Σάββατο 11 Ιανουαρίου 2020

Η Αποκάλυψη του Ελευθερίου Βενιζέλου


          Η ΑΠΟΚΑΛΥΨΙΣ ΤΟΥ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ
                        του ποιητή Κωστή Παλαμά

          «ώ πιστά πιστών ήλικές θ’ ήβης εμής
          Πέρσαι γεραιοί, τίνα πόλις πονεί πόνον;»
                                 Είδωλον Δαρείου

      Υπάρχει ένα της Μοίρας φάντασμα που στοιχειώνει την χώρα μας διαχρονικά, μέσα στην ιστορική της πορεία. Ένα Είδωλον ιστορικής μοίρας που παρουσιάζεται με διάφορα πρόσωπα και προσωπεία και δεσμεύει τις συνειδήσεις και τις ψυχές της ελληνικής φυλής. Πότε θετικά και πότε αρνητικά, τα Όνειρα. Εξαρτάται πως εμείς θα ερμηνεύσουμε τα κρυπτά και φανερά λεχθέντα μηνύματά του. Τα Λόγια του που Σημαίνουν. Στον χώρο της φιλοσοφίας καιροφυλακτεί ο σκοτεινός λόγος του Ηράκλειτου. Η εικόνα της δολοφονηθείσας Υπατίας. Ο άτακτος, άτεγκτος και σκληρός λόγος του Πλήθωνα του Γεμιστού. Ο αποκαλυπτικός λόγος του Σπηλαίου της Αποκαλύψεως. Αυτός που επαναφέρει στη ζωή το φάντασμα του Θεού-πατέρα, πριν τον Υιό. Ο τρούλος της Αγίας Σοφίας, σαν μελλούμενη ιστορική προσδοκία. Στην πολιτική, το φάντασμα της οραματικής δημιουργίας του Περικλή. Ο ιδιοσυγκρασιακός πολιτικός οραματισμός μιας τραυματισμένης παιδικής ψυχής, του Ιουλιανού. Το  επαναστατικό όραμα που πνίγηκε στα βαλκάνια νερά της ιστορίας του Ρήγα Φεραίου. Η απελευθερωτική των ελλήνων συνείδηση, η φωνή-καριοφίλι του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Η σφαίρα των χαμένων προσδοκιών που σκότωσε τον Ιωάννη Καποδίστρια, πριν φτερουγίσει μαζί του η Ελλάδα. Το πτωχευμένο, αποτυχόν όραμα του Χαρίλαου Τρικούπη, των σιδηροδρόμων. Η ραδιούργα μεγαλοφυΐα του Ελευθερίου Βενιζέλου. Τα αιματοβαμμένα των ελλήνων νερά των παραλιών της Μικρασίας. Το διχασμένο τμήμα της Κύπρου. Στον χώρο του ποιητικού λόγου, το φάντασμα των θουρίων του Πινδάρου. Ο νύκτιος λύχνος της Σαπφούς. Ο προφητικός της Μοίρας λόγος του Αισχύλου. Του Διγενή τα αλώνια, που παλεύουν οι Έλληνες με τον Χάρο της Ιστορίας. Το φάντασμα του Νεκρού Αδερφού που συμπορεύεται με το Μοιρολόι της Παναγιάς καθώς ομού περιφέρουν το Επιτάφιο Σώμα του Άδωνη και του Ιησού. Του Διονυσίου Σολωμού το χωλό όραμα. Το φάντασμα του Ανδρέα Κάλβου που επανέρχεται συχνά ζητώντας δικαίωση. Το φάντασμα της ελληνικής ερωτικής αμαρτίας στους Νέους της Σιδώνος, και τον πάντα παρών Μύρη, τον Λάρη και τον του Ιγνατίου τάφο στον Αλεξανδρινό που βάδιζε μέσα από τους παράδρομους της σωματικής μνήμης. Τις σκιές της Ιστορίας για να συναντήσει τα Σαπφείρινα μαβιά μάτια. Από τους σκοτεινούς και υγρούς δρόμους της ανεπίσημης Αλεξάνδρειας. Το Αμλετικό φάντασμα του Νίκου Καζαντζάκη που τον δυνάστευσε σ’ όλο του τον Ελληνικό βίο και του ζητούσε την δική του Αναφορά. Το φωτεινό Είδωλο του Κωστή Παλαμά που περπάτησε στα τρισεύγενα, φωτεινά μονοπάτια της εθνικής λαϊκής ψυχής και παράδοσης. Τραγούδησε όχι μονοφωνικά εθνεγερτικά αλλά με τους βροντερούς ήχους της μεγάλης λυρικής και ηρωικής ορχήστρας του, των ελλήνων πάθη-κλέη. Αυτό το Είδωλο του δασκάλου Ποιητή που αναπνέει μέσα στην ελληνική γλώσσα και συνείδηση του Έθνους. Το φάντασμα των αρχαίων ερειπίων του Γιώργου Σεφέρη. Το δάκρυ του στα Μοναστήρια της Καππαδοκίας. Το διαψευσθέν κοινωνικό όραμα του Ειδώλου του Γιάννη Ρίτσου. Αργά, πολύ Αργά μέσα στη νύχτα της πολιτικής. Το μη φανερωθέν ακόμα, σκοτεινό όραμα του ποιητικού φαντάσματος του Νίκου Καρούζου. Το ερωτικά παραπλανητικό όραμα του Παπαδιαμαντικού φαντάσματος. Το είδωλο του Δημητρίου Καπετανάκη που συνομιλεί με το είδωλο του Μάνου Χατζιδάκι, κάτω από τους ήχους του μπουζουκιού του Βασίλη Τσιτσάνη. Μάρκος Βαμβακάρης. Φαντάσματα της Μουσικής των Ελλήνων. Παιανίσματα ηρώων του Μίκη Θεοδωράκη. Και μέσα στα των Ελλήνων Είδωλα, θα πρέπει να συμπεριλάβουμε ακόμα ένα. Αυτό, του οποίου τα ίχνη του ανιχνεύουμε μέσα στην ποιητική δημιουργία πολλών ελλήνων ποιητών και στοχαστών του προηγούμενου αιώνα, χωρίς να το μαρτυρούν. Το ίχνος που δεν ακούστηκε ο αχός της σφαίρας του από την Πρέβεζα, αλλά από την Ελευσίνα. Την ιερή Πόλη των ιερών Μυστηρίων. Το φάντασμα του Περικλή Γιαννόπουλου.
     Οι θέσεις του Περικλή Γιαννόπουλου, αν κοιταχθούν πέρα από το κακοτράχαλο της γλώσσας του, το ατημέλητο ύφος του, τους υφάλους γλωσσικής του προχειρότητας, το ασβάρνιστο του λόγου του, διατρέχουν μυστικά αλλά σταθερά τις δημιουργίες και το έργο δεκάδων ελλήνων ποιητών και πεζογράφων. Σαν ένα μυστικό ποτάμι που αρδεύει τα των ελλήνων χώματα, και πηγάζει από τις παραποτάμιες δροσερές πηγές του Ολύμπου. Των ίσαλων γραμμών της ελληνικής αισθητικής. Του ελληνικού βλέμματος. Που κατακτά την λευκή του αθωότητα στην ματιά του Οδυσσέα Ελύτη.
Και ταύτα μέν δή νυκτός εισιδείν λέγω.
Καλύτερα να μας κυνηγούν τα Είδωλα της Ιστορίας και της Ποίησης, παρά οι κάθε ιδεολογίας και πολιτικής μορφής Ιαβέρηδες, της Πίστης.
Η Αποκάλυψις του Βενιζέλου
     Είναι περίεργο πράγμα και με διασκεδάζει ο τρόπος με τον οποίον, συχνότατα, συνδέονται αναποσπάστως εις τον λαβύρινθον της μνήμης μου μεταξύ των ωρισμέναι παραστάσεις και εικόνες στοιχεία ετερογενή, διαφωνούντα παράτονα, τα οποία όμως εις την ιδιαιτέραν αυτήν περίπτωσιν, συζώσι και είναι αχώριστα, ως αναμνήσεις εντός μου, και ποτέ δεν εμφανίζονται απομονωμέναι, αλλά πάντοτε ανά ζεύγη. Τοιουτοτρόπως αδύνατον να ενθυμηθώ ωρισμένας διασήμους ή και απλώς επισήμους προσωπικότητας, αι οποίαι ζωηρώς άλλοτε ενετυπώθησαν εις μνήμην μου ή και εξακολουθούσιν απασχολούσαι την σκέψιν μου, χωρίς να συνοδεύεται ή ενθύμησίς των ανεξαιρέτως από ωρισμένα ασήμαντα περιστατικά’ αλλά όμως εις τα περιστατικά εκείνα χρεωστώ την γνωριμίαν μου μετά των οποιοωνδήποτε επισημοτήτων εκείνων και την πνευματικήν επικοινωνίαν μου προς ταύτας. Παραδείγματος χάριν: ο θρησκευτικός σεβασμός τον οποίον τρέφω προς το όνομα του Γκαίτε αφορμήν έχει μίαν υποσημείωσιν περί αυτού εις ένα τόμον της «Κορίννας» της κυρίας Στάελ, μεταφρασμένης από τον Ευστάθιον Σίμον’ η υποσημείωσις προσέπεσεν εις την αντίληψίν μου ότε ήμουν μαθητούδι του Ελληνικού Σχολείου. Εις εκείνην διεγράφετο δι’ ολίγων γραμμών το μεγαλείον του Γκαίτε. Έκτοτε η εικών του γερμανού ποιητού μου εμφανίζεται πιστότατα παρακολουθουμένη από το καλοδεμένον τομίδιον της «Κορίννης» με το ιδιαίτερον μικρόν σχήμα του και τα τυπογραφικά στοιχεία του, εκ των Καταστημάτων Γκαρπολά ή Κορομηλά, δεν ενθυμούμαι καλώς, του έτους 1835, υποθέτω.
     Άλλοτε, παιδίον πάλιν, έσκυψα και ανέλαβα παραπεταμένον εις μίαν γωνίαν, καταξεσχισμένον, ρυπαρόν, εν βιβλίον. Η ζακυνθινή έκδοσις των ποιημάτων του Σολωμού. Απεπειράθην να αναγνώσω από τους στίχους του: «Λευτεριά για λίγο πάψε να χτυπάς με το σπαθί» κλπ. Αδύνατον. Οι στίχοι μου εφάνησαν δύσκολοι, τραχείς, αγροίκοι, από φουστανέλλαν και από τσαρούχι, ανάξιοι να απασχολήσουν την φαντασίαν μου, θρεμμένην έως τότε αποκλειστικώς με την ευγένειαν και την ευπρέπειαν της ραγκαβικής μελωδίας: «Ώ σύ, ακτίς πρωτογενής, φωτίσασα το Χάος, Ελευθερία!». Επέταξα καταφρονητικά το βιβλίον. Ότε, παρατυχών πολύ πρεσβύτερος εμού κατά την ηλικίαν εξάδελφός μου, εις του οποίου το πνεύμα έτρεφα μεγάλην εκτίμησιν, μου παρετήρησε: -«Τι κάνεις αυτού; Ξέρεις ποιος είναι ο ποιητής αυτός; Είναι ο Σολωμός. Ξέρεις τι ποιητής είναι ο Σολωμός; Πίνδαρος». Από τότε ο Σολωμός μ’ επισκέπτεται συντροφευμένος πάντοτε με τον Θηβαίον χρυσαετόν και με τον ταπεινότατον συγγενή μου.
     Κάποτε έζησα εις την Κυπαρισσίαν. Εκεί μου απεκαλύφθη μέγας ποιητής αξιολάτρευτος, ο γάλλος Λεκόντ Δελίλ, ότε ήδη ευρίσκετο εις τας δυσμάς του φιλολογικού σταδίου του’ και τούτο χάρις εις επιστολήν μουσολήπτου φίλου μου εξ Αθηνών, όστις και αυτός τότε τον είχεν ανακαλύψει. Από τότε η Μούσα των «Αρχαίων», των «Βαρβάρων» και των «Τραγικών» Ποιημάτων και τα ωραία ηλιοβασιλέματα της Κυπαρισσίας αποτελούν αδιαχώριστον σύνολον εις τα βάθη της ψυχής μου.
     Κάποτε, προ πολλών ετών, ευρισκόμην εις τα γραφεία της «Ακροπόλεως». Προσήλθε, μετ’ άλλων, νέος τις ζητών τον κ. Γαβριηλίδην. Ενθυμούμαι μόνον ότι ξανθόν ήτο το γενειόν του και ότι έφερε ματογυάλια, προσηλωμένα εις τ’ αυτιά. Ο κ. Γαβριηλίδης απών και ο νέος απήλθε. Κάποιος παριστάμενος μ’ ερωτά:-Γνωρίζεις ποιος ήτον ο επισκέπτης; -Όχι, απαντώ.-Ήταν ο Βενιζέλος. Φαίνεται ότι από τότε «η φήμη, η μυριόστομος, του Λόγου ταχυτέρα», κατά τον ποιητήν, πρίν ή διαλαλήση, ως σκεύος εκλογής, τον μεγαλεπήβολον πολιτικόν, τον προησθάνετο, τρόπον τινά, αορίστως, και τον προήγγελλεν υποψιθυρίζουσα μετ’ ανησύχου προσδοκίας το όνομά του. Έκτοτε η εικών και η παράστασις του Βενιζέλου πληροί την φαντασίαν μου αχώριστος από την ανάμνησιν της ημέρας κατά την οποίαν έτυχε να ευρεθώ εις τα γραφεία της «Ακροπόλεως» και να μου επιστηθή, πρώτην φοράν τότε, η προσοχή εις το υποκείμενόν του.
    Εν τούτοις η πεπλανημένη, καθώς θα την ωνόμαζεν ο Αριστοτέλης, ανάμνησις αύτη, αμαυρώνεται και εξουδετερούται από το απαρασάλευτον φέγγος, ενός άλλου περιστατικού, πολιτικού άστρου της μνήμης μου. Κατά πρώτον εστερεώθη εις την συνείδησίν μου ο Ελευθέριος Βενιζέλος ως ανήρ μεγαλοπράμων, κεκλημένος να εγκαινίση νέαν περίοδον εις την πολιτικήν και την καθόλου ιστορίαν του Ελληνικού Έθνους, πρό δεκαετίας περίπου. Ωραίον καλοκαιρινόν δειλινόν εις το Ζάππειον την ασυγκρίτου χάριτος ώραν κατά την οποίαν ο Υμηττός δέχεται ιοστέφανος τα φιλήματα του ηλίου. Ήσαν οι καιροί της στρατιωτικής επαναστάσεως του Γουδιού’ οι επαναστάται διετέλουν ως εν απορία, ακέφαλοι. Έλειπεν ο Λόγος. Το κίνημα ηπείλει αποτυχία.Η σύγχυσις προέβαλλεν επισκοτίζουσα. Εζητείτο ανήρ. Βωμός είχεν ανιδρυθή  εις ένα άγνωστον θεόν. Τον άγνωστον τούτον, βαδίζων παραπλεύρως μου εις το Ζάππειον κατά την μυστικοπαθή εκείνην ώραν μου κατέστησε γνωστόν εις ονειροπόλος ελληνολάτρης, πάσχων από μυστηριώδες πάθος ιερόν, το οποίον μετά καιρόν θα τον έφερνε αλλοκότως όλως, θλιβερώς, αλλ’ όχι και απροσδοκήτως, εις τον τάφον. Η νόσος του, πολυτιμοτέρα και ευαισθητοτέρα από πολλών υγείας, έβλεπε, κατά τα φωτεινά της διαλείμματα, εις βάθη δυσδιάκριτα, απρόσιτα εις άλλους, αρτίως έχοντας. Ο συνομιλητής μου ήτον ο Περικλής Γιαννόπουλος. Αυτός ωμίλησεν εις εμέ περί του Βενιζέλου, και διά πρώτην φοράν ήκουσα περί αυτού, ως περί ανθρώπου κεκτημένου θαυμάσια προτερήματα πολιτικού ανδρός, τον οποίον ηπόρει πώς δεν έσπευδον να χρησιμοποιήσουν μίαν ώραν το ταχύτερον οι αμηχανούντες επαναστάται του Γουδιού. Δεν είχεν ακόμη εμφανισθή εις το στάδιον ο νέος από την Κρήτην Χαρίδημος. Αλλ’ οι λόγοι του Γιαννόπουλου, με προφητικήν έξαρσιν εκφερόμενοι, εχαράχθησαν από τότε εις την σκέψιν μου, δυσεξάλειπτοι.     

Σημείωση:
Τα αποσπάσματα του έργου του Αισχύλου είναι από την τραγωδία του Πέρσαι, στίχοι 675-676 επεισόδιο τρίτο και από το τέλος της «νυκτέροις ονείρασιν» της μητέρας του Βασιλιά των Βασιλέων, της Άτοσσας.

 Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς, 11 του Γενάρη του 2020.
Στο Λυκαυγές του Χρόνου.
ΥΓ.
 Και κάτι ακόμα του Ποιητή, δεκαέξι χρόνια μετά.
ΣΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ
Έσβυσε ο Μέγας, μεγάλο ανάφτε, καθώς εκείνος
μνήμα, να είν’ άστρο, φώς του η Αθήνα, δρόμος του η Κρήτη,
του Ομήρου ο στίχος φωνή του πρέπει, δε φτάνει ο θρήνος,
το πάτημα του πυρό, το ανέβα του Ψηλορείτη.

Των ιερών χρόνων, αρχαίων και νέων, τη λαμπυράδα
γραμμέν’ η μοίρα του να ξυπνήση και ν’ αναστήση,
οι όργητες άγριες, τα πάθη μπόρες, νύχτες τα μίση’
τρεμοσαλεύεις ο αποσπερίτης, λάμπεις η Ελλάδα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου