε ακόμα, την κατάμεστη αίθουσα του παλαιού Γαλλικού Ινστιτούτου του Πειραιά (οικία Στρίγκου), νυν ιδιοκτησία της Βιβλιοθήκης του Ιδρύματος Λασκαρίδη, όταν κατέβηκε στην πόλη μας ο Κίμων Φράϊερ για να μιλήσει για τον Νίκο Καζαντζάκη. Ακόμα θυμάμαι την παρουσία της συζύγου του Καζαντζάκη, Ελένης Σαμίου-Καζαντζάκη, την αρχοντική παρουσία του φωτισμένου ιερέα Γεώργιου Πυρουνάκη, τον λεβεντάνθρωπο του θεάτρου μας Μάνο Κατράκη, τον Λυκούργο Καλλέργη και πολλών άλλων αξιόλογων προσώπων και καλλιτεχνών της εποχής, που είχαν έρθει στην πόλη μας για να ακούσουν την διάλεξη.
     Ο πειραιώτης φιλόλογος Βασίλειος Λαούρδας, είναι σχετικά από τους πρώτους μελετητές της «ΟΔΥΣΣΕΙΑΣ», (εννοώ από το πνευματικό δυναμικό  της πόλης μας) και σίγουρα από τους συνεπείς αναγνώστες της, πέρα από τις αρνητικές του κρίσεις και σχολιασμούς, και την τελική του άρνηση του έργου. Όπως μας φανερώνουν το κείμενο της διάλεξής του, η κατοπινή επιστολή του στον κρητικό συγγραφέα, και άλλες σχετικές πληροφορίες. Η επιστημονική του κατάρτιση και η φιλολογική του εμπειρία, η στέρεα κατοχή κειμένων της ελληνικής γραμματείας, το συνεχές ενδιαφέρον του για θέματα και προβλήματα, αδιέξοδα που αντιμετώπιζε στην εποχή του ο ελληνικός ποιητικός λόγος, η ενασχόλησή του με λαϊκά ποιητικά κείμενα της παράδοσης, ο ευδιάκριτος κλασικισμός του, η ευσυνειδησία που διακρίνει την ματιά του, ο ακριβοδίκαιος κριτικός του σχολιασμός, (κατά την γνώμη μου), οι μαχητικές αλλά όχι ακραίες απόψεις του πάνω σε θέματα στιχουργικής, μετρικής και ποιητικής ρυθμολογίας του Καζαντζακικού κειμένου με παραδείγματα, το ποιητικό του ένστικτο, η σταθερή προσανατολισμένη του ματιά σε μια ελληνική θεώρηση των πραγμάτων και της ζωής, ο ελληνοκεντρισμός του, η ανιδιοτελής του επιθυμία και πρόθεση να γνωρίσει σε ευρύ αναγνωστικό κοινό της εποχής του το δυσκίνητο αναγνωστικά αυτό ποιητικό έργο του Κρητικού παραμυθά και συγγραφέα, αλλά πάνω από όλα, η ανυστερόβουλη αγάπη του για το ποιητικό αυτό κακοτράχαλο γλωσσικά φιλοσοφικό έπος του Νίκου Καζαντζάκη, καθιστούν το μικρό και συνοπτικό αυτό δοκίμιό του, πηγή κριτικής αληθείας και ειλικρινούς σεβασμού για όσους θέλουν ακόμα και σήμερα να εντρυφήσουν στα μυστικά και στους δαιδαλώδεις κόσμους της ΟΔΥΣΣΕΙΑΣ. Ας υπενθυμίσουμε κάτι γνωστό στους παροικούντες της λογοτεχνικής μας Ιερουσαλήμ, ότι επί των ημερών μας, ο κυρός καθηγητής και συγγραφέας Δημήτρης Μαρωνίτης, θεωρούσε την γλώσσα της μετάφρασης της Ομηρικής «Οδύσσειας» από τον Καζαντζάκη, βλαχομπαρόκ.
Στο κείμενο αυτό της ιστοσελίδας μου, δεν μεταφέρω τις απαντητικές αρνητικές κρίσεις διαφόρων λογοτεχνών της εποχής στις θέσεις του Βασίλη Λαούρδα που γνωρίζω, ούτε και την επιστολή του Νίκου Καζαντζάκη, που ούτως ή άλλως μπορεί να βρει κανείς σε τεύχη του περιοδικού «Νέα Εστία» (ένα άκρως φιλικό περιοδικό προς τον Καζαντζάκη. Που μας δηλώνει το αναγνωστικό ενδιαφέρον του λογοτεχνικού περιοδικού για το έργο του) ούτε και την επιστολή του Λαούρδα στις επικρίσεις που δέχτηκε η μελέτη του, και τελικά η άρνηση εκ μέρους του, τις λογοτεχνικής αξίας του έργου. Παραθέτω μόνο το κείμενο του φυλλαδίου που κάποτε αγόρασα και διάβασα. Μια και κάθε άλλος συμπληρωματικός εμπλουτισμός, θα με οδηγούσε σε μια άλλη συνεξεταστική μελέτη για τις απόψεις του πειραιώτη Βασίλη Λαούρδα που δεν είναι ήταν στις προθέσεις μου. Θέλησα μόνο να μεταφέρω την μελέτη του πειραιώτη Βασίλη Λαούρδα, φέτος που εορτάζονται τα 60 χρόνια από τον θάνατο του Νίκου Καζαντζάκη, και να κάνω μια σπερματική ιστορική αναφορά στην πόλη μας.
     Το ύφος του Βασίλη Λαούρδα είναι μαχητικό αλλά όχι απόλυτο, είτε μας μιλά θετικά για το έργο είτε εκφέρει τις αρνητικές του απόψεις και θέσεις. Τα επιχειρήματα του θα γράφαμε ότι είναι ενδοκειμενικά, προέρχονται από την ανάγνωση και παρατήρηση των ίδιων των τεχνικών της γραφής του κειμένου και των γλωσσικών επιλογών του, καθώς και τις διαχείρισης αυτού του χαώδους υλικού από τον Καζαντζάκη. Ο λόγος του είναι ισορροπημένος όπως αρμόζει σε έναν πραγματικό ερευνητή. Ένας κριτικός λόγος ήρεμος αλλά ταυτόχρονα και εκρηκτικός, χωρίς γλωσσικές ακρότητες, χωρίς διχαστικές ενστάσεις, αποτρεπτικούς περιορισμούς, δίχως απορριπτικές υπερβολές, αλλά και ούτε, εγκωμιαστικές παροτρύνσεις ανάγνωσής του. Η ομιλία-μελέτημα του Βασίλειου Λαούρδα, μας φανερώνει ένα άτομο, που καταρχάς έχει διαβάσει το μεγάλο αυτό φιλοσοφικό έπος, έπειτα έναν φιλόλογο που ασχολήθηκε σοβαρά και ουσιαστικά μαζί του, και όχι ακροθιγώς, γνωρίζει τις κρίσεις του έργου που έχουν προηγηθεί, πριν από την δική του ερμηνεία, ένα πεπαιδευμένο πρόσωπο που άνοιξε μια εποικοδομητική συνομιλία με τον ποιητικό λόγο του Καζαντζάκη, που παρά το νεαρό της ηλικίας του, δεν δίστασε να «αναμετρηθεί» με καταξιωμένα άτομα της εποχής του, και φυσικά με ένα πνεύμα όπως το Καζαντζακικό, που στα χρόνια εκείνα (1943) είχε ήδη διαμορφώσει τους θεμελιακούς του στόχους. Μάλιστα, η άποψή του, να παραλληλίσει την «Οδύσσεια» με την «Ασκητική», είναι εύστοχη. Αν δεχτούμε ότι το γλωσσικό και φιλοσοφικό έπος της Οδύσσειας» είναι η μεγαλόστομη και εκτεταμένη εκδοχή της «Ασκητικής» του Νίκου Καζαντζάκη. Για να μην «πλαντάξει» ο ίδιος, γράφοντας λιγότερο από 33.333 χιλιάδες στίχους. Ο Λαούρδας ξεκίνησε έναν διάλογο με το έργο και κατ’ επέκταση με τον ίδιο τον συγγραφέα και τις κοσμοθεωρίες του. Συνομίλησε μαζί του, όχι από θέση υπεροπτικής ισχύος απόρριψής του, παντελούς άρνησης της κοπιώδους και πολύχρονης αυτής συγγραφικής φιλοδοξίας, αλλά, και ούτε σαν φτωχός συγγραφέας-συγγενής που τον υπερβαίνει το ποιητικό αυτό μέγεθος και η φιλοσοφική κοσμοθεωρία του Νίκου Καζαντζάκη. Αλλά σαν ένας ειλικρινής νεαρός αναγνώστης που έχει μοναδικά του εφόδια την αναγνωστική του κατάρτιση και την στέρεα γνώση του ελληνικού ποιητικού λόγου. Αναζητώντας πνευματικά και άλλα στηρίγματα, που δεν του τα έδωσε όπως περίμενε το έργο. Το ποιητικό ένστικτο που διακρίνει την σκέψη του Λαούρδα τον κάνει να θέτει ερωτήματα κυρίως  στο ίδιο το έργο, παρά να αποφαίνεται απορριπτικά για τις φιλοσοφικές ιδέες του συγγραφέα. Οι θέσεις του τεκμηριώνονται εκ των έσω. Το θεωρεί ένα τεράστιο φιλοσοφικό γλωσσικό αυτοβιογραφικό δοκίμιο. Ασχολείται με τεχνικά προβλήματα. Συσχετίζει την μετρική που υιοθέτησε ο Καζαντζάκης με τις μετρικές άλλων ελλήνων δημιουργών. Στέκεται στην σημασία της επιλογής του δεκαεπτασύλλαβου που επιλέγει να χρησιμοποιήσει ο Καζαντζάκης, και μας μιλά για τις τεχνικές δυσκολίες που έχει ένα τέτοιο ποιητικό εγχείρημα. Εύστοχη η θέση του ότι ο δεκαπεντασύλλαβος εκφράζει το ελληνικό ήθος. Κάνει λόγο για τον τεράστιο και πολυσύνθετο γλωσσικό πλούτο που συγκέντρωσε και κατέγραψε ο Κρητικός συγγραφέας και τις δυσκολίες διαχείρισής του μέσα στο έργο. Μας μιλά θετικά για την διάσωση από τον Νίκο Καζαντζάκη του ανεξάντλητου αυτού πλούτου της ελληνικής γλώσσας, τις λαϊκές εκφράσεις και τους χιλιάδες τοπικούς λεκτικούς ιδιωματισμούς από κάθε μέρος της Ελλάδας.
Ο Νίκος Καζαντζάκης, αυτός ο ακούραστος και ακάματος ευσυνείδητος συγγραφέας-λεξικογράφος, μέσα στην ποιητική του Οδύσσεια, κατέγραψε, διαφύλαξε, διέσωσε, μετέπλασε, για τους μεταγενέστερους έλληνες ένα αχαρτογράφητο ίσως ακόμα και σήμερα σκόρπιο και διάσπαρτο γλωσσικό υλικό, έναν ιλιγγιώδους μεγέθους και ποικιλίας γλωσσικό πλούτο, που μας φανερώνει την ακόρεστη επιθυμία των ελλήνων μέσα στο ιστορικό τους διάβα, να κάνουν την ζωή και την ίδια την φύση, γλώσσα. Δηλαδή να ονοματίσουν με δεκάδες παραλλαγές λέξεων τα πράγματα γύρω τους και τις έννοιές τους. Ο Καζαντζάκης όπως οι αρχαίοι λεξικογράφοι θεωρεί αν δεν κάνω λάθος, ότι αν δεν ονοματίσεις ένα πράγμα, δεν υπάρχει. Οι λέξεις προσημαίνουν την ενέργεια και το ίδιο το πράγμα ή το φυσικό γεγονός. Είναι ένας ελληνικός πανάρχαιος γλωσσοκεντρισμός της ζωής, που ο Καζαντζάκης υιοθέτησε με πάθος και συνέπεια. Συνέθεσε λέξεις, παρέβαλλε λέξεις, σχημάτισε λέξεις, λέξεις πολυσύνθετες και αμίλητες από το ευρύ κοινό. Οι λέξεις στον Νίκο Καζαντζάκη προηγούνται των ενεργειών του ανθρώπου, καθορίζουν τους μηχανισμούς της φύσης. Ο κόσμος υπάρχει γιατί ο συγγραφέας δημιουργεί ή εφεύρει λέξεις για να τον απεικονίσει. Το σκόρπιο υλικό που χρησιμοποιεί από όλα τα μέρη σχεδόν της ελλάδος, δεν αντικατοπτρίζουν μια ενιαία εικόνα του κόσμου της φύσης ή της ζωής, αλλά επιμέρους εκφάνσεις της ή ανθρώπινες της ζωής καταστάσεις. Ο Καζαντζάκης δεν μπαίνει στον πειρασμό της ταξιδιωτικής περιπέτειας μόνο του Ήρωα αλλά και των ίδιων των λέξεων που δανείζεται από το γλωσσικό πολύχρωμο υφαντό της ελληνικής γλώσσας. Η αυτοσυνειδησία του Ήρωα, δεν είναι μόνο εσωτερική αλλά και γλωσσική. Η γλώσσα του προσφέρει την αυτοσυνειδησία. Μια και Εν Αρχή Είναι ο Λόγος. Δηλαδή ο «Θεός» Γλώσσα. Οι εικόνες γίνονται λέξεις, οι ήχοι γίνονται λέξεις, οι οσμές γίνονται λέξεις, τα φυσικά συμβάντα γίνονται λέξεις, τα φυσικά φαινόμενα γίνονται λέξεις, κλπ., μέσα στο ελληνικό περιπετειώδες ιστορικό πάνθεο του έλληνα ανθρώπου. Λέξεις με τις ακριβείς τους σημασίες, με τις πολλές μετονομασίες τους, με τις εννοιολογικές μεταφορές τους, με τους πάμπολλους χρωματικούς τους ήχους, με τις εσωτερικές τους αντιθέσεις, τις παραξενιές της δομής τους, την επαναονομαθέτησή τους, λέξεις θησαυρός ελληνικός διαφορετικής αξίας η κάθε μία, από κάθε σχεδόν γωνιά της ελληνικής γης. Λέξεις που εκφράζουν βιώματα ζωής ελληνικής, σκορπισμένης στους ανέμους της ταξιδιωτικής περιπέτειας. Τον κοπιώδη αυτόν μόχθο του Νίκου Καζαντζάκη, ο Βασίλειος Λαούρδας, παρά τις  δικαιολογημένες ενστάσεις του, του τον αναγνωρίζει με σεβασμό. Ανεξάρτητα αν δεν πιστεύει ότι ο λεκτικός αυτός ποταμός που ρέει φουρτουνιασμένος μέσα στο έργο, δεν εξυπηρετεί συνήθως την ποιητικότητα του κειμένου, τον ρόλο της ποίησης και μόνον αυτόν, αλλά τις φιλοσοφικές δοξασίες και ιδέες του δημιουργού του. Γιαυτό μας μιλά για την διαφορά μεταξύ λογικότητας και ποιητικότητας, στην λειτουργία των λέξεων που επιλέγει ο Καζαντζάκης να χρησιμοποιήσει μέσα στο έπος του. Ακόμα και όταν «απορρίπτει» την Οδύσσεια ο πειραιώτης φιλόλογος και μελετητής, δεν παύει να στέκεται με ειλικρινά αισθήματα μπροστά στον τιτάνιο μόχθο του Καζαντζάκη, να θέτει καίρια ερωτήματα πάνω στην αναγνωστική λειτουργία του ίδιου του έργου, σαν ποιητικό και μόνο φαινόμενο, και να προσπαθεί να βρει κλειδιά που θα δικαιολογούν με επάρκεια επιχειρημάτων την ανάγνωσή της. Δεν είναι επαμφοτερίζουσες οι κρίσεις του Λαούρδα (μια στο καρφί και μία στο πέταλο), είναι θέσεις και απόψεις ενός έλληνα επιστήμονα, επαρκώς ενημερωμένου στα ποιητικά πράγματα της εποχής του αναγνώστη, ίσως να φωτίζονται οι απόψεις του και από τις θέσεις του Γιάννη Αποστολάκη, αλλά, είναι επαναλαμβάνω κρίσεις ακριβοδίκαιες, υπεύθυνες, καθαρές και όσο το επιτρέπει ο χρόνος μιας διάλεξης τεκμηριωμένες.                  
     Γράφει ο Βασίλειος Λαούρδας:
     «Ελπίζω πως δεν θα περιμένη κανείς απ’ τους ακροατές μου μέσα στα περιορισμένα πλαίσια μιάς ομιλίας να ακούση διεξοδική και συστηματική αισθητική και φιλοσοφική ανάλυση της «Οδύσσειας». Και μόνο ο όγκος του βιβλίου θα απαιτούσε πολύ περισσότερο χρόνο απ’ όσον έχει στη διάθεσή του ο αποψινός ομιλητής. Περισσότερο όμως κι’ απ’ τον όγκο, είναι τόσο πολλή η αισθητική και φιλοσοφική ύλη, που κλείνει η «Οδύσσεια», ώστε ούτε μια ώρα, ούτε ένας ομιλητής να μπορούν να ανταποκριθούν στις άπειρες απαιτήσεις, που δημιουργούνται. Πρόθεσή μου είναι να βοηθήσω απόψε να διατυπωθούν μερικές βασικώτατες προϋποθέσεις, όσες είναι, απολύτως αναγκαίες για να πλησιάση έπειτα κανείς και με τον δικό του αγώνα να κατακτήση την «Οδύσσεια».
     Τα περισσότερα βιβλία, που γράφονται στην Ελλάδα, εξαντλούν το αισθητικό και το πνευματικό τους νόημα από τις πρώτες κι’ όλα σελίδες. Το ίδιος ύφος και η ίδια σκέψη των πρώτων σελίδων κυριαρχεί ως το τέλος. Αντίθετα μ’ αυτό, η «Οδύσσεια», σαν ένας καθεδρικός ναός, έχει άπειρες βάσεις προοπτικής, άπειρα αισθητικά σημεία. Η διαφορετική κάθε φορά τοποθέτησή μας απέναντί της ορίζει και το κάθε φορά διαφορετικό περιεχόμενο της λειτουργίας του στοχασμού μας.
     Από τότε που κυκλοφόρησε η «Οδύσσεια», μέχρι σήμερα, όσες συζητήσεις έγιναν για το βιβλίο συγκεντρώνονται αποκλειστικά σχεδόν γύρω από τρία θέματα-τη γραμματολογική μορφή του έργου, τον στίχο και την γλώσσα του. Δεν είναι μόνο τα προβλήματα αυτά, που τίθενται με την «Οδύσσεια». Είναι όμως τα πιο χτυπητά, τα πιο προσιτά και γι’ αυτό συζητήθηκαν και εξακολουθούν να συζητούνται. Στην αποψινή ομιλία μου θα ξαναγυρίσω στα προβλήματα αυτά, γιατί οι απαντήσεις που δόθηκαν είναι νομίζω πρόχειρες, διεξοδικότερα όμως θα ασχοληθώ με δυό άλλα, πολύ σοβαρώτερα και ουσιαστικώτερα, την καλλιτεχνική μορφή του έργου και την κοσμοθεωρία του».
1.Η «Οδύσσεια» χαρακτηρίστηκε έπος και ειπώθηκε πως δεν έχει αξία, γιατί το έπος είναι ξεπερασμένη σήμερα φιλολογική μορφή, δε μιλάει σε κανένα άνθρωπο της εποχής μας. Οι διαπιστώσεις αυτές είναι ίσως ορθές, αλλά η «Οδύσσεια» του Καζαντζάκη δεν είναι έπος-με την καθιερωμένη τουλάχιστον γραμματολογική σημασία όρου. «Έγραψα», λέει ο ίδιος ο ποιητής σε μιάν επιστολή του δημοσιευμένη το 1939 στη «Νέα Εστία» «με τη μορφήν αυτή που την ονομάζουν οι κριτικοί μου έπος και που σε μένα φαίνεται περισσότερο ως δράμα, χωρίς να ξεκινήσω από καμμιάν αισθητική θεωρία, Απλούστατα η μορφή αυτή ήταν η μόνη, που μπορούσε ν’ αποδοθή νε περισσότερη άνεση κι ακρίβεια τις χαρές και τις έγνοιες μου. Ποτέ μου ούτε πρίν ούτε τώρα δεν ενδιαφέρθηκα αν το είδος αυτό είναι ή δεν είναι της μόδας. Το ζούσε ένας ζωντανός άνθρωπος, εγώ, κι’ αυτό μου αρκούσε. Η «Οδύσσεια» είναι ένα έργο πού καμμιά δεν έχει σχέση με τη φιλολογία».
     Είναι λοιπόν έπος, λυρικό ποίημα-όπως είπαν μερικοί-ή δράμα ή «Οδύσσεια»; Νομίζω πώς δεν είναι τίποτα απ’ αυτά-κατά τις καθιερωμένες τουλάχιστον γραμματολογικές κατηγορίες. Η πρόθεση του ποιητή ήταν επική, αλλά μια δράση, που αναπτύσσεται εσωτερικά, άχρονα, μια δράση στην ψυχή ενός και μόνο ανθρώπου ασφαλώς δεν είναι δράση επική. Ο καλύτερος χαρακτηρισμός του βιβλίου είναι «το φιλοσοφικό πιστεύω ενός ανθρώπου, δοσμένο με καλλιτεχνική μορφή».
     Ο Καζαντζάκης αντί να γράψη ένα φιλοσοφικό δοκίμιο, ζήτησε να κλείση το «πιστεύω» του σε καλλιτεχνική μορφή, ζήτησε να δώση καλλιτεχνικά μια πίστη που θα μπορούσε να δοθή και συστηματικά. Η «Οδύσσεια» του Καζαντζάκη είναι η «Ασκητική» του με μορφή καλλιτεχνήματος. Ο μόνος ορισμός, που της ταιριάζει, είναι «έμμετρο εσωτερικό ημερολόγιο με καλλιτεχνικές προθέσεις» κάτι, που χωρίς να αναιρή τον πρώτο ορισμό, τον φωτίζει από μιάν άλλη πιο ουσιαστική πλευρά.
     Δεν ξέρω ούτε και μ’ ενδιαφέρει, αν με τον χαρακτηρισμό αυτό τοποθετώ πολύ υψηλά ή πολύ χαμηλά την «Οδύσσεια». Το πρόσωπό της πάντως θα πρέπη ν’ αναζητηθή στα σύγχρονα γαλλικά ή αγγλικά μυθιστορήματα, που είναι μαζί και έπη και ψυχολογικές αναλύσεις και φιλοσοφικά δοκίμια. Αν τώρα το γραμματολογικό αυτό είδος είναι νόθο και δεν πρόκειται να επιζήση παρά μόνο σαν ντοκουμέντο παρακμής την ίδια τύχη δεν μπορεί παρά να έχη κατ’ ανάγκην κι’ η «Οδύσσεια».
2. Όταν κυκλοφόρησε η «Οδύσσεια», έγιναν πολλές συζητήσεις γύρω από τον 17 σύλλαβο της, φαίνεται μάλιστα πώς οι κυριώτερες διαφωνίες για το βιβλίο προέρχονται από το ιδιόρρυθμο μέτρο του. Ο ίδιος ο ποιητής απαντώντας σε κατηγορίες, που διατυπώθηκαν από τον κ. Παράσχο και από άλλους είπε: «Έγραψα σε 17σύλλαβο στίχο, γιατί αυτός ακολουθούσε περισσότερο τον κυματισμό που είχε το αίμα μου, όταν εζούσα την Οδύσσεια». Τι σημαίνει η φράση αυτή, θα το ιδούμε αμέσως παρακάτω. Ειδικά για τον 17σύλλαβο θα πρέπη να σημειωθή πώς δεν είναι ο Καζαντζάκης πρώτος, πού τον χρησιμοποίησε. Πολύ πρίν απ’ αυτόν τον έχουν χρησιμοποιήσει είτε σαν δακτυλικό εξάμετρο είτε σαν ειδικότερα νεοελληνικό στίχο ο Ρίζος Ραγκαβής, ο Ζαλοκώστας, ο Βλάχος, ο Πάλλης, ο Πολυλάς, ο Θεοτόκης, ο Παλαμάς και ο Ποριώτης. Ο Καζαντζάκης τέμνει τον στίχο στη 10 συλλαβή, όπως και ο Πολυλάς, ενώ ο Παλαμάς τον τέμνει συνήθως στην όγδοη, ακολουθώντας προφανώς το ρυθμό του δακτυλικού εξαμέτρου. Φυσικά η τομή μετά τη 10 συλλαβή, δεν είναι πάντοτε κανόνας, γιατί πολλές φορές έχουμε τομή αμέσως μετά την 7η και άλλοτε μετά τη 12η.
     Νομίζω πώς ο νεοελληνικός 17σύλλαβος, προήλθε από την προσπάθεια που έγινε με τον δεκαεπτασύλλαβο δακτυλικό εξάμετρο και, χωρίς να θέλω να κάνω εδώ ειδικώτερη συζήτηση του προβλήματος, πιστεύω πώς η πιο σωστή προσπάθεια ν’ αποδοθή το επικό δακτυλικό εξάμετρο είναι να χρησιμοποιηθή ο 17σύλλαβος στίχος, είτε σαν δακτυλικό εξάμετρο, είτε και με την πιο συγχρονισμένη του ιαμβική μορφή, όπως στον Παλαμά και τον Καζαντζάκη.
     Ξεκινώντας από τη θέση αυτή, δεν βλέπω τίποτα το παράδοξο στον στίχο του Καζαντζάκη, που είναι ανανεωμένο και συγχρονισμένο το παλιό επικό δακτυλικό εξάμετρο. Το πρόβλημα όμως γίνεται ουσιαστικώτερο, όταν ρωτηθούμε γιατί ο Καζαντζάκης δεν χρησιμοποίησε τον κλασικό νεοελληνικό στίχο, τον δεκαπεντασύλλαβο. Ο 15σύλλαβος έχχει βέβαια λιγώτερη ευλυγισία από τον 17σύλλαβο, που μπορεί να τμηθή στην 8η, την 10η και τη 12 ακόμη συλλαβή. Κι’ όμως την εξαιρετική μουσική του δύναμη μπορούμε εύκολα να την ιδούμε, συγκρίνοντας στίχους δημοτικών τραγουδιών με στίχους του Σολωμού, του Παλαμά και του Σικελιανού, Ο 15σύλλαβος της «Μητέρας Θεού» αποκαλύπτει δυνατότητες, που δεν θα μπορούσε να τις φανταστή κανείς πρίν δουλευτή ο στίχος τόσο άξια από ένα γνήσιο Δημιουργό. Παρ’ όλα αυτά, ο 17σύλλαβος στίχος έχει την απλοχεριά και ευλυγισία μεγαλύτερη από τον κλασσικό νεοελληνικό στίχο. Αυτή ακριβώς η ευλυγισία και η απλοχωριά του 17σύλλαβου ήταν από τους σπουδαιότερους λόγους πού έφεραν τον Καζαντζάκη στην μορφή του. Η γλωσσοπλαστική του δύναμη και η φλογερή του ιδιοσυγκρασία δύσκολα θα μπορούσαν να κρατηθούν στον 15σύλλαβο. Πιστεύω όμως πως δεν είναι αυτός ο κύριος λόγος για να υπερνικήση ο Καζαντζάκης τον 15σύλλαβο. Περισσότερο από οποιαδήποτε μετρική αξιολόγηση δεν πρέπη να ξεχνούμε πώς ο 15σύλλαβος είναι η μορφή του νεοελληνικού ήθους.
     Μ’ αυτό το στίχο μίλησε τις πιο καλές της ώρες η νεοελληνική ψυχή. Αυτός ο στίχος είναι η μορφή της. Ο Καζαντζάκης όμως δεν ανήκει στο νεοελληνικό ήθος. Η κοσμοθεωρία του όχι μόνο δεν είναι ελληνική αλλά και αντιμάχεται το κλασσικό ελληνικό πνεύμα. Ένα τέτοιο όμως ήθος ζωής δεν θα μπορούσε βέβαια να βρή τη μορφή του μέσα στη μορφή, που ανέπτυξε απ’ τις ίδιες του τις ρίζες το ελληνικό πνεύμα. «Έγραψα σε 17σύλλαβο στίχο, γιατί αυτός ακολουθούσε πιστότερα τον κυματισμό που είχε το αίμα μου, όταν εζούσα την Οδύσσεια». Στην φράση αυτή του ποιητή, ως σχόλιο θα πρέπει να προσθέσουμε τώρα εμείς, πώς ο Καζαντζάκης δεν έγραψε σε 15σύλλαβο, γιατί το στίχος αυτός ακολουθεί κυματισμό καρδιάς πολύ διαφορετικώτερο απ’ ότι η δική του.
     Μέσα σε 33.333 στίχους δεν υπάρχει ούτε ένας στίχος με χασμωδία. Ένας 16σύλλαβος στην ραψωδία Ρ, πού την βρήκε η ευσυνειδησία του κ. Χουρμούζιιου, θα είναι τυπογραφικό λάθος.
     Ασφαλώς όμως ο στίχος ηχεί άσχημα, όταν οι τόνοι βρίσκονται σε μεγάλη απόσταση ο ένας απ’ τον άλλον. Μερικές φορές ο πρώτος δεκασύλλαβος έχει δυό τόνους μόνο, τυχαίνει μάλιστα να βρίσκονται οι δύο αυτοί τόνοι σε τέτοιαν απόσταση μεταξύ τους, πού να ξαφνιάζουν όσους χαίρονται τους άλλους αρμονικώτατους στίχους του ποιητή (Ανέβαιναν τ’ ασημοφέγγαρα, ανέβαιναν και παίζαν). Αρκετές φορές επίσης, ιδίως όταν ο ποιητής αναδημιουργεί δημοτικά τραγούδια, ο 15σύλλαβος γίνεται 17σύλλαβος απλώς και μόνο με την προσθήκη δυό συλλαβών-και τότε ο στίχος δεν ικανοποιεί: Οι δημοτικοί στίχοι
Δεν σούπρεπε, δεν σού μοιαζε στη γής κρεβατοστρώσι
μόν σούπρεπε, μόν’ σού μοιαζε στού Μάη το περιβόλι
ή
Κάπου ξαστράφτει και βροντάει, κάπου χαλάζι ρίχνει
Μήτε ξαστράφτει και βροντάει μήτε χαλάζι ρίχνει
Μόνε στην πέρα τη σπηλιάν οι δράκοι τρών και πίνουν.
Οι στίχοι αυτοί γίνονται πολύ άσχημοι 17σύλλαβοι, όταν προστεθούν δυό άλλως άχρηστες συλλαβές:
Αχού δεν σού πρεπε δεν σού μοιαζε στη γής κρεβατοστρώσι
μόν σού πρεπε, καλέ, μον’ σού μοιαζε στού Μάη τα περιβόλια.
Ή
Κάπου, παιδιά ξαστράφτει και βροντάει, κάπου χαλάζι ρίχνει.
Μήτε, ξαστράφτει και βροντάει, μήτε χαλάζι ρίχνει. Πέρα,
στη πέρα πέρα τη σπηλιά τέσσεροι δράκοι τρών και πίνουν….
     Οι παρατηρήσεις όμως αυτές και αρκετές άλλες, πού θα μπορούσε να προσθέση κανείς, αν έμπαινε σε περισσότερες λεπτομέρειες δεν θίγουν καθόλου τη θαυμαστή στιχουργική δύναμη του ποιητή. Υπάρχουν μέσα στην Οδύσσεια στίχοι, πού και μόνο από τη μουσική τους θα πρέπη να θεωρηθούν από τους ωραιότερους νεοελληνικούς. Η μεγαλύτερη δυσκολία είναι να βρεθή η τομή. Μετά την εύρεσή της ο στίχος ηχεί αρμονικώτατα. Μια επιφύλαξη όμως, γενικώτερη και ουσιαστικώτερη θα είχα να προσθέσω: Η τομή του στίχου και, πού πάνω απ’ αυτήν, η μετρική του κάθε φορά κατασκευή μου φαίνεται πώς δεν ισοζυγιάζεται πάντοτε με το νόημα που έχει κάθε φορά ο ίδιος αυτός στίχος. Είναι μια επιφύλαξη, πού δεν είδα να συζητιέται από κανένα, νομίζω όμως πώς έχει βασική σημασία, όταν θελήσουμε να ιδούμε τον στίχο όχι τεχνικά αλλά ποιητικά.
3. Πολλές απορίες προκάλεσε και ο αριθμός 33.333 στίχοι της «Οδύσσειας». Ο ποιητής απάντησε σχετικά: «Έγραψα την «Οδύσσεια» σε τόσους στίχους, γιατί σε τόσους μπορούσα να χωρέσω, χωρίς να πλαντάξω». Σε μιάν άλλη απάντησή του έγραψε πώς στον ίδιο αριθμό φτάνουν και τά αγάλματα του κεντρικού Ναού της Ιαπωνίας. Σε μιάν ιδιωτική συζήτηση με φίλο του, είπε πώς ο αριθμός 3 εξασκεί απάνω του μια μαγική γοητεία είναι ο αριθμός Tabu. Ούτε με 3, ούτε με 33,ούτε με 333 ούτε με 3333 στίχους μόνο μπορούσε να μορφοποιήσει τον Μύθο, που αγωνιζόταν μέσα του. Η ίδια μαγική γοητεία του 3 τον έφερε στους 33.333 στίχους. Όποιος όμως ξέρει την επίδραση της ασιατικής σκέψης στο πνεύμα του Καζαντζάκη, θα καταλάβη εύκολα τη γοητεία του αριθμού και τη μαγική του δύναμη. Οι 33.333 στίχοι ήταν οι μόνο ικανοί να κλείσουν την ψυχή του ποιητή. Είναι βέβαια πολλοί-αλλ’ αυτό δεν ενδιαφέρει τον δημιουργό. Η αξία ενός έργου δεν μετριέται από την έκτασή του, αλλ’ από την εσωτερική αναγκαιότητα, που το δημιούργησε. Γιατί όμως ακριβώς τόσοι στίχοι και όχι ένας λιγώτερο ή περισσότερο-ρώτησαν και ρωτάνε πολλοί. Γιατί ο αριθμός 33.333 είναι αριθμός κλειστός, αποτετελεσμένος, ολοκληρωμένος. Ένας στίχος περισσότερο ή λιγώτερο θα άφηνε το έργο στο χάος.
*Αριθμητική αντιστοιχία υπάρχει και στον Dante, μόνιμο συνταξιδιώτη του Καζαντζάκη. Φαίνεται όμως πώς μόνο η Ελλάδα έχει έξυπνους κριτικούς σαν τον κ. Αυγέρη ή τον κ. Μαλάνο. Αλλοιώς δεν εξηγείται πώς διαβάζεται ακόμη ο Dante… Το πρόβλημα νομίζω πώς πρέπει να τεθεί διαφορετικά: Μέσα από το ίδιο το έργο δικαιώνεται ο αριθμός των στίχων; Ως προς αυτό είμαι κι’ εγώ υποχρεωμένος να απαντήσω αρνητικά.
4. Η γλώσσα του Καζαντζάκη ξαφνιάζει πολύ περισσότερο απ’ τον στίχο. Τά αποσπάσματα, που σας διάβασα και στις τρείς ομιλίες μου διαλέχτηκαν επίτηδες να μην κουράσουν πολύ με άγνωστες λέξεις ή ασυνήθιστους τύπους. Στο μεγαλύτερο όμως μέρος της η «Οδύσσεια» αποτελείται από λεξιλόγιο ασυνήθιστο και στην καθημερινή ομιλία μας και στη νεοελληνική λογοτεχνία. Ο ίδιος ο ποιητής αναγκάστηκε να προσθέση ειδικό λεξιλόγιο, οι άγνωστες όμως λέξεις της «Οδύσσειας» είναι περισσότερες απ’ όσες αναφέρει το λεξικό της. Πρέπει να τονιστή αμέσως από την αρχή πώς οι λέξεις αυτές δεν είναι δημιουργία του ίδιου του ποιητή. «Εξηγούνται εδώ» γράφει ο ίδιος ο για το λεξικό του «οι πιο δύσκολες λέξεις και μονάχα στην πιο ασυνήθιστη σημασία, πού έχουν στο κείμενο. Είναι παρμένες απ’ όλα τα μέρη της Ελλάδας και μπήκαν ύστερα από πολύχρονη δύσκολη επιμονή. Πέντε ή έξη μονάχα αναγκάστηκα να φτιάσω: αστροπόταμος = γαλαξίας, βοράστρι= άστρο της τραμουντάνας, βοδάλαφο= τάρανδος, νεροβούβαλος= ιπποπόταμος, χεραγκαλιά= αλαμπρατσέτα.
     Δημιουργία του ίδιου του ποιητή είναι ένας καταπληκτικός πλούτος από σύνθετες λέξεις, πλούτος σε έκταση και σε ποιότητα μεγαλύτερος από κάθε άλλου σε κείμενο της νέας ελληνικής λογοτεχνίας. Η λέξη του Καζαντζάκη μας ξαφνιάζει, πρώτα-πρώτα, γιατί πολλά απ’ τα πράγματα, που αναφέρει, είναι άγνωστα στον αστό αναγνώστη. Τέτοιες λέξεις είναι π.χ. η αβγηνοπουλιά= χρυσοκίτρινο μούσκλο την άνοιξη στους βράχους, η αβλοχιά= το θηλυκό χταπόδι, ο άγγρουστος= ένα είδος χόρτου, ο βαλμάς= ένα νυχτοπούλι, ο βολάκριδας= μεγάλη πράσινη ακρίδα, η γαλάφτρα= πήλινη λεκάνη όπου βάνουν το γάλα για να κάνη τσίπα= το γυνί= σιδηρόλετρο, το γερακοκούδουνο= μπρούτζινο κουδουνάκι της λύρας, η γραφάνα- το κρανίο του μουλαριού ή του αλόγου, το διγόφι= εργαλείο για να πιάνονται τα στρείδια, η έχερη= λαβή του αλετριού, το καρποθέρι= όταν θερίζουν μονάχα τα κεφάλια των σταχιών, η κολητσάνα= ένα είδος θαλασσινού, το λιόκουρνο= κέρατο φιδιού, η μαϊστρα= το μεγάλο πανί του καραβιού, και ένα πλήθος άλλες παρόμοιες λέξεις, αναφερόμενες σε πράγματα άγνωστα σ’ όσους έζησαν μέσα στην πολιτεία ή σ’ όσους δεν έτυχε να τα χρειαστούν. Για τις λέξεις αυτές δεν νομίζω πώς χρειάζεται να συζητήσω. Οι λέξεις του Καζαντζάκη μας ξαφνιάζουν έπειτα και γιατί, ενώ αναφέρονται σε έννοιες γνωστές μας, ως λέξεις μας είναι άγνωστες. Όλοι μας έχουμε παραστάσεις για βαθύ γιαλό, για το μέρος της ήσυχης θάλασσας, πού το σκουραίνει το αγεράκι, για το πανηγύρι στη μνήμη ενός αγίου, για το πρώτο γάλα της μάνας μετά τον τοκετό, για την άκρια της στέγης απ’ όπου πέφτουν τα νερά, για ένα άλογο που το πληγώνουν τα καρφιά του πετάλου, για το βουλιαγμένο καράβι, για χώματα φαγωμένα από τις βροχές, για τόπο με πλατάνια, για ανοιχτό χώρο μέσα σε δάσος κτλ. Κτλ. Ότι όμως για όλες τις παραστάσεις αυτές υπάρχουν στο λαό μας οι αντίστοιχες λέξεις, αβλέμονας, αγιομνήσι, αγανάδα, αστρέχα, λαβροκομμένος, λέχι, πλατανιάς, ξέφωτο, κανένας δεν θα μπορούσε να το βεβαιώση, αν δεν ήταν ο ποιητής, πού όχι από γλωσσολογική περιέργεια αλλ’ από θερμή αγάπη για τη νεοελληνική γλώσσα σώζει την Ελληνική λέξη και μας τη δίνει θερμή, ζωντανή όπως ζή στο στόμα του λαού μας. «Σε μια τόσο βιαστική και άναντρη εποχή» έγραφε ο Καζαντζάκης το 1939 στην «Καθημερινή» όπου αφήνουν και τα πρωτοπαλλήκαρα ακόμη αδιαφάντευτη την εξαίσια γλώσσα μας, προσπάθησα όσο μπορούσα με έρωτα κι’ αγώνα και μεγάλη προσοχή να περιμαζέψω τα σκορπισμένα μέλη της και να της δώσω όση πνοή μπορούσα». Ο λεχτικός θησαυρός του Καζαντζάκη είναι συγκεντρωμένος απ’ όλες τις ελληνικές γωνιές και από άπειρα λαϊκά κείμενα, από τραγούδια, παραμύθια, παροιμίες, παραδόσεις της Ρούμελης, της Ρόδου, της Κύπρου, του Πόντου. Σ’ έναν που έχει κάπως εξοικειωθεί με τη λαϊκή λογοτεχνία, λέξεις όπως άγουρος, νιούτσικος, αγιομνήσι, αγουρομαζάρης, αναστενάρης, βάγια, γήταυρος, γονικάρης, δερβένι, κοιμηθιά, κρασοκάφκι, μούρτζουφλος, ξαθέρι, λογάρι, κτλ., λέξεις πού τις αγάπησε σε μεσαιωνικά ελληνικά κείμενα ή σε δημοτικά τραγούδια, καθώς τις βρίσκει σήμερα σε μια εποχή πού όλοι μιλάμε για την Ελλάδα και μόνο ένας-δυό τη ξέρουν, όλος αυτός ο πλούτος δεν μπορεί παρά να του δίνη πολύ μεγάλη χαρά.
     Στο γλωσσικό πλούτο του Καζαντζάκη ξεχωριστή θέση έχει βέβαια η κρητική λέξη, είτε από την προφορική πράδοση είτε από την κρητική λογοτεχνία. Ειπώθηκε, με αφορμή την «Οδύσσεια» και τη μετάφραση της «Θείας Κωμωδίας», πώς οι περισσότερες από  τις λέξεις του ποιητή είναι ιδιωματικές κρητικές. Η διαπίστωση αυτή, έτσι γενικά που λέγεται, δεν είναι σωστή, γιατί πολλές από τις λέξεις, πού λένε κρητικές, είναι πανελλήνιες και μόνο από άγνοια του κριτικού εντοπίζουνται στην Κρήτη. Ό,τι όμως εξάλλου ένας μεγάλος αριθμός από τις λέξεις και από τους τύπους του ποιητή είναι ιδιωματικός, δεν χωρεί αμφιβολία. Αλλ’ αυτό είναι φυσικό, γιατί η κρητική λέξη στην ψυχή του κρητικού ποιητή είναι πολύ πιο ζεστή από τη λέξη, που βρήκε αλλού, όσο κι’ αν η αγάπη του τη θέρμανε.
     Όταν ζητούμε απ’ τον δημιουργό ν’ αποσπασθή από την εμπειρία του και να εργαστή με τις δικές μας λογικές απαιτήσεις, μπορεί εκείνη τη στιγμή ν’ αγωνιζόμαστε για κοινή γλώσσα, την ενιαία γλωσσική συνείδηση και για ό,τι δήποτε άλλο, οπωσδήποτε όμως παρερμηνεύουμε την δημιουργία του ποιητή.
     Η γλώσσα του Καζαντζάκη μας ξαφνιάζει επίσης και για το πλήθος σύνθετα που έχει. Μέσα στην «Οδύσσεια» δεν σώζει μόνο ένα πλήθος σύνθετα του Παλαμά, του Γρυπάρη ή της λαϊκής παράδοσης, αλλά και δημιουργεί, πολύ περισσότερα άλλα με μιάν εξαιρετική τόλμη και επιτυχία. Για μερικά απ’ αυτά, όπως πατριδοσαπίζω, ασπροαλογίσιο αμάξι, μυγδαλογελάστρα, κοψόβουλης, καρδαμοκοιτάζω, νυχτοπέτα, θα μπορούσαν να υπάρχουν αντιρρήσεις. Υπάρχουν όμως τόσα άλλα και είναι τόσο πετυχημένα, ώστε να μη δικαιολογείται καθόλου ή απόπειρα γενίκευσης, πού έγινε. Το φεγγαρόστρωτο ακρογιάλι, η παραφρή της θάλασσας, τά αλαφομάτια του Χριστού,το ξεκόρμισμα του νου, το ροδοχαραμέρι, το γυναικοκελάϊδι, τα αστρολουόμενα γένια, η δροσόκορμη, το ασπρογάλαζιο κύμα, η σπαθοφρύδα, το φτερουγανασαίνω δεν είναι απλές λέξεις, είναι πίνακες ζωγραφικής.
………………………………………………………………………………………………
     Διαβάζοντας την «Οδύσσεια» αισθάνεσαι πώς η λέξη δεν ήλθε από τη μνήμη ή από τη λειτουργία του μυαλού, αλλ’ αναστήθηκε από τον έρωτα του ποιητή προς το πράγμα. Το επίθετο, το ουσιαστικό, το ρήμα στην Οδύσσεια είναι όλα σάρκα και αίμα: Πίσω από κάθε λέξη ζή ένας κόσμος ζεστός, αισθητός, χειροπιαστός, ένας κόσμος Ελληνικός. Η ελληνική γραμμή της ακροθαλασσιάς και του βουνού, της ξάστερης νύχτας και του ήλιου, σπιθίζει μέσα στη λέξη του ποιητή και καίει. Σ’ ένα έργο, πού καταλύει φιλοσοφικά τον κόσμο, η ελληνική λέξη σώζει και το πιο ασήμαντο της ζωής.
     Η λέξη του Καζαντζάκη είναι μαζί κυριολεξία, εικόνα και μεταφορά, θα έλεγα μάλιστα ότι κυριολεχτεί ακριβώς τη στιγμή πού μεταφέρει. Λέξεις πού τις συνηθίσαμε σε ορισμένους κύκλους πραγμάτων μεταφέρονται ξαφνικά σε εντελώς διαφορετικούς και η έκφραση κερδίζει έτσι μιάν απίστευτη ζωντάνια. Ο Οδυσσέας θερίζει τους μνηστήρες, το δοξάρι του χόρτασε, η τίγρισα καρδιά αναγλύφονταν, οι κλίνες αράχνιασαν, οι γιαλοί έγιναν πικροί, μια γυναίκα που έχασε τον άντρα της είναι μηλομαραμένη. Όλοι ξέρουμε πώς το Άγιον όρος λέγεται θεοβάδιστον. Όταν όμως η έκφραση αυτή λέγεται για τον Όλυμπο, το βουνό αυτό ξανακερδίζει μέσα μας την ίδια ιεροπρέπεια με το Άγιον όρος. Τη λέξη λιανοτούφεκο, αψιμαχία με τουφέκια, την ξέρουμε όλοι. Όταν όμως ο ποιητής λέει λιανοδόξαρο, αψιμαχία με τόξα, η καινούργια λέξη κλείνει μέσα της όλο το ήθος της παλιάς και λάμπει παλιά μαζί και καινούργια.
Παρόμοια παραδείγματα υπάρχουν σε κάθε σελίδα του βιβλίου.
     Δεν ήθελα όμως να τελειώσω την μελέτη της λέξης χωρίς να σταματήσω περνώντας έτσι στην ανάλυση της μορφής της «Οδύσσειας», σε ένα πολύ φανερό, σαφέστατο βιασμό της γλώσσας απ’ το μέτρο: Πάρα πολλές φορές η λέξη μεγαλώνει χωρίς να υπάρχη κανένας αισθητικός λόγος άλλος εκτός απ’ την ανάγκη του μέτρου. Το μεγεθυντικό (χερούκλα κτλ.) και τα σύνθετα (ψωμοπείνες κτλ.) πολλές φορές υπάρχουν μέσα στον στίχο μόνο και μόνο για να κλείσουν τις 17 συλλαβές-και τούτο είναι μια πολύ βασική αδυναμία της «Οδύσσειας».
     Δεν θα ήθελα να είμαι περισσότερο αναλυτικός στην παρατήρηση αυτή, πρέπει όμως να επιστηθή στο σημείο αυτό η προσοχή ενός μελλοντικού μελετητή της «Οδύσσειας», για να μη ξαναγίνη η αφέλεια π.χ. του κ. Παναγιωτόπουλου, πού μίλησε για τη λέξη της «Οδύσσειας» χωρίς να σκεφθή ότι η λέξη σ’ ένα ποίημα δεν έχει αυτόνομη αξία, αλλά αξιώνεται μόνο από την απόλυτη θέση της την αναντικατάστατη μέσα στο στίχο. Η αφθονία πχ. επιθέτου στην «Οδύσσεια» προέρχεται από το «ανατολίζον» πνεύμα του ποιητή, το διακοσμητικό, προέρχεται από ποιητική ανάγκη, ή είναι ανάγκη απλά και μόνο μετρική; Το γλωσσικό υλικό της «Οδύσσειας» είναι υπέροχο-γιατί η γλώσσα του λαού μας κι η γλωσσοπλαστική δύναμη του ποιητή είναι αριστουργηματική. Η ποιητική όμως χρήση του γλωσσικού αυτού υλικού είναι, άπειρες φορές κακή, αντιαισθητική, εκνευριστική. Παραδείγματα δεν αναφέρω, γιατί υπάρχουν σε κάθε σελίδα της «Οδύσσειας».
     Έπειτ’ από κάθε στίχο της Οδύσσειας μένει στη συνείδηση του αναγνώστη πλήθος εντυπώσεις χρωματικές, απτικές, ακουστικές κ.τ.λ. και μόνο ουσιαστικό δεν μένει. Το ουσιαστικό έχει χαθή και τη θέση του τήν έχει πάρει το χάος των επιθέτων. Ο αναγνώστης μπορεί να μετακινήση, να αντικαταστήση ή να παραλείψη λέξεις και μάλιστα επίθετα, χωρίς να πάθη τίποτα ο πυρήνας του έργου. Δεν αρνούμαι την λογικότητα της θέσης πού έχει κάθε φορά η λέξη στην «Οδύσσεια». Αρνούμαι όμως την ποιητικότητά της, γιατί τις περισσότερες φορές η λέξη στην «Οδύσσεια» προέρχεται όχι από ερωτική αναστροφή με το πράγμα, αλλ’ από μετρική ανάγκη ή από αναλύουσα σκέψη. Από την άποψη αυτή ξεχωριστό ενδιαφέρον έχουν π.χ. τά διάφορα επίθετα του Οδυσσέα: δοξαράς, βαθυνούσης, αθλητής, ασκητής, θεοφονιάς, πολυστέναχτος, φωτοδόξαρος, γοργοπίχερος, καραβάς, μονιάς, κορφιονούσης, φλογάς, αλεπονούς, αντροφονιάς, ψυχαρπάχτης, και πολλά άλλα. Τά επίθετα αυτά δεν χρησιμοποιούνται τυχαία, αλλά ισοζυγιάζονται κάθε φορά με την ψυχική κατάσταση του Οδυσσέα εκείνη τη στιγμή, μ’ ένα τρόπο, που τη φωτίζουν περισσότερο αλλά και φωτίζονται απ’ αυτήν. Όταν πρωτοβλέπει τη μάχη πού γίνεται μεσ’ στον ναό με επικεφαλής τη Ράλα ξυπνάει για μια στιγμή μέσα του ο πολεμιστής της Τροίας. Ο ποιητής την ονομάζει τότε δοξαρά. Πέντε στίχους πιο κάτω, καθώς για μια στιγμή σκέφτεται πώς δεν του συμφέρει ν’ ανακατωθή σε ξένες φασαρίες, ονομάζεται αλεπονούς κι’ όταν σε λίγο ρίχνεται στη μάχη με το μαχαίρι ψηλά, ο ποιητής τον λέει αντροφονιά.
     Λογικά τα επίθετα αυτά έχουν απόλυτα τη θέση τους. Είναι φανερό πώς κάθε φορά η λειτουργία της ψυχής του Οδυσσέα είναι ακριβώς αυτή, πού μας δίνει ο επιθετικός του χαρακτηρισμός. Ο χαρακτηρισμός όμως αυτός είναι περιγραφή από άνθρωπο, πού βλέπει απέξω τη Μορφή, χωρίς να μπορή να την κατακτήση ποιητικά. Ότι ο Οδυσσέας τη μια φορά είναι δοξαράς την άλλη αλεπονούς κτλ., θα το δή μόνος του ο αναγνώστης, δεν θα το πή ο συγγραφέας.
     Η «όλω τώ θυλάκω» και η άκαιρη χρήση του επιθέτου και ο βιασμός της γλώσσας αποτελούν ατέλεια από τις πιο σημαντικές του έργου. Δεν είναι η μόνη δυστυχώς. Το ίδιο λειψός είναι κι ο ποιητικός κόσμος του βιβλίου. Μέσα στην «Οδύσσεια» υπάρχει μια καταπληκτική τάση τερατολογίας από τις πιο απίθανες, τις πιο παράξενες, τις πιο αντιελληνικές τερατολογίες, πού ειπώθηκαν ποτέ. Θα έλεγε κανείς πώς ο ποιητής έχει απίστευτα διαστρεβλωμένες αισθήσεις. «Τά πράγματα» γράφει για το δημοτικό τραγούδι ο κ. Αποστολάκης «ούτε μικραίνουν, ούτε μεγαλώνουν και πολύ λιγώτερο δεν χάνουνται παρά προβάλουν με το βάρος τους, με το ανάστημά τους, με την αξία τους». Ο ποιητής δεν βλέπει και δεν πιάνει πράγματα. Χαρακτηριστικώτατες από την άποψη αυτή είναι οι παρομοιώσεις, οι μεταφορές και οι περιφράσεις του: Ο ήλιος που είναι χρυσό σκουφί του νού, η γή πού τσιμπολογούν τά πνεύματα και τά πουλιά του ανέμου, ο Πενταδάχτυλος πού εσηκώθη κι’ έφραξε τον αέρα, τά φρένα πού ασκώνουν πανιά, η μνήμη που χορεύει σα φαντασία κτλ κτλ., ελάχιστα παραδείγματα, τά ανάμεσα σε άπειρα άλλα, φανερώνουν πώς ο κόσμος του ποιητή είναι ότι, και ο κόσμος της φιλοσοφίας του-δηλαδή δεν υπάρχει. Από μια φιλοσοφία άλλωστε, που εκμηδενίζει τον κόσμο, δεν μπορούσε να δημιουργηθή κόσμος ποιητικός. Ο ποιητής έρχεται προς τη φύση γεμάτος λέξεις και πράγματα, που του έμαθε η τυχαιότητα της ζωή, κι’ έτσι δεν επικοινωνεί μαζί της ποτέ. Ο ήλιος παρουσιάζεται με χρυσό σκουφί, με κόκορα, με αστακό, με σφαχταρόκριγιο, το μισοφέγγαρο με κεφαλόχτενο, το φεγγάρι με δρέπανο, με σκουτάρι κ.τ.λ. Νομίζω πως πολύ δικαιολογημένα μπορεί να πή κανείς ότι υπάρχη πολλή τέχνη βέβαια σε ένα τέτοιο Stil, δεν υπάρχει όμως καμμιά μαθητεία τής ψυχής πλάϊ στη Φύση. Γενικώτερα άλλωστε η Φύση στην «Οδύσσεια» είναι πάντοτε πλαίσιο, αδιάκοπα μεταβαλλόμενο ανάλογα με την πορεία της ψυχής του Οδυσσέα, ποτέ όμως μοιραίο, και πολύ περισσότερο, ποτέ αποκαλυπτικό. Η τεράστια εξ’ άλλου χρήση της παρομοίωσης δεν ανταποκρίνεται σε καμμιά αισθητική ανάγκη. Ύστερ’ από την μελέτη του κ. Κακριδή για την «ομηρική παρομοίωση» όλοι ξέρουμε πόσο πολυποίκιλη κι’ όμως στο βάθος πόσο ενιαία είναι η αποστολή της παρομοίωσης στο Ομηρικό έπος. Στην «Οδύσσεια» η παρομοίωση είναι ότι η διακόσμηση στους τάπητες της ανατολής-δηλαδή δεν είναι τίποτε άλλο από απλή διακόσμηση.
     Όλα αυτά είναι βασικές ατέλειες, κι όμως υπάρχουν άπειρες παρόμοιες άλλες. Από το Η ως το Π η «Οδύσσεια» κινείται μέσα στον ιστορικό χρόνο. Όπως όμως δεν υπάρχει κόσμος πουθενά, έτσι δεν υπάρχουν καθόλου και ζωντανές μορφές, εκτός από τη Ράλα και ως ένα σημείο τον Πέτρακα. Όλες οι άλλες μορφές είναι σκιές φανταστικά παιχνιδίσματα δημιουργημένα απ’ την δραματοποίηση της φιλοσοφίας του ποιητή. Τα πρόσωπα που κινούνται μέσα στην «Οδύσσεια» δημιουργημένα όπως είναι όχι από διαλεκτική ποιητική αλλά από διαλεκτική φιλοσοφίας, λογικά έχουν ασφαλώς τη θέση τους-καμμιά ποιητική ανάγκη όμως δεν τα έχει δημιουργήσει. Την παρατήρηση αυτή την έκαναν και όλοι σχεδόν μέχρι τώρα όσοι μίλησαν για την «Οδύσσεια» ώστε να μη χρειάζεται να την αναπτύξω περισσότερο.
     Η αρχιτεκτονική του έργου είναι αρχιτεκτονική Barock-δεν είναι κλασσική. Η διαπίστωση αυτή δεν είναι τίποτα περισσότερο από απλή διαπίστωση. Δεν θα ήθελα να κατηγορηθώ πώς κρίνω την «Οδύσσεια» ξεκινώντας από μιάν οποιαδήποτε αισθητική αρχή και πώς ξανακάνω έτσι το λάθος του κ. Αυγέρη. Μολονότι δεν είναι οποιαδήποτε αισθητική αρχή ο κλασσικός κανόνας, μολονότι ο κλασσικός κανόνας είναι ο κανόνας της Ελληνικής λέξης, θα ήμουν πρόθυμος να καταλάβω και μιάν οποιαδήποτε άλλη αισθητική αρχή, αρκεί η αρχή αυτή να μπορούσε να δικαιωθεί ποιητικά. Όταν όμως μπορούν να παραλειφθούν ολόκληρα επεισόδια, να παραλειφθούν, να μετατεθούν ή να τροποποιηθούν στίχοι, χωρίς το σύνολο του έργου να πάθη τίποτε, τι γίνεται η ποιητική ενότητα του έργου; Η «Οδύσσεια» μιλάει και για τη Φύση και για την Ιστορία και για την ψυχή και για τον Θεό. Το άπλωμα όμως αυτό σε όλα της ζωής είναι έκταση ποσοτική, δεν είναι έκταση ουσίας.
     Η πορεία της ψυχής του ήρωα προεξαγγέλλεται πάντοτε τυπικά: Μας τη δίνει η περιγραφή της φύσης και έπειτα ένα όνειρο, ένα τραγούδι ή ένα παραμύθι. Η σύνθεση όμως αυτή είναι κατασκευή, δεν είναι δημιουργία ποιητικής ανάγκης.
     Οι παρατηρήσεις αυτές είναι βέβαια πολύ συνοπτικά διατυπωμένες, πιστεύω όμως πώς αναφέρονται σε ουσιαστικά στοιχεία του έργου ως έργου ποιητικού.
--
     Όταν ο αναγνώστης ξεπεράση τις άπειρες φραστικές δυσκολίες της «Οδύσσειας», συνηθίση την 17σύλλαβο κι αρχίση να συνδέη ένα με το άλλο τα επεισόδια, θα βρεθή μπροστά σε μιάν άλλη δυσκολία, τις καταπληκτικές σε ποσότητα και ποιότητα γνώσεις, πού αποτέλεσαν το υλικό της «Οδύσσειας». Οι ραψωδίες Α και Β προϋποθέτουν γνώση του Ομήρου και της πρωτοελληνικής θρησκείας.  Οι ραψωδίες Ε, Ζ, Η και Θ στηρίζονται σε βαθύτατη γνώση του μινωϊκού πολιτισμού, γνώση κερδισμένη από τ’ αρχαιολογικά ευρήματα και απλωμένη σ’ όλες τις μορφές του αρχαίου κρητικού πολιτισμού. Πολλές φορές το κείμενο δεν είναι παρά έμμετρη περιγραφή αρχαιολογικών ευρημάτων, περιγραφή όμως που με θαυμαστή διαίσθηση φτάνει ως το πνεύμα, ως την ψυχή του μινωικού πολιτισμού. Ούτε ο Evans, ούτε ο Bachhofen θα μπορούσαν να δώσουν στον Καζαντζάκη τη θαυμαστή αυτή κατανόηση της θρησκευτικά σπερματοκρατούμενης Κρήτης. Ο αναγνώστης φυσικά δεν πρέπει να περιμένη αντικειμενική αλήθεια στις περιγραφές αυτές. Το ιστορικό δεδομένο μεταπλάθεται απ’ τη διαίσθηση και τη μυθική συνείδηση του ποιητή μ’ έναν τρόπο πού να μην γίνεται βολετό, ούτε όμως να είναι και αναγκαίο να ξεχωρίσουμε τι δίνει και τι παίρνει ο ποιητής, τι μεταπλάθει, τι προσθέτει και τι αφαιρεί.
     Οι ραψωδίες για την Αίγυπτο προϋποθέτουν γνωριμία με τα τοπία και τις πολιτείες του Νείλου. Με τα ευρήματα των ανασκαφών, με τις πληροφορίες για την κοινωνική και προπαντός την οικονομική ζωή της Αιγύπτου των Φαραώ. Και για τα τμήματα αυτά ισχύει η ίδια διαπίστωση μ’ αυτήν που κάνουμε για την Κρήτη.
     Οι ραψωδίες για την Αφρική είναι εντελώς απρόσιτες σ’ έναν πού δεν έχει διαβάσει Frobenius or Freiser. Πολλά απ’ τα τραγούδια και τα παραμύθια, πού αναφέρονται εκεί, είναι μεταφράσεις παραμυθιών και τραγουδιών της Αφρικής, όλη δε η χρήση συμβόλων, πού γίνεται στα τμήματα αυτά, προϋποθέτει πλούσια γνώση της ψυχολογίας των πρωτόγονων λαών. Η πολιτεία που χτίζει ο Οδυσέας οργανώνεται κατά τις απόψεις του Morus στο βιβλίο του “Utopia”, γνώση των πολιτικών συνθηκών από ημερολόγια κτλ., εξερευνητών προϋποθέτουν οι ραψωδίες για τον Νότιο Πόλο, όπως και πολύ στενή οικειότητα με τις βασικώτερες κοσμοθεωρίες, αι συναντήσεις του Οδυσέα.
     Τά στοιχεία αυτά, πού αναφέρθηκαν άλλωστε εδώ πολύ γενικά, έχουν σημασία μόνο όσο αξιώνονται ποιητικά. Τέτοια ποιητική αξία νομίζω πώς δεν έχουν καθόλου όσα εκτίθενται στην πορεία προς το εσωτερικό της Αφρικής. Τα επεισόδια, που εξιστορούνται και που στηρίζονται στο υλικό του Frobenius, θα μπορούσαν, νομίζω, να παραλειφθούν χωρίς να μεταβληθή καθόλου το σχήμα της πορείας της ψυχής του Οδυσέα. Οπωσδήποτε είναι πολύ κουραστικά και επειδή είναι πολυάριθμα και επειδή μένουν ακατανόητα σ’ όσους δεν ξέρουν τον Frobenius ή την ψυχολογία των πρωτόγονων λαών.
….. Όλα αυτά ανήκουν στο Stil Barock του έργου, επιδράσεις όμως από πλήθος δικών μας και ξένων ποιητών, καλλιτεχνικά έργα, που αποτελούσαν πρότυπο σε πολλές περιγραφές, εκεί που δεν θα περίμενε κανείς (Ναυσικά στη Σχερία-πίνακας του Boticelli η Ελένη και το όνειρο του Οδυσέα-Αφροδίτη της Μήλου) μετατρέπουν πιά στο Stil Barock σε stil Bric a Brac και δημιουργούν πολλές επιφυλάξεις για την αξία της «Οδύσσειας» σαν έργο ποιητικού.
Δεν θέλησα με τις παρατηρήσεις αυτές να δείξω πώς η «Οδύσσεια» δεν έχει καμμιάν αξία σαν ποίημα. Είναι όμως τόσο βασικές οι απορίες που υπάρχουν, τόσο, πιστεύω, δικαιολογημένες, ώστε να μην πρέπη να παραμεριστούν, κι αν ακόμη θα μπορούσαν να δειχτούν πολλές άλλες χάρες της «Οδύσσειας». Οι λυρικές «στιγμές» του έργου είναι θαυμαστές. Πιστεύω όμως πώς θα έχουμε το δικαίωμα να τις χαρούμε μονάχα όταν ξεπεράσουμε όλες τις δυσκολίες και απαντήσουμε στις αντιρρήσεις πού, έστω και σχηματικά, διατυπώθηκαν πιο πάνω.
      Θα πρέπει να ειπωθή αμέσως από την αρχή: Με την «Οδύσσεια» ο Καζαντζάκης έφερε ένα καινούργιο ρίγος στη νεοελληνική σκέψη. Μπορεί να διαφωνή κανείς, μπορεί να μην αναγνωρίζη εσωτερική πειθώ στο βαθύτατο μεταφυσικό περιεχόμενο του έργου, μπορεί ακόμη να μην έχει να μιλήση για κοσμοθεωρία παρά απλώς και μόνο για προσωπική εξομολόγηση. Εκείνο, που δεν πρέπει να αρνηθή, είναι η ειλικρίνεια του συγγραφέα, η δύναμη του πάθους του. Είναι έξω από τις προθέσεις μου να μιλήσω για την ιδιομορφία της ψυχής του Καζαντζάκη και να την παρακολουθήσω από τα πρώτα έργα, τα θεατρικά, ως την ανέκδοτη ακόμη μετάφραση της Ιλιάδας: Μια πονεμένη ψυχή, πού ταξιδεύει χρόνια ολόκληρα τώρα σε χώρες, σε ιδέες, σε μορφές, πάντα ανικανοποίητη, πάντα όμως βαθύτατα αγωνιστική, δίχως ελπίδα, αλλά γεμάτη ηρωϊσμό, δίχως πίστη κι όμως διψασμένη  για λύτρωση, δίχως ρίζες πουθενά κι’ όμως αιώνια δεμένη με τον εαυτό της. Πόσα δεν θα είχε να κερδίση κανείς από την συγκλονιστική αυτή τραγωδία ενός ανθρώπου που αισθάνεσαι αιώνια τον εαυτό του στο χάος, πόσα να ωφεληθή-έστω κι’ αν τον αρνηθή στο τέλος, ιδίως όταν τον αρνηθή…. Αλλά η πρόθεσή μου εδώ είναι διαφορετική. Ο αναγνώστης όμως πρέπει να ξέρη πώς δεν είναι τόσο εύκολο να αρνηθή ή να αγνοήση τον Καζαντζάκη, δεν είναι για τον καθένα η ευτυχία να απαρνηθή την «Οδύσσεια»…
     I cannot rest from travel Tennyson (Ulysses)
     Το ηρωικό ταξίδι, ύστερ’ από εικοσάχρονων αγώνα, έχει τελειώσει πιά και ο Οδυσέας φτάνει στο νησί του. Μέσα στα είκοσι χρόνια, που πέρασαν, έζησε βαθύτατες χαρές αλλά και πικρότατες λύπες: Πολέμησε με τα όπλα και με το
μυαλό, αναμετρήθηκε με ανθρώπους, με θεούς, με τη φύση, ξεγέλασε και ξεγελάστηκε πολλές φορές άπειρες φορές βρέθηκε αντιμέτωπος στο θάνατο, φοβήθηκε, αλλά στο τέλος νίκησε και φτάνει τώρα πιά να γαληνέψη στο νησί του. Οι πιο μεγάλοι κίνδυνοι στάθηκαν στο ταξίδι του η Καλυψώ, η Κίρκη και η Ναυσικά. Πλάϊ στην πρώτη κινδύνευσε να γίνη θεός, πλάϊ στη δεύτερη να γίνη κτήνος, πλάϊ στην Τρίτη ένας συνηθισμένος άνθρωπος. Όταν φτάνει στο νησί, φτάνει σαν ακέραιος άνθρωπος, με τις κακίες και με τα προτερήματά του, με αισθήσεις, με πάθη, με πνεύμα-ατελής και γι’ αυτό τέλειος άνθρωπος.
     Θα μπορέση άραγε να βρή στο νησί τη γαλήνη, που λαχταρούσε; Θα μπορέση να κλείση όλο αυτό το απέραντο πλήθος από συγκινήσεις, που φέρνει μέσα του, σε μια και μόνη ενωτική αρχή; Τέτοια είναι η λαχτάρα, που τον φέρνει στο νησί. Εκεί όμως τον περιμένει πικρή απογοήτευση. Η Ιθάκη με την Πηνελόπη στον Τηλέμαχο, τους άπνοους χωριάτες είναι τόσο αντίθετη με την ψημένη από τις τρικυμίες καρδιά του, πού δεν μπορεί καθόλου να χαρή τη γαλήνη, πού του ανοίγεται. Η Ιθάκη είναι τέταρτη μετά την Καλυψώ, την Κίρκη και τη Ναυσικά μορφή θανάτου. (*)
*Πρέπει να τονιστή εντελώς ιδιαίτερα η βαθμιαία δημιουργία της απογοήτευσης αυτής στην ψυχή του Οδυσέα. Ο Καζαντζάκης την δίνει με υπέροχο τρόπο.
     Ποια είναι η ενωτική αρχή, πού συνέχει όλες τις περιπέτειές του, που συνέχει μέσα της όλο τον κόσμο; Πάντως δεν είναι η πατρίδα του, ούτε το σπιτικό του, ούτε οι χωριανοί του, δεν είναι προπαντός ο θεός που τον λάτρευαν και πού του κληρονόμησαν οι πρόγονοι.
     Ο Οδυσέας και η σχέση του με τη Ζωή και τον Θεόν-αυτό είναι το κέντρο της «Οδύσσειας». Όταν τα ξεπερνάη όλα και φεύγει, φεύγει για να σώση τον εαυτό του, την ψυχή του, πού πνιγόταν μέσα στην ασφυχτική ζωή του νησιού. Η ελευθερία του είναι μέσα του άγρια, πρωτόγονο αίσθημα για το αχαλίνωτο ξεδίπλωμα του εαυτού του. Η παραμονή του άλλωστε στο νησί, η συλλογή ανάμεσα στα γαλήνια τοπία και τους δεμένους με το χώμα ανθρώπους, του έδωσε τη δύναμη να κατακτήση την ενωτική αρχή που συνείχε την ταραγμένη ζωή του. Όλες οι περιπέτειες στην Τροία και στις θάλασσες έγιναν για την Ελένη. Αν κατακτούσε την απόλυτη ομορφιά, ασφαλώς εκεί θα έβρισκε τη σωτηρία της ζωής του.
      Και ο Οδυσέας φεύγει για την Ελένη. Η ιδανική μορφή τον βασανίζει τώρα στο ξύπνιο  και στον ύπνο του, τον δονεί απ’ την κορφή ως τα νύχια, τον συγκλονίζει με απίστευτο παλμό.
     Μπρός στην κατάκτησή της δεν λογαριάζονται ούτε φιλίες, ούτε ηθικές αρχές, ούτε αξιοπρέπεια, ούτε δικαιοσύνη… Θεός είναι μόνο ο εαυτός του και ζωή η Ομορφιά. Ανάμεσα από δόλους και ηρωϊσμούς, πότε σαν άντρας και πότε σαν σκουλήκι, φτάνει κάποτε μπροστά στην Ελένη.
     Το συναπάντημα όμως μαζί της του γίνεται σε λίγο συντριμμός και η αγωνία της Ιθάκης ξαναφουντώνει στην ψυχή του: Αυτή λοιπόν η σάρκινη Ελένη είναι η Ομορφιά, που για χάρη της έγιναν τόσες θυσίες, που εξ αιτίας της έσκισε και πάλι θάλασσες και τάραξε τη ζωή του ξανά; Η Ομορφιά είναι μια συνηθισμένη μορφή, κι αν αξίζει κάτι, είναι που μπορεί, καθώς ενσαρκώνεται στον άνθρωπο, να σε κάνη να σκεφτής όλους τους ανθρώπους. Μέσ’ από τον βαθύ έρωτά του για την Ελένη αισθάνεται ήδη τον άνθρωπο, που γελάει και πάσχει, που πονάει και χαίρεται.
     Πέρα από την απόλυτη ομορφιά αλλά μέσα στην κατοχή της αισθάνεται τον πόνο όλων των ανθρώπων. Κι’ είναι αυτός ο δεύτερος αναβαθμός της πορείας του προς την αλήθεια της Ζωής. Αδιαμόρφωτα ακόμη, θαμπά κι όμως συντριπτικά, αισθάνεται το καινούργιο φώς, όταν αράζη με την Ελένη πλάϊ του στην Κρήτη. Μα η καινούργια αλήθεια είναι πολύ καφτερή μέσα του, ηφαιστιακή στην πλέρια της μορφή. Στα χώματα της Κρήτης ξεσπάει σαν καταστροφή: Να συντρίψη όλα τά ανάξια, όσα δεν κλείνουν μέσα τους την παρουσία του ανθρώπου, όσα δεν όσα δεν καταφάσκουν τον άνθρωπο.
     Σιγά-σιγά, τις ίδιες ώρες, όταν καταστρέφεται ο Μινωικός πολιτισμός, κερδίζει βαθμιαία το νόημα του θεού του: Ο θεός είναι πιο πάνω από τα αισθητά, ο θεός είναι πέρα από την Ομορφιά, είναι πνεύμα, και η ζωή είναι αγώνας για την κυριαρχία του πνεύματος στη Γή. Η Ελένη έχει υπερνικηθή πιά στην ψυχή του και μέσα από την σκόνη της καταστροφής αναδύεται ο μύθος του Ανθρώπου.
     Στην Αίγυπτο ο ανθρώπινος πόνος του χαρίζει δυνατότερη τώρα την παρουσία του Θεού: Ο Θεός στην Ιθάκη ήταν η πατρίδα και οι πρόγονοι, στην Σπάρτη ήταν ο εαυτός του, στην Κρήτη είναι Πνεύμα, στην Αίγυπτο γίνεται μια πρώτη μορφή τού Πνεύματος είναι η Πείνα, να κλείσεις μέσα σου και να συντάξης όλες τις ομορφιές, τις χαρές και τις λύπες της ζωής. Η ζωή δεν είναι πιά η Πατρίδα, δεν είναι η Ομορφιά, είναι η Γνώση. Όταν όμως ο Οδυσέας περνάη την περιπέτεια της επανάστασης και του πολέμου, η πείρα που, πού κατάχτησε του δίνει βαθύτερη ακόμη τη συνείδηση για τη Ζωή και τον Θεό: Ζωή είναι Δικαιοσύνη, Θεός είναι ο Πόλεμος. Μ’ αυτή την καινούργιαν αλήθεια φεύγει για τά βάθη της Αφρικής και με την πίστην αυτή χτίζει την ιδανική πολιτεία. Είναι ένας άνθρωπος φθαρτός, όλο λάσπη και αίμα. Στην ηθική πράξη όμως τον καλεί το πνεύμα, πού έχει μέσα του, οί πρόγονοί του, η ανθρωπότητα, ολόκληρη την Γή. Όταν όμως ο χρόνος και ο θάνατος διαλύουν την πολιτεία, όλα συντρίβονται μέσα του.
     Πάλεψε για την πατρίδα του και η πατρίδα του έλυωσε στα χέρια του, όπως το χιόνι στη φωτιά. Πάλεψε για την Ομορφιά κι΄ η Ομορφιά έφυγε από τά χέριαα του όπως ο ήλιος το βράδυ απ’ τη Γή. Πάλεψε για τη Γνώση, αλλά η γνώση τυφλώνει και ναρκώνει. Πάλεψε για τη Δικαιοσύνη κι’ η Δικαιοσύνη συντρίφτηκε στα χέρια του από τον θάνατο και τον χρόνο. Μέσα στις φριχτές όμως ώρες, που περνάει, η ηρωική ζωή του δεν διαλύεται, αλλά ωριμάζει κι’ ο Θεός αστράφτει μέσα του σαν απόλυτη παρουσία: Θεός είναι τά πάντα και ζωή είναι να κλείσης μέσα σου και να σε κλείσουν μέσα τους σε ώρες μυστικές τά πάντα. Το καλό και το κακό στην Ιθάκη ήταν χάος, στην επανάσταση της Αίγυπτος ήταν αντίμαχα το ένα με το άλλο, στην ιδανική πολιτεία συνεργάζονταν, τώρα είναι αξεδιάλυτα σφιχτοδεμένα το ένα με το άλλο. Η ζωή και ο θάνατος, ο χρόνος και ο Θεός, η Φύση και η Ιστορία, ο Ουρανός και η Γή έγιναν όλα ένα.
     Κι’ όμως ούτ’ εδώ δεν είναι ο τελικός αναβαθμός. Όταν αντιμετράη τη ζωή του με τον Βούδα και τη Μαργαρώ, βαρύτερη, συντριπτικώτερη αναλάμπει μια καινούργια αλήθεια:
      Πίσω από όλα αυτά, την Φύση και τον Άνθρωπο, από τον Χρόνο και τον Θεό, από την ελπίδα και την απελπισία, πίσω από την ένωση του καλού και του κακού δεν υπάρχει τίποτα.
     Όλα τά αντικείμενα και τα υποκείμενα της ζωής είναι αγέρας. Ανοίγω τά μάτια μου και ζή ο κόσμος-τά κλείνω και πεθαίνει.
     Ο φριχτός όμως αυτός μηδενισμός αστράφτει στην ψυχή ενός άντρα. Κάθε στιγμή της Ιστορίας, κάθε άνθρωπος φέρνει μέσα του κλεισμένο τον Θεό του. Ο Θεός μας κινδυνεύει μέσα στη νάρκη μας, μέσα στη στροφή μας προς τά αισθητά και ζητάει βοήθεια, επικαλείται την ενίσχυσή μας για να λυτρωθή από την ύλη. Χρέος μας είναι να τον λυτρώσουμε και να τον δημιουργήσουμε. Πέρα από αυτόν, πέρα από τον καθένα μας δεν υπάρχει τίποτα. Κι’ όμως η απόλυτη αλήθεια θα φωτίση μέσα μας μόνο ύστερα από τον αγώνα του Οδυσέα, ύστερα από τη σκληρή, οδυνηρή, αιματηρή προσπάθειά του, σαν ανωτάτη βαθμίδα της άσκησης, σαν Σιωπή.
     Ατό σημείο αυτό είναι προτιμώτερο να παραθέσω αυτούσιο το τελευταίο κεφάλαιο της «Ασκητικής» του περίφημου «πιστεύω» του Καζαντζάκη, γραμμένου το 1923 στη Γερμανία και δημοσιευμένου μερικά χρόνια αργότερα στο περιοδικό «Αναγέννηση». Το κείμενο, πού παραθέτω εδώ, είναι ανέκδοτη ακόμη τροποποίηση του δημοσιευμένου κειμένου. Οι διαφορές του απ’ την «Αναγέννηση» είναι πολύ σημαντικές:
     «Πιστεύω σ’ ένα Θεό, Ακρίτα Διγενή, στρατευμένο, πάσχοντα, μεγαλοδύναμο, όχι παντοδύναμο, πολεμιστή στα σύνορα, στρατηγό, αυτοκράτορα σε όλες τις φωτεινές δυνάμεις, τις ορατές και τις αόρατες.
     Πιστεύω στ’ αρίφνητα προσωπεία, πού πήρε ο Θεός στους αιώνες κι αφουγκράζομαι με δέος την ακατάλυτη ενότητα.
     Πιστεύω στον άγρυπνο αγώνα του, που δαμάζει και καρπίζει την ύλη-τη ζωοδόχο πηγή φυτών, ζώων κι ανθρώπων.
     Πιστεύω στην καρδιά του ανθρώπου, το χωματένιο αλώνι, όπου μέρα και νύχτα παλαίβει ο Ακρίτας με το θάνατο.
     Βοήθεια! Κράζεις, Κύριε, κι ακούω.
     Μακάριοι, όσοι ακούν, χυμούν να σε λυτρώσουν, Κύριε και λεν:
     Εγώ και σύ μονάχα υπάρχουμε.
     Μακάριοι όσοι σε λύτρωσαν, σμίγουν μαζί σου, Κύριε και λέν:
     Εγώ και σύ είμαστε ένα.
     Και τρισμακάριοι όσοι κρατούν και δε λυγούν, απάνου στους ώμους τους, το μέγα, το αποτρόπαιο μυστικό.
     Και το ένα τούτο δεν υπάρχει.
     Αυτή είναι η κοσμοθεωρία της «Οδύσσειας»: Η ρ ω ϊ κ ό ς  μ η δ ε ν ι σ μ ό ς  ή  Δ η μ ι ο υ ρ γ ί α  σ τ η ν 
ά β υ σ σ ο.
Θα την έλεγα κοσμοθεωρία ασιατική, αν ο ίδιος ο ποιητής δεν την ήθελε σαν κοσμοθεωρία της κρητικής ψυχής. Η Κρήτη όμως, πού είδε ο Καζαντζάκης είναι μια Κρήτη ασιατική-ολότελα διαφορετική απ’ το νησί, πού θέρμανε την κρητική λογοτεχνία, όπως την ξέρουμε από τον «Ερωτόκριτο» και τά κρητικά δημοτικά τραγούδια ως τον Πρεβελάκη.
     Δεν έχει όμως σημασία πώς θα την ονομάσουμε γεωγραφικά. Το πρόβλημα είναι αλλού: Οι μεταβάσεις του Οδυσέα απ’ τη μια μορφή στην άλλη είναι μεταβάσεις πού πείθουν ή είναι επιφανειακές-επιδερμικές; Και το ίδιο πρόβλημα τοποθετημένο διαφορετικά: Υπάρχει εσωτερική αναγκαιότητα από τη μια μετάβαση στην άλλη ή όλη αυτή η ιστορία δεν είναι τίποτα άλλο από μιάν ατομική εξομολόγηση; Φοβάμαι πώς ο Καζαντζάκης δεν δίνει το δράμα του πνευματικού ανθρώπου με το έργο του, αλλά απλώς το δράμα το δικό του. Η ψυχή αυτή, πού δεν γεμίζει με τίποτα, ούτε με την Ιθάκη, ούτε με την Ελένη, ούτε με πολιτεία, πού απογοητεύεται πρίν κατακτήση ακόμη το ιδανικό της και μόλη τη δημιουργική λαχτάρα της συντρίβεται απ’ τη συνείδηση του χρόνου, η ψυχή αυτή δεν είναι, δεν μπορεί να είναι γερή. Αυτή τη στιγμή δεν μ’ ενδιαφέρει καθόλου αν η «Οδύσσεια» είναι έργο τέχνης. Σαν κοσμοθεωρία όμως είναι ψεύτικη-είναι φριχτή. Ο Οδυσέας θα πρέπη να έχη σάπια ψυχή και σάπιες αισθήσεις, όταν αφήνη την Ελένη προτού την κατακτήση και θα πρέπη να είναι πολιτικός φαντασιοκόπος όταν χτίζη μια πολιτεία κι’ όμως λυγίζει μπροστά στον θάνατο.
     Έθιξα έτσι δυό θεμελιακά σημεία της «Οδύσσειας», θα μου επιτραπή όμως να επιμείνω περισσότερο στο δεύτερο. Είναι πρώτα πρώτα μια πολύ κακή προσπάθεια να πραγματοποιηθή η “Utopia” του Thomas Morus. Μια ουτοπική πολιτεία δεν γίνεται ποτέ πραγματικότητα. Αν όμως ο Οδυσέας ζητούσε να πραγματοποιήση την «πολιτεία» του Πλάτωνα θα έβλεπε ότι ο άνθρωπος είναι αθάνατος-τουλάχιστον μπορεί να γίνη αθάνατος. Όχι βέβαια σαν φυσικός οργανισμός. Αλλά η πνευματική παράδοση είναι το πρώτο βήμα-το μόνο βήμα για την αιωνιότητα. Κι’ όταν η πολιτεία θα υψωνότανε σαν αίτημα κι όχι σαν ουτοπία στην ψυχή του Οδυσέα, τότε δεν θά χρειαζόταν να γίνη ασκητής.
     Έπειτα είναι και κάτι άλλο: Το ιδανικό είναι πάντα ο οδηγός μας μέσα στη ζωή, είναι η Ιδέα, που καταξιώνει την ύλη. Όταν η Ιδέα μένει ζωντανή μέσα μας, ο χρόνος δεν μπορεί να μας συντρίψη, γιατί δεν είναι απλή ύλη, αλλά ο δρόμος, πού απάνω του πορεύεται η Ιδέα.
     Στο μυθιστόρημα Toda-Raba του Καζαντζάκη ένας κρητικός, ο Γερανός, γράφει από μια μακρυνή χώρα στο παιδί του στην Κρήτη, πώς η κοινωνική αναδημιουργία, που συντελείται στη χώρα πού βρίσκεται, είναι η μόνη λύτρωση για όλη την ανθρωπότητα. Ο ίδιος μολονότι βλέπει το σωστό, δεν μπορεί να δουλέψη για την πραγμάτωσή του και συνιστά στον γυιό του να δουλέψη αυτός τουλάχιστον για την καινούργια ζωή.
     Το γράμμα αυτό θα έπρεπε να το υπόγραφε κι’ ο Οδυσέας. Ο μηδενισμός του δεν είναι κοσμοθεωρία-είναι ατομική του ανικανότητα.
     Ύστερα από τις διαπιστώσεις αυτές, πού μολονότι συνοπτικά διατυπωμένες, ελπίζω ότι αναφέρονται στο ουσιαστικώτερο στοιχείο της «Οδύσσειας», μπορούμε να ξαναγυρίσουμε στον γραμματολογικό χαρακτηρισμό του βιβλίου. Η γνώμη πώς «σήμερα δεν υπάρχει στοιχείο αρμόδιο να δικαιολογήση τη δημιουργία του έπους» είναι ανιστόρητη. Το έπος γράφεται πάντοτε όταν ένας πολιτισμός έχει παρακμάσει πιά και όταν ήδη υπεμφαίνεται ο Μύθος εκείνου, πού τον διαδέχεται. Ο επικός ποιητής συνθέτει, ολοκληρώνει και δικαιώνει τον πολιτισμό, πού έκλεισε.
     Παράδειγμα ο Όμηρος κι’ ο Dante. Είναι προφανές ότι ο Καζαντζάκης θέλησε να δώση τον μύθο του 20ου αιώνα. Η διαφορά όμως είναι ότι στην «Οδύσσεια» δεν ολοκληρώνεται και δεν δικαιώνεται ο πολιτισμός που διαλύεται (Der Untergang des Abendlandes του Spengler, απ’ όπου ο Καζαντζάκης, έχει επηρεασθή πολύ), αλλά απλώς εκφράζεται το ήθος ενός από τους πιο αντιπροσωπευτικούς ανθρώπους της παρακμής. Η «Οδύσσεια» είναι ένας «εσωτερικός μονόλογος» μια «λυρική αυτοβιογραφία» και τίποτε παραπάνω… Ο Ευρωπαϊκός πολιτισμός δεν βρήκε ακόμη τον επικό ποιητή του.
Βασίλειος Λαούρδας, Η «ΟΔΥΣΣΕΙΑ» ΤΟΥ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ (ΚΡΙΤΙΚΟ ΔΟΚΙΜΙΟ), ΑΘΗΝΑΙ 1943, σελίδες 16.
     Διατήρησα την πρώτη γραφή και την ορθογραφία του Βασίλη Λαούρδα της έκδοσης του 1943, και όχι τις «χτενισμένες» μετέπειτα αναδημοσιεύσεις του κειμένου ή αποσπασμάτων που έχω συναντήσει στα διαβάσματά μου. Εκτός από τον ποιητή Ντίνο Χριστιανόπουλο που μεταφέρει το φυλλάδιο στα «Φιλολογικά Δοκίμια» του πειραιώτη συγγραφέα που εξέδωσε από τις εκδόσεις Διαγώνιος, ενδεικτικά αναφέρω και την σύμμεικτη εργασία Εισαγωγή Κριτικών Κειμένων «ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ», σε επιμέλεια: Roderick Beaton, από τις ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΡΗΤΗΣ-Ηράκλειο 2011, σ.101-117
THE ODYSSEY A MODERN SEQUEL, by Nikos Kazantzakis. Translation into English verse, Introduction, Synopsis, and notes by Kimon Friar. A Clarion book, published by Simon and Schuster 1958, σελίδες 824.
“O Sun, great Oriental, my proud mind’s golden cap,
I love to wear you cocked askew, to play and burst….
     Πενήντα εννέα χρόνια πέρασαν από τότε που ο Κίμων Φράϊερ (Kimon Friar) μετέφρασε την ΟΔΥΣΣΕΙΑ του Νίκου Καζαντζάκη, μια μετάφραση σταθμός όχι μόνο για την διάδοση και εξάπλωση του Καζαντζακικού έργου στο αγγλόφωνο κοινό, την κοπιώδη αυτή μεταφραστική εργασία ο Φράιερ την αφιέρωσε στον αμερικανό φίλο του ποιητή James Merrill, αλλά και την γνωριμία του αναγνωστικού κοινού του δυτικού και όχι μόνο κόσμου, με την νέα ελληνική γραμματεία, μετά τις καινούργιες ιστορικές, πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες που δημιουργήθηκαν στον ευρωπαϊκό χώρο, μετά το τέλος του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου. Ένας μεταφραστικός άθλος, αν σκεφτούμε-όσοι γνώρισαν από κοντά τον Κίμωνα Φράϊερ, ότι ο Φράϊερ, δεν είχε αυτήν την τάση της υπερβολής και του πομπώδους στα γραπτά του, αυτήν την αχαλίνωτη φιλοσοφική αναζήτηση, την μεταφυσική εμμονή, την διαπάλη του με τον Θεό μέσα στην ανθρώπινη Ιστορία, δεν τον διέκρινε αυτή η μηδενιστική διάθεση του Νίκου Καζαντζάκη. Μια ατομική ιδιοσυγκρασία ίσως ξένη ακόμα και στους σύντεκνούς του Κρητικούς. Μετρημένο και πρακτικό άτομο ο Ελληνοαμερικανός καθηγητής, μεθοδικός και σαφής στις κριτικές τους απόψεις, με ξεκάθαρο ύφος και μοντέρνα γραφή, στις μεταφράσεις του προτιμούσε μικρές μονοσύλλαβες ή δισύλλαβες αγγλικές λέξεις και όχι πολυσύλλαβες συνήθως, είχε σαν κύρια προτεραιότητα στην ζωή των ανθρώπων την οικονομία, όπως έχουν οι Αμερικανοί πολίτες, όσον αφορά την ουσιαστική σημασία του χρήματος στην ζωή των ανθρώπων, ο Κίμων είταν περισσότερο Αμερικανός, από…. Δεν στερήθηκε τις χαρές της ζωής και τα γλέντια της, τις απολαύσεις του έρωτα, όπως συνειδητά έπραξε ο Νίκος Καζαντζάκης. Ήσαν δύο διαφορετικής ταυτότητας πρόσωπα, παρόλα αυτά, πέτυχε τον στόχο του με μεγάλη επιτυχία και αποτελεσματικότητα. Κοινό τους σημείο, όσον αφορά το μεταφυσικό επίπεδο της ανθρώπινης ύπαρξης, είναι ο τεκτονισμός, με τα θετικά και αρνητικά που η θεωρία αυτή κουβαλά μέσα της. Ο ένας ήταν αρνητής ο άλλος ήταν ένας διαρκής αναζητητής. Κάτι που θύμιζε την φιλοσοφία-θρησκευτική του ισπανού φιλόσοφου και συγγραφέα «Πίστη χωρίς αμφιβολία είναι πίστη νεκρή». Ο Κίμων Φράϊερ, αυτός ο σημαντικός δάσκαλος και μεταφραστής, δεν υπήρξε αρνητής της ζωής εν ονόματι του πνεύματος, όπως ο ασκητικός Κρητικός. Ο ασκητικός Καζαντζάκης, και η κοσμοθεωρία της ζωής του, σαν οικουμενικός γραφιάς θέλησε να είναι ο σύγχρονος Σαούλ-Παύλος, μόνο που πιά, η ιστορία και ο δυτικός πολιτισμός, δεν κυοφορούσε Θεούς. Ο τελευταίος που αρνήθηκε να παίξει αυτόν τον ρόλο μέσα στην Ιστορία είναι ο φιλόσοφος Κρισναμούρτη. Ο κόσμος της Μπλαβάτσκυ έκλεισε γρήγορα τον κύκλο του. Στον άνθρωπο Νίκο Καζαντζάκη, αυτόν τον αειθαλή έλληνα δημιουργό, με την μηδενιστική πεποίθηση-μια τελική πίστη που αναιρεί και το ίδιο του το έργο μάλλον-ταιριάζει σαν λογοτέχνη, αυτό που είπε σοφά ο ποιητής Οδυσσέας Ελύτης, «γράφω για αυτούς που θα έρθουν μετά από εμένα».  
Ο Νίκος Καζαντζάκης, αν δεν ήταν ένας διαρκής ταξιδευτής, ένας αμφισβητίας περιπλανητής, θα ήταν ένας έλληνας μοναχός σ’ μια Σκήτη του Κόσμου, και θα πάλευε με τους αγγέλους της πίστης του ή τις λέξεις της απιστίας του, και θα συνομιλούσε ισότιμα με το Πνεύμα του Θεού, που εκείνος ήθελε να δημιουργήσει.
Και επίσης,
Εβδομήντα τέσσερα χρόνια πέρασαν από τότε που ο πειραιώτης φιλόλογος και λογοτέχνης Βασίλειος Λαούρδας, εξέδωσε το φυλλάδιό του, που συμπεριλαμβάνει-ξαναδουλεμένη-την τέταρτη ομιλία που έδωσε για την ΟΔΥΣΣΕΙΑ του Νίκου Καζαντζάκη την χρονιά εκείνη. Μια κριτική εργασία που προκάλεσε αρκετές αντιδράσεις στην εποχή του αλλά και μεταγενέστερα. Και αυτό το διαπιστώνουμε, καθώς γνωρίζουμε ότι αρκετοί κατοπινοί μελετητές του έργου του Νίκου Καζαντζάκη, άμεσα ή έμμεσα υιοθέτησαν τις απόψεις του ή μέρος αυτών, και στάθηκαν επιφυλακτικοί απέναντι στο μεγαλόπνοο αυτό ποιητικό έργο της νεότερης ελληνικής λογοτεχνίας. Ένα έργο, που περικλείει όλες τις αρετές που έχει ένα ελληνικό γλωσσικό λεξικό, καθώς μας διασώζει λέξεις και εκφράσεις, ντοπιολαλιές και ήχους, εικόνες και έννοιες, φωνές πηγαίες και λαλούμενα, μεταφερμένα και σχεδιασμένα, από όλα σχεδόν τα μέρη της Ελλάδας. Λέξεις που λησμονήθηκαν, λέξεις που δεν ξαναμιλήθηκαν, λέξεις που χάθηκαν μεταφερόμενες σε άλλα γεωγραφικά περιβάλλοντα, λέξεις που έκλεισαν τον εννοιολογικό τους κύκλο, λέξεις θαμμένες στον χρόνο, λέξεις φωλιές άκαρπων πλέων συγγραφικών κλώνων, καθώς η Ζωή που αλλάζει με ξέφρενες ταχύτητες, προσπερνά αδιάφορη τόσο τους ανθρώπους όσο και τις λέξεις που εφευρίσκουν για να την απεικονίσουν.
Οδύσσεια, ένα παρακλωναρισμένο Έπος της ελληνικής γραμματείας με αμέτρητα ερμηνευτικά πλησιάσματα.
Οδύσσεια, ένα πρωτόγνωρο και τελεσίδικο ελληνικό εγχείρημα.
Οδύσσεια, ένα Δράμα που εκφράζει την πολυπρισματική φιλοσοφία ενός ατόμου, που γεννήθηκε για να γίνει συγγραφέας, και έταξε ως σκοπό της ζωής του να κάνει την ύλη πνεύμα με λέξεις ελληνικές, γραπτές ή προφορικές.
Οδύσσεια, ένα ταξιδιάρικο βαρυφορτωμένο ξενομερίτικο ξωτικό των ελληνικών γραμμάτων.
Οδύσσεια, εικοσιτέσσερις ποιητικές ραψωδίες, πλεγμένο γαϊτάνι-γαϊτανάκι μου του νου μου το μεράκι μου.       
Οδύσσεια, ένας μεγάλος φουρτουνιασμένος ποταμός λέξεων που σε πνίγει, σε βυθίζει στα τάρταρα-παλάτια της ανθρώπινης σκέψης ακόμα και αν είσαι δεινός κολυμβητής.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πρώτη γραφή σήμερα, 8 Αυγούστου 2017
Πειραιάς, μια Πόλη που κηδεύει αργά και σταθερά τα παιδιά της. Λεοντακιανάκου,  Μόσχος Κεφαλάς, Κώστας Μουρσελάς, Σταύρος Λαγκαδιανός.  
ΥΓ. Δεν θα μπορούσαμε να μην μνημονεύσουμε καθώς ξαναθυμηθήκαμε το βιβλιοπωλείο των Αφων Κ. ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗ, ότι παραδίπλα, κοντά στην είσοδο του Δημαρχείου, λειτουργεί το παραδοσιακό ζαχαροπλαστείο της «ΣΤΑΝΗΣ» με τα εξαίρετα γλυκίσματά του, τα παγωτά και τα εύγεστα κουλουράκια του. Ένα ζαχαροπλαστείο που κρατά ακόμα την παλαιά οικογενειακή παράδοση του Πειραιά, για τέτοιου είδους χώρους αναψυχής. Από την άλλη πλευρά υπάρχει η είσοδος της Ιωνιδείου Σχολής που τα σκαλοπάτια της οδηγούν στον μουσειακό της χώρο, ένα ιστορικό σχολείο στολίδι της πόλης με σημαντική ιστορία και παράδοση στον τομέα της εκπαίδευσης. Στην γωνία με την Ηρώων Πολυτεχνείου, υπήρχε μέχρι πρόσφατα, το «αριστοκρατικό» κατάστημα ανδρικών ενδυμάτων των αδερφών Ανδριανόπουλοι, της γνωστής ποδοσφαιρικής ομάδας του Ολυμπιακού. Από το κατάστημα αυτό, προμηθεύονταν τα είδη ένδυσής της η αστική τάξη του Πειραιά. Δίπλα στην κεντρική πύλη του Δημαρχείου υπήρχε αίθουσα του Δήμου η οποία χρησιμοποιούνταν ως εκθεσιακός χώρος. Είχαμε παρακολουθήσει αρκετές εκθέσεις  παλαιότερα. Την περίοδο εκείνη, δεν υπήρχε η Πινακοθήκη του Δήμου Πειραιά που στεγάζεται σήμερα στο παλαιό Ταχυδρομείο, και ακόμα, το Ιστορικό Αρχείο της πόλης βρίσκονταν στις κάτω αίθουσες του Δημοτικού Θεάτρου με είσοδο από την Βασιλέως Γεωργίου, εκεί που είναι σήμερα η στάση των λεωφορείων. Η δε Βιβλιοθήκη και το αναγνωστήριο της στεγάζονταν σε όροφο του Δημαρχείου.
Οφείλουμε να σημειώσουμε,-για την ιστορική αλήθεια της πόλης-ότι οι Πειραϊκές γενιές, αυτές που γεννήθηκαν μετά το 1960 περίπου, ανεξαρτήτως πολιτικών φρονημάτων και κομματικών επιλογών, πέρα από την πολιτική τους αδιάψευστη διαφωνία με την επτάχρονη περίοδο, γνώρισε και μεγάλωσε στον Πειραιά και την νέα φυσιογνωμία της πόλης, που της έδωσε ο δοτός δήμαρχος της δικτατορίας Αριστείδης Σκυλίτσης. Τα επτά περίπου χρόνια της δημαρχίας του, είναι ο σύγχρονός μας Πειραιάς που εμείς βαδίσαμε, παίξαμε, διασκεδάσαμε, ονειρευτήκαμε, ερωτευτήκαμε, χορέψαμε, τραγουδήσαμε, σπουδάσαμε, κάναμε οικογένειες, εργαστήκαμε. Την παλαιότερη φυσιογνωμία της πόλης, πριν το 1967, την γνωρίζουμε μόνο από τις διάφορες καρποστάλ, φωτογραφίες, ζωγραφικούς πίνακες, ταινίες του ελληνικού ασπρόμαυρου κινηματογράφου, την μαθαίνουμε από τις προσωπικές αναμνήσεις και αφηγήσεις που μας κληροδότησαν γραπτώς ελάχιστοι παλαιοί πειραιώτες. Που συνήθως, αναφέρονται είτε στην περίοδο του πολέμου και της κατοχής,-και στα προσωπικά τους ανδραγαθήματα-είτε στα παλαιότερα του μεσοπολέμου χρόνια. Υπάρχει ένα ιστορικό κενό, μάλλον, των δεκαετιών 1950 έως το 1967, που δεν έχει καταγραφεί επαρκώς ή ερευνηθεί η εικοσαετία περίπου αυτή, ούτε έχουν εξετασθεί οι πολιτιστικές διεργασίες και κοινωνικές ζυμώσεις της περιόδου εκείνης. Περίοδος του μετεμφυλιακού αστυνομικού κράτους, των Λαμπράκηδων, της πολιτιστικής άνοιξης της πόλης, των λαϊκών κέντρων διασκέδασης με τις ζωντανές ορχήστρες, των θεατρικών σχημάτων και θεατρικών μπουλουκιών που έδιναν παραστάσεις, του πειραϊκού Θεάτρου Σκιών, των Τσίρκων στην περιοχή του Φαλήρου, του Πειραϊκού Θεάτρου του Δημήτρη Ροντήρη, των κινηματογραφικών προτάσεων, των πειραϊκών μουσικών σχημάτων, ακόμα γιατί όχι και της άναρχης οικοδομικής ανάπτυξής της πόλης,-των πολυώροφων σύγχρονών μας πολυκατοικιών, το γκρέμισμα των νεοκλασικών της κτηρίων στα μετά τον πόλεμο χρόνια, το κλείσιμο των μεγάλων της βιομηχανικών μονάδων, όπως το μεγάλο μηχανουργείο του «Κούπα» στην περιοχή της Αγίας Σοφίας, τα Υαλουργεία που κατασκεύαζαν τα κάθε είδους μπουκάλια στην περιοχή του Αγίου Διονυσίου, τα εργοστάσια που κατασκεύαζαν τσιμπιδάκια στην περιοχή της παλαιάς κοκκινιάς, τα παλαιά σαπωνοποιία, τα μικρομάγαζα βιομηχανικών ειδών της οδού ρετσίνα, στην περιοχή της Λεύκας κλπ.. Η ερημοποίηση δηλαδή και το κλείσιμο των δεκάδων παραδοσιακών πειραϊκών επιχειρήσεων. Τα δυό μεγάλα καπνεργοστάσιά της «Παπαστράτος» και «Κεράνης», που τόσα προσέφεραν στην οικονομική ανάπτυξη της πόλης. Το κλείσιμο επίσης των Τεχνικών της Ιδιωτικών Σχολών,-«Πυθαγόρας», «Αρχιμήδης», «Αναξαγόρας», των παραδοσιακών ιδιωτικών Εκπαιδευτηρίων της, όπως «Ο ΠΛΑΤΩΝ», των Ιδιωτικών Φροντιστηρίων κλπ. Και φυσικά, η ιστορία του Λιμανιού της και των ανθρώπων του,-όχι μόνο της περιοχής της Τρούμπας-από μια καθαρά κοινωνιολογική σκοπιά, δηλαδή, μια ταξική χαρτογράφηση της διαστρωμάτωσης του πληθυσμού του. Ψήγματα έχουμε στα μυθιστορήματα του Νίκου Τσιφόρου και σε ανθολογίες του ρεμπέτικου τραγουδιού, από τους παλαιότερους συγγραφείς. Από τους νεότερους αναφέρω ενδεικτικά τον Διονύση Χαριτόπουλο και αρκετοί άλλοι. Αυτός ο λούμπεν-προλεταριακός λαϊκός πολιτισμός που κουβαλούσαν ως παράδοση τα άτομα και οι οικογένειες τους, μέσα και πέριξ του Λιμανιού. Τα τραγούδια τους, οι χοροί τους, οι μουσικές τους, οι τρόποι διασκέδασής τους, η μαγειρική τους, οι καθημερινές τους συνήθειές, τα έθιμά τους που κουβαλούσαν από τον τόπο καταγωγής τους, ο γλωσσικός τους πλούτος, οι ενδυμασίες τους, οι παραβατικές τους πρακτικές, τα στέκια των ναυτικών, τα στέκια των καφενόβιων, τα διάφορα μπαρ, όλος αυτός ο πολύχρωμος κόσμος που ανέπνεε, ζούσε, εργάζονταν, δημιουργούσε οικογενειακές εστίες αναφοράς, εργάζονταν, μπάζωνε ρέματα για να χτίσει, πρόκοβε, παρανομούσε, έμπλεκε σε περιπέτειες, σιμά στο λιμάνι και στον γύρο πειραϊκό χώρο. Ποιος δεν θυμάται τους παπατζήδες που κουβαλώντας τον ντενεκέ τους στέκονταν στις γωνίες της λεωφόρου Ποσειδώνος, και έπαιζαν ζάρια, ή χαρτιά. Τους λούστρους και αυτούς που πουλούσαν σαλέπι. Τους αχθοφόρους με τα καρότσια μέσα στο λιμάνι, τους παγοπώλες με την τσιμπίδα, και τους παγωτατζήδες με το χωνάκι παγωτό και το σιρόπι. Τους γανωτήδες με την ρόδα που τρόχιζαν τα μαχαίρια, τους καρεκλάδες με τα στάχυα που έπλεκαν τις ψάθινες καρέκλες, τους ασημιτζήδες των ασημικών και των κουταλομαχαιροπίρουνων. Τους  βαρκάρηδες που με ένα δεκάρικο σε πήγαιναν με την βάρκα βεγγέρα στο Πασαλιμάνι. Ένας πειραϊκός κόσμος γιομάτος ζωντάνια και ιδιαίτερα «θαύματα», συνήθειες και πρακτικές, που πρόσφεραν μια άλλη πολιτιστική και κοινωνική ταυτότητα στην πόλη και ταυτόχρονα, αναβαπτίζονταν από την ατμόσφαιρά της.

Τα σύγχρονα Μακρά Τείχη της πόλης είναι πριν το 1967 και μετά από αυτήν την χρονολογία ορόσημο.