Δευτέρα 20 Ιανουαρίου 2020

Η ΥΠΑΤΙΑ του ΛΕΚΟΝΤ ΝΤΕ ΛΙΛ


Η «ΥΠΑΤΙΑ» ΤΟΥ ΛΕΚΟΝΤ ΔΕΛΙΛ

      Εδώ και δυό μήνες πέθανεν ο πλέον μεγάλος ποιητής πού είχεν απομείνει της Γαλλίας. Μεγάλος , για την ιδέα που έκλεισε μέσα στους στίχους του και για τον ταιριαστό τύπο που της έδωκε. Νομίζεις πως η θεά της Μήλου άκουσε την παράκληση που έκαμεν άλλοτε γονατιστός μπροστά της κ’ έντυσε με σάρκα τ’ όνειρό του, κι έκαμε να χύνεται ο νους του “comme un metal divin au moule harmonieux”. Γιατί ένας μεγάλος ποιητής πρέπει να κατέχη και τα δύο: το βαθύ νόημα και τον τέλειο στίχο.
     Άλλη φορά θα την ειπώ κατά βάθος και πλάτος την ξεχωριστή εντύπωση που μου κάνουν τα ποιήματα του Λεκόντ Δελίλ΄ και θα ειπώ μάλιστα κάτι τι πού, καθώς νομίζω, δεν επέρασεν από το στοχασμό κανενός από αυτούς που μίλησαν για κείνον ΄ απ’ όσους διάβασα τουλάχιστον. Θα ειπώ πως ο ποιητής αυτός μου θυμίζει έναν άλλο ποιητή, με τον οποίον, κατά πρώτο λόγο, φαίνεται πως δεν έχει το παραμικρό σημάδι ομοιότητος, και όμως έχει ΄ κι ο ποιητής αυτός είναι ο Βύρων.
     Για την ώρα, περιορίζομαι μόνον απλά να σημειώσω, χωρίς να το εξηγήσω, πώς είναι και ο Λεκόντ Δελίλ, κατά το δικό του τρόπο, ο ποιητής της αντιστάσεως, ο περήφανος ψάλτης των ανυπόταχτων ψυχών, που στήνουν τον πόλεμο κατά του κόσμου. Κ’ η ίδια ποίησίς του είναι σαν «πολεμόκραχτη φωνή» εναντίον εις τη χρηματολατρεία και την ασχήμια των τωρινών καιρών. Ίσως είχε στενήν ιδέα των καιρών αυτών, αλλ’ όμως την εκήρυξε τόσο δυνατά και τόσον ωραία! Και γιατί βρίσκονταν σε πόλεμο με τα τωρινά, για τούτο, μολονότι ήταν μεγάλος ποιητής, πέρασε σχεδόν αγνώριστος εμπρός από τον αμόρφωτο  και ανόητον όγκο, από το «πολύ κοινόν», καθώς λέμε. Ίσως κανείς άλλος ποιητής δεν διαβάζεται λιγότερο από εκείνον, και κανείς άλλος ποιητής δεν σφραγίζεται τόσον άπρεπα με το όνομα του impassible.
      Απαθής, αυτός που στάζει κάθε στίχος του φαρμάκι και κάθε του λόγος κρύβει ένα δάκρυο,-γιατί κείνους που καταλαβαίνουν όμως, όχι για κείνους που θαρρούν πως το άλφα και το ωμέγα της ποιήσεως είναι κλεισμένα μέσα στα δίστιχα των κουφέτων που μοιράζονται στους γάμους! Βέβαια, γυναικεία μοιρολόγια δεν σκορπάει, κι από καϋμούς ερωτοχτυπημένων δεν ξέρει ο Λεκόντ Δελίλ΄ οι αγάπες του, οι εκείνες του και οι Μαρίες του είναι οι αστείρευτες ιδέες της φιλοσοφίας, και τ’ αθάνατα υποκείμενα των περασμένων αιώνων ΄οι ήρωες του μύθου και της ιστορίας. Βέβαια ΄ οι στίχοι του δεν είναι οι λεγόμενοι «ρέοντες», μήτε είναι αχτένιστοι σαν τα ενενήντα εννέα εκατοστά των έργων μερικών από τους δικούς μας που περνούν και για τεχνίτες του στίχου. «Το βιβλίο αυτό, έλεγε για τ’ «Αρχαϊκά Ποιήματα» ένας γλύπτης έξοχος, είναι γεμάτο από ωραία αγάλματα». Ναι μεν οι στίχοι του είναι σκαλισμένοι στο μάρμαρο ΄ αλλά μπορεί κανείς να ειπή γι’ αυτό το μάρμαρον  ό,τι λέει ο ίδιος ο ποιητής για την πεπρωμένη τη «Νιόβη» του: «Όποιος σε βλέπει, ω απελπισμένο μάρμαρο, θαρρεί πως δάκρυα έτρεχαν από τη σμίλη πού σ’ εσκάλιζε!».
     Έτσι δακρυοστάλαχτη έπλασε και την «Υπατία» του, το ποίημα που εδοκίμασα να μεταφράσω, γιατ’ είναι από τα πλέον παθητικά του και μας δίνει την καθαρώτερην εικόνα του τραγουδιού του. «Η Μούσα του Λεκόντ Δελίλ, έγραφε τον περασμένο χρόνον ο περίφημος κριτικός Βρυνετιέρ, είναι σαν την Υπατία μαζί σοφή και ωραία». Έκρυβα πάντα μια ξεχωριστήν αγάπη στην ηρωϊδα του, κ’ εδώ κι οχτώ χρόνια στην «Εστία» τέτοια έγραφα γι’ αυτή: «Ο ποιητής δεν αρκείται μόνον ανακαλών από το χάος των αιώνων εις τον ήλιον την κλεινήν φιλόσοφον της Αλεξανδρείας, χαρίζων εις ταύτην πνοήν και νεότητα, (1) αλλά χωρεί ανυμνών εν ιδίαις στροφαίς, μεσταίς εμπαθούς λυρισμού και κάλλους ΄ νομίζει τις ότι πρό εκείνης απεκδύεται το προσωπείον της γαλήνης. Η Υπατία είναι η Βεατρίκη, είναι η Ελβίρα αυτού, και έτι πλέον, είναι το σύμβολον αυτής της Μούσης του ποιητού, ήτις εν τω παρόντι αιώνι της ασεβείας και του θετικισμού αφιεροί την μαγείαν των επών αυτής υπέρ του αποιχομένου ιδεώδους και των λησμονημένων θεών…»
      Για την μετάφραση αυτή το μόνο που θα παρατηρήσω είναι ότι την έκαμα χωρίς ρίμα ΄ πρώτον, για να ξαναδώσω, όσο μπορούσα πιστότερα, το νόημα και το ύφος του ποιητή ΄ δεύτερο, γιατί το να λείπη η ρίμα πιστεύω πως δεν είναι ασυμβίβαστο με την ιερατική σοβαρότητα της ποιήσεως του Λεκόντ Δελίλ΄ τρίτο, και το κυριώτερον, η ρίμα που είναι απαραίτητο στοιχείον αρμονίας για τους γαλλικούς στίχους, είναι μια πολυτέλεια, ένα στολίδι παραπάνου για τους δικούς μας τους στίχους, που κατέχουν άλλες πλουσιώτερες πηγές αρμονίας μέσα τους. Και είμαι βέβαιος πώς αν έγραφε στη γλώσσα μας ο ποιητής θα την καταργούσε, κατά τα εννέα δέκατα, τη ρίμα.
     Η αλήθεια είναι πώς δύσκολα ξεχωρίζει κανείς, τούτο από εκείνο, τα ποιήματα του Λεκόντ Δελίλ, μοιάζουν κάπως σαν μονοκόμματοι στύλοι του αυτού αρχαίου ναού. Αλλ’ όμως για κείνον πού τα μελετά, πάντα ξεχωρίζουν μερικά, έτσι δυνατώτερα, καθολικώτερα από τάλλα. Πώς θα ήθελα λίγα απ’ αυτά να μας τα παρουσίαζαν στη γλώσσα μας τεχνίτες πολύ γνωστικώτεροι από μένα. Με τι χαρά λ.χ. θάβλεπα τον «Κάϊν», τ’ αριστούργημα του ποιητή, μεταφρασμένο από κανένα Καλοσγούρο, κανέναν Αργύρην Εφταλιώτη, κανένα Γλαύκο Πόντιο. Μας χρειάζεται από παντού τροφή με ουσία για να πάρη δύναμη και χρώμα η δική μας η ποίησις, άρρωστη που τώρα ξαναρχίζει να παίρνη απάνου της.
(1), Μέσα στα «Αρχαϊκά Ποιήματα» υπάρχει και δεύτερο μεγάλο ποίημα «Υπατία και Κύριλλος» είδος δραματικής σκηνής μέσα εις την οποίαν φανερώνεται εις τρόπον επικώτερο ο φιλοσοφικός ηρωισμός της Αλεξανδρινής παρθένας.
ΥΠΑΤΙΑ
Από το θρόνο όταν της γης τα μεγαλεία πέφτουν,
Όταν τα θεία θρησκεύματα γυρμέν’ από τα χρόνια,
Το μονοπάτι παίρνοντας το ερημικό της λήθης,
Τους αστραποκαμένους των βωμούς ριγμένους βλέπουν,
--
Όταν το φύλλο σκορπιστό του δέντρου της Ελλάδος
Των προπυλαίων των έρημων το δρόμο αποσκεπάζει,
Κ’ εκείθε από τα πέλαγα τα νυχτοβυθισμένα
Ο νους ο ανθρώπινος τραβάει προς νέον ήλιο πέρα,
--
Των νικημένων των θεών την τύχην αγκαλιάζει
Πάντοτε μια τρανή καρδιά και τους βοηθάει που πάσχουν ΄
Η αυτή των νέων ημερών τη θλίβει, την πληγώνει,
Στον ουρανόν ακολουθεί τ’ αστέρι των προγόνων.
--
Με ριζικό καλλίτερον άλλοι καιροί ας προβάλλουν,
Κι’ από ένα κόσμο γέροντα δίχως φροντίδα ας φεύγουν ΄
Στο ευτυχισμένο τ’ όνειρο της νιότης καρφωμένη,
Βαθειά τη στάχτη των νεκρών ακούει ν’ ανατριχιάζη.
--
Ήρωες τότε και σοφοί ξυπνούν ζωή γεμάτοι!
Τα τραγουδούν οι ποιηταί τα ωραία ονόματά των,
Και των ονείρων ο Όλυμπος με το ιερό τραγούδι
Στυλώνετ’ ελαφάντινος μέσα στους Παρθενώνες!
--
Κόρη, που θρήσκα επρόβαλες και με το φόρεμά σου
Των κοιμισμένων σου θεών εσκέπασες το μνήμα,
Ώ της λατρείας των, σβυστής, ιέρεια ταιριασμένη,
Άδολη ακτίνα και στερνή μεσ’ απ’ τους ουρανούς των!
--
Παρθένα μεγαλόψυχη, δική μου αγάπη, χαίρε!
Η μπόρα όταν ετάραξε τον πατρικό σου κόσμο,
Με το μεγάλο Οιδίποδα στην εξορία πήγες,
Και μ’ έρωτα παντοτεινό τον τύλιξες εεκίνον.
--
Ορθή φεγγαροπρόσωπη μεσ’ στους αγίους ναούς σου
Πού παραιτούσαν κ’ έφευγαν ταχάριστα τα πλήθη,
Στο μαντικό τον τρίποδα Πυθία θρονιασμένη,
Οι προδομένοι Αθάνατοι μεσ’ στην καρδιά σου εζούσαν.
--
Στα σύγνεφα τα πύρινα τους έβλεπες! Περνούσαν
Και με σοφία και μ’ έρωτα σε πότιζαν ακόμα,
Και τ’ όνειρό σου μάγευε, κι άκουεν η γη να ψάλλη
Της Αττικής η μέλισσα στα ολόχρυσά σου χείλη.
--
Σα νέος λωτός που στων σοφών τα μάτια εμπρός ανθίζει,
Λουλούδι της χρυσόστομης και της δικαίας ψυχής των,
Στών περασμένων την νυχτιά, πιο λίγο τότε μαύρη,
Ο νους σου έκανες κ’ έλαμπε μεσ’ απ’ την ομορφιά σου.
--
Τα σοβαρά μαθήματα της αρετής αιωνίας
Έσταζαν απ’ τα χείλη σου και τις καρδιές μαγεύαν,
Κ’ οι Γαλιλαίοι που με φτερά σ’ έβλεπαν στ’ όνειρό τους
Στους ακριβούς σου εμπρός θεούς ΄ ξεχνούσαν το θεό τους.
--
Αλλά τους έσερνε ο καιρός όλους αυτούς μακρυά σου,
Γιατί κι αδύνατη κλωστή τους έδενε μ’ εσένα,
Προς της επαγγελίας τη γη τους έβλεπες να φεύγουν ΄
Όμως η παντογνώστρα εσύ μαζί τους δεν επήγες.
--
Κόρη, για τέτοιο φρένιασμα τί σ’ έμελλεν εσένα;
Δεν είχες την Ιδέαν εσύ που γύρευαν οι άλλοι;
Ήξερες μέσα σων καρδιών τα βάθη να διαβάζης,
Τίποτε δε σ’ απόκρυψαν καλόβουλ’ οι θεοί σου.
--
Σοφή παιδούλα, πάναγνη μέσα στ’ αγνά σου αδέρφια,
Μέτωπο τρισευγενικό χωρίς καμμιά κηλίδα,
Και ποια ψυχή τραγούδησε σε πλέον ωραία χείλη,
Ποιά καθαρότερη έλαμψε στα μάτια τα εμπνευσμένα;
--
Να γγίξουν δεν ετόλμησαν τ’ άγγιχτο φόρεμά σου,
Τα χέρια σου δεν πείραξαν τους αιώνες οι αμαρτίες ΄
Προς την αστέρινη Ζωή τα μάτια σου υψωμένα,
Μακρυά από την ανθρώπινη κακία, περπατούσες.
--
Σ’ αναθεμάτισεν εσέ χυδαίος ο Γαλιλαίος,
Σέ χτύπησεν, αλλ’ έπεσες τρανώτερη, και τώρα
Της Αφροδίτης το κορμί, του Πλάτωνος το πνεύμα
Απ’ της Ελλάδος έφυγαν τους ουρανούς για πάντα!
--
Κοιμήσου, θύμα ολόλευκο, στα βάθη της ψυχής μας,
Μεσ’ στο λωτοστεφάνωτο παρθένο σάβανό σου,
Κοιμήσου ΄ η ρυπαρή ασχημιά στον κόσμο βασιλεύει,
Το δρόμο τον εχάσαμε που φέρνει προς την Πάρο!
--
Στάχτη οι θεοί, βουβή και η γη, στον αδειανό ουρανό σου
Φωνή δεν ξανακούεται, κοιμήσου ΄ αλλ’ όμως μένε
Ζωντανεμένη στην καρδιά του ποιητή και ψάλλε
Της τρισαγίας Ομορφιάς τον εναρμόνιον ύμνο.
--
Μόνη αυτή στέκει ζωντανή κι ασάλευτη κ’ αιώνια,
Ο θάνατος τα σύμπαντα ταράζει και σκορπίζει,
Αλλ’ η Ομορφιά λαμποκοπάει, κι όλα τα ξαναπλάθει,
Και κάτου απ’ τ’ άσπρα πόδια της γυρνούν ακόμα οι κόσμοι!
Κωστής Παλαμάς, περιοδικό «Εστία», 25 Σεπτεμβρίου 1894.
Βλέπε: ΚΩΣΤΗ  ΠΑΛΑΜΑ, ΑΠΑΝΤΑ, τόμος δέκατος πέμπτος, Μελέτες-Άρθρα, Σημειώματα, Χρονογραφήματα (1884- 1897). Β΄ Έκδοση, εκδόσεις Μπίρης χ.χ. σελίδες 276-281.
ΥΠΑΤΙΑ
Au declin des grandeurs qui dominent la terre…
         Leconte De Lisle
Όταν ξεπέφτουνε της γης οι αφέντες, τα μεγάλα,
κ’ οι θείες θρησκείες γονατισμένες από τους αιώνες,
παίρνουν της απολησμονιάς το μονοπάτι το έρμο,
ενώ γκρεμίζονται οι βωμοί τους αστραποκαμένοι,
--
το φύλλο το ανεμόδαρτο του δέντρου της Ελλάδας
των πρόναων έρημων πιά το δρόμο αποσκεπάζει,
και πέρα από τα πέλαγα στον πυκνερώτατο ίσκιο
προς ήλιο ο νους ο ανθρώπινος πρωτόφαντο αρμενίζει.
--
Των νικημένων τότε θεών την τύχη αγκαλιάζει
και από της μοίρας τη χτυπιά τους διαφεντεύει πάντα
καρδιά μεγάλη΄ νέα κ’ η αυγή τη θλίβει,  την πληγώνει,
κρατάει τα μάτια καρφωτά προς τ’ άστρο των προγόνων.
--
Για πιο καλά μοιρόγραφτα καιροί ας προβάλλουν άλλοι,
κι από ένα κόσμο γέρικο ξέγνοιαστοι ας αλαργεύουν.
Το ευτυχισμένο τ’ όνειρο τα νιάτα της χλωραίνει,
Πιστή, κι ακούει να σπαρταρά του πεθαμένου η στάχτη.
--
Οι σοφοί τότε κ’ οι ήρωες ξυπνάν και ζωντανεύουν.
Τα ψιθυρίζει ο ποιητής ωραία τα ονόματά τους
και ιδεατός από ιερό τραγούδι καλεσμένος
στους Παρθενώνες φιλτισένιος ο Όλυμπος φωλιάζει.
--
Των πεθαμένων σου θεών το μνήμα, εσύ, Παρθένα,
πού μ’ ένα φύλλο σκέπασες από το φόρεμά σου,
ιέρισσα ευλαβητική λατρείας αποσβυσμένης
των ουρανών της αγνής εσύ και τελευταία αχτίδα,
--
Παρθένα μεγαλόπρεπη, χαίρε, έρωτά μου, χαίρε!
Η τρικυμία όταν έδειρε τον κόσμο των πατέρων,
τον ακολούθησες τρανό στην εξορίαν Οιδίποδα,
και μ’ άσβυστη παντοτεινή τον τύλιξες αγάπη.
--
Ορθή, φεγγαροπρόσωπη, στους ναούς τους άγιους μέσα
που φεύγοντας οι αχάριστοι λαοί τους παρατούσαν,
προφητική Πυθώνισσα στους τρίποδες δεμένη,
μέσα σ’ εσένα οι προδομένοι θεοί τρεμοσαλεύουν.
--
Στα σύγνεφα τα πύρινα τους έβλεπες ΄ περνούσαν
ποτίζοντάς σε μ’ έρωτα και μ’ επιστήμη πάντα
και τ’ όνειρό σου μάγευε κι άκουγε η γη να βουϊζη
γλυκά η αττική μέλισσα στα ολάκριβά σου χείλη.
--
Κάτου απ’ το μάτι του σοφού σα νέος λωτός που ανθίζει,
της δίκαιας γνώμης του σοφού βλαστός και της γλυκιάς του
γλώσσας, το πνεύμα σου έλαμψε μεσ’ απ’ την ομορφιά σου
στη νύχτα των παλιών καιρών, και αραίωνεν η μαυρίλα.
--
Τα σοβαρά μαθήματα της αρετής αιώνιας
από τα χείλη σου σταλάζαν και καρδιές μαγεύαν
και οι Γαλιλαίοι που φτερωτή στα ονείρατα σε βλέπαν,
ξεχνούσαν το νεκρό τους θεό μπροστά στους ακριβούς σου.
--
Μά τους συνέπαιρνε ο καιρός ανυπόταχτους όλους,
γιατί δεσμός πολύ αχαμνός τους ταίριαζε μ’ εσένα ΄
στα επαγγελμένα χώματα τους έβλεπες να φεύγουν,
όμως η παντογνώστρα εσύ κατόπι τους δεν πήγες.
--
Εσέ για τέτοιο φρένιασμα τι σ’ έμελλε, Παρθένα;
Δικό σου εσέ το ιδανικό που αποζητούσαν οι άλλοι,
διάβαζες μεσ’ στων ταραγμένων των καρδιών τα βάθη,
τίποτε δε σου κρύψανε καλόβουλοι οι θεοί σου.
--
Σοφή παιδούλα, πάναγνη μεσ’ στα θνητά σου αδέρφια,
ευγενικό, ακηλίδωτο μέτωπο μέσα στ’ άλλα,
και ποια ψυχή τραγούδησε σε πιο όμορφα χείλη απάνου,
κι άστραψε και πιο διάφανη σε μάτια πιο εμπνευσμένα;
--
Να το αγγίξη δεν τόλμησε τ’ άχραντο φόρεμά σου
ο μολυσμένος ο καιρός μηδέ τ’ αγνά σου χέρια.
Προς την αστέρινη ζωή τα μάτια ανυψωμένα
κι απείραχτη από κρίματα κι από κακίες περνούσες.
--
Χτύπησε, αναθεμάτισε κ’ εσένα ο Γαλιλαίος
Χυδαίος, μα πιο μεγάλη εσύ σωριάστηκες ΄ και τώρα
της Αφροδίτης το κορμί, του Πλάτωνα ο νους πάνε,
μισέψαν απ’ τον έλληνα τον ουρανό για πάντα.
--
Κοιμήσου, θύμα ολόλευκο, στους βυθούς της ψυχής μας,
μέσα στο λωτοστέφανο παρθένο σάβανό σου,
κοιμήσου, η ρυπαρή ασχημιά στον κόσμο βασιλεύει,
το δρόμο εχάσαμε που φέρνει ολόϊσα προς την Πάρο.
--
Στάχτη οι θεοί, βουβή και η γη πιά τίποτε σαν πρώτα
στο ρημαγμένο σου ουρανό δε θα ξαναμιλήση.
Μα ζήσε μέσα στου ποιητή τα σπλάχνα, εκεί τραγούδα
τον ύμνο το μελωδικό της άγιας Ομορφάδας.
--
Μονάχα απάνου απ’ όλα ζη και ασάλευττη και αιώνια
ο θάνατος τα πλαντασμένα σύμπαντα σκορπίζει,
μα η ομορφιά λαμποκοπά και ξαναπλάθει τα όλα,
στρηφογυρνάν κάτου από τάσπρα πόδια της οι κόσμοι.
23.315.               

Σημειώσεις:
Μεταφέρω και τις δύο εκδοχές της μετάφρασης του ποιήματος ΥΠΑΤΙΑ του γάλλου ποιητή Λεκόντ ντε Λιλ, από τον ποιητή Κωστή Παλαμά. Όπως ο ίδιος ο Παλαμάς μας γράφει η ΥΠΑΤΙΑ για τον γάλλο ποιητή είναι το θηλυκό σύμβολο της έμπνευσης της ποιητικής του δημιουργίας. Είναι η Μούσα του. Και γιαυτό την επέλεξε και ο Κωστής Παλαμάς, δίχως να εξετάζει ή να μας δίνει πληροφορίες για την ιστορική περιπέτεια της φιλοσόφου που σίγουρα γνώριζε. Σαν παμφάγος αναγνώστης, σταθερός βιβλιοφάγος και αρχαιολάτρης που ήταν ο Παλαμάς, θα είχε διαβάσει για την ζωή και το τραγικό τέλος της Υπατίας. Η άλλη εκδοχή της μετάφρασης, περιέχεται στο βιβλίο του «Ξανατονισμένη Μουσική» με προλογικό σημείωμα του ίδιου, μαζί με άλλα του μεταφραστικά γυμνάσματα από το πάνθεο του Γαλλικού κυρίως Παρνασσού αλλά και άλλων Ευρωπαίων ποιητών.Ο Παλαμάς μεταφράζει ποιήματα του Victor Hugo, του Theophile Gautier, του  Charles Baudelaire, του Frederic Mistral, του Paul Verlaune, του Jean Moreas, της Comtesse de Noailles, του Charles van Lerberghe,  του Sully Prudhomme,- που έχει και την τιμητική του, μια και του μεταφράζει τα περισσότερα ποιήματα σε σχέση με των άλλων ποιητών και ποιητριών- του  Emile Verhaerem, της Marie Noel, κλπ. Επίσης, μεταφέρει στα ελληνικά τον «Σκλάβο» του Heine, το “Preludio” του Carducci, την «Αυγή» του D. Annunzio , του Pascoli τα “Madrigale”, τους «Ισπανικούς στίχους», τον «Λαλητή και αντίλαλο» και άλλα. Τα μεταφράσματα αυτά περιλαμβάνονται στην ενότητα «ΞΑΝΑΤΟΝΙΣΜΕΝΗ ΜΟΥΣΙΚΗ» στον ενδέκατο τόμο των «Απάντων» του των εκδόσεων Μπίρης χ.χ. Μαζί με την «ΒΡΑΔΙΝΗ ΦΩΤΙΑ», τα άρθρα «ΠΡΟΣΩΠΑ ΚΑΙ ΜΟΝΟΛΟΓΟΙ» άλλες του ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ. Από τον Leconte De Lisle μεταφράζονται πέντε ποιήματά:  «ΥΠΑΤΙΑ» (23/3/15), «ΚΛΕΑΡΙΣΤΗ», (16/6/28),  τα ποιήματα «ΟΙ ΞΕΣΚΕΠΑΣΤΕΣ» , «ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΙ ΣΤΙΧΟΙ» και «ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ», δεν συνοδεύονται με ημερομηνία μετάφρασής τους. Σε όλα τα ποιήματα του Λεκοντ ντε Λιλ  κάτω από τον τίτλο τους, ακολουθεί στα γαλλικά στίχος του γάλλου ποιητή. Βλέπε σελίδες 255-261 του τόμου. Από τα «Άλλα λουλούδια Ξένα» μεταφράζει τα ποιήματα από το «Βιβλίο των Ωρών» του Rainer Maria Rilke, το «Οι Έξι κόρες της νεράϊδας…» του M. Maeterlink, το ποίημα  «Ο Ιππότης από το Schiller». Εδώ να φέρουμε στην μνήμη μας και τον ποιητικό συμβολισμό του «Ιππότη» του ποιητή Νίκου Γκάτσου. Και το ποιητικό θέατρο «Η ΕΛΕΝΗ ΤΗΣ ΣΠΑΡΤΗΣ» του Emile Verhaeren. Ποιητικοί κελαϊδισμοί που ακούγονταν στον ευρωπαϊκό χώρο τον 19ο και τον 20ο  αιώνα, που ο Κωστής Παλαμάς ήταν γνώστης τόσο του ευρωπαϊκού ποιητικού λόγου όσο και του έργου των ποιητών που μεταφράζει. Δεν είναι τυχαίοι οι ποιητές που μεταφράζει ο Παλαμάς, ούτε τα ποιήματα που επιλέγει. Και όπως μας φανερώνει η πολυσέλιδη απάντηση-σχολιασμός του, (για την αρνητική κρίση που δέχτηκε για την μετάφρασή του στην εφημερίδα «Άστυ») στο περιοδικό «Εστία» της 23 Οκτωβρίου 1894, βλέπε σελίδες 282-298 του 15ου τόμου, με τον τίτλο για την «ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΤΗΣ «ΥΠΑΤΙΑΣ»», ο μεταφραστής Κωστής Παλαμάς, όχι μόνο δούλευε και ξαναδούλευε τις ποιητικές του μεταφράσεις αλλά, η σχολαστική και τεκμηριωμένη του απάντηση μας δείχνει τα ποιητικά του πιστεύω και τι κανόνες ακολουθούσε στην μετάφραση της ποίησης. Ο Παλαμάς όπως γνωρίζουμε από τα κριτικά του κείμενα και τον δοκιμιακό του λόγο και τις βιβλιοκριτικές του ματιές, είχε οικοδομήσει ένα στέρεο ποιητικό μεταφραστικό «μοντέλο». Πρέσβευε συγκεκριμένες θέσεις και κανόνες σχετικά με την μεταφραστική γλώσσα, την μεταφραστική δομή και ατμόσφαιρα που πρέπει να δημιουργεί στην μεταφραζόμενη γλώσσα το ποίημα. Την ποιητική αίσθηση, την μουσικότητα, την ροή του λόγου, τις τεχνικές του παραδοσιακού στίχου αλλά και εκείνες του μοντέρνου. Αξίζει να διαβάσει κανείς τόσο τις δύο εκδοχές της «ΥΠΑΤΙΑΣ» όσο και το κείμενο-απάντηση του Παλαμά για να διαπιστώσει την ευσυνειδησία που τον διέκρινε και την υπευθυνότητα που έδειχνε στα μεταφραστικά του γυμνάσματα, σεβόμενος τόσο το ποίημα που του άρεσε-του πήγαινε και μετάφραζε, όσο και τον έλληνα αναγνώστη κατά την δική του γλωσσική απόδοση στα ελληνικά. Η τεχνογνωσία του ήταν μεγάλη και συνεχώς την εμπλούτιζε με νέα διαβάσματα τόσο στον χώρο της ευρωπαϊκής ποίησης όσο και στον τομέα των θεωρητικών κειμένων πάνω στον ποιητικό λόγο, που καλλιεργούνταν στην εποχή του. Θα γράφαμε την μεγάλη του εμπειρία και κατάρτιση πάνω σε θέματα ποιητικής, δομής του ποιήματος, ρυθμού και εσωτερικής του μουσικότητας. Πράγματα που τον βοηθούσαν στην σωστή ανάγνωση στο πρωτότυπο των ξένων ποιημάτων. Η γλωσσομάθειά του-ιδιαίτερα της γαλλικής γλώσσας τον καθιστούσε ικανότατο συνομιλητή του ευρωπαϊκού ποιητικού λόγου, και σταθερό παρακολουθητή των ξένων της τέχνης ρευμάτων, που μετέφερε μέσω των γραπτών του, των σχόλιών του, των κρίσεών του στην χώρα μας. Ο Κωστής Παλαμάς, όπως έπραττε και μέσα στο έργο του, έτσι και στις μεταφράσεις του, στέριωνε μια θεωρία περί Ποιήσεως. Ένα μοντέλο όχι μόνο ποιητικής γραφής αλλά και ανάγνωσής της. Δημιουργούσε κώδικες και τεχνικές ξεκλειδώματος μιας ποιητικής μονάδας. Δημιουργούσε εσωτερικές γέφυρες προσέγγισης του ξένου ποιήματος με την αντίστοιχη μεταφραστική του στα ελληνικά πρόταση. Αυτό φαίνεται και από τον ήπιο απολογητικό του χαρακτήρα και την επιμέλεια που έδειχνε στην τεκμηρίωση των απόψεών του. Των μεταφραστικών του θέσεων. Λειτουργούσε σαν ένας δάσκαλος συμβουλάτορας προς τους νεότερούς του. Υψώνοντάς τους στο ίδιο επίπεδο καλλιέργειας που βρίσκονταν ο ίδιος. Γιατί ο Κωστής Παλαμάς, δεν ήταν μόνο ένας ελληνοκεντρικός σημαντικός ποιητής, ένας μεγάλος ποιητής του Έθνους των Ελλήνων, μετά τον γενάρχη της ελληνικής ποίησης Διονύσιο Σολωμό. αλλά και ένας σημαίνοντας δάσκαλος του ποιητικού λόγου και της ποιητικής τέχνης όχι μόνο εντός της ελληνικής επικράτειας αλλά και με εμβέλεια πανευρωπαϊκή. Θα αργήσει πολύ χρονικά η ελληνική ποίηση να ξαναπαρουσιάσει το εύρος ενός τέτοιου μεγέθους και ποιότητας ποιητή. Οι φωνές των δύο μας Νόμπελ, δηλαδή του Γιώργου Σεφέρη και Οδυσσέα Ελύτη στέκονται στο ίδιο ύψος της ποιητικής τεχνογνωσίας και καλλιέργειας που είχε ο Κωστής Παλαμάς. Ο Αλεξανδρινός είχε στρέψει τους φακούς του ενδιαφέροντός του προς την Ιστορία και μάλιστα μιας συγκεκριμένης περιόδου, της Αλεξανδρινής. Ο Κώστας Καρυωτάκης αναλώθηκε μέσα στα ατομικά και επαγγελματικά του αδιέξοδα. Ο Τάκης Παπατσώνης σκεπάστηκε κάτω από ένα θρησκευτικό σύννεφο μάλλον «απαξίωσης». Ο Νίκος Καζαντζάκης σαν ποιητής έμεινε στο ιερό στάδιο μιας μυητικής θεουργίας, ενώ ο Άγγελος Σικελιανός θαμπώθηκε από την Μέδουσα μεγαλείο του αρχαίου ελληνικού κόσμου, και προσπάθησε να γυρίσει τα ίχνη προς τα πίσω επί ματαίω. Ο Γιάννης Ρίτσος, ακολούθησε «πιστάγκωνα» το μαρτυρολόγιο των δημιουργών που ασπάσθηκαν την μαρξιστική ιδεολογία. Ο Ρίτσος μόνο μάλλον στα ποιήματα της «Τέταρτης Διάστασης» αρθρώνει ένα ποιητικό μοντέλο μόνο που, η μέγιστη θεατρικότητα και μορφή αυτών των συνθέσεών του, υπερκαλύπτει επάξια και δοξαστικά τους εσωτερικές του άξονες για το τι είναι ποιητικός λόγος. Ο θεωρητικός περί ποιήσεως λόγος είναι διάχυτος και σκόρπιος μέσα στο ωκεάνειο ποιητικό σώμα της ποίησής του παρά στις μεταφράσεις του, που κραυγάζει η ιδεολογική του σκοπιμότητα. Η δε περίπτωση του Τάσου Λειβαδίτη, δεν έχει μάλλον ακόμα προσεχθεί όσο της άξιζε αυτή του η προβληματική. Αφού ο Τάσος Λειβαδίτης, έμεινε για μεγάλο διάστημα στην σκιά του Γιάννη Ρίτσου. Και τα υποστρώματα θρησκευτικής ανάσας και οντολογικής αναπνοής του δεν έχουν μάλλον ακόμα όσο του όφειλαν εξεταστεί. Παρασύρθηκαν από την εξαιρετική του στιχουργική και τα τραγουδιστικά του μέλη, που τόσο αγαπήθηκαν και εξέφρασαν τον πόνο και τους καημούς του λαϊκού ανθρώπου. Η σταθερή διαχρονική σημασία και αξία λοιπόν, των θεωρητικών θέσεων του Κωστή Παλαμά, είναι ισάξια και ισόκυρη με την σπουδαιότητα των πλείστων σχεδόν ποιητικών του συνθέσεων. Ο γεραρός Παλαμάς με τις μεταφράσεις του, απαντούσε σε άλλες ποιητικές μεταφραστικές προτάσεις και γλωσσικές και τεχνικές εκδοχές της εποχής του. Ποιητών της γενιάς του, της Αθηναϊκής Σχολής και όχι μόνο. Ή προκαλούσε σε έναν καλό αγώνα μεταφραστικής προσπάθειας άλλους ποιητές και συναγωνιστές του καιρού του. Ήταν οι εποχές που οι έλληνες ποιητές ξιφομαχούσαν με ποιημάτων καταθέσεις και μεταφραστικές θέσεις και επιλογές. Παράλληλα με τον αγώνα τους για την επικράτηση της δημοτικής γλώσσας. Ήταν η ελληνική εποχή του Κόσμου των Ποιητών. Ο Κωστής Παλαμάς ήταν ο άξονας αναφοράς που γύρω του, περιστρέφονταν σε νέφη ποιητικών στιβάδων οι άλλοι Ποιητές, της πρωτεύουσας.
     Αν κοιτάξουμε τον 17ο τόμο των Απάντων του που είναι τα ΕΥΡΕΤΗΡΙΑ που συνέταξαν οι Γιώργος Κεχαγιόγλου και Γιώργος Π. Σαββίδης, που εξέδωσε το Ίδρυμα Κωστή Παλαμά-Αθήνα 1984, και στις σελίδες 535 και 536 στο λήμμα Leconte de Lisle, Ch. M. R. Θα διαπιστώσει ο προσεκτικός αναγνώστης το εξακολουθητικό ενδιαφέρον του Κωστή Παλαμά για τον γάλλο ποιητή και την ποίησή του. Σε αρκετές σελίδες των Απάντων του αναφέρεται το όνομά του. Στους τόμους Α, Β, Γ, Δ, ΣΤ., Ζ. Η, Ι. ΙΑ, ΙΒ, ΙΓ, ΙΔ, ΙΕ, ΙΣΤ. Το ποίημα «ΥΠΑΤΙΑ», αναφέρεται στον Α΄ τόμο στον πρόλογο στα «Τραγούδια της πατρίδος μου» σ. 25 μιλώντας μας ο Παλαμάς για την μορφή και την ουσία του ποιήματος, για «το χημικό του εξέτασμα». Και στην σελίδα 326, μιλώντας μας ο Παλαμάς, για το «Πως θυμούνται τους «Ίαμβους και Ανάπαιστους» γράφει: «Η μελωδία του χρειάζονταν να ορχηστρωθή. Τους στίχους μου τους άφησα καταστρωμένους μέσα σ’ ένα πλατύ πεζογράφημα της φιλολογικής «Εστίας» του 1894, πλεγμένο από την αφορμή της μεταφρασμένης από μένα «Υπατίας» του Λεκόντ Δελίλ μέσα σε ξεχωριστό κεφάλαιο επιγραφόμενο «Ρυθμός και Στίχος». Στον ΣΤ΄ τόμο που δημοσιεύονται «ΓΡΑΜΜΑΤΑ Α΄» του ποιητή στην σελίδα 165, στην σημείωση, απαντώντας στον  Γρηγόριο Ξενόπουλο στο περιοδικό «Παναθήναια» αναφέρει: «Η αλήθεια είναι πως υπάρχει στη φιλολογική «Εστία» του 1894 πολύστηλο άρθρο μου «Η μετάφραση της Υπατίας». Η «Υπατία» είναι το έξοχο ποίημα του Leconte de Lisle, μεταφρασμένο από μένα, κάποιος λόγος έγινε τότε στο «Άστυ» για τη μετάφραση, και αναγκασμένος βρέθηκα να εκθέτω πλατύτερα πως εννοούσα τη μετάφραση των ποιητών, καθώς και στοχασμούς μου κάποιους για το ρυθμό και για το στίχο, για τη γλώσσα και για τη γραμματική. Υπάρχει και δεύτερο άρθρο μου, συντομώτερο στην «Εφημερίδα» (29 Ιανουαρίου 1895) «Η ποιητική γλώσσα και ο κ. Ψυχάρης».  Γίνεται αναφορά στο κείμενο του τόμου 15. Στον Ι τόμο στους «πεζούς δρόμους β΄» σελίδα 209 αναφερόμενος στον άγγλο ποιητή Λόρδο Μπάυρον, βρίσκει ομοιότητες στην ποίησή του με αυτή του Λεκόντ ντε Λιλ. Προφανώς στον «Κάϊν». Γράφει ο Παλαμάς: «Στα 1894 τη μετάφρασή μου της «Υπατίας» του Leconte de Lisle συνοδεύοντας μ’ ένα προλογικό σημείωμα παρατηρώ: «Άλλη φορά θα την ειπώ κατά βάθος και πλάτος την εντύπωση που μου κάνουν τα ποιήματα του Λεκόντ Δελίλ. Και θα ειπώ μάλιστα κάτι τι πού, καθώς νομίζω, δεν επέρασε στο στοχασμό κανενός από αυτούς που μίλησαν για κείνον΄ από όσους διάβασα τουλάχιστον. Θα ειπώ πως ο ποιητής αυτός μου θύμιζε έναν άλλον ποιητή, με τον οποίον, κατά πρώτο λόγο, φαίνεται πως δεν έχει το παραμικρό σημάδι ομοιότητος, και όμως έχει είναι ο Βύρων». Ο κ. Ψυχάρης μέσα στο βιβλίο του “Autour de la Grece” μνημονεύει την παρατήρησή μου, γιατί «έφερε,-καθώς γράφει-σε φως με τρόπο λεπτό και απροσδόκητο τις διανοητικές και φιλοσοφικές συγγένειες μεταξύ Λεκόντ Δελίλ και Μπάυρον, τις ίδιες ανταρσίες και τις ίδιες απηχητικές περηφάνειες».  Στον ΙΔ τόμο στην σελίδα 167 στην ενότητα «Η ΕΛΛΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΓΑΛΛΟΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ» Μια επίσκεψη στον Κωστή Παλαμά, η Σοφία Κ. Σπανούδη, στην εφημερίδα «Ο Νέος Αγών» 7 Φεβρουαρίου 1926, σημειώνει μεταξύ άλλων: «Είναι καιρός πλέον ν’ αλλάξω θέμα. Γιατί όσο και να κρύβη την περήφανη αγανάκτησί του ο Ποιητής, πάντα πληγώνεται με την ιδέα ότι Γάλλοι συγγραφείς βρίζουν την Ελλάδα. Ο Παλαμάς που αγάπησε τόσο βαθειά τη Γαλλία! Που συντόνισε τη λύρα Του με τον Ελληνικό Ύμνο του Μιστράλ, με του Λεκόντ Δελίλ την Υπατία, πού ύψωσε μέσα στους «Βωμούς»  Του ένα βωμό ποιητικό στη Γαλλική Ψυχή, στα Γαλλικά Γράμματα, στην αιώνια Γαλλία: Τα κοσμοπατημένα χώματά σου/δεν πάτησα, δε μ’ έλουσες, Σηκουάνα,/ του τραγουδιού μου φέγγος το όραμά σου,/ εσύ άλλη μάνα …..». Τέλος στον ΙΕ τόμο, έχουμε μνεία στην σελίδα 58, 62,63, γράφει: «… και χαιρετά εν τη «Υπατία» την ηθικήν ομόφυλόν της Αντιγόνης. Ο ποιητής δεν αρκείται μόνον ανακαλών από του χάους των αιώνων εις τον ήλιον την κλεινήν φιλόσοφον της Αλεξανδρείας, χαρίζων εις ταύτην πνοήν και νεότητα, αλλά χωρεί ανυμνών εν ιδίαις στροφαίς μεσταίς εμπαθούς λυρισμού και κάλλους ΄ νομίζει τις ότι προ εκείνης απεκδύεται το προσωπείον της γαλήνης. Η Υπατία είναι η Βεατρίκη, είναι η Ελβίρα αυτού, και έτι πλέον, είναι το σύμβολον αυτής της Μούσης του ποιητού, ήτις εν τω παρόντι αιώνι της ασεβείας και του θετικισμού αφιεροί την μαγείαν των επών αυτής υπέρ του αποιχομένου ιδεώδους και των λησμονουμένων θεών…….  Προς τούτοις δύναται ο έλλην αναγνώστης να ανεύρη περιέργους αναλογίας μεταξύ Λεκόντ Δελίλ και του εξ Ιμέρας μελοποιού Στησίχορου, ούτινος, ει και ελάχιστα λείψανα περισώζονται, τελείαν αναπλάττει την ποιητικήν φυσιογνωμίαν ο Μύλλερ εν τη «Ιστορία της ελληνικής φιλολογίας». Έχουμε ακόμα τις σελίδες 276-298, και 334 όσον αφορά την «Υπατία» του Ντε Λίλ.
     Από τα σχετικά παραπάνω, βλέπουμε ότι το μεταφραστικό ενδιαφέρον του Κωστή Παλαμά για την ποίηση του Λεκόντ ντε Λίλ και ειδικότερα για το ποίημά του «ΥΠΑΤΙΑ», δεν πέρασε απαρατήρητο από το αναγνωστικό κοινό και το καλλιεργημένο της εποχής του.
ΥΠΑΤΙΑ, μια Αλεξανδρινή φιλόσοφος και μαθηματικός, που όσο ζούσε, είχε επιλέξει για πατρίδα της τα ιδανικά της. Έζησε και δίδαξε μέσα σε έναν Κόσμο που είχε αρχίσει να επικρατεί η κυριαρχία της «πλειονότητας του λάθους». Και αυτό, τις κόστισε την ζωή. Επέφερε την φρικτή δολοφονία της. Στους μεταγενέστερους αιώνες, ο μύθος της, επανεμφανίστηκε σαν ένα «λυτρωτικό» φάντασμα στον χώρο της Λογοτεχνίας που αναζητούσαν τις αισθητικές ρίζες τους και την πολιτιστική τους ταυτότητα στην αρχαιότητα. Στα ρεύματα του Νεοπλατωνισμού που πότιζαν τα χώματα του Διαφωτισμού και της Αναγέννησης, πέρα από θρησκευτικούς περιορισμούς και απαγορεύσεις. Κανόνες και εκδηλώσεις κοινωνικής συμπεριφοράς. Ο φρικτός της θάνατος και τα βασανιστήριά της γύρισε θα γράφαμε με σημερινή ορολογία, μπούμερανγκ σε βάρος των τότε διωκτών της και των επιγόνων τους. Ο μύθος της επεκράτησε ίσως και παρά την δική της επιθυμία.
ΥΠΑΤΙΑ
Μοναχικό σαξόφωνο
μέσα στην αφόρητη ερημιά του Κόσμου
Αστραπή ομορφιάς
των Εθνικών στην πρωτόπλαστη αμαρτία των Ουρανών
Σκοτεινή προσευχή
στα χείλη άγουρων εραστών της Επιστήμης
Υπατία,
ιλαρή Κόρη των νεφών και των ονείρων
Υπατία,
στερνή κραυγή απόγνωσης
μέσα στην άσωτη παρθενία
αστοργία των σύγχρονων καιρών του Κόσμου.
Υπατία,
κρυφή λάμψη του Λόγου
πάνω στο λόφο του γολγοθά
που πεταρίζουν πληγωμένα χελιδόνια.
Τόξο που δεν άφησαν να τεντωθούν οι πληγές-χορδές σου.  
 Υπατία,
κόκκινο μεθυστικό κρασί
μιας νιότης που χάνεται στον μέλλοντα χρόνο.        

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς, 20 Ιανουαρίου 2020.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου