Σάββατο 30 Μαρτίου 2019

Μακεδονικό και Αρμενικό Ζήτημα: Συγκλίσεις, αποκλίσεις

Clio Turbata
·         ΑΠΟΨΕΙΣ
·         ΝΕΟΙ ΙΣΤΟΡΙΚΟΙ
·         ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
·         ΠΕΡΙ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
·         ΣΥΝΕΔΡΙΑ
·         ΨΗΦΙΟΘΗΚΗ
·         ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ
·         ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
·          
·          
http://clioturbata.com/wp-content/uploads/1896-armenian-hamidian-massacres_1_9e690bf4a005b77ede0f7ccae1447cf6-750x410.jpg
Ιωάννης Κ. Χασιώτης: Μακεδονικό και Αρμενικό Ζήτημα: Συγκλίσεις, αποκλίσεις (19ος-20ός αι.)*
Ιωάννης Κ. Χασιώτης
Μακεδονικό και Αρμενικό Ζήτημα:
Συγκλίσεις, αποκλίσεις (19ος-20ός αι.)*
Το διπλωματικό ενδιαφέρον για το αρμενικό πρόβλημα εκδηλώθηκε για πρώτη φορά στη διάρκεια της μεγάλης κρίσης του Ανατολικού Ζητήματος στα 1876-1878. Ωστόσο, μολονότι η κρίση εκείνη ξεκίνησε από τα Βαλκάνια, η ιστοριογραφική εξέταση της αρμενικής της παραμέτρου περιορίστηκε ουσιαστικά από άποψη γεωγραφική στον μικρασιατικό χώρο, εκεί δηλαδή όπου είχαν συμβεί και οι μεγάλες διώξεις των Αρμενίων (οι σφαγές της δεκαετίας του 1890 και του 1909 και, κυρίως, η Γενοκτονία του 1915). Στη σχετική λοιπόν βιβλιογραφία η βαλκανική διάσταση του αρμενικού ζητήματος δεν έχει μελετηθεί συστηματικά. Δεν απουσιάζει πάντως εντελώς: εκδόθηκαν κάποιες –ελάχιστες– μελέτες για τη διασύνδεση του αρμενικού εθνικού κινήματος με το βουλγαρικό, αλλά κι αυτές, παρά τις κάποιες πληροφορίες τους, είτε είναι ιδεολογικά φορτισμένες είτε ατελείς στην τεκμηρίωσή τους. Στην εργασία αυτή θα περιοριστώ σε ένα γενικό περίγραμμα, επισημαίνοντας τους κύριους τομείς, όπου τέμνονται το αρμενικό ζήτημα με τα βαλκανικά διπλωματικά ζητήματα, ιδιαίτερα με τις φάσεις τους που αφορούσαν τον χώρο της μείζονος Μακεδονίας.
Η διασύνδεση του αρμενικού με το Ανατολικό Ζήτημα ξεκίνησε με τη Συνθήκη ειρήνης του Παρισιού του 1856 που έθεσε τέλος στον Κριμαϊκό Πόλεμο (1853-1856). Ωστόσο οι εξελίξεις που αφορούν τη Μακεδονία επιταχύνθηκαν με την Ανατολική Κρίση του 1876-1878. Τότε διεθνοποιήθηκε ουσιαστικά και το αρμενικό ζήτημα, με κύριους διπλωματικούς σταθμούς τις συνθήκες του Αγίου Στεφάνου (19 Φεβρουαρίου/3 Μαρτίου 1878) και του Βερολίνου (13 Ιουνίου – 13 Ιουλίου 1878, ν.η.): Στο πολυσυζητημένο άρθρο 16 της πρώτης συνθήκης συνδυαζόταν η εκκένωση από τα ρωσικά στρατεύματα των «κατακτημένων περιοχών της Αρμενίας» (δηλαδή οι ανατολικές επαρχίες της Μ. Ασίας που είχαν συμπαγείς αρμενικούς πληθυσμούς, τα λεγόμενα «αρμενικά βιλαέτια») με την εφαρμογή εκ μέρους της Υψηλής Πύλης «χωρίς καθυστέρηση» (sans plus de retard) των διοικητικών μεταρρυθμίσεων που απαιτούσε η ασφαλής διαβίωση των χριστιανών κατοίκων. Στο Βερολίνο, παρά τις διαμαρτυρίες του Αρμενίου ιεράρχη Khrimian, εκπροσώπου του Αρμενικού Πατριαρχείου στο συνέδριο,  η ισχύς του άρθρου αυτού περικόπηκε δραστικά με το άρθρο 61, αφού παρέπεμπε την εφαρμογή του στη διακριτική ευθύνη (à garantir) –ολέθρια, όπως αποδείχτηκε σύντομα– του σουλτάνου, χωρίς πια την εγγύηση της στρατιωτικής παρουσίας των Ρώσων. Ανάλογες, αλλά ασαφέστερες ρυθμίσεις (με το άρθρο 23 της βερολίνειας συνθήκης) αφορούσαν και τη Μακεδονία, μόνιμο στόχο από το 1870 της βουλγαρικής βαλκανικής πολιτικής. Η Σόφια προσπάθησε κι αυτή να εντάξει στο ίδιο πεδίο τις δικές της απαιτήσεις για «μεταρρυθμίσεις» στη Μακεδονία και να προωθήσει έτσι τα σχέδιά της για τη μετέπειτα ενσωμάτωση ολόκληρης της περιοχής στη βουλγαρική επικράτεια (κατά το προηγούμενο της Ανατολικής Ρωμυλίας του 1886).
http://clioturbata.com/wp-content/uploads/13138831_f520.jpg
To Συνέδριο του Βερολίνου. Στο μέσο της εικόνας διακρίνεται ο οικοδεσπότης Otto von Bismarck, καγκελάριος της Γερμανικής Αυτοκρατορίας.
Από τότε λοιπόν και για μια τουλάχιστον τριακονταπενταετία εμφανίζονται αλληλένδετες οι εθνικές διεκδικήσεις των Αρμενίων και των Βουλγάρων, και μάλιστα χωρίς την παρέμβαση αυτή τη φορά του εχθρικού πλέον ρωσικού παράγοντα. Οι Αρμένιοι ζητούσαν την εφαρμογή των «μεταρρυθμίσεων» που είχαν αποφασιστεί στο Βερολίνο για τα «αρμενικά βιλαέτια», και οι Βούλγαροι ανάλογες ρυθμίσεις στον ευρύτερο μακεδονικό χώρο. Από την ίδια επίσης εποχή χρονολογούνται και ορισμένα μέτρα της Σόφιας υπέρ των Αρμενίων που κατέφευγαν στο βουλγαρικό έδαφος. Οι βουλγαρικές αρχές μάλιστα φρόντιζαν και για την εκπαίδευση δεκάδων Αρμενόπουλων στην πρόσφατα (1879) ιδρυμένη στρατιωτική Ακαδημία της χώρας. Μέσα στο κλίμα αυτό ήταν επόμενο να αρχίσει η συνεργασία των αρμενικών επαναστατικών «κομιτάτων» με τα βουλγαρικά. Από την πλευρά τους και οι Αρμένιοι της Διασποράς άρχισαν να συνηγορούν για την αναγνώριση ως ανεξάρτητου τού ως τότε αυτόνομου βουλγαρικού κράτους, εκτιμώντας ότι μια τέτοια εξέλιξη στα Βαλκάνια θα συνιστούσε θετικό προηγούμενο για μιαν ανάλογη εξέλιξη στην ανατολική Μ. Ασία. Μαζί με τους Αρμενίους συντάχθηκαν σύντομα και οι φιλοαρμενικοί και φιλοβουλγαρικοί πολιτικοί κύκλοι της δυτικής Ευρώπης, με κινητοποιήσεις που πρόβαλλαν σχεδόν ταυτόχρονα την ανάγκη των διοικητικών μεταρρυθμίσεων στην «Αρμενία» και τη «Μακεδονία».
Οι εκτεταμένες αρμενικές σφαγές του 1894-1896 ενδυνάμωσαν την αρμενο-βουλγαρική προσέγγιση. Γι’ αυτό και οι αναπόφευκτες μαζικές μετοικεσίες των Αρμενίων από την Κωνσταντινούπολη προς τη Βάρνα και άλλες πόλεις της Βουλγαρίας δεν θα πρέπει να αποδοθούν μόνο στη γεωγραφική γειτνίαση, αλλά και στη σχετικά καλή μεταχείριση που έβρισκαν εκεί οι φυγάδες και οι πρόσφυγες. Σε αντίθεση λοιπόν με την εχθρική πολιτική που ακολούθησε στα επόμενα χρόνια η Σόφια έναντι του ελληνικού στοιχείου της Ανατολικής Ρωμυλίας (που κορυφώθηκε στα πογκρόμ του 1906), οι Βούλγαροι καλλιέργησαν συστηματικά την πολιτική συνεργασία τους με τους Αρμενίους.

http://clioturbata.com/wp-content/uploads/27a-COLLAGE.jpg
Ο σουλτάνος Αβδούλ Χαμίτ Β΄ και οι σφαγές των Αρμενίων στα πρωτοσέλιδα του γαλλικού Τύπου.
Όλα αυτά προκάλεσαν την καχυποψία έναντι των Αρμενίων εκμέρους όλων σχεδόν των κυβερνήσεων των άλλων βαλκανικών κρατών: της Σερβίας, της Ρουμανίας και βέβαια και της Ελλάδας. Η καχυποψία των Ελλήνων έγινε μεγαλύτερη όταν τα βουλγαρικά επαναστατικά κομιτάτα, παράλληλα με τη στρατολόγηση «κομιτατζήδων» για τη Μακεδονία, ήρθαν σε επαφή με αρμενικές επαναστατικές οργανώσεις.  Στην απεγνωσμένη αναζήτηση συμμάχων, οι ηγεσίες των Αρμενίων επαναστατών (αρχικά του ριζοσπαστικού Henchakian και στη συνέχεια της μακροβιότερης σοσιαλδημοκρατικής Αρμενικής Επαναστατικής Ομοσπονδίας/Dashnaktsutiun), δεν απέκλεισαν τους Έλληνες: Αρχικά στράφηκαν προς τους Κρητικούς, που είχαν αρχίσει κι αυτοί τις εξεγέρσεις τους μετά την ακύρωση των αποφάσεων του συνεδρίου του Βερολίνου, που έδιναν σχετική διοικητική αυτονομία στο νησί. Αλλά ενώ οι αρμενο-κρητικές επαφές παρέμεναν για ποικίλους λόγους στο επίπεδο των μυστικών –και στάσιμων– συνεννοήσεων, οι αρμενο-βουλγαρικές έγιναν περισσότερο χειροπιαστές: Οι Βούλγαροι μάλιστα άρχισαν να εκπαιδεύουν στρατιωτικά και τους Αρμενίους αντάρτες (fedayi) στο βουλγαρικό έδαφος. Σπεύδω πάντως να υπογραμμίσω ότι οι προσπάθειες των Βουλγάρων  να στρατολογήσουν Αρμενίους εθελοντές για τις ένοπλες ομάδες τους στη Μακεδονία και τη Θράκη, δεν βρήκαν απήχηση· το υπογραμμίζει τον Σεπτέμβριο του 1896 σε ανταπόκριση από τη Σόφια η φιλοαρμενική Daily News, που σημειώνει ότι μεταξύ των χιλιάδων Αρμενίων που αναζήτησαν πρόσφατα καταφύγιο στο βουλγαρικό έδαφος δεν βρέθηκε ούτε ένας πρόθυμος να συνενωθεί με τους «κομιτατζήδες» που δρούσαν στη Μακεδονία.
Η αρμενο-βουλγαρική αντιτουρκική συνεργασία είχε αρχίσει να προβάλλεται στον ευρωπαϊκό τύπο ανοιχτά από το φθινόπωρο του 1895, και μάλιστα με τις ευλογίες της Αγγλο-αρμενικής Εταιρείας του Λονδίνου, της ισχυρότερης τότε φιλοαρμενικής οργάνωσης της Ευρώπης. Τον επόμενο χρόνο πραγματοποιήθηκαν στη Γενεύη κοινές συνεδριάσεις Αρμενίων και Βουλγάρων επαναστατών. Οι συζητήσεις επισφραγίστηκαν με τη συμφωνία ανάμεσα στον Boris Sarafov, ηγετική μορφή της Εσωτερικής Μακεδονικής Επαναστατικής Οργάνωσης (VMRO), και την Αρμενική Επαναστατικής Ομοσπονδία/Dashnaktsutiun.
Μολονότι οι περισσότερες από τις ενέργειες αυτές εντάσσονταν σε προπαγανδιστικά παιχνίδια, οι Βούλγαροι κατάφεραν να αξιοποιήσουν συστηματικά το αρμενικό ζήτημα, όπως έκαναν και με το κρητικό κατά τις περιόδους έντασης στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Είναι ενδεικτικό ότι στη διάρκεια των αρμενικών σφαγών και των αιματηρών γεγονότων στην Κρήτη, η Σόφια έσπευσε να προωθήσει, εκμεταλλευόμενη και την κατακραυγή της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης εναντίον του Αβδούλ Χαμίτ Β΄ , τα δικά της σχέδια στον ευρύτερο μακεδονικό χώρο, καταρχήν με την απόσπαση σουλτανικών βερατιών για την ίδρυση νέων εξαρχικών επισκοπών στη Μακεδονία, στη συνέχεια με τη ρύθμιση επιμέρους ζητημάτων στις σχέσεις της με την Υψηλή Πύλη με ευνοϊκούς για τη βουλγαρική (και μάλλον δυσμενείς για την ελληνική) πλευρά όρους. Αλλά το σταθερό πεδίο για την εκμετάλλευση του αρμενικού ζητήματος ήταν η επίμονη διασύνδεση των διοικητικών μεταρρυθμίσεων στην «Αρμενία» με ανάλογες στη Μακεδονία στο όνομα του άρθρου 23 της βερολίνειας συνθήκης (σύμφωνα πάντοτε με τη φιλοβουλγαρική ερμηνεία του). Ας σημειωθεί ότι η αντιμετώπιση του άρθρου αυτού δεν ήταν ομόθυμη στον ελληνικό πολιτικό κόσμο· αυτό φαίνεται από τις αντιπαραθέσεις που με αφορμή τις αρμενικές σφαγές του Σεπτεμβρίου του 1895 καταγράφτηκαν στις αθηναϊκές εφημερίδες με τη συμμετοχή –σε επώνυμες, ψευδώνυμες και ανώνυμες συνεντεύξεις– διπλωματών, πρώην υπουργών και δημοσιογράφων, όλων σχεδόν άριστα ενημερωμένων στο μακεδονικό ζήτημα.
Η Οθωμανική Αυτοκρατορία στην αυγή του 20ού αι.
Από την πλευρά τους οι Ευρωπαίοι φιλέλληνες δεν αντιλαμβάνονταν την ελληνική ευαισθησία στην αρμενο-βουλγαρική συνεργασία, επειδή προσέβλεπαν με σχετική αφέλεια στη συσπείρωση των χριστιανικών λαών της οθωμανικής Ανατολής εναντίον του σουλτάνου. Ανάλογες ιδέες, που είχαν κυκλοφορήσει και παλαιότερα, συχνά μάλιστα με Έλληνες εμπνευστές, είχαν επανέλθει στην επικαιρότητα με τις κινήσεις για τη σύμπηξη της λεγόμενης Ανατολικής Ομοσπονδίας. Η Αθήνα βέβαια δεν ήταν δυνατόν να ενστερνιστεί τις ιδεαλιστικές αυτές προσεγγίσεις, ακόμα και όταν εκφράζονταν από ένθερμους φιλέλληνες. Γενικά η σύζευξη στον διπλωματικό και προπαγανδιστικό τομέα του αρμενικού με το μακεδονικό ζήτημα προδιέθετε αρνητικά τη στάση όλων των ελληνικών κυβερνήσεων. Ο αθηναϊκός τύπος δημοσίευε άρθρα (επώνυμα, ανώνυμα ή ψευδώνυμα) Ελλήνων διπλωματών, που υπογράμμιζαν τις αρνητικές επιπτώσεις που θα είχε για το ελληνικό στοιχείο της Μακεδονίας η επιβολή εκεί διοικητικών μεταρρυθμίσεων, ανάλογων με εκείνες που καταστρώνονταν για τα «αρμενικά βιλαέτια». Αλλά τα πράγματα δεν έμειναν μόνον εκεί: Ήδη η Υψηλή Πύλη, από τις αρχές κιόλας της δεκαετίας του 1890, κατά την εφαρμογή της αδυσώπητης αρμενικής της πολιτικής, είχε αρχίσει να εφαρμόζει επιδεικτικά τακτική διακρίσεων υπέρ των Ελλήνων υπηκόων της. Και όταν ξέσπασαν οι μαζικές σφαγές των Αρμενίων το φθινόπωρο του 1895, οι Έλληνες εξαιρέθηκαν από το αιματηρό πρόγραμμα με τέτοια ακρίβεια και σχολαστικότητα, προπάντων στην Κωνσταντινούπολη, ώστε να μη μένει καμιά αμφιβολία ότι δεν επρόκειτο για αυθόρμητη συμπεριφορά των μουσουλμάνων (όπως θέλησε να παραστήσει το καθεστώς), αλλά για την τήρηση αυστηρών εντολών της κεντρικής εξουσίας. Γι’ αυτό και στο τελικό ισοζύγιο των σφαγών της περιόδου 1894-1896 το ελληνικό στοιχείο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας δεν είχε παρά ελάχιστες μόνο αμυχές: Ο αριθμός των καταγραμμένων τουλάχιστον Ελλήνων νεκρών και βαριά τραυματισμένων δεν ξεπέρασε τις δεκάδες, την ίδια εποχή που ο αρμενικός πληθυσμός πλήρωνε βαρύτατο τίμημα με εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς και πολλαπλάσιους τραυματίες. Οι αναλογίες ισχύουν και στο πεδίο των υλικών καταστροφών, παρ’ όλο που οι διακρίσεις στις λεηλασίες των χριστιανικών περιουσιών δεν εφαρμόστηκαν με την ίδια πάντοτε ευστοχία.
http://clioturbata.com/wp-content/uploads/Hamidian_massacres_Bleedingarmeniahamidian.png
Οι σφαγές του 1895 σε βάρος των Αρμενίων.
Η ευμενής μεταχείριση των Ελλήνων –που θα πρέπει βέβαια να αποδοθεί και στους φόβους του σουλτάνου για ενδεχόμενη επέμβαση των Ρώσων υπέρ των «προστατευόμενων» ομοδόξων– εκδηλώθηκε με χειρονομίες και προς την κορυφή (στον νεοεκλεγέντα Οικουμενικό Πατριάρχη Άνθιμο Ζ΄) και προς τη βάση (με οικονομικές παροχές προς τα ελληνικά σχολεία, αλλεπάλληλους διορισμούς Ελλήνων σε επίζηλες δημόσιες θέσεις κ.ά.). Ας σημειωθεί ότι την εξέλιξη αυτή την είχαν προβλέψει προπολλού οι Αρμένιοι της Κωνσταντινούπολης· γι’ αυτό και δίσταζαν να συμμετάσχουν στο εθνικό κίνημα των συμπατριωτών τους, αφού την ίδια τακτική –αλλά αντίστροφα– την είχαν ήδη ακολουθήσει οι σουλτάνοι μισόν αιώνα νωρίτερα, κατά τη διάρκεια και αμέσως μετά την ελληνική επανάσταση του 1821: Τότε το «πιστό» αρμενικό στοιχείο όχι μόνο είχε ξεφύγει από τις σφαγές, αλλά και είχε επωφεληθεί, αντικαθιστώντας στις κρατικές θέσεις το τότε «στασιαστικό» ελληνικό.
Η υποκριτική τακτική της Υψηλής Πύλης υπέρ των Ελλήνων είχε δυο στόχους: Ο πρώτος (και κύριος) ήταν η διάσπαση ανάμεσα στις δυο εθνότητες, ώστε να υπονομευθεί εξαρχής ο ενδεχόμενος σχηματισμός κοινού χριστιανικού μετώπου. Ταυτόχρονα όμως ο ίδιος ο Αβδούλ Χαμίτ προσδοκούσε και άμεσα πολιτικά οφέλη: την ενδεχόμενη, βραχυπρόθεσμη για τις περιστάσεις, προσέγγιση με τους Έλληνες ή τουλάχιστον την ουδετερότητά τους στην αρμενική κρίση. Γι’ αυτό, παράλληλα προς τη «φιλελληνική» συμπεριφορά του, που την υπογράμμιζε με τρόπο πομπώδη και επιδεικτικό στην Κωνσταντινούπολη, ο σουλτάνος άρχισε να καλλιεργεί το έδαφος για μια διπλωματική προσέγγιση με την Ελλάδα: Τον Μάρτιο του 1895, για να επιτύχει την εκτόνωση της αντιτουρκικής έντασης στην Κρήτη, έστειλε εκεί ως βαλή τον ελληνικής καταγωγής Αλέξανδρο Καραθεοδωρή. Καρπός αυτής της τακτικής ήταν να επικρατήσει τον Μάιο του 1895 στην Κρήτη απατηλό κλίμα ευφορίας. Έτσι η αρμενική κρίση συνδυάστηκε με το κρητικό ζήτημα, που για ένα μικρό διάστημα φάνηκε να ρυθμίζεται με αντίτιμο τις αρμενικές εκατόμβες. Ένα χρόνο αργότερα ο σουλτάνος προχώρησε σε τολμηρότερα σχέδια: πρότεινε στην Αθήνα τη σύμπηξη «βαλκανικής» συμμαχίας, με πρώτα μέλη της βέβαια την Ελλάδα και την Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Η ανταπόκριση των ελληνικών κυβερνήσεων στα σουλτανικά στρατηγήματα ήταν ψυχρή: Η Αθήνα ούτε συνεργάστηκε με την Υψηλή Πύλη στα Βαλκάνια ούτε αρνήθηκε να φιλοξενήσει στην Αττική χιλιάδες Αρμενίους πρόσφυγες και δεκάδες πολιτικούς φυγάδες. Όπως ήταν επόμενο, η τακτική αυτή –που υποστηριζόταν βέβαια και από την ελληνική κοινή γνώμη με πρωτοστάτη την εφημερίδα Εστία– προκαλούσε τις αντιδράσεις των Οθωμανών. Στα 1895-1896 ο σουλτάνος απέδιδε τη συνεχή αναζωπύρωση του αρμενικού ζητήματος σε δυο παράγοντες: στην υποστήριξη των Αρμενίων από τη Μ. Βρετανία και στην ανοχή της Ελλάδας έναντι των Αρμενίων ακτιβιστών που είχαν καταφύγει στο έδαφός της.
http://clioturbata.com/wp-content/uploads/5.-%CE%91%CF%81%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%B9%CE%BF%CE%B9-%CF%80%CF%81%CF%8C%CF%83%CF%86%CF%85%CE%B3%CE%B5%CF%82-%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%91%CF%84%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE-COLLAGE-1024x769.jpgΑριστερά: Αρμένιοι πρόσφυγες στην Αττική Δεξιά: Η ειλικρίνεια του σουλτάνου, δημοσίευμα της εφημερίδας Εστία.
Η έκρηξη του ελληνοτουρκικού πολέμου την άνοιξη του 1897 συνδέθηκε και πάλι με το αρμενικό ζήτημα, τουλάχιστον στο πεδίο της προπαγάνδας. Οι φιλελληνικοί κύκλοι διατύπωσαν την υποψία ότι ο σουλτάνος, ανοίγοντας ένα νέο μέτωπο, δικαιολογούνταν απόλυτα να κλείσει ένα άλλο· να αναβάλει δηλαδή για αργότερα (ουσιαστικά να ακυρώσει) την εφαρμογή των προτεινόμενων αρμενικών μεταρρυθμίσεων. Και πραγματικά: Οι θεαματικές επιτυχίες των οθωμανικών στρατευμάτων στη Θεσσαλία αναπτέρωσαν τόσο πολύ το ηθικό και την αυτοπεποίθηση του μουσουλμανικού πληθυσμού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (αλλά και το κύρος του ίδιου του σουλτάνου-χαλίφη), ώστε να γίνει ακόμα πιο δύσκολη, αν και όχι αδύνατη, η επιβολή εκμέρους των Δυνάμεων των σχεδίων τους για τις «αρμενικές» επαρχίες. Τον Οκτώβριο του 1897 ο Αβδούλ Χαμίτ δήλωσε στον Βρετανό πρεσβευτή στην Κωνσταντινούπολη ότι το αρμενικό ζήτημα «είχε επιτέλους κλείσει».
Η Ελλάδα ηττημένη στα 1897 με φόντο τα θύματα των αρμενικών σφαγών.
Με το πέρασμα στον 20ό αιώνα η αρμενική εμπλοκή στα βαλκανικά ζητήματα συνδέθηκε και πάλι με τον ελληνοβουλγαρικό ανταγωνισμό για τη Μακεδονία. Οι μαζικότερες φιλοαρμενικές και φιλοβουλγαρικές εκδηλώσεις («υπέρ της Μακεδονίας καί της Αρμενίας») στη Δυτική Ευρώπη στα 1902 και 1903 προκάλεσαν αμηχανία στην Αθήνα. Ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσε στην ελληνική κοινή γνώμη η στάση του Γάλλου ελληνιστή Victor Bérard, ο οποίος, παρά τις φιλελληνικές του περγαμηνές, επέμεινε ως τις παραμονές των Βαλκανικών Πολέμων (1912) ότι το μακεδονικό αδιέξοδο θα έβρισκε τη λύση του μόνο στο πλαίσιο μιας βαλκανικής ομοσπονδίας. Οι περισσότερες πάντως καταγγελίες εναντίον της Ελλάδας προέρχονταν από τους Βρετανούς που συνδέονταν με τη «Balkan Committee» του Λονδίνου, μια οργάνωση που είχε στο ενεργητικό της σημαντικές φιλοβουλγαρικές επιδόσεις.
Η ελληνική αντίδραση ήταν αναπόφευκτη. Αλλά όπως φαίνεται από ποικίλα δημοσιεύματα στον ευρωπαϊκό τύπο της εποχής, οι Έλληνες δεν είχαν καταφέρει να κάνουν κατανοητή στη δυτική κοινή γνώμη τη διαφορά ανάμεσα στην ιστορική ελληνική Μακεδονία και τον τρέχοντα –τότε– γεωγραφικό και πολιτικό της όρο (που περιελάμβανε και το βιλαέτι του Κοσσυφοπεδίου). Μόνο στα επόμενα χρόνια η δυσμενής για τις ελληνικές θέσεις στάση της ριζοσπαστικής ευρωπαϊκής διανόησης άρχισε να αλλάζει· το ίδιο αφορά και τις βουλγαρικές και τις αρμενικές εθνικές διεκδικήσεις, οι οποίες μάλιστα άρχισαν και να αποσυνδέονται η μια από την άλλη, με το επιχείρημα ότι η συνολική τους λύση ήταν πλέον ανέφικτη. Πάντως μερικοί προσέγγιζαν το μακεδονικό και το αρμενικό συγκριτικά, προτείνοντας στο πρώτο τη συνεννόηση ανάμεσα σε Έλληνες, Σέρβους και Βουλγάρους με βάση τα αποτελέσματα των στατιστικών για τη γλώσσα, την εθνική συνείδηση και τα σχολεία, και στο δεύτερο τα δημογραφικά δεδομένα των επιμέρους μικρασιατικών επαρχιών.
Οι κατηγορίες εναντίον της Ελλάδας δεν ήταν άσχετες με ένα ακόμα δεδομένο: ότι η Αθήνα, προκειμένου να αντιμετωπίσει την έκρυθμη κατάσταση στη Μακεδονία, άρχισε να προσεγγίζει την Υψηλή Πύλη. Η προσέγγιση εκείνη –αλλόκοτη με τα μέτρα της εποχής– αιτιολογήθηκε με δυο τουλάχιστον δεδομένα: Το γεγονός ότι ο τότε ηγεμόνας της Βουλγαρίας Φερδινάνδος Α΄ βολιδοσκοπούσε τον σουλτάνο για κάποιας μορφής πολιτική συνεννόηση, και, κυρίως, η έξαρση της ένοπλης δράσης των Βουλγάρων κομιτατζήδων στη Μακεδονία και στην ανατολική Θράκη. Η διατήρηση κάτω από τις τρέχουσες συνθήκες του οθωμανικού status quo στη Μακεδονία ήταν για την Ελλάδα της εποχής εκείνης προτιμότερη για την προστασία τού πιστού στο Οικουμενικό Πατριαρχείο πληθυσμού από την αιματοχυσία. Η Αθήνα (που αντιμετώπιζε ήδη προβλήματα και στις σχέσεις της με τη Ρουμανία) επικαλέστηκε το δικαίωμά της στη Realpolitik, προπάντων όταν ξέσπασε η «εξέγερση» του Κρουσόβου (Ilinden) της 20 Ιουλίου/2 Αυγούστου 1903, ένα αιματηρό γεγονός που έκανε την κατάσταση στη Μακεδονία ανεξέλεγκτη. Η ελληνοτουρκική συνεργασία βέβαια ήταν περιστασιακή και μονοδιάστατη· αφορούσε μόνο το μακεδονικό.
http://clioturbata.com/wp-content/uploads/SomaXalkidikis.jpgΜακεδονικός αγώνας (1904-1908). Ελληνικό ένοπλο σώμα Χαλκιδικής.
Με την ανακήρυξη του οθωμανικού Συντάγματος στα 1908, το ολοένα και συγκεντρωτικότερο νεοτουρκικό καθεστώς άρχισε να αμφισβητεί –στο όνομα της εκκοσμίκευσης του κράτους– την κοινοτική οργάνωση των μη μουσουλμανικών κοινοτήτων, χωρίς ωστόσο να θίξει αντίστοιχες κατεστημένες παραδόσεις στη μουσουλμανική πλειονότητα. Έτσι τα δυο Πατριαρχεία της Κωνσταντινούπολης, το Οικουμενικό και το Αρμενικό, αλλά και η βουλγαρική Εξαρχία, άρχισαν έναν απεγνωσμένο αγώνα για να διασώσουν τα παραδοσιακά «προνόμια» των χριστιανικών κοινοτήτων και συνεπώς και την εθνικο-θρησκευτική τους ταυτότητα από τη διακηρυσσόμενη ενσωμάτωση σε ένα κοινό «πατριωτικό» σώμα όλων των Οθωμανών υπηκόων της Αυτοκρατορίας. Αλλά στο μεταξύ προστέθηκαν και νέες αφορμές, που έπεισαν το νεοτουρκικό κομιτάτο να σκληρύνει ακόμα περισσότερο την εσωτερική του πολιτική: Ήταν η μονομερής ανακήρυξη της ανεξαρτησίας από τη Βουλγαρία και η προσάρτηση της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης από την Αυστροουγγαρία (5-6 Οκτωβρίου 1908). Και όταν άρχισαν ανάλογες κινήσεις για την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα, το καθεστώς άρχισε για εκφοβισμό τη συστηματική δίωξη του ελληνικού στοιχείου της Αυτοκρατορίας και το ανηλεές μποϊκοτάζ του ελλαδικού εμπορίου. Στις κρίσιμες εκείνες περιστάσεις άρχισε σταδιακά η προσέγγιση της Αθήνας με τη Σόφια και το Βελιγράδι. Επιπλέον συνέκλιναν, για πρώτη φορά, και οι προσπάθειες του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της βουλγαρικής Εξαρχίας για τη διάσωση της εκκλησιαστικής και εκπαιδευτικής τουλάχιστον αυτονομίας των κοινοτήτων τους.
Η αρμενική ανταπόκριση στις προσπάθειες αυτές ήταν μάλλον αναιμική. Το γεγονός οφειλόταν καταρχήν στην έλλειψη κατά την περίοδο εκείνη εκκλησιαστικής ηγεσίας: Στο διάστημα από τις αρχές του 1909 ως το τέλος του 1911 το Αρμενικό Πατριαρχείο διοικούνταν ουσιαστικά από Τοποτηρητές ή με βραχύχρονες πατριαρχικές θητείες. Αλλά το κυριότερο εμπόδιο ήταν η διάσταση ανάμεσα στην εκκλησιαστική ηγεσία και τα αρμενικά επαναστατικά κόμματα, ιδιαίτερα το Dashnak. Οι ντασνακιστές εξακολουθούσαν να συνεργάζονται σταθερά με το καθεστώς ακόμα και
http://clioturbata.com/wp-content/uploads/Armenian_Fedayees_1890-1896.jpgΈνοπλο σώμα ντασνακιστών. Στο λάβαρο διακρίνεται η φράση  Azatutyun kam Mah (Ελευθερία ή θάνατος).
μετά τις μαζικές σφαγές των Αρμενίων της Κιλικίας στα 1909· δεν διέρρηξαν επίσης τις σχέσεις τους με το νεοτουρκικό κομιτάτο παρά τη συστηματική αρπαγή των αρμενικών αγροτικών περιουσιών. Το ίδιο έπραξαν όταν τα ανθελληνικά πογκρόμ του 1909-1911 συμπεριελάμβαναν –κατά λάθος– και αρμενικούς πληθυσμούς. Στις διακηρύξεις φανατικών εκπροσώπων του μουσουλμανικού ιερατείου για τα πογκρόμ αυτά, αλλά και των εκφραστών του αναδυόμενου τουρκικού εθνικισμού, ο αντίπαλος δεν καθοριζόταν εθνικά, αλλά θρησκευτικά: το έργο έπρεπε να ολοκληρωθεί με την οικονομική εξουθένωση όλων των απίστων. Μόνον έτσι θα επικρατούσε  οικονομικά το «τουρκικό» στοιχείου έναντι του μη μουσουλμανικού (ελληνικού, αρμενικού και εν μέρει και ιουδαϊκού), το οποίο διαμεσολαβούσε επί αιώνες στις αποικιοκρατικές παρεμβάσεις της χριστιανικής Δύσης στην οθωμανική επικράτεια.
Το κλίμα αυτό επικράτησε ως τους βαλκανικούς πολέμους στα 1912-1913. Οι ντασνακιστές κρατήθηκαν στην μετριοπαθή τακτική τους έναντι των Νεοτούρκων, επειδή έβλεπαν ως έσχατη λύση στο εθνικό τους πρόβλημα τη μελλοντική ειρηνική συμβίωση του αρμενικού στοιχείου με το μουσουλμανικό. Τελικά η τακτική αυτή το μόνο που κατάφερε ήταν, όπως αποδείχτηκε σύντομα, η ἀναβολή τοῦ επερχόμενου δεινοῦ. Αυτό φάνηκε ήδη από τις αρχές τού 20ού αιώνα, όταν την ενδημική ανασφάλεια της οθωμανικής ενδοχώρας την επιδείνωσε ένας νέος παράγοντας: οι χιλιάδες μουσουλμάνοι πρόσφυγες (muhacirler), που κατέφθαναν αθρόοι αρχικά από τη Βουλγαρία και στη συνέχεια από τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη. Οι πρόσφυγες, αφού πρώτα κατέφυγαν πανικόβλητοι στη Θράκη και τη Μακεδονία, στη συνέχεια υποχρεώθηκαν, εξαιτίας των νέων εδαφικών οθωμανικών αναδιπλώσεων, να μετακινηθούν και πάλι προς τα ανατολικοθρακικά και ιωνικά παράλια και στη συνέχεια προς το εσωτερικό της Μικράς Ασίας. Αλλά στις παρεμβάσεις των αρχών για την «αποκατάσταση» των προσφύγων διακρίνει κανείς, εκτός από τους ανθρωπιστικούς, και πολιτικούς στόχους: τη δημογραφική αύξηση του μουσουλμανικού στοιχείου έναντι του χριστιανικού, του ελληνικού (και εν μέρει του βουλγαρικού) στην ανατολική Θράκη και την Ιωνία, του αρμενικού στη μικρασιατική ενδοχώρα.
Με το ξέσπασμα των βαλκανικών πολέμων οι Έλληνες, οι Βούλγαροι και οι Αρμένιοι υπήκοοι του σουλτάνου θα αρχίσουν να δοκιμάζονται με την αναπόφευκτη εμπλοκή τους στην αναμέτρηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με τους πέραν των συνόρων ομόθρησκους και ομοεθνείς τους. Η κατάσταση στα πολεμικά μέτωπα δεν ήταν καθόλου εύκολη, ιδιαίτερα για τους Αρμενίους. Καταρχήν όσοι προωθήθηκαν στο μέτωπο της Θράκης (οι περισσότεροι), βρέθηκαν συχνά απέναντι σε βουλγαρικές δυνάμεις στις οποίες συμμετείχαν, ως εθελοντές ή επιστρατευμένοι, εκατοντάδες ομοεθνείς τους. Συνολικά οι Αρμένιοι που εντάχθηκαν σε διάφορες μονάδες του βουλγαρικού στρατού υπολογίστηκαν σε 1.000 άνδρες. Οι σχέσεις άλλωστε των αρμενικών επαναστατικών οργανώσεων με τους Βουλγάρους ήταν, όπως αναφέρθηκε, και στενές και μακροχρόνιες. Συνεπώς ίσως δεν ήταν τυχαίο ότι στα μέτωπα της Θράκης σημειώθηκαν και αρκετές αρμενικές λιποταξίες από την οθωμανική προς τη βουλγαρική πλευρά.
Αλλά οι βαλκανικοί πόλεμοι και ιδιαίτερα ο πρώτος έδωσαν την αφορμή να επανέλθει στη διπλωματική επικαιρότητα το αρμενικό ζήτημα. Καταρχήν η δραματική αλλαγή του καθεστώτος κυριαρχίας στην Μακεδονία με την εκδίωξη των Οθωμανών ακύρωσε de factoτις αποφάσεις του συνεδρίου του Βερολίνου που συνδέονταν με τις πολυσυζητημένες, αλλά ανεκτέλεστες διοικητικές μεταρρυθμίσεις στα «αρμενικά βιλαέτια». Δεν ήταν τυχαίο ότι στον ευρωπαϊκό τύπο διατυπώνονταν φόβοι ότι σύντομα οι Οθωμανοί θα ήταν υποχρεωμένοι να αντιμετωπίσουν, εκτός από το βαλκανικό, και ένα ακόμα εσωτερικό μέτωπο στις αρμενικές τους επαρχίες. Εξάλλου η εκκλησιαστική και εθνική ηγεσία των Αρμενίων άρχισε να κινητοποιείται για τη διπλωματική αναψηλάφηση του αρμενικού ζητήματος, σε μια προσπάθεια να συμπεριληφθεί στις διαπραγματεύσεις που άρχιζαν στο Λονδίνο (Δεκέμβριος 1912) για τη ειρήνευση των εμπολέμων του πρώτου βαλκανικού πολέμου. Αλλά ο παράγοντας που επιτάχυνε τις εξελίξεις ήταν αναμφίβολα ο ρωσικός: Τον Ιούνιο του 1913 η ρωσική κυβέρνηση είχε ετοιμάσει ένα προσχέδιο για τις «αρμενικές μεταρρυθμίσεις», το οποίο και θα παρουσίαζε σύντομα σε ειδική πρεσβευτική συνδιάσκεψη στην Κωνσταντινούπολη. Οι Οθωμανοί αντέδρασαν, αντιπροτείνοντας ένα δικό τους σχέδιο διοικητικών μεταρρυθμίσεων για ολόκληρη την οθωμανική επικράτεια. Αλλά δεν έπεισαν πια κανέναν: Οι βαλκανικοί πόλεμοι δεν είχαν μόνο αλλάξει τον πολιτικό χάρτη στις ευρωπαϊκές επαρχίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας· είχαν αναθερμάνει ως καταλύτες, το ευρωπαϊκό ενδιαφέρον για την οριστική λύση και της αρμενικής εκκρεμότητας. Ταυτόχρονα, με τους πολέμους του 1912-13 έσβησε οριστικά και η ουτοπία του «οθωμανισμού» (osmanlılik) και των διλημμάτων που αυτό είχε εκθρέψει μεταξύ των χριστιανών και μουσουλμάνων θιασωτών του. Ακόμα και οι νομοταγείς ως τότε ντασνακιστές δεν ήταν πια διατεθειμένοι –με κάποιες εξαιρέσεις– να δώσουν νέα παράταση στις ως τότε «καλές» (αλλά δοκιμαζόμενες) σχέσεις τους με τους Νεότουρκους.
Έντυπο για το αρμενικό και μακεδονικό ζήτημα.
Τον Ιούλιο του 1913 η πρεσβευτική συνδιάσκεψη, που συνήλθε στην Κωνσταντινούπολη για να συζητήσει το αρμενικό αποφάσισε τον χωρισμό των «αρμενικών» βιλαετιών σε δυο μεγάλες διοικητικές ενότητες, την αποστολή σ’ αυτές ευρωπαϊκής χωροφυλακής (κατά το προηγούμενο της Μακεδονίας), τον διορισμό εκεί δυο Ευρωπαίων «επιθεωρητών» (inspecteurs généraux) με αυξημένες αρμοδιότητες, αλλά και τη συμμετοχή των χριστιανών στις νομαρχιακές συνελεύσεις των δυο «επιθεωρητειών» σε ποσοστό 50%. Οι διεθνείς αυτές εγγυήσεις για την ασφάλεια των Αρμενίων στις ανατολικές επαρχίες της Μικράς Ασίας ήταν αυτή τη φορά ρεαλιστικές σε σύγκριση με τις ασταθείς προϋποθέσεις που είχε δημιουργήσει για το ίδιο ζήτημα πριν από μια τριακονταπενταετία περίπου το συνέδριο του Βερολίνου. Ωστόσο η τουρκική κυβέρνηση αναζητούσε στρατηγήματα για να εξουδετερώσει και το νέο σχέδιο. Με πρόφαση λοιπόν τις εκκρεμότητες του δευτέρου βαλκανικού πολέμου (που έληξαν με τις συνθήκες ειρήνης των Οθωμανών με τους Βουλγάρους και τους Έλληνες στις 17/30 Σεπτεμβρίου και 1/14 Νοεμβρίου 1913) άρχισε παρελκυστικές διαπραγματεύσεις για την τελική διαμόρφωση του σχεδίου. Παράλληλα δεν σταμάτησε και τις οργανωμένες μαζικές διώξεις των ελληνικών πληθυσμών της Θράκης και της Ιωνίας. Ήταν φανερό ότι, μετά τις τραυματικές εμπειρίες στα Βαλκάνια, οι Νεότουρκοι δεν ήταν διατεθειμένοι να απεμπολήσουν τα αρχικά τους σχέδια για τον μετασχηματισμό της Αυτοκρατορίας σε εθνικά ομογενοποιημένο τουρκικό κράτος. Αποδέχτηκαν βέβαια εκόντες άκοντες (8 Φεβρουαρίου 1914) τις αποφάσεις των Δυνάμεων για τις αρμενικές τους επαρχίες, καθώς επίσης, μερικούς μήνες αργότερα τον διορισμό των δυο Ευρωπαίων «επιθεωρητών». Ωστόσο πολύ σύντομα (2 Αυγούστου 1914) θα υπογράψουν τη μυστική γερμανοτουρκική συνθήκη συμμαχίας, που θα τους εντάξει στο στρατόπεδο των Κεντρικών Δυνάμεων. Με την έκρηξη λοιπόν του Μεγάλου Πολέμου δεν θα αναβάλουν απλώς την εφαρμογή του νόμου για τη διοικητική αναδιοργάνωση της οθωμανικής Αρμενίας· θα τον καταργήσουν (16 Δεκεμβρίου), εκδιώκοντας ταυτόχρονα και τον έναν από τους δυο Ευρωπαίους «επιθεωρητές» που είχε στο μεταξύ σπεύσει να αναλάβει τα καθήκοντά του. Τέλος, για να απαλλαγούν ολοκληρωτικά από την επανεμφάνιση στο μέλλον του φάσματος ενός νέου αρμενικού προβλήματος, θα θέσουν σε εφαρμογή στα 1915 την από χρόνια κυοφορούμενη στους κλειστούς κύκλους του νεοτουρκικού κομιτάτου τελική «λύση»: τη μαζική εξόντωση του συνόλου σχεδόν του αρμενικού πληθυσμού της οθωμανικής επικράτειας. Η εκτέλεση του εφιαλτικού αυτού σχεδίου, το οποίο θα ολοκληρωθεί στα επόμενα χρόνια με την εκμηδένιση και των Ελλήνων και των άλλων χριστιανικών λαών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, θα επισκιάσει με την έκταση και την αγριότητά του όλες τις ανθρώπινες εκατόμβες των προηγούμενων δεκαετιών.
Armenian Genocide Museum – Institute, Yerevan. Virtual Tour
http://clioturbata.com/wp-content/uploads/xasiotis11469696303.jpg
O Ιωάννης Κ. Χασιώτης είναι Ομότιμος Καθηγητής Νεώτερης Ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ και Επίτιμος Καθηγητής του Τμήματος Ιστορίας και Εθνολογίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης  Διετέλεσε, επίσης, επισκέπτης Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, Πρόεδρος του ΔΣ του Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα και Αντιπρόεδρος του ΔΣ του Ιδρύματος Μελετών Χερσονήσου του Αίμου. Το Πανεπιστήμιο της Γρανάδας του απένειμε το χρυσό μετάλλιο Τιμής και  η ισπανική κυβέρνηση το παράσημο του Ταξιάρχη. Η Δημοκρατία της Αρμενίας, με σχετική πράξη του Προέδρου της, τον τίμησε με το «Μετάλλιο Μοβσές Χορενατσί» για το πολύτιμο επιστημονικό έργο του περί του Αρμενικού ζητήματος .
·         Ελληνική διασκευή της μελέτης του συγγραφέα “La dimensón balcánica de la cuestión armenia (1856-1914)”, στο: Balcanes. Procesos históricos y desafíos actuales, επιμ. D. M. Morfakidis Motos – J. A. Ruiz Jiménez, Γρανάδα 2017, σ. 197-216.

 ΕΠΙΛΟΓΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ
Argyriadès, «Ceux qui luttent pour leur liberté. Crète et Macédoine»Almanach de la Question Sociale […] pour 1897, Παρίσι1897, σ. 232-236.
André Barre, L’esclavage blanc (Arménie et Macédoine), Παρίσι, L. Michaud, χ.χ. [1909].
Dogan Y. Çetinjaya, The Young Turks and the Boycott Movement: Nationalism, Protest and the Working Classes in the Formation of Modern Turkey, Λονδίνο, I.B. Tauris, 2013.
Vahakn N. Dadrian, The History of the Armenian Genocide. Ethnic Conflict from the Balkans to Anatolia to the Caucasus, Providence, RI, Berghahn, 1995.
Louise Nalbandian, The Armenian Revolutionary Movement. The Development of Armenian Political Parties through the Nineteenth Century, Berkeley, Calif., Univ. of California Press, 1963.
Surik V. Ovnanian, Armiano-bolgarskie istoričeskie sviazi i armianskie kolonii ν Bolgarii vo vtoroi polovine XIX veka (Οι αρμενοβουλγαρικές ιστορικές σχέσεις και οι αρμενικές παροικίες στη Βουλγαρία στο δεύτερο μισό του 19ου αι.), Εριβάν, Izdatelstvo Akademii Nauk Armianskoi SSR, 1968.
Duncan M. Perry,  «The Macedonian Revolutionary Organization’s Armenian Connection», Armenian Review, 42/1 (1989), 61-70.
Armand J. Kirakossian, British Diplomacy and the Armenian Question: From the 1830s to 1914, Princeton N.J., The Gomidas Institute, 2003.
Ivan Savev, «Victor Bérard et la Macédoine», Cahiers balkaniques, 38-39 (2011), 149-166.
Ronald Grigor Suny – Fatma Müge Göçek – Norman M. Naimark (επιμ.), A Question of Genocide: Armenians and Turks at the End of the Ottoman Empire, Νέα Υόρκη, Oxford Univ. Press, 2011.
Stéphane Yérasimos, «Comment furent tracées les frontières actuelles au Proche-Orient. Des crayons, des gommes, des cartes, des ratures», Hérodote, 41 (1986), 123-161.
K. ΧασιώτηςἈδελφά ἔθνη ἐν μέσῳ θυέλλης. Αρμένιοι και Έλληνες στις μεγάλες κρίσεις του Ανατολικού Ζητήματος (1856-1914), Θεσσαλονίκη, University Studio Press, 2015.
Πλοήγηση άρθρων
Αρχή φόρμας
Search for:
Τέλος φόρμας
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ
http://clioturbata.com/wp-content/uploads/2016/06/Congreso-60x60.png
http://clioturbata.com/wp-content/uploads/2016/06/A-Alamy-BFNMR1_dmmyle-1-60x60.jpg
http://clioturbata.com/wp-content/uploads/2016/06/the-army-museum-60x60.jpg
Αρχή φόρμας
Search for:
Τέλος φόρμας

Η θέση της συντακτικής ομάδας της Clio Turbata φέρει πάντοτε την υπογραφή της.

 logo
Copyright 2015 - 2017 Clio Turbata Team All rights reserved Designed by Kostas Giannakopoulos
Sponsored by 
HONEYBEE Theme by Colorlib Powered by WordPress


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου