Τετάρτη 29 Ιανουαρίου 2020

Αλφόνσος ντε Λαμαρτίνος Η ΛΙΜΝΗ


ΑΛΦΟΝΣΟΣ ΛΑΜΑΡΤΙΝΟΣ- ALPHONSE de LAMARTINE
                      (Μακόν 1790-Παρίσι 1869)

-ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗΣ ΚΑΙ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΕΩΣ. Εκλογή και Επιμέλεια- Προοιμιακό Σημείωμα: ΚΛΕΩΝΟΣ Β. ΠΑΡΑΣΧΟΥ, εκδόσεις Σίμος Συμεωνίδης-Αθήνα 1962,σελίδες 384
Περιέχει: «Η ΛΙΜΝΗ» σ. 75-78 (μτφ. Κλ. Β. Παράσχος, «Ν. Εστία» 1-7- 1962 Σ)

Η ΛΙΜΝΗ
Έτσι, πρός νέες ακρογιαλιές πάντα λοιπόν σπρωγμένοι,
Βουλιάζοντας αγύριστα στου τάφου τη νυχτιά,
Του χρόνου μες στη θάλασσα την πολυπικραμένη,
Δε θα μπορέσουμε ούτε μιά ν’ αράξουμε φορά;

Ώ λίμνη! μόλις έκλεισε τον κύκλο του ένας χρόνος
Και πλάι στην όχθη αυτή πού πιά δε θα την ξαναϊδεί,
Σε τούτη κοίτα! ήρθα την πέτρα να καθήσω μόνος
Όπου να κάθεται την είχες δει μ’ εμέ μαζί!

Κάτω απ’ τους βράχους τους βαθιούς αυτούς έτσι βογγούσες
Στα καταξεσκισμένα τους έσπαζες πλευρά ΄
Έτσι με το ανεμόδαρτο το κύμα σου χτυπούσες
Τα πόδια της τα λατρευτά.

Θυμάσαι λίμνη, πλέαμε αμίλητοι ένα βράδυ ΄
Μακρυά, πάνω στα κύματα, γροικιόταν μοναχά
Ο κρότος των βαρκάρηδων πού μέσα στο σκοτάδι,
Τ’ αρμονικά σαν κύματα χτυπούσαν ρυθμικά.

Άξαφνα ήχοι κάτω εδώ πρώτη φορά ακουσμένοι,
Χυθήκαν κι αντιλάλησαν το μάγεμα οι αχτές ΄
Τα κύματα αφουγκράστηκαν, κ’ η πολυαγαπημένη
Φωνή τις λέξεις είπε αυτές:

«Ω χρόνε! Λίγο ανάκοψε το γοργοκύλισμά σου,
Και σείς, ώρες καλόβολες, γενήτε πιο αργές!
Να τις χαρούμε απ’ τη βαρειά έξω άφησε τη σκιά του
Ώ θάνατε, τις μέρες μας τις πιό μεθυστικές!

Δυστυχισμένοι πλήθος κάτω εδώ σας ικετεύουν:
Τρέχετε, τρέχετε γι’ αυτούς ΄
Ζωή και πάθια σβήνετε μαζί πού τους παιδεύουν ΄
Τους ευτυχείς ξεχνάτε τους.

Όμως κι άλλες ανώφελα λίγες στιγμές γυρεύω,
Κυλάει και φεύγει ο χρόνος βιαστικά ΄
«Κάνε πιό αργά το βήμα σου», μάταια στη νύχτα λέω ΄
Έρχεται η αυγή και χάνεται η μαγευτική νυχτιά.

Λοιπόν απ’ έρωτα η ζωή μας πάντ’ άς ξεχειλίζει!
Άς μη διαβαίνει μήτε μιά δίχως χαρά στιγμή.
Δεν έχεις άγκυρα, άνθρωπε, ο χρόνος δεν ποδίζει ΄
Κυλάει και κυλάς κ’ εσύ μ’ αυτόν μαζί.»

Χρόνε ζηλιάρη, γίνεται οι θείες αυτές στιγμές μας,
Την ευτυχία που ο έρωτας απλόχερα κερνά,
Να φεύγουνε μακρυά από μάς, όσο κ’ οι θλιβερές μας
Ημέρες φεύγουνε γοργά;

Ούτε ένα αχνάρι απ’ αυτές λοιπόν δε θ’ απομείνει;
Ολάκερες εφύγανε και δίχως γυρισμό;
Ο χρόνος πού τις έδωσε, ο χρόνος πού τις σβήνει,
Δε θα τις ξαναδώσει πιό;

Ανυπαρξία, μαύρη άβυσσο του χρόνου, περασμένα,
Αυτές που καταπίνετε τι γίνονται οι στιγμές;
Τά εξαίσια πού μας κλέβετε μεθύσια μας ολοένα
Δε θα ξανάρθουνε ποτές;

Ώ λίμνη! βράχοι αμίλητοι! σπηλιές! Σκοτεινά δάση!
Εσείς που ο χρόνος σας πονά ή σας ξαναγεννά,
Κράτησε την ανάμνηση, κράτησε, ωραία πλάση,
Κάν, από τούτη τη νυχτιά!

Άς είναι στη γαλήνη σου και στ’ αστραποβροντά σου,
Όμορφη λίμνη, και στα πλάγια σου τα γελαστά,
Στα μαύρα σου αυτά έλατα, στ’ άγρια τα βράχια αυτά σου,
Πού στα γλαυκά σου κρέμονται απάνω τα νερά!

Στο αγέρι, ανατριχιάζοντας όπου περνάει, άς μένει,
Στους ήχους των αχτών σου, πού τους ξαναλέγουνε οι αχτές,
Στο άστρο το ασημομέτωπο, πού με νωθρές λευκαίνει
Τα κύματά σου αντιφεγγιές!

Το στέναγμα της καλαμιάς, ο αέρας που βογγάει,
Της μυρωμένης αύρας σου τα χάδια τ’ αλαφρά,
Ό,τι αναπνέουμε, βλέπουμε, ό,τι το αυτί αγροικάει,
Όλα άς λένε: «Αγαπήσαν!»
«Ν. Εστία» 1-7-1962 Σ,   ΚΛ. Β. ΠΑΡΑΣΧΟΣ         
-ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΜΠΑΡΑΣ: ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ ΣΤΗ ΓΑΛΛΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ. Μεταφράσεις Αλέξανδρου Μπάρα Ποιημάτων από τα Γαλλικά. Ανδρέας Καραντώνης: Μεταφράσεις Αλέξανδρου Μπάρα Ποιημάτων από τα Γαλλικά, σ. 76-80. Εκδόσεις Γεράσιμος Ρομποτής-«Πρόσπερος»-Αθήνα-Μάϊος 1986, βιβλίο 45ο. σελίδες 82.
Περιέχει: «Η ΛΙΜΝΗ» σ.18-20.

Η ΛΙΜΝΗ
Πάντα μας γι’ άγνωστες ακτές θα βάζουμε εμείς πλώρη,
στα ερέβη τ’ αξημέρωτα με δίχως γυρισμό,
δεν θα ποντίσουμε άγκυρα μιά μέρα στών αιώνων
              το μέγα ωκεανό;

Ώ λίμνη! Μόλις έκλεισε τον κύκλο του ένας χρόνος
κι αντί σαν άλλοτες αυτή στην όχθη σου να ρθεί
κοίτα μονάχος έρχομαι να κάτσω εδώ στην πέτρα
              πού είδες να κάτσει αυτή!

Στών ίδιων βράχων τις σπηλιές και τότε έτσι βογγούσες,
έτσι το κύμα σου έσπαγε βαθιά στις σχισματιές
κι ο αγέρας ράντιζε μ’ αφρούς τα λατρευτά της πόδια
              στις φουσκοθαλασσιές.

Θυμάσαι εκείνη τη βραδιά; Λάμναμε εμείς και γύρω
σιγή ‘ταν και δεν άκουγες ουδ’ ήχο ούδ’ αναπνιά,
εκτός απ’ των κωπηλατών πού εκόβανε το κύμα
               με ρυθμικά κουπιά.

Και ξάφνου απ’ την ακρολιμνιά, στόνοι πρωτακουσμένοι
φτάσαν, το κύμα εσίγησε ν’ ακούει προσεχτικά
και τότες ήταν που η φωνή που μένει αγαπημένη
              τα λόγια είπεν αυτά:

«Δίπλωσε χρόνε τα φτερά κι ώρες σημαδεμένες
       πάρτε μιά ανασεμιά!
Των όμορφών σας ημερών αφήστε να γευτούμε
              τη γεύση τη γλυκιά!

Πολλοί ‘ναι οι απόκληροι της γης αυτής που σας καλούνε:
       Γοργές να ‘στε γι’ αυτούς.
Πάρτε τους μ’ όσα βάσανα τους ζώνουν και ξεχάστε
              πίσω τους εκλεκτούς.

Τα παρακάλια μου άδικα για λίγην ώρα ακόμα
              κι ο χρόνος προχωρεί.
Στη νύχτα λέγω: «Φύγε αργά πρίν το σκοτάδι σβήσει,
              ροδίσει η χαραυγή»

Ας τη χαρούμε εμείς λοιπόν κάθε στιγμήν αγάπης,
              στιγμή περαστική:
Αραξοβόλι ο άνθρωπος, ακτή δεν έχει ο χρόνος!
              Περνάμε βιαστικοί!»

Ζηλιάρη χρόνε, ακούστηκεν αυτές οι ώρες μέθης
που μας χαρίζει ο έρωτας σαν άλλες να κυλούν,
ισόχρονες να προχωρούν χαρές και δυστυχίες,
              να μην αργοπατούν;

Δεν θα γινόταν κάποιο τους να γράφονταν σημάδι;
Έτσι κυλάνε αγύριστες, σβήνουν παντοτινά;
Ο χρόνος πού τις χάρισε κι έχει τις μεταπάρει
              δεν τις ξαναγυρνά;

Άπειρο, αιωνιότητα, βάραθρα εσείς του σκότους,
οι μέρες τί να γίνονται που ‘χετε καταπιεί;
Η έκσταση, να ελπίζουμε, πού αρπάξατε μιά μέρα
              θα μας μεταδοθεί;

Ώ λίμνη, βράχοι αμίλητοι! Σπηλιές, μουντά εσείς δάση
πού ο χρόνος μές στις δίπλες του φυλάει και συντηρεί,
Ωραία μου φύση κάνε αυτής της νύχτας ν’ απομείνει
                     μιά θύμηση ιερή!

Να μείνει στη γαλήνη σου, στις ξαφνικές σου μπόρες
λίμνη μου ωραία, στα πράσινα λοφάκια τα ιλαρά,
στα σκοτεινά σου τα έλατα, στους κρεμασμένους βράχους
              πάνω από τα νερά!

Να μείνει μεσ’ στο ζέφυρο πού ολότρεμος φυσάει,
το πέρασμά του παίρνοντας μαζί του στ’ ανοιχτά,
να μείνει στ’ άστρο τ’ αργυρό πού απλώνει στα νερά σου
              μιά στρώση χρυσαφιά:

Κι έτσι του ανέμου ο στεναγμός, του καλαμιού η μουρμούρα,
της αύρας σου η ανάλαφρη πού πνέει μυροβολή
κι ό,τι κι αν βλέπει εδώ κανείς κι ακούει να του φωνάζει:
              «Αγάπησαν πολύ».                       
-ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΓΑΛΛΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ, μετάφραση Γεώργιος Σημηριώτης, Εισαγωγή: Ιφιγένεια Μποτουροπούλου. ΤΙ ΘΑ ΕΙΝΑΙ Η ΓΑΛΛΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ του Παύλου Νιρβάνας. Επίμετρο: Μαρία Γιουρούκου. Με Ανέκδοτη Επιστολή του Γεώργιου. Σημηριώτη, προς την διεύθυνση του περιοδικού «ΓΡΑΜΜΑΤΑ». Κατάλογος εκδόσεων της Γαλλικής Ανθολογίας σε μετάφραση Γ. Σημηριώτη της Μαρίας Γιουρούκου. Κριτικά Αποσπάσματα και Σημειώματα για τη Γαλλική Ανθολογία: Κωστής Παλαμάς/ Γρηγόριος Ξενόπουλος/ Κώστας Ουράνης/ Σπύρος Μελάς/ Θ. Συναδινός/ Τέλλος Άγρας/ Γιάννης Σκαρίμπας/ Μιχαήλ Ροδάς/ Λ. Κωνσταντινίδης. εκδόσεις Δ. Κοροντζής-Αθήνα 2014, σελίδες 271, τιμή 17 ευρώ.
Περιέχει: Αλφόνσος Λαμαρτίνος-Ζωή και έρωτες του Λαμαρτίνου (Τα παιδικά του χρόνια- Ο Λαμαρτίνος φοιτητής-Το ειδύλλιο του με την Ερρικέτα-Το ερωτικό δράμα της Γκρατσιέλλας σ. 34-36. Τα Ποιήματα: «Η ΛΙΜΝΗ» σ. 37-39, «Η ΦΩΛΙΑ ΜΑΣ» σ.39, «Η ΜΥΓΔΑΛΙΑ» σ.40, «ΕΝΑ ΟΝΟΜΑ» σ. 41-42, «Ο ΦΥΛΑΞ ΑΓΓΕΛΟΣ» (Δημοτικό τραγούδι της Καλαβρίας, μεταφρασμένο από το Λαμαρτίνο), σ.43-44, «Η ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ» σ. 44.
Η ΛΙΜΝΗ
Πάντα λοιπόν σ’ ακρογιαλιές καινούργιες θα τραβούμε;
πάντα θα βυθιζόμαστε στου τάφου τη νυχτιά,
χωρίς ποτέ στο πέλαγο του χρόνου να σταθούμε
μια μέρα μοναχά;

Ώ Λίμνη! πάει δεν πάει χρονιά και στα νερά σου γύρω
οπού ήλπιζα κι αγάπη μου πως θα ξαναφανεί
κοίταξε! μόνος έρχομαι στο βράχο ν’ απογύρω
που γέρναμε μαζί.

Έτσι και τότε ο βόγγος σου μεσ’ στις σπηλιές βοούσε!
έτσι στα ξεσχισμένα τους εξέσπαγε γκρεμνά,
κι έτσι τ’ αγέρι στα μικρά τα πόδια της κυλούσε,
αφρούς χαϊδευτικά!

Θυμάσαι; Μια βραδιά βουβοί πλέαμε στο νερό σου ΄
στους ουρανούς, στα πλάτια σου, χυνόταν σιγαλιά,
κι άλλο δεν ακουγότανε παρά τ’ αρμονικό σου
φλίφλισμα απ’ τα κουπιά.

Μα ξάφνου κάποια μουσική πρωτάκουστη και ξένη,
στις μαγεμένες όχτες σου αντήχησε γλυκά ΄
το κύμα εστάθη κι η φωνή που ‘ναι μου αγαπημένη
είπε τα λόγια αυτά:

«Κράτησε, χρόνε, κράτησε το πέταγμά σου τώρα!
Και σεις μην κάνετε φτερά, χαρούμενες στιγμές!
Αφήστε να χαρούμε εδώ στου Μάη μας την ώρα,
δυο τρεις χρυσές βραδιές».

«Τόσοι είναι οι δύστυχοι στη γη που σας παρακαλούνε!
γι’ αυτούς πετάξτε γρήγορα και πάρτε στα φτερά
κι όσα τους δέρνουν βάσανα, μα εκείνους που ευτυχούνε
ξεχάστε μια φορά!»

Μ’ άδικα ακόμα του ζητώ καμιά γλυκιά στιγμούλα,
ξεφεύγει ο χρόνος και πετά! Κράζω μ’ απελπισιά:
«Άργησε, στάσου νύχτα μου! μα να χαράζ’ η αυγούλα
και διώχνει τη νυχτιά»

«Άς αγαπούμε, αδιάκοπα λοιπόν, ας αγαπούμε!
Εμπρός, ας τη χαιρόμαστε τη φτερωτή στιγμή!
Εμείς κι ο χρόνος που ποτέ λιμάνι δε θα βρούμε,
κυλά με τη ζωή».

Χρόνε ζηλιάρη, κι οι στιγμές λοιπόν που μας μεθούνε,
τότε που ο έρωτας βροχή μας ραίνει τις χαρές,
Χρόνε σκληρέ, κι αυτές λοιπόν πετούν καθώς πετούνε
οι μαύρες μας στιγμές;

Τι: κι απ’ το διάβα τους λοιπόν τίποτα δε θα μείνει;
τι; Πέταξαν ολότελα τι; παν για πάντα πιά;
Ο χρόνος που τις έδωσε, ο χρόνος που τις σβήνει,
δεν τις ξαναγεννά;

Βαθιά σκοτάδια ΄ παρελθόν, μηδέν κι αιωνιότη!
τι κάνετε τις μέρες που τα βύθια σας ρουφούν;
Μιλήστε μας! Οι ουράνιες εκτάσεις πούχει η νιότη
ξανά πια δε θα ‘ρθουν;
Ω λίμνη! βράχοι σιωπηλοί! Σπηλιές, απόσκια δάση!
εσάς που ο χρόνος σας ξεχνά ή δίνει ξανά ζωή,
φυλάξτε από τη νύχτ’ αυτή-φύλαξε ωραία πλαση!
μια θύμηση μικρή!

Ας μείνει στη γαλήνη σου και μεσ’ στην τρικυμιά σου,
-ω λίμνη ωραία-και στων πλαγιών τη γελαστή θωριά,
και μέσ’ στα μαύρα σου έλατα και στ’ άγρια γκρεμνά σου,
που γέρνουν στα νερά!

Ας μείνει στ’ ανατρίχιασμα της αύρας που περνάει,
στους ρόχθους που στις όχτες σου κυλούν, τις μαγικές,
στ’ άστρο τ’ ασημομέτωπο που πάνω σου σκορπάει,
αχτίδες αργυρές!

Ώ να ‘ταν, ναι, κι ο άνεμος κι οι καλαμιές σαν κλαίνε
κι οι ανάλαφρές σου οι ευωδιές κι η κάθε ανθοπνοή,
κι ό,τι αναπνέει, θωρεί κανείς κι ακούει, όλα να λένε:
«αγάπησαν αυτοί!».          
  

-«Σά μουσική, την νύχτα…» ΓΑΛΛΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΥ, Επιλογή-μετάφραση: Γιάννης Βαρβέρης, εκδόσεις Κέδρος-Αθήνα 2007, σ. 112, τιμή 9 ευρώ.
Περιέχει: «Σκέψεις των νεκρών» σ. 39-41, «Ο θάνατος του χριστιανού» σ.42-43. Και στην σελίδα 99: “Alphonse De Lamartine: Γεννήθηκε στη Macon το 1790 και πέθανε στο Παρίσι το 1869. Ποιητής, ιστορικός και πολιτικός. Εξελέγη μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας. Διετέλεσε υπουργός των εξωτερικών και πρωτοστάτησε στην κατάργηση της δουλείας. Έργα του: Saul, Meditations poetiques, Jocelyn, Le lac, L’ isolement, Recueillements.».

Σημειώσεις:
     Τις προηγούμενες δεκαετίες, οι βιβλιόφιλοι, συναντούσαν στους πάγκους των παλαιοπωλείων, ή σε περιφερόμενα καροτσάκια με παλαιά βιβλία, που στάθμευαν σε διάφορους σταθμούς του ηλεκτρικού σιδηρόδρομου-βλέπε Πλατεία Βικτωρίας, στους παράλληλους δρόμους του ηλεκτρικού σταθμού στον Πειραιά, και αλλού, διάφορες παλαιές και κακομεταχειρισμένες εκδόσεις ξένων μεταφρασμένων λαϊκών μυθιστορημάτων. Ήταν οι γνωστές μας παλαιές εκδόσεις «ΔΑΡΕΜΑ». Παλαιοί και άγνωστοι σε εμάς τους τότε εκκολαπτόμενους αναγνώστες, τίτλοι γαλλικών κυρίως μυθιστορημάτων, που τους πωλούσαν σε πολύ χαμηλή τιμή. Βιβλία με δεμένο μαύρο ή σέπια εξώφυλλο που το σκέπαζε κουβερτούρα, συνήθως με μια σκηνή από την υπόθεση. Βιβλία χαρτόδετα,-άκοπα πολλές φορές-με κιτρινισμένα χοντρά φύλλα πολύχρωμα εξώφυλλα που γυάλιζαν στα άγουρα τότε μάτια μας και ξυπνούσαν ταξίδια εξωτικά στην μικρή και ασχημάτιστη ακόμα φαντασία μας. Τίτλοι όπως: «Ο αρχισηδηρουργός», «Αι δύο Ορφαναί», «Οι Τρείς Σωματοφύλακες», «Η Παναγία των Παρισίων», «Οι Άθλιοι», «Το Κόκκινο και το Μαύρο», «Η Θεία Κωμωδία», «Η Γέφυρα των Στεναγμών», «Οι Μεγάλοι Εξερευνητές», «Το Σιδηρούν Προσωπείον» «Μαρία Στιούαρτ», «Ριχάρδος ο Γ΄», τίτλοι βιβλίων του Ονόρε ντε Μπαλζάκ, και άλλων φημισμένων γάλλων κυρίως του προηγούμενου και προ προηγούμενου αιώνα συγγραφέων. Τίτλοι μυθιστορημάτων και ιστορικών βιβλίων που κέντριζαν το ενδιαφέρον μας οι οποίοι πωλούνταν και από τους διάφορους πλασιέδες βιβλίων της εποχής. Για ένα διάστημα μάλιστα, με την αγορά πολλών τίτλων, (η εξόφληση τους γίνονταν συνήθως σε μηνιαίες δόσεις)-δες την πολύτομη σειρά «Οι Μεγάλοι Όλων των Εποχών» σου πρόσφεραν σαν δώρο προτομές του μεγάλου Αλεξάνδρου, του μεγάλου Ναπολέοντος, του Μπετόβεν κλπ. Άλλοτε το πολύτομο «Λεξικό της Δημοτικής Γλώσσας» του Δημητράκου που το έδιναν μαζί με την Εγκυκλοπαίδεια «Δομή». Τα βιβλία αυτά τα κάπως κακομεταχειρισμένα σαν έκδοση, με μεταφράσεις σε μια μεικτή γλώσσα, σε χαμηλή τιμή,-ορισμένα ήσαν κακέκτυπα, ή το μελάνι των σελίδων τους έβαφε τα δάχτυλά σου καθώς τα ξεφύλλιζες, και που έπρεπε να περιμένεις πότε θα ξαναπεράσει ο δοσάς να του τα δείξεις για να σου τα αλλάξει, ήσαν η δική μας παιδική όαση ανάγνωσης, την περίοδο της εφτάχρονης δικτατορίας. Μια περίοδο που όχι μόνο εξαιτίας της μικρής μας ηλικίας αλλά και λόγω του χουντικού καθεστώτος, απαγορεύονταν εκδόσεις με προοδευτικό περιεχόμενο, κυκλοφορίες βιβλίων σύγχρονων συγγραφέων. Ή αυτές που λάθρα κυκλοφορούσαν, δεν έφταναν στα μικρά μας χέρια με το πενιχρό χαρτζιλίκι μας. Όσον αφορά τις πληροφορίες που μας δίδονταν στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, ούτε λόγος να γίνεται για εξωσχολικά διαβάσματα. Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Ανδρέας Καρκαβίτσας, Γιάννης Βλαχογιάννης, και ξερό ψωμί. Η ελληνική μυθιστορηματική και διηγηματική ηθογραφία της ελληνικής επικράτειας, όλων των παλαιότερων ελληνικών συγγραφικών γενεών σε όλο της το εθνικό και πατριωτικό μεγαλείο. Βλέπετε ο Φοίνιξ με τον στρατιώτη ήταν πανταχού παρόν. Αγρυπνούσε ακόμα και για πιά πατριωτικά ποιήματα του ποιητή Ιωάννη Πολέμη θα διαβάζαμε και ποια ποιήματα του Κώστα Κρυστάλλη θα μας συγκινούσαν. Παρόλα αυτά τα φαιδρά πολιτικά και κοινωνικά ευτράπελα και αναγνωστικά ανόητα συμβάντα, πάντα κάτι ξέφευγε από την επιτήρηση των μεγάλων και έπεφτε στα χέρια μας. Κάποιο βιβλίο που διαβάζαμε με το φως, όχι των άστρων, αλλά το φως που έριχνε στο δωμάτιο το ηλεκτρικό ψυγείο όταν ανοίγαμε κρυφά την πόρτα το βράδυ, που όλη η φύσης ησυχάζει και η γλαύξ λαλεί. Και τεντώναμε τα αυτιά μας μπας και ακουσθεί χαρχάλα από το δωμάτιο των μεγάλων, για να τρέξουμε να πέσουμε στο κρεβάτι μας και να προλάβουμε να κρύψουμε το «απαγορευμένο» βιβλίο κάτω από το στρώμα. Ξεχνώντας πάνω στην βιασύνη μας την πόρτα του ψυγείου ανοιχτή, με αποτέλεσμα να στάζουν τα νερά (του πάγου) και να διαολοστέλνει η μάμυ μπλου την άλλη μέρα το πρωί όποιον έβρισκε πρώτον μπροστά της κοντά στο ψυγείο. Αυτά τα γλαφυρά και γουστόζικα συνέβαιναν τω καιρώ εκείνω, που τα παιδιά χωρίς να φοβούνται αναζητούσαν να πιάσουν στα χέρια τους ένα βιβλίο και να το ξεκοκαλίσουν, όπως θα λέγαμε κατ’ ιδίαν. Και είτε το βιβλίο αυτό ήταν «Η Κυρά της Λίμνης» είτε «Η Γκρατσιέλα», η χαρά που πρόσφερε σε εμάς η ανάγνωσή του ήταν μεγάλη, το ίδιο και η ευφροσύνη καθώς ανακαλύπταμε τα μυστικά του γυρνώντας τις σελίδες του, στις όχι και τόσο αθώες και απονήρευτες ψυχούλες μας. Μπορεί στο δέμα να είμασταν λιλιπούτειοι ακόμα, στην φαντασία όμως, ξεπερνούσαμε και τον Θείο Δάντη πριν διαμερισματοποιήσει σε τρία επίπεδα το Σύμπαν. Πρίν τις εκδόσεις «Δαρεμά» αν η μνήμη δεν με απατά, είχαμε διαβάσει το έργο του στα «Εικονογραφημένα Κλασικά». Αργότερα, στην γνωστή μετάφραση του Νίκου Καζαντζάκη και εμπεδώσαμε τα νοήματά του, διαισθανόμενοι ότι καθώς μεγαλώνουμε, στο πρώτο μόνο επίπεδο του Δαντικού Κόσμου θα καθηλωνόμασταν αιωνίως, εξαιτίας των ακαταμάχητων και αχαρακτήριστων ακόμα και σήμερα-επί Δημοκρατίας, άφτερ Αλεξίου- σωματικών και πνευματικών εμπειριών μας. Μέσα σε αυτό το μισο-παράνομο των εξωσχολικών διαβασμάτων μας κλίμα των τότε ημερών μας, γνωρίσαμε και το μυθιστόρημα «Η Γκρατσιέλα» του Αλφόνσου ντε Λαμαρτίνου. Ένα τρυφερό και ειδυλλιακό γεμάτο λυρισμό πεισιθανάτιο μυθιστόρημα, που διαπραγματεύεται τον έρωτα του ποιητή με μια νεαρή ιταλιδούλα κόρη ενός ψαρά. Ονειρώδης ατμόσφαιρα για νεαράς αμφοτέρων των φύλων υπάρξεις. Προς μίμηση των περαιτέρων. Φυσικά, χωρίς το τραγικό τέλος της μικρής ερωτευμένης ναπολιτάνας που έπεσε στα δίχτυα του νεαρού ποιητή ταξιδευτή. Που την παράτησε σύξυλη και πέθανε από τον καημό της. Και ο κομψευόμενος νέος για να απαλύνει τον πόνο του, το έριξε στην λυρική ποίηση. Το διαβάσαμε ακούγοντας από τις συχνότητες του ραδιοφώνου την θεϊκή φωνή της Μαρίκας Νίνου να άδει το τραγούδι του αιώνιου Βασίλη Τσιτσάνη, που κάποιοι στίχοι του μας εντυπώθηκαν στο μικρό μας μυαλουδάκι: «και ο Γιωργάκης ο μικρός/ τραβά μεγάλο δράμα/όλοι γνωρίζανε από παλιά/πως πήγαινε το γράμμα». Ουδέν κρυπτόν υπό Ρεμπέτηδος αοιδού.
     Με αυτόν τον κάπως παιδιάστικο και πρωτόγονο τρόπο, κοινωνούσαμε τότε, με τα έργα της ευρωπαϊκής και αμερικάνικης λογοτεχνίας. Κυρίως, την γαλλική κλασική μυθιστορία. Το αμερικάνικο μυθιστόρημα «Η Καλύβα του Μπάρμπα Θωμά» και το γαλλικό η «Γκρατσιέλα», ήταν μεταξύ των δύο τριών άλλων ακόμα βιβλίων, των περισσότερων διαβασμένων μυθιστορημάτων, λαϊκών αναγνωσμάτων, που συζητιούνταν στον κόσμο των μεγάλων, των παιδικών μας τότε χρόνων. Ασφαλώς, η οικογενειακή ηθική των μεγαλύτερων δεν επέτρεπε την ανάγνωση τέτοιου περιεχομένου μυθιστορημάτων. Ήσαν απαγορευμένα. Η απαγόρευση όμως αυτή, στα παιδικά μας μάτια, φάνταζε ένα ακόμα προπύργιο χαράς και διασκέδασης που οφείλαμε να παραβιάσουμε, να γνωρίσουμε, να απολαύσουμε. Ήταν μια άλλη μορφή μύησης στον κόσμο των μεγάλων και τα μυστικά του. Που ούτως ή άλλως, δεν θα αργούσαμε να εξερευνήσουμε με κάθε τρόπο και στις πολυποίκιλες εκδοχές του. Τα χρόνια αυτά, κυκλοφορούσαν και διάφορα ποικίλης ύλης λαϊκά και δημοφιλή οικογενειακά περιοδικά. «Το Ρομάντζο», «Το Φαντάζιο», το «Ντόμινο», «Ο Θησαυρός», ο ετήσιος «Καζαμίας» και άλλοι τίτλοι, περιοδικά διαδεδομένα στον καιρό τους που σποραδικά μέσα στις σελίδες τους συναντούσε ο αναγνώστης και ποιήματα ελλήνων και ξένων ποιητών. Ολόκληρα ποιήματα ή αποσπάσματα ξένων παλαιότερων ποιητών μεταφρασμένα από έλληνες δημιουργούς. Ονόματα άγνωστα σε εμάς που σχεδόν φάνταζαν εξωτικά. Ή ίσως, είχαμε συναντήσει κάποιο τετράστιχό τους, όπως του Βίκτωρος Ουγκώ στο πίσω μέρος των μικρών ημερολόγιων του τοίχου, που διαβάζαμε ανώνυμα και επώνυμα στιχάκια. Σε ένα από τα λαϊκά αυτά περιοδικά, διάβασα για πρώτη φορά το ποίημα του Λαμαρτίνου «Η ΛΙΜΝΗ». Και, προς έκπληξή μου, όταν με χαρά απήγγειλα  στίχους της σε άλλους μικρούς συμμαθητές μου, γνώριζαν και εκείνοι, το ποίημα αυτό. Πράγμα τώρα που το αναλογίζομε, σκέφτομαι ότι πρέπει να είχε δημοσιευτεί σε κάποιο πολύ γνωστό λαϊκό περιοδικό της εποχής γιαυτό ήταν ευρέος γνωστό και αγαπητό ποίημα. Το μνημονεύω αυτό  σαν μεταγενέστερη μαρτυρία, γιατί συνήθως οι άνθρωποι της εποχής διάβαζαν μυθιστορήματα ή νουβέλες και όχι τόσο συχνά ποιήματα. Εκτός από εκείνα που αντέγραφαν τα κοριτσόπουλα στα προσωπικά τους λευκώματα με τα μαραμένα άνθη στις σελίδες τους. Μια συνήθεια που την θυμάμαι ακόμα, και η οποία εμπλουτίζονταν με αυτές τις μικρές και πολύχρωμες ζωγραφιές κάθε είδους, που τις αγοράζαμε από τα βιβλιοπωλεία ή τις ανταλλάσσαμε μεταξύ μας. Οι ζωγραφιές αυτές μάλιστα, είχε καθιερωθεί να τις κολλάμε και στα τζάμια από την μέσα πλευρά των παραθύρων. (αγγελάκια, μικρές νεραΐδες, δέντρα, ζωάκια)  Ή πολλοί, αγόραζαν άλμπουμ με τσιγαρόχαρτα σαν διαχωριστικά των σελίδων τους και δημιουργούσαν συλλογές. Μια μικρή, εικαστική πανδαισία, ισάξια με τις συλλογές γραμματοσήμων. Και ας έψαχνες εναγωνίως να ανακαλύψεις την κεφαλή του «ΕΡΜΗ» που τόσο διαφήμιζε την αξία του ο κατάλογος του «Βλαστού».
     Έχει πολλούς διαύλους επικοινωνίας μαζί μας ο ποιητικός λόγος. Ποτέ δεν είμαστε βέβαιοι στο πως θα έρθουμε σε επαφή μαζί του, με ποιόν τρόπο και πότε ή πως. Έκτοτε, καθώς τα χρόνια περνούσαν και η επαφή μου με τον ελληνικό και ξένο ποιητικό λόγο πλήθαινε, όποτε έπεφτε στα χέρια μου βιβλίο με γαλλικά ποιήματα, ή αφιέρωμα λογοτεχνικού περιοδικού, έψαχνα με λαχτάρα να ανακαλύψω μπας και συναντήσω το ποίημα αυτό του Λαμαρτίνου. Είχε αποτυπωθεί τόσο έντονα μέσα μου, που, τολμώ να πω ότι, όταν διάβασα για πρώτη φορά το ποίημα του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, (άτεχνα και αυθαίρετα σίγουρα. Μια ακόμα παρανάγνωσή μου) η πρώτη σύγκριση του «Βράχου» που έκανα ήταν με την «Λίμνη» παρά με ποιήματα ερωτοπαθή του Κωστή Παλαμά ή άλλων λυρικών ελλήνων ρομαντικών ποιητών. Του Ναπολέοντος Λαπαθιώτη πχ. Ομολογώ, ότι δεν έχω συναντήσει σε αυτόνομη έκδοση μεταφρασμένα ποιήματα του Αλφόνσου ντε Λαμαρτίνου, τα αναγνώσματά μου περιορίζονται σε αυτά που συνάντησα σε γενικές ανθολογίες και παλαιά λογοτεχνικά περιοδικά. Παρότι η φήμη του ως ποιητή, διατηρήθηκε για πολλές δεκαετίες στην χώρα μας. Είναι γνωστός-τουλάχιστον σαν όνομα-και από ποιητές της δικής μου γενιάς. Του 1980. Το αν διαβάζεται ακόμα ή αν στίχοι του μπολιάζουν στις μέρες μας την ποιητική γραφή των νεότερων δημιουργών δεν το γνωρίζω. Γιαυτό καταθέτω την δική μου εντελώς προσωπική ανάμνηση και επαφή μου μαζί του. Με συγκινούν ακόμα τα ποιήματά του. Θα  ήθελα να τον μετέφραζαν στα ελληνικά. Έστω και σαν μια ποιητική φωνή που έρχεται από τις στοές του χρόνου της αναπόλησης και μας σιγοψιθυρίζει λόγια αγάπης τρυφερά.
     Το ποίημα «Η ΛΙΜΝΗ», πέρα από την χαρά που μου προσφέρει κάθε φορά που το διαβάζω μου έδωσε την δυνατότητα να προβώ και σε ένα μεταφραστικό «πείραμα». Εννοώ το εξής. Μεταφέρω τρείς διαφορετικές μεταφραστικές εκδοχές του ποιήματος από διαφορετικών περίπου γενεών έλληνες δημιουργούς και ποιητικού ύφους και σχολής. Διαβάζουμε την ίδια ποιητική μονάδα, μέσα από «διαφορετικούς» γλωσσικούς κώδικες, μεταφραστικό ύφος, ατμόσφαιρας και τεχνικών της απόδοσή του στα ελληνικά. Κλέων Παράσχος, Αλέξανδρος Μπάρας, Γεώργιος Σημηριώτης. Τρείς ποιητές που άφησαν πίσω τους ενδιαφέρον ποιητικό έργο και ισάξια μεταφραστικά γυμνάσματα. Λειτούργησαν επίσης και ως ανθολόγοι παγκόσμιων ποιητικών φωνών που τις έκαναν γνωστές και αγαπητές στο ελληνικό κοινό. Δεν τους παραθέτω με χρονολογική σειρά μετάφρασης του ποιήματος, γιατί ο σκοπός μου δεν είναι να αξιολογήσω τις μεταφράσεις ούτε να τις θέσω σε μια εκ των υστέρων αντιπαράθεση, αλλά να επιδιώξω μια εκ νέου μεταφραστική και ποιητική συνομιλία μεταξύ των ελλήνων μεταφραστών, των ξένων ποιητών και των σύγχρονων αναγνωστών.
Η μετάφραση ενός ποιήματος δεν κουβαλά μέσα της τα μυστικά και τις παγίδες, τις κρυφές αρετές της γλώσσας από την οποία μεταφράζεται ένα ξένο ποίημα μόνο, αλλά και την γλωσσική και ποιητική ατμόσφαιρα της εποχής του μεταφραστή, τα ποιητικά του βιώματα και μεταφραστικές του εμπειρίες. Τους κώδικες αναγνώρισής της δικής του ποιητικής ταυτότητας. Τις εσωτερικές συνομιλίες που ανοίγει ο μεταφραστής ενός ξένου κειμένου με την δική του δημιουργία μέσω της μετάφρασης ενός άλλου αλλόγλωσσου ποιητή. Τίποτε δεν πάει χαμένο σε αυτήν την προσπάθεια ή ποιητική φιλοδοξία, ακόμα και σε μια όχι άρτια και καλή μετάφραση ή απόδοση, ή αντιγραφή (για να θυμηθούμε τον Γιώργο Σεφέρη) το όφελος περισσεύει για τον αναγνώστη. Όλα τα της ποιητικής τεχνικής δεδομένα, που αφορούν την μορφή, την δομή, το λεξιλόγιο, την εικονοποιία, το ύφος, τα γλωσσικά μυστικά που αναδύονται στην επιφάνεια, οι μηχανισμοί της ίδιας της γλώσσας αλλά κα της ποίησης και της παράδοσής της, αποδίδονται και λειτουργούν προς όφελος του τελικού παραλήπτη-αποτελέσματος, που είναι ο εκάστοτε τελευταίος αναγνώστης. Στον συγκεκριμένο χρόνο, τον συγκεκριμένο χώρο, την δεδομένη στιγμή, που η αναγνωστική ιδιοσυγκρασία του μεταφραστή θα έρθει σε επικοινωνία με τον ποιητή, και οι δύο φωνές μαζί θα ζητήσουν να έλθουν σε επαφή με την συγκίνηση του αναγνώστη. Αν δεν είναι τόσο άστοχο το παράδειγμα, σαν μία αγία τριάδα. Ο ποιητής, ο μεταφραστής, ο αναγνώστης. Το τελικό αποτέλεσμα είναι ότι άγγιξε, ευαισθητοποίησε, ενεργοποίησε τις ανεκδήλωτες δυνάμεις του αναγνώστη, στην επιθυμία του να ποιήσει μέσω της φαντασίας του και ο ίδιος. Να μετάσχει ενεργά στο ποιητικό αυτό συμπόσιο. Ισότιμα, δυναμικά, δημιουργικά. Κάθε κόκκος συγκινησιακού φορτίου που κουβαλά μέσα της μια ποιητική μονάδα, ένα ποίημα, μια ποιητική σύνθεση σε όποια γλώσσα και αν έχει γραφτεί, με την μετάφραση μεταφέρεται στον αναγνώστη. Δεν υπάρχουνε νομίζω νόμιμοι ή μη νόμιμοι τρόποι στην μετάφραση ενός ποιήματος σε μια άλλη γλώσσα, σε μια άλλη εποχή, όλες οι μέθοδοι αποσκοπούν σε ένα αποτέλεσμα. Στην εκ νέου κάθε φορά ανάγνωσή του ποιήματος-κειμένου από τον αναγνώστη. Το ποίημα συνεχίζεται μέσα στη ροή του χρόνου με τις αναγνώσεις του. Τα εκ νέου κάθε φορά πλησιάσματά του. Μία από αυτές είναι και του συγκεκριμένου μεταφραστή του. Η ποιητική χίμαιρα δεν έχει όρια ούτε παγιδεύεται μέσα σε γλωσσικά στενάχωρα καλούπια. Είναι η χίμαιρα που καταδέχεται να εκφραστεί με σήματα- λέξεις στις σελίδες ενός βιβλίου στον παρόντα χρόνο. Ένα ποίημα είναι σαν το τζίνι που βρίσκεται εν υπνώσει μέσα στο λυχνάρι του Αλαντίν, αναμένει τον τυχαίο αναγνώστη που θα το αναζητήσει και θα το απελευθερώσει από την σκουριασμένη ή χρυσή κρυψώνα του, και θα του προσφέρει την μαγεία του και τα πνευματικά ανδραγαθήματά του.
Συμπληρωματικά να σημειώσουμε, ότι στον τόμο 72ο τεύχος 840/ Αθήναι, 1 Ιουλίου 1962, έτος ΛΣΤ΄ του λογοτεχνικού περιοδικού «ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ» σελίδες 941-943, μετά την μετάφραση του έλληνα ποιητή και μεταφραστή, κριτικού της λογοτεχνίας Κλέωνος Β. Παράσχου, του ποιήματος «Η λίμνη» του Alphonse de Lamartine, ο μεταφραστής δημοσιεύει μικρό διευκρινιστικό κείμενο σχετικά με το ποίημα, με τίτλο: «ΛΙΓΑ ΓΙΑ ΤΗ ‘ΛΙΜΝΗ’ ΤΟΥ ΛΑΜΑΡΤΙΝΟΥ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΗ ΝΕΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ» Γράφει μεταξύ άλλων:
«Στα 1816, εικοσιέξη χρόνων-είχε γεννηθεί το  1790, στη Macon, πολιτεία φημισμένη για τα κρασιά της, πού βρίσκεται νοτιοδυτικά από το Παρίσι, σε απόσταση 441 χιλιομέτρων-ο Λαμαρτίνος, ανύπαντρος ακόμα (παντρεύτηκε στα 1822) είχε πάει στη γνωστή πόλη της Σαβοϊας  AixLesBains (περιοχή του Chambery, με την περίφημη λίμνη, τη «Λίμνη» του ποιητή). Εκεί γνώρισε, γράφει ο Γουσταύος Λανσόν («Ιστορία της Γαλλικής Λογοτεχνίας») την κυρία Charles, νεαρή σύζυγο ενός γέρου φυσιοδίφη, φυματική και νευροπαθή, καθόλου ονειροπαρμένη, φαίνεται, ούτε εξημμένη, και που τα μαύρα της μαλλιά και τα ωραία σκιερά μάτια της, της έδιναν μια παράξενη χάρη. «Πέθανε στα 1818, χριστιανικά, με το σταυρό στο χέρι. Η γυναίκα αυτή υπήρξε η Ελβίρα η ονειρώδης μορφή που γύρω της μαζεύτηκαν οι βαθύτερες εντυπώσεις, οι πιο πυρετικοί πόθοι, οι πιο λαγγεμένες μελαγχολίες του Λαμαρτίνου. Από τον εφήμερο αυτόν έρωτα, που τόσο γρήγορα τον διέκοψε ο θάνατος, και από τις ψυχικές καταστάσεις που δημιούργησε, βγήκε η συλλογή «Ποιητικοί Στοχασμοί» (1820).
     Σ’ ένα βιβλίο- Cahuet νομίζω, λεγόταν ο συγγραφέας-με θέμα τον έρωτα Λαμαρτίνου,- κυρίας Σάρλ, διάβαζα, πρίν από χρόνια, ότι τα σωζόμενα περιπαθέστατα γράμματα της Ελβίρας (άς τη λέμε έτσι) προς το Λαμαρτίνο, δεν αποτελούν απόδειξη, ολοκληρωτική τουλάχιστον, του ότι ο έρωτας αυτός είχε περάσει τα όρια του απλού αισθηματικού δεσμού και είχε πάρει χαρακτήρα αισθησιακό. Στα ζητήματα αυτά, όταν δεν υπάρχουν αναμφισβήτητες μαρτυρίες, όλα είναι εικασίες. Και τι σημασία όμως έχει αν μία γυναίκα, με γέρο σύζυγο, καταδικασμένη (εκείνο τον καιρό η φυματίωση σπάνια γιατρευόταν), έδωσε την ψυχή της μόνο ή και το σώμα της μαζί, σ’ έναν άντρα; Το μόνο σπουδαίο στην ιστορία αυτή είναι ο δεσμός του Λαμαρτίνου με την Ελβίρα, ψυχικός ή ψυχικός συνάμα και σωματικός, στάθηκε για τον ποιητή το πιο αξιόλογο ίσως δημιουργικό ζωπυρό του, ότι του ενέπνευσε, πάντως, τη «Λίμνη», το μουσικότερο-το καλύτερο λοιπόν-ποίημά του, και ένα από τα ωραιότερα ρομαντικά και από τα πιο συγκινητικά ερωτικά ποιήματα όλων των καιρών (νομίζω). Δεν είναι όμως μόνο ο έρωτας, μεγάλο ποιητικό θέμα κι η πιο μεγάλη ανθρώπινη υπόθεση, πού δίνει στη «Λίμνη» την τόση της αξία. Είναι και το ότι στο ποίημα τούτο, βάζοντας στο κέντρο του το ερωτικό πάθος, κίνησε ο γάλλος ρομαντικός, με γνήσια συγκίνηση και σε μια οργανικότατη σύνθεση, όλα τα μεγάλα ανθρώπινα «θέματα», τι χίμαιρα της ευτυχίας, το αίτημα της διάρκειας, («… η θνητή φύσις ζητεί, κατά το δυνατόν, αεί τε είναι και αθάνατος» (Πλάτων: «Συμπόσιο») τον πόνο για τον αμείλικτο νόμο της φθοράς, την απελπισμένη λαχτάρα μας να μην πεθάνουμε ολάκεροι, κάτι ν’ απομείνει, έστω και διαχυμένο στη φύση,-αφού οι ανθρώπινες συνειδήσεις τόσο γρήγορα λησμονούν,-από ό,τι υπήρξαμε, από ό,τι ζήσαμε,-από ό,τι ζει κάθε ανεπανάληπτο έργο.
     Εκτός όμως από τα μεγάλα αυτά θέματα και την αισθητικότατη χρησιμοποίησή τους (χωρίς αυτήν δε θάχαν καμιά αξία καλλιτεχνική), υπάρχει και κάτι άλλο, πολύ σημαντικό, στη «Λίμνη»: όλοτο ποίημα κινείται μέσα στο χώρο της ανάμνησης, της αναπόλησης, της νοσταλγίας, έναν από τους πιο «νόμιμους» θα έλεγε ο Πόε, τους πιο υποβλητικούς, τους πιο «μαγικούς» χώρους της ποίησης, ιδίως της μεταχριστιανικής αλλά και της αρχαίας….».    
Μετέφερα το μεγαλύτερο και σημαντικότερο μέρος από το κείμενο του Κλέωνος Β. Παράσχου. Παρέλειψα το μικρό τέλος που μας μιλά ο μεταφραστής και ποιητής για την γνωριμία του με την ποίηση του Λαμαρτίνου, και τις 6 υποστηρικτικές παραπομπές που συνοδεύουν την ανάλυσή του. Το πράττω αυτό, διότι δεν συνοδεύονται οι άλλες μεταφράσεις με παρόμοια διευκρινιστικά σχόλια από όσο γνωρίζω, και για να μην είναι ετεροβαρείς προς μία μεταφραστική φωνή οι επισημάνσεις. Στο «Θα έλεγε ο Πόνε, πρέπει να είναι λάθος το όνομα και να αναφέρεται στον αμερικανό ποιητή Έντγκαρ Άλλαν Πόε. Που και ο ίδιος, τόσο άτυχος υπήρξε στις προσωπικές του στενές σχέσεις με το άλλο φύλο. Διατήρησα την ορθογραφία των κειμένων.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς, 29 Ιανουαρίου 2020.
ΥΓ. Περασμένα μεγαλεία διηγώντας τα να τα αναπολείς. Αναφώνησε ένας μη προνομιούχος που πλέει μέσα στα σύννεφα της πολιτικής και οικονομικής του αοριστίας. Άλλοι με τον κυρ Μανολάκη στα Γαλλικά Προεδρικά Μέγαρα, και ημείς, σε μεταμεσονύχτιες οικογενειακές εξομολογήσεις στον κυρ Νίκο.(που αυτό δεν είναι δελτίο ειδήσεων των 7.30, αλλά αναμετάδοση αστυνομικού δελτίου ημερήσιας παραβατικότητας. Διανθισμένο με σουλατσάρισμα στην πασαρέλα των διεθνών σελέμπριτοι. Ας αλλάξουμε ατμόσφαιρα) Να αναρωτιόμαστε ποιος μας πλησίασε πρώτος. Εμείς οι ανήσυχοι νέοι της Άρτας του δεκαπενταμελούς πρόεδροι ή η ωραία και δυναμική Μπέττυ. Ευτυχώς που η συνέντευξη δε μεταδόθηκε σε συνέχειες όπως ο “The Young Pope” . 
Λες νάναι καθυστερημένος δάχτυλος των Ερυθρών;                                

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου