Τετάρτη 1 Ιανουαρίου 2020

Αγάπης Λόγια του Αργύρη Εφταλιώτη


               ΑΡΓΥΡΗΣ ΕΦΤΑΛΙΩΤΗΣ
  
Μνήμη Βάσως Μπαλούρδου και, 
Βασίλη Σταυρόπουλου

«Αφιερώνεται στη μνήμη της πρόωρα χαμένης Ειρήνης Hillerns-Μιχαηλίδη, της κόρης του Εφταλιώτη, που κρατούσε πάντα ιερή τη μνήμη του πατέρα της»
«Το είπαν συχνά πώς η ιστορία είναι η μνήμη του Έθνους, κι όπως αξιολύπητος είναι ο άνθρωπος που έχασε τη μνήμη του, έτσι και αρωστεμένο είναι ένα έθνος όταν δεν θυμάται την ίδια του την ιστορία, όταν τα περασμένα του δεν τα φέρνει ολοένα μπροστά του παράδειγμα και δίδαγμα για τα τωρινά. Και δίπλα στην καθαυτό ιστορία έχουμε και την ιστορία την πνευματική και την ιστορία τη λογοτεχνική. Ο σύγχρονος ποιητής κι’ ο λογοτέχνης θα πρέπει να αφομοιώση όλη την προγενέστερη ιστορία, τους δασκάλους και τους προδρόμους , για να προχωρήση στη δική του δημιουργία την προσωπική. Κι’ εδώ φοβούμαι πώς σ’ εμάς κάτι συμβαίνει στραβό. Είναι ελάττωμα της φυλής; Είναι σημάδι των καιρών;-Εύκολα ξεχνούμε. Διαβάζουμε βέβαια (αν τους διαβάζουμε κι’ αυτούς) τους κορυφαίους, το Σολωμό, ή τον Παλαμά ή όποιον άλλον-όμως τους άλλους τους αφήνουμε να πέσουνε στην λησμονιά μόλις περάση λίγος καιρός από το θάνατό τους. Και δε μιλώ για τά έργα τα παλιά, που όμως είναι κι αυτά το ίδιο δικά μας και πού κατάντησε να πρέπη να είσαι ειδικός για να τα χαρής-άς πούμε τον «Λίβιστρο», ή τον «Απόκοπο» ή και την «Ερωφίλη», ακόμη και τον «Ερωτόκριτο», παρά μιλώ για λογοτέχνες χτεσινούς ακόμα, και λογοτέχνες γνήσιους και παράξιους. Πόσοι είναι που διαβάζουν σήμερα τον Καρκαβίτσα ή τον Παπαδιαμάντη ή τον Μαβίλη ή τον Τυπάλδο, για να μην πάμε στους παλιότερους; Αλλά κι’ όποιος ακόμα θάθελε να τους διαβάση, θ’ απόμνησκε, κι’ αυτός με την επιθυμία του ή θάπρεπε νάχη το κουράγιο ν’ ανατρέξη στις δημόσιες βιβλιοθήκες ή να ψάχνη στα παλαιοπωλεία. Γιατί ενώ δεν είναι λίγα τα έργα πού τυπώνονται κάθε χρόνο, κανείς δεν σκέφτεται ν’ ανατυπώση παλιότερα, «κλασσικά» θάλεγα κείμενα. Τα ξένα έθνη ανανεώνουν τη μνήμη τους για τις παλιότερες μορφές της λογοτεχνίας τους με ανατυπώσεις ή σειρές ειδικές. Εμείς, ένα κεφάλαιο τόσο πολύτιμο όπως είναι η παλιότερή μας η λογοτεχνία, τόχουμε παρατήσει ξεχασμένο, σαν τους ανάξιους κληρονόμους πού αφήνουν να ρημάζη το παλιό τους τ’ αρχοντικό. Είπαμε: ελάττωμα φυλετικό ή σημάδι των καιρών; Το αποτέλεσμα είναι πώς ένα έθνος με μια παράδοση από τις πιο θαυμαστές και μακροχρόνιες καλλιεργεί με σύστημα τη λησμονιά του ίδιου του εαυτού.
     Ένας από τους λησμονημένους κι ο Εφταλιώτης. Γίνονται φέτος εκατό χρόνια από τη γέννησή του, κλείσανε πέρσι είκοσι πέντε από το θάνατό του-κι’ ο Εφταλιώτης είναι ξένος πιά ανάμεσά μας. Ποιος τον θυμάται ή ποιος διαβάζει το έργο του, το ποιητικό και το πεζό; Σε πολλούς ίσως να μη λέει τίποτα και τ’ όνομά του. Κι’ όμως ο Εφταλιώτης ήταν κάποτε μορφή πολύ γνωστή και τιμημένη στα γράμματά μας: από τους πρώτους κορυφαίους του δημοτικισμού, τρίτος μέσα στην επαναστατική τριανδρία μαζί με τον Ψυχάρη και τον Αλέξανδρο Πάλλη. Κι’ η λησμονιά που τον περιβάλλει είναι ολότελα άδικη, γιατί-όπως θα προσπαθήσω να δείξω την ώρα τούτη-είναι ο Εφταλιώτης μια από τις πιο συμπαθητικές μορφές της νεοελληνικής λογοτεχνίας και μια από τις πιο προικισμένες  αφηγηματικές ιδιοφυϊες που έχει αυτή να επιδείξη. Δίπλα στον Ψυχάρη την ηγετική προσωπικότητα και δίπλα στου Πάλλη την αδρή φυσιογνωμία, έρχεται η φωνή του Εφταλιώτη τρυφερώτερη, λυρικότερη, λογοτεχνικότερη. Με τα τραγούδια του δίνει έναν τόνο λαϊκότερον και μουσικότερον στη νέα τότε ποίηση, με το καλύτερό του έργο, τις «Νησιώτικες Ιστορίες», στέκει ισάξια δίπλα στους καλύτερους εκπροσώπους της διηγηματικής ηθογραφίας, τον Παπαδιαμάντη και τον Καρκαβίτσα.
     Έτσι η ώρα τούτη που αφιερώνουμε στη μνήμη του με την ευκαιρία των εκατό χρόνων από τη γέννησή του δεν είναι μόνο μια πράξη ευλαβική που χρωστούμε σ’ έναν πνευματικό εργάτη, παρά θα ήθελε να είναι κάτι περισσότερο: να στεκόταν η αφορμή να γνωριστή περισσότερο το έργο του Εφταλιώτη, να γίνει περισσότερο αισθητή η παρουσία του-να σπάση η σιωπή αυτή η τόσο άδικη που περιβάλλει τον άνθρωπο και το έργο…..»
      Λίνος Πολίτης, περιοδικό Νέα Εστία έτος ΚΓ΄ τόμος 46ος τεύχος 537/1-11-1949.τεύχος αφιερωμένο στον ΑΡΓΥΡΗ ΕΦΤΑΛΙΩΤΗ.
     Έτσι εισαγάγει τους αναγνώστες του περιοδικού Νέα Εστία ο παλαιός καθηγητής Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης κυρός Λίνος Πολίτης, στο αφιέρωμα του περιοδικού στην μνήμη για τα εκατό χρόνια από τη γέννηση του Αργύρη Εφταλιώτη, σελίδες 1444-1454. Η δέκα σελίδων εμπεριστατωμένη αναλυτική μελέτη του Λίνου Πολίτη είναι όπως γράφεται στην πρώτη σημείωση: «Διάλεξη που δόθηκε στο Μορφωτικό Σύλλογο ‘Αθήναιον’ στις 8 Ιανουαρίου, και στη Θεσσαλονίκη στον Σύνδεσμο Αποφοίτων Βαλαγιάννη στις 21 Φεβρουαρίου». Η διεξοδική και συστηματική παρακολούθηση των εκδιδόμενων έργων και των διαφόρων σκόρπιων άτακτων δημοσιευμάτων σε διάφορα περιοδικά της εποχής, όπως η Νέα Εστία, ο Νουμάς, τα Παναθήναια κ. ά. του ποιητή και πεζογράφου Αργύρη Εφταλιώτη από τον Λίνο Πολίτη, είναι η πρώτη ουσιαστική γέφυρα που μας συνδέει με το έργο και την παρουσία του εκατόν εβδομήντα χρόνια από την γέννησή του και ενενήντα έξι από την κοίμησή του. Προσπερνώντας φυσικά, τις αυτοβιογραφικές μελέτες και δημοσιεύσεις του ίδιου του πεζογράφου και μελών της οικογένειάς του, που φρόντισαν με θρησκευτική ευλάβεια τα ανέκδοτα και εκδοθέντα έργα του μετά τον θάνατό του.
Στις εορταστικές αυτές ημέρες, του 2019, που οι άνθρωποι-οι νεοέλληνες εορτάζουν όχι ακολουθώντας το εκκλησιαστικό της εθνικής παράδοσης τυπικό, και μυσταγωγικό των χαροποιών ύμνων και δοξαστικών κλίμα, αλλά εκείνο της Βαρβάκειου αγοράς και υπερκατανάλωσης, των υπερπόντιων ταξιδιών αναψυχής και ραστώνης «τζόγου», θεωρώ, ότι είναι ακόμα και σήμερα, εβδομήντα χρόνια μετά την γραφή και δημοσίευσή του, τραγικά επίκαιρος για εμάς τους ελάχιστους αναγνώστες, ο εισαγωγικός λόγος του Λίνου Πολίτη. Παρά του ότι, στα κατοπινά χρόνια του αφιερώματος του οσάνω περιοδικού, (και του περιοδικού της «Ελληνικής Δημιουργίας το 1952») ο χαλκέντερος και ακούραστος εκδότης συμπατριώτης του ποιητή, Γιώργος Βαλέτας θα τον αναστυλώσει σε δύο τόμους Αθήνα 1952 από τις εκδόσεις του «Πηγή». Ενώ παράλληλα, θα συντάξει την «Βιβλιογραφία» του Μυτιληνιού διηγηματογράφου, Αθήνα 1943 από το τυπογραφείο του Μελαχρινού. Ενώ, θα κάνει την κριτική επιμέλεια και θα Προλογίσει τα Σονέτα του, στην έκδοση «Αγάπης Λόγια», Μυτιλήνη 1938, εκδόσεις Π. Τσιλιβή, στην σειρά αρ.3 της Λεσβιακής Βιβλιοθήκης.
Οι μεταπολιτευτικές νεότερες εκδόσεις «Σοκόλη» θα μας προσφέρουν τις πολύτομες σειρές της Παλαιότερης, της Μεσοπολεμικής και Μεταπολεμικής Ελληνικής Πεζογραφίας και Ποίησης. Οι εκδόσεις «Νεφέλη» θα μας δώσουν την εξαιρετική τους σειρά με τα Πεζά κείμενα παλαιότερων του προηγούμενου αιώνα πεζογράφων. το ίδιο θα πράξουν και οι εκδόσεις του Ιδρύματος Κώστας και Ελένης Ουράνη. Ενώ οι Εκδόσεις του Βιβλιοπωλείου «Εστία» θα επανακυκλοφορήσουν τις «Νησιώτικες Ιστορίες» και άλλα του έργα. Διάφοροι ακόμα σύγχρονοι εκδοτικοί οίκοι θα τυπώσουν πεζά του. Όπως και νάχει, το έργο του Αργύρη Εφταλιώτη,-εκδόθηκε και η «Αλληλογραφία» του από το ΕΛΙΑ- παραμένει μάλλον σήμερα στα μη πρώτου ενδιαφέροντος αναγνώσματα των νεοελλήνων αναγνωστών και συγγραφέων, και των της τηλεόρασης σκηνοθετών. Που επιβεβαιώνει την άποψή μου μάλλον ότι ο εισαγωγικός λόγος του Λίνου Πολίτη είναι παρών και επίκαιρος, και μας υπενθυμίζει τι οφείλουμε στους προηγούμενους δασκάλους της λογοτεχνίας και πως κρατείται άσβεστο το φως της εθνικής μας παράδοσης και των θησαυρισμάτων της ελληνικής φυλής και συνείδησης.
     Τα εξαίρετα από αισθητικής άποψης αυτά ποιήματα, σύλληψης ηχητικής και χάρης, λεκτικής ομοιοκαταληξίας, και γλωσσικών τσακισμάτων, οργανικής ενότητας, συγκινητικής και τρυφερής ατμόσφαιρας, αρμονικής ρυθμολογίας, παροξύτονων ηχητικών ακουσμάτων, του Αργύρη Εφταλιώτη, αποτελούν τα 32 συνολικά Σονέτα της συλλογής «Αγάπης Λόγια». Τα παραδοσιακά στη φόρμα τους αυτά Σονέτα,- δύο τετράστιχες στροφές και δύο τρίστιχες, σύνολο στίχων 448, είναι γραμμένα όχι στον παραδοσιακό της δημοτικής παράδοσης δεκαπεντασύλλαβο, που υιοθετήθηκε από τους ποιητές της εποχής, βλέπε Κωστής Παλαμάς, Νίκος Καμπάς, Γεώργιος Δροσίνης κ. ά., τους πρωτοπόρους της τότε νέας ποιητικής γενιάς που θέλησαν να ανατρέψουν την καθαρευουσιάνικη μεγαλοστομία, την πομπώδη ρητορική των εθνεγερτών ποιητών, το τριφηλό και μουντό κλίμα των ρομαντικών, αλλά σε ιαμβικό δεκατρισύλλαβο. Όπως είναι και οι «Παλιοί Σκοποί» στίχοι του. Η μοναξιά του Έλληνα ξενιτεμένου για βιοποριστικούς λόγους νησιώτη, ο πόνος της νοσταλγία του γενέθλιου τόπου και των πρώτων σημαδιακών χρόνων αναμνήσεων, ο αναγκαστικός χωρισμός από την γυναίκα και μητέρα των παιδιών του για την διαχείριση των επαγγελματικών του υποχρεώσεων, ο άχθος της ζωής, (παντρεύτηκε από σφοδρό έρωτα μια Αμερικανίδα που του στάθηκε πιστή σύντροφος μέχρι το τέλος), το δυνατό ερωτικό νεανικό του πάθος για την εν ζωή σύντροφό του, η του ερωτικού πάθους ηρεμία μετά των πρώτων χρόνων φουρτούνα, το καταλάγιασμα των συναισθημάτων, η ωρίμανση της αγάπης μέσα από την τριβή του χρόνου και της σχέσης, η συζυγική ανταπόδοση της φροντίδας εκ μέρους της γυναίκας του και της βαθειάς της αγάπης προς εκείνον, είναι το πλαίσιο των αισθημάτων και εσωτερικών καταστάσεων που διαπνέουν και διαμορφώνουν το κλίμα των Σονέτων αυτών. Όπως και άλλων σκόρπιων του καταθέσεων, που περιφερειακά, «δορυφορικά» μπορούν κατά κάποιον τρόπο να ενταχθούν σε δύο κεντρικούς κύκλους. Αυτόν των ιστορικών ποιητικών καταθέσεων που αφορά την αγάπη του για την πατρίδα και τη νοσταλγία του για αυτήν, τον ελληνικό λαό και το ελληνικό έθνος, και τον ερωτικό κύκλο, τον κύκλο της αγάπης που ξεδιπλώνει τον εσωτερικό του κόσμο και αφήνει να ξεχειλίσει η τρυφερότητά του, η διαχείριση των αισθημάτων του, φρεσκάδα της αγάπης, η μουσικότητα των παλμών της συγκίνησής του. Ο Αργύρης Εφταλιώτης, επιλέγει μια αλλαγή για την ακρίβεια, επέκταση- συμπλήρωση της στιχουργικής παραδοσιακής συλλαβικής ρυθμολογίας, την χρήση δηλαδή του δεκατρισύλλαβου, που την βλέπουμε για πρώτη φορά να υιοθετείται από τον επτανήσιο ποιητή και φροντιστή των έργων του Διονυσίου Σολωμού, τον Ιάκωβο Πολυλά στην μετάφρασή του, του θεατρικού έργου του ελισαβετιανού δραματουργού Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, τον Άμλετ. Ο Πολυλάς πρέπει να άνοιξε τον νέο δρόμο που ακολούθησαν οι κατοπινοί ποιητές γενιές των δημοτικιστών δημιουργών. Βλέπε παραδείγματος χάριν την χρήση του από τον δάσκαλο ποιητή Κωστή Παλαμά, στην γνωστή μας «Φοινικιά» της ευρύτερης σύνθεσής του «Ασάλευτη ζωή», ή στις «Πατρίδες. Μικρή παρένθεση, για την στιχουργική επιλογή του Κωστή Παλαμά  και τις ποιητικές συγγένειες με τα σονέτα και ποιήματα του Εφταλιώτη, μας κάνει λόγο ο γιός του ποιητή Λέανδρος Παλαμάς, στο αναλυτικό του σημείωμα για την «Φοινικιά», βλέπε έκδοση του τυπογραφείου της «Εστίας» Αθήνα 1931 και συμπληρωματικά, Κωστής Παλαμάς, «Φοινικιά» με τον ευαίσθητο και αγάπης Πρόλογο του ποιητή Ηλία Λάγιου, εκδόσεις «Ιδεόγραμμα» 1997. Μια δεύτερη αυτοτελή ειδική έκδοση του έργου, προσφέρθηκε-σαν ένθετο-από το γνωστό πολιτικό περιοδικό «Αντί» το Καλοκαίρι του 2003. Τους καινούργιους αυτούς στιχουργικούς ορίζοντες της γενιάς του 1880 είναι που ακολούθησε ο δημοτικιστής ποιητής και στην συλλογή του «Αγάπης Λόγια.
     ΄Ενθερμος δημοτικιστής ο Αργύρης Εφταλιώτης, προσωπικός φίλος και επαγγελματικός συνεργάτης του πειραιώτη δημοτικιστή ποιητή και μεταφραστή του Ομηρικού Έπους «Ιλιάδα», Αλέξανδρου Πάλλη, (διέμενε στην οικία του στο εξωτερικό και επικοινωνούσαν καθημερινά), τα Σονέτα και ο άτακτα δημοσιευμένος ποιητικός του λόγος μας παράσχουν μια επαρκή εικόνα του ποιητικού του προσώπου, παράλληλα και ισάξια με εκείνη του πεζογράφου. Ο Μυτιληνιός συγγραφέας και μεταφραστής, μας είναι περισσότερο γνωστός από τα πεζά του και την μετάφρασή της Ομηρικής «Οδύσσειας», (πού δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει) και που αν δεν με απατά η μνήμη μου, διδάσκονταν τις προηγούμενες δεκαετίες στις γυμνασιακές τάξεις της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, όπως και η «Ιλιάδα» του συναγωνιστή του Πάλλη . Πρίν υιοθετηθεί η μετάφραση των Νίκου Καζαντζάκη-Ιωάννη Κακριδή ή αν δεν λαθεύω, η αρκετά μεταγενέστερη μετάφραση του Δημήτρη Μαρωνίτη.
Η συγκέντρωση και συναγωγή των «Απάντων» του συγγραφέα έγινε με περισσή φροντίδα από τον επίσης λόγιο και γραμματολόγο συμπατριώτη του, εκδότη Γιώργο Βαλέτα. Ενός να το επαναλάβουμε, ακάματου εργάτη των ελληνικών γραμμάτων του προηγούμενου αιώνα, που επιμελήθηκε και αναστύλωσε ουκ ολίγους έλληνες παλαιότερους γνωστούς μας συγγραφείς. Μεταξύ άλλων και τον κυρ Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, όπως και τον φαληριώτη-πειραιώτη Παύλο Νιρβάνα. Όποιος έτυχε να επισκεφτεί το Γραφείο που στεγάζονταν- κοντά στην Ομόνοια- ή να συνεργαστεί με το λογοτεχνικό περιοδικό «Αιολικά Γράμματα» που ίδρυσε ο γιός του, επίσης δραστήριος διηγηματογράφος και εκδότης Κώστας Βαλέτας, θα θυμούνται τους δεκάδες τόμους των «Απάντων» παλαιότερων ελλήνων πεζογράφων και ποιητών που πωλούσε ο εκδότης των «Αιολικών Γραμμάτων» και βρίσκονταν στο τριών δωματίων Γραφείο του. Εκδόσεις του Γιώργου Βαλέτα και πωλούσε ο γιός του πολύτιμες για την ελληνική γραμματεία και το ελληνικό αναγνωστικό κοινό. Το περιοδικό «Αιολικά Γράμματα» κυκλοφόρησε τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης. Ένα πλούσιο σε ύλη λογοτεχνικό περιοδικό με χρήσιμα αφιερώματα, κείμενα και συνεργάτες. Με ιδιαίτερη προτίμηση ύλης και περιεχομένων στην πατρώα γη του εκδότη συγγραφέα.
     Το έργο του Αργύρη Εφταλιώτη εκδόθηκε όπως μας λέει στον Πρόλογό του ο Γιώργος Βαλέτας σε δύο τόμους, στην σειρά «Νεοελληνική Βιβλιοθήκη». «Ο πρώτος, που προσφέρεται σήμερα, δίνει το αφηγηματικό λογοτεχνικό έργο του Εφταλιώτη, υα ποιήματά του και το Βουρκόλακα, με όλα τα σκόρπια κι άβγαλτα τραγούδια και πεζογραφήματά του, που βρέθηκαν στο αρχείο του , καθώς μας τόστειλαν απ’ τη Γαλλία ο γαμπρός του κ. Χίλερνς, σύζυγος της κόρης του Ειρήνης, που πέθανε η αξιομακάριστη τόσο πρόωρα, ύστερα απ’ τη μάννα της τη Λίλα, πού με βοήθησε αφάνταστα στο έργο μου και κρατώ τα πολύτιμα σε πληροφορίες γράμματά της. Ο φίλος μου λογοτέχνης κ. Μ. Βάλσας απ’ το Παρίσι χρόνια τώρα στάθηκε ο πρόθυμος συνεργάτης μου στην έκδοση του Εφταλιώτη, μαζεύοντας και τακτοποιώντας τα χαρτιά του και επικοινωνώντας με τους δικούς του». «Ο δεύτερος τόμος θα περιλάβει τα Ιστορικά του (Ιστορία της Ρωμιοσύνης-Ιστορικά ξεγυμνώματα-Οι μεγάλοι μας Βυζαντινοί), τα κριτικά του (σκόρπια άρθρα, βιβλιοκρισίες, κουβέντες κλπ. σε περιοδικά κι εφημερίδες), τα λογοτεχνικά του γράμματα (Γράμματα Ερημίτη- Γράμματα Ταξιδιώτη-Γράμματα Νησιώτη-Γράμματα Ξενιτεμένου) και τα γράμματά του σε διάφορους φίλους του λογοτέχνες που γίνεται προσπάθεια να μαζωχτούν όλα.».
     Ο πρώτος τόμος των «Απάντων» του Αργύρη Εφταλιώτη-που έχω υπόψιν μου-τον έβρισκε ο φιλέρευνος βιβλιόφιλος στην αγορά και σε παλαιοπωλεία τις προηγούμενες δεκαετίες. Ο δεύτερος, από συζητήσεις, είχα πληροφορηθεί ότι είχε εξαντληθεί, μάλλον εξ αιτίας των ιστορικών του κειμένων, «Ιστορία της Ρωμιοσύνης» κυρίως, «Ιστορικά ξεγυμνώματα» και «Οι μεγάλοι μας Βυζαντινοί», παρά του ότι οι κριτικοί της εποχής δεν είχαν μιλήσει και τόσο θετικά για αυτές τους τις κάπως πρωτόλειες εργασίες του, όπως και να έχει, γνωρίζω και έχω διαβάσει ένα μέρος μόνο του έργου του. Σίγουρα το ποιητικό και εκείνο των πεζών του που, έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, τόσο για την θεματολογία τους, όσο και για το χτίσιμο ηρωικών και αυθεντικών λαϊκών χαρακτήρων ελλήνων της εποχής του, των ανδραγαθημάτων τους και των ιδιαίτερων γλωσσικών κωδίκων τους, του προφορικού λόγου. Ο τόμος αυτός περιλαμβάνει ποιήματα και τραγούδια, σκόρπια και ανέκδοτα του Εφταλιώτη της πρώτης του περιόδου, ή ποιήματα που δεν συμπεριέλαβε κατόπιν στην αυτόνομη έκδοσή τους.
Αυτά είναι τα: «Πρώτα Ποιήματα, (1866-1887)»,  σε αυτά  ξεχωρίζουν η «Χώρα των ψυχών», διαβάζεται ευχάριστα το «Ελεγείον εις Γαλλίαν», το «Στην Πατρίδα μου» και το μακροσκελές «Πλούτος και αγάπη». Ακολουθούν δύο σελίδες με τα «Παιδικά» του, όπως «Παραμονή πρωτοχρονιάς», «Λιοντάρι και ποντίκι» κ. ά. Παιδικά ποιήματα όχι και τόσο ισότιμα σε ποιότητα όπως είναι εκείνα του Γεωργίου Βιζυηνού, του Ιωάννη Πολέμη κλπ. Έχουμε κατόπιν τα «Τραγούδια ξενιτεμένου», εξαιρετικά ποιήματα με πηγαίο συναίσθημα, θερμούς τόνους συγκίνησης, με σχετική ευρυχωρία στην σύλληψή τους, ξεχωρίζουμε το «Μάννα και Γιός», που είναι μια παραλλαγή του γνωστού διαδεδομένου δημοτικού άσματος, ο Κωνσταντής, ένα συγκινητικό λαϊκό τραγούδι, εν ήδη μοιρολογιού. Το δημοτικότροπο «Ο Τραγουδιστής», η «Ελπίδα» και άλλα με περιεχόμενο «ερωτικό» της άδολης αγάπης του άπραγου νέου προς την παρθένο κόρη. Ερωτική ελαφράδα και χάρη. Ακολουθούν τα «Τραγούδια Λαϊσια», έχουμε το «Τραγούδι της βάρκας», το «Τραγούδι του χερόμυλου», το «Τραγούδι του τρυγητού», το «Νανούρισμα», η «Παπαδιά» κλπ., συνθέσεις πηγαίου λυρισμού και ευχάριστων τόνων με εκπληκτική αφηγηματική δεινότητα εικόνες μιας άλλης επαρχιακής εποχής που ακόμα συγκινούν. Ακολουθούν τα «Σκόρπια μεταφράσματα» με μεταφράσεις ποιημάτων από τις «Στροφές» του Ζαν Μωρεάς, το ποίημα «Ελλάδα και Κρήτη» του Σβίμπουρν, το ποίημα «Ο Θεριστής και τα λουλούδια» του Λονγκεφέλοου, που το αφιερώνει στον ποιητή Γεώργιο Δροσίνη, και το ποίημα του άγγλου Ποιητή των Λιμνών, Γουώντγουωρθ, «Επιγραφή τάφου». Στρωτή γλώσσα και νοηματική σαφήνεια διακρίνει τις μεταφραστικές αυτές ποιητικές μονάδες του Εφταλιώτη, που φανερώνουν και τις δικές του εκλεκτικές συγγένειες με φωνές καταξιωμένες της ευρώπης. Έχουμε κατόπιν τα «Διάφορα», ατακτοποίητα ποιήματά του που αποτελούν μια άλλη σύντομη ενότητα. «Τα σκόρπια και άβγαλτα», ποιήματα πατριωτικού περιεχομένου, της ιστορικής παράδοσης, αφιερωμένα στην «Ελλάδα», την «Ωδή στον Αβέρωφ» στο θωρηκτό πολεμικό πλοίο, την «Ωδή στον Σπύρο Λούη», τον νερουλά μαραθωνοδρόμο των πρώτων ολυμπιακών αγώνων, το ποίημα στον «Ρωμιό», την «Ωδή στο Σολωμό», ωραίο ποίημα, στον «Βράχο της Εφταλούς» της ιδιαίτερης πατρίδας τους κλπ. έχουμε μετά, τα «Τετράστιχα» ελαφριάς ατμόσφαιρας γυμνάσματα, τα «Σατιρικά Επιγράμματα», που ξεχωρίζει το επίγραμμα στην «Ελληνική Βουλή»: «Πάρε βρισίδια μίαν οκά, και τύπους δράμια τρία,/κι έχεις Ελληνική Βουλή γνησία.»  ή αυτό για το περιοδικό «Ρωμιός» του ποιητή Γεωργίου Σουρή, «Στα δεκάχρονα του «Ρωμιού»»: «Καλλίτερα κι από κρασιού αμέτρητα βαρέλια/ Ρωμιέ, τον κόσμο μέθυσες με δέκα χρόνων γέλια.». Ακολουθούν τα ποιήματα της ενότητας: «Παλιοί Σκοποί (1889-1909)» που περιλαμβάνει παλαιά του Σονέτα, το τραγούδι «χορός ξενιτεμένων», το «Τραγούδι της ταβέρνας», τα «Σμυρνέϊκα Τραγούδια», το μακροσκελές ποίημα του «Ο Καθρέφτης του Πύργου μου» που αποτελείται από έξι μέρη, πολύ ωραία ποιήματα, γράψιμο απλό, γλώσσα καθημερινή ζωντανή χωρίς εκφραστικούς εντυπωσιασμούς ή γλωσσικές κόγχες. Τα ποιήματα «Ο Κόσμος», «Η Τρελή», το «Στην Κρήτη» κ. ά. της ίδιας ιδιαίτερης ποιότητας και αφηγηματικής περιπέτειας Από τα ποιήματα και τα τραγούδια αυτά, και την σειρά των «Σονέτων» του, μπορούμε και σήμερα ακόμα να μιλήσουμε για την ποιητική αξία του Εφταλιώτη και την γλωσσική του καθημερινή καθαρότητα, γλυκύτητα και ευγένεια ύφους. Έχουμε μετά, τα «Αγάπης Λόγια» σελ. 81-96, τριάντα δύο άτιτλα Σονέτα που αριθμούνται με λατινικούς αριθμούς, που μίλησα παραπάνω και αντιγράφω παρακάτω. Ακολουθεί η τετρασέλιδη σύνθεσή του «Το τραγούδι της ζωής» που είναι αφιερωμένο στον ποιητή Κωστή Παλαμά. Να υπενθυμίζουμε ότι και ο Κωστής Παλαμάς αφιερώνει Ποίημά του γραμμένο στα 1912-από πολύ νωρίς «Στον Αργύρη Εφταλιώτη»: «Στάργαστήρι μας βρίσκεται ο παλιός/ ο χρυσελεφάντινος αργαλιός’/νυχτόημα κ’ εμείς ανυφαντάδες,/για τους γαμπρούς και για τους αφεντάδες»… Το ποίημα ανοίγει την αυλαία του αφιερώματος της «Νέας Εστίας» Και το πρώτο αυτός μέρος πριν ακολουθήσουν τα γνωστά και αγαπητά «πεζογραφήματά του» κλείνει πάλι με τα «Μεταφράσματά» του. Ο Αργύρης Εφταλιώτης μεταφράζει: «Τα νησιά της Ελλάδας» του άγγλου ρομαντικού ποιητή Λόρδου Βύρωνα, δύο ποιητικές συνθέσεις του επίσης άγγλου ρομαντικού Μ. Σέλλεϋ, το «Στον Κορυδαλλό» και «Το Σύννεφο». Δύο του ποιητή Λεκόντ Λελίλ, «Η Αθυμία του διαβόλου» και «Το Μάνσυ». Τέλος, μεταφράζει ένα Σονέτο του Σαίκσπήρου, δύο ανώνυμα μικρά ποιήματα από τα αγγλικά και γαλλικά και, δύο στίχους της αρχαίας ελληνίδας ποιήτριας, της «Σαπφούς»: «Δέδυκε μέν ά σελάνα…» και «Φαίνεταί μοι κείνος…». Τα Σαιξπηρικά σονέτα όπως φαίνεται, στάθηκαν μια συνομιλία του ποιητή Εφταλιώτη για να συνθέσει τα δικά του. Ο πρώτος τόμος ολοκληρώνεται με τις «Νησιώτικες Ιστορίες», του πεζού του «Η Μαζώχτρα κι άλλες ιστορίες» που είναι αφιερωμένη στον Αλέξανδρο Πάλη, φίλο και συμπολεμιστή του στον αγώνα τους για την επικράτηση και διάδοση της δημοτικής γλώσσας. Επίσης έχουμε τις «Φυλλάδες», το μυθιστόρημά του «Ο Μανόλης ο Ντελμπεντέρης», τα Πεζοτράγουδά του, και το θεατρικό του δράμα σε τρείς πράξεις «Ο Βουρκόλακας», που είναι μια άλλη εκδοχή του γνωστού τραγουδιού «Του νεκρού Αδερφού».
      Ο Αργύρης Εφταλιώτης, φιλολογικό ψευδώνυμο του Κλεάνθη Μιχαηλίδη, γεννήθηκε στην Μήθυμνα της Λέσβου 1/7/1849- και άφησε την τελευταία του πνοή στην πόλη Αντίμπ της Γαλλίας στις 25/7/1923 κατ’ άλλους στις 3/8/1923, ένα χρόνο μετά την Μικρασιατική Καταστροφή. Ο Αργύρης Εφταλιώτης υπήρξε ένα φωτισμένο και προικισμένο άτομο, με ξεκάθαρη προοδευτική ιδεολογική και γλωσσική ταυτότητα και στέρεα όπως φαίνεται παιδεία. Ο πατέρας του διατηρούσε μέχρι το τέλος της ζωής του ιδιωτικό εκπαιδευτήριο που δίδασκε τους φτωχούς νησιώτες συμπολίτες του όπου μαθήτευσε και ο ίδιος, και που συνέχισε την διδασκαλία του ο γιός του, στα κατοπινά χρόνια μετά τον θάνατό του. Ο ποιητής υπήρξε σχεδόν αυτοδίδαχτος. Ανήκει στην φημισμένη τριάδα του Δημοτικιστικού Κινήματος. Γιάννης Ψυχάρης, Αλέξανδρος Πάλλης, Αργύρης Εφταλιώτης, τρείς προοδευτικοί και «φανατικοί» υποστηρικτές, διανοούμενοι και συγγραφείς, της επικράτησης της Δημοτικής Γλώσσας στην εποχή τους. Υπήρξαν πολέμιοι της καθαρεύουσας και του κούφιου λογιοτατισμού και αγωνίστηκαν με πάθος για την αποδοχή και υιοθέτηση της Δημοτικής γλώσσας από την ελληνική πολιτεία, τον χώρο της διοίκησης και της δημόσιας εκπαίδευσης. Και την χρήση τους από τους νεότερους συγγραφείς της γενιάς τους. «Δημοτικιστική μωρία» στηλίτευσε ο Γεώργιος Μυστριώτης το ιστορικό έργο του Εφταλιώτη «Ιστορία της Ρωμιοσύνης», παράξενοι γλωσσικοί νεωτερισμοί για το καθηγητικό κατεστημένο της εποχής. Αν και ο Νικόλαος Γ. Πολίτης ο πατέρας της ελληνικής λαογραφίας στάθηκε αρνητικός απέναντι στα γραπτά του Εφταλιώτη, ο γεραρός Κωστής Παλαμάς συντάχθηκε με τον Εφταλιώτη και το έργο του. Σίγουρα η υιοθέτηση της Δημοτικής από τα πρωτοπόρα αυτά πνεύματα, σκόνταψε σε πολλές πολιτικές, ιδεολογικές και εκπαιδευτικές αρνήσεις και σκοπιμότητες από μέρους του καθηγητικού και πνευματικού κατεστημένου της εποχής τους. Ας θυμηθούμε τα επεισόδια που ξέσπασαν στην απόπειρα μετάφρασης του Ευαγγελίου στην Δημοτική, τα λεγόμενα Ευαγγελικά, και τις ταραχές που προκάλεσαν οι τότε γλωσσαμύντορες αλλά και ηγετικά στελέχη της ελλαδικής εκκλησίας. Στις δυσκολίες και αρνήσεις εκ μέρους μεγάλης μερίδας, καθηγητών, διανοουμένων και καθαρευουσιάνων ποιητών και πεζογράφων, στις ατομικές τους αγκυλώσεις να αποδεχτούν την χρήση της δημοτικής γλώσσας στα έργα τους, δηλαδή την γλώσσα που μιλούσαν οι γονείς τους και ο απλός αγράμματος λαός, εκτός από τις πολιτικές συντηρητικές σκοπιμότητες που κρύβονταν ή καιροφυλακτούσαν, σίγουρα μάλλον συνέβαλαν και οι κατά κάποιον τρόπο γλωσσικές ακρότητες και ορθογραφικές ιδιαιτερότητες εκ μέρους των δημοτικιστών συγγραφέων. Οι οποίοι έγραφαν και δημοσίευσαν τα άρθρα τους σε μια ιδιωματική δημοτική ή ακολουθούσαν την φωνητική λαλιά των ντόπιων και απομακρυσμένων επαρχιών της χώρας από όπου κατάγονταν, και την διακήρυχναν σε πανελλαδικό επίπεδο. Γλωσσικές ιδιοτυπίες ακατανόητες ακόμα και σήμερα. Αν διαβάσουμε τα ποιήματα του φίλου και συναγωνιστή του Εφταλιώτη, του πειραιώτη ποιητή Αλέξανδρου Πάλλη, θα διαπιστώσουμε ότι με πολύ μεγάλη δυσκολία θα γινόταν αποδεκτή μιας τέτοιας υφολογίας και γραμματικής και ορθογραφίας γλώσσα. Ακόμα και η γλώσσα των πεζών του Γιάννη Ψυχάρη δεν διαβάζεται εύκολα, διαθέτει γλωσσικούς υφάλους που σκοντάφτει ο αναγνώστης. Χρειάζεται να χτενιστούν γλωσσικά οι ορθογραφικοί τύποι της εκφοράς της. Ορισμένοι τύποι αυτής της δημοτικής είναι αυτό που θα αποκαλούσαμε σήμερα Ξύλινοι. Παρόλα αυτά, η συνεισφορά των Δημοτικιστών και των συγγραφέων που ακολούθησαν την γλωσσική πολιτική του περιοδικού «Νουμά»-ενός περιοδικού φυτώριου των Δημοτικιστών- ήταν σημαντική, απελευθερωτική και προσδιόρισαν εποικοδομητικά και χρηστικά ωφέλημα την μοίρα της εξέλιξης της ελληνικής γλώσσας στην χώρα μας και στην δημόσια εκπαίδευση, και γραπτή της διατύπωση και εκφορά. Ας μην λησμονούμε ότι μόλις προς τα τέλη της δεκαετίας του 1970, δεκαετίες αργότερα μετά τον αγώνα των Δημοτικιστών, με νομοθετικό διάταγμα επετράπη η χρήση της δημοτικής γλώσσας στην δημόσια διοίκηση και εκπαίδευση. Με την περίφημη εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του κυρού πρωθυπουργού Γεωργίου Ράλλη. Μια αναγκαία καθυστερημένη μεταρρύθμιση που απελευθέρωσε πνευματικές και άλλες της γλώσσας δυνάμεις και βοήθησε τον νεοέλληνα να ισορροπήσει γλωσσικά χωρίς να νιώθει άβολα. Οι όποιες γλωσσικές ή ορθογραφικές ακρότητες εκ μέρους μιας μερίδας της πολιτικής, πχ. του Γιούνη, δεν αναιρεί την έστω και αργά υιοθέτηση της προφορικής και γραπτής γλώσσας που μιλούσαμε εμείς οι έλληνες στα σπίτια και στις μεταξύ μας κοινωνικές σχέσεις. Το αποτυχημένο γλωσσικό πείραμα του κρητικού συγγραφέα Νίκου Καζαντζάκη, όταν έγραψε το έπος του Οδύσσεια, μας δηλώνει πάρα πολλά. Εξάλλου, η δημοτική γραπτή και προφορική λόγια και λαϊκή παράδοση έχει τέτοιο εύρος και ποιότητα εθνικής αναφοράς και ποιητικής διδαχής, που είναι και προκλητική και ελκυστική, ακόμα και για τους πλέον ακραίους αρχαϊζοντες. Άλλο να γνωρίζεις την ρίζα και την ετυμολογία μιας λέξης και άλλο να αρνείσαι την κατοπινή εξέλιξη και διαδρομή της γλώσσας μέσα στην ιστορική συνείδηση του έθνους. Ο Εφταλιώτης, δεν χειρίστηκε μόνο την δημοτική με αξιοσύνη αλλά και την καθαρεύουσα. Ας δούμε ένα ποιητικό του δείγμα που η ρυθμολογία του μας εκπλήσσει, από τα πρώτα του ποιήματα:
ΧΩΡΑ ΨΥΧΩΝ
Εντός σκοτίας σιγηλής
θανάτου με μαστίζουν πόνοι!
το όμμα μου διπλή αχλύς,
δάκρυ, σταγών ανωφελής,
και νύξ συγχρόνως αμαυρώνει.

Ώ, προς την χώραν των ψυχών
τις θέλει, τις με κατευθύνει;
Είς των φρενών μου τον μυχόν
φλέγ’ η υστάτη των ευχών’
τοιούτον πόθον τις πραϋνει;

Σχίσον σύ δύναμις ψυχής
τα βάθη του θανάτου σχίσον,
με τα πτερά της προσευχής
άνελθε, άγγελος ταχύς,
πέραν των σκιερών αβύσσων.     
     Η δημοτική γλώσσα του ποιητή Εφταλιώτη, είναι πιο στρωτή, περισσότερο λεία, περιλαμβάνει ένα καθημερινό άπλωμα γλωσσικής καθαρότητας όπως διαπιστώνουμε στην ανάγνωση των ποικίλων ποιημάτων του και ξεχωριστά, στις πεζές του ιστορίες. Μια καθαρότητα ύφους και γλωσσικής ορθογραφικής προσέγγισης, ανεξάρτητα από την χαμηλή θερμοκρασία θεματολογίας που έχουν ορισμένες του αφηγηματικές ιστορίες. Παρά του ότι διαθέτει ιδιαίτερες της μνήμης του νησιώτικες γλωσσικές επιπρόσθετες συμπληρώσεις, η χαρακτηρολογία των ηρώων του, δεν στηρίζεται στην χρήση της γλώσσας αλλά περισσότερο μάλλον σε μια έλλειψη ενδιαφέροντος εκ μέρους του συγγραφέα να δώσει μια ψυχολογική διάσταση στις πράξεις και ενέργειες των ηρώων ή ηρωίδων. Οι χαραχτήρες του είναι κάπως επίπεδοι όχι εξ αιτίας της γλώσσας του αλλά εξ αιτίας της αδιαφορίας του δημιουργού να δώσει στους ήρωες μια διάσταση πέρα από την πεπατημένη ηθογραφική ματιά. Αντίθετα η γλώσσα του είναι πιο μαζεμένη υφολογικά και ορθογραφικά σε σχέση με την γλώσσα άλλων δημοτικιστών συγγραφέων, που η γλωσσική τους πρόθεση και ιδεολογία καθηλώνει την εξέλιξη της ανάπτυξης του ήρωα. Η γλώσσα αφήγησης του Αργύρη Εφταλιώτη μεταφέρει μέσα της αρκετές γλωσσικές λαϊκές προσμίξεις, φραστικούς ιδιωματισμούς, εσωτερικές αναφορές σε μια γλωσσική προφορική παράδοση, μετονομασίες αναγνωρίσιμες, λέξεις νησιώτικες, θαλασσινές, της ιδιαιτέρας του πατρίδος, μνήμες από τα παιδικά του ακούσματα και της οικογένειάς του διδάγματα. Το ευτύχημα είναι, ότι μέσα στα έργα του ο Αργύρης Εφταλιώτης, δεν χρησιμοποίησε δάνειες καθημερινές λέξεις της αγγλικής, ή των ξένων διαβασμάτων του, μια και το μεγαλύτερο χρόνο της ζωής του ο ποιητής έζησε στο εξωτερικό, εξαιτίας των επαγγελματικών του υποχρεώσεων, που παντρεύτηκε, έκανε οικογένεια, έγραψε και πέθανε. Νομίζω ότι δεν είναι τυχαίο ότι ελάχιστες είναι οι μεταφράσεις του αν αναλογιστούμε τις μεγάλες χρονικές περιόδους που έζησε στο εξωτερικό ενώ είχε σχέση με τον καλλιτεχνικό και πνευματικό κόσμο της εποχής του και του περιβάλλοντός του. Άξιο θαυμασμού επίσης είναι, ότι ο αυτοδίδαχτος αυτός ποιητής, που τις γλωσσικές και άλλες εκπαιδευτικές γνώσεις του δεν τις έλαβε από κανένα σχολείο ή δημόσιο εκπαιδευτήριο, αλλά από τον ίδιο του τον πατέρα,-σαν δάσκαλος-τον Κωνσταντίνο Μιχαηλίδη, διατήρησε άσβεστη μέσα του την φλόγα της γλωσσικής του νησιώτικης προφορικής παράδοσης. Όπως συναντάμε και στο έργο του Ανδρέα Καρκαβίτσα, του Ιωάννη Κονδυλάκη, του ποιητή Κώστα Κρυστάλλη, που διαθέτουν αστείρευτες πηγές γλωσσικής και ηθογραφικής κοινωνικής καθαρότητας. Ειδολογικά το έργο του, διηγήματα, μυθιστόρημα, ποίηση, ιστορικά του  κείμενα, καταγραφή λαϊκών θρύλων και παραδόσεων ανήκει στο χώρο της ελληνικής νησιώτικης ηθογραφίας. Μιας ηθογραφίας που δεν έχει το ύψος ασφαλώς της Παπαδιαμαντικής αντίστοιχης, αλλά διαθέτει τα εχέγγυα μιας καταγραφής και περιγραφής ενός τρόπου ζωής και ενός κλίματος γνήσιας ανάπλασης, μιας άλλης εποχής ασφαλώς, της ζωής στην ελληνική επαρχία. Μιας νησιώτικης κοινωνίας ζωντανής και εμπνευσμένης από τους θρύλους και τις αξίες της λαϊκής παράδοσης, ρωμαλέου ηρωισμού, με τα θετικά και τα αρνητικά των ηρωικών χαρακτήρων της. Ειδωλολατρικής και χριστιανικής μαζί. Χωρίς να αναιρεί το ένα το άλλο στην κοινή συνείδηση του λαϊκού ανθρώπου και κοινωνικές εκδηλώσεις του και συμπεριφορές. Ο Αργύρης Εφταλιώτης εικονογραφεί την τοιχογραφία του νησιού του με απλά καθαρά γλωσσικά χρώματα και εικόνες ίσως και αφέλειας και λαϊκής αγαθότητας, όπως την βίωσε σαν παιδί, πριν ξενιτευτεί. Αναπλάθει στιγμές καθημερινού βίου των νησιωτών με τις εξωτερικές τους ενδυμασίες και συνήθειές τους, τα πατροπαράδοτα ήθη και έθιμά τους, τις προλήψεις και δεισιδαιμονίες τους, τις αφελείς αντιδράσεις τους και αγαθές πονηρίες τους και κακίες τους. Αργύρης Εφταλιώτης ένας έλληνας συγγραφέας  παρότι έζησε το σύνολο σχεδόν του βίου του στο εξωτερικό, παρότι ταξίδευσε για επαγγελματικούς λόγους σε αρκετές χώρες, παρότι παντρεύτηκε αμερικανίδα γυναίκα-με διαφορετική από την ελληνική ιδιοσυγκρασίες και συνήθειες-δεν απόκτησε ποτέ του θα γράφαμε κοσμοπολίτικη συμπεριφορά και συνήθειες. Δεν είχε τον υπεροπτικό αέρα ενός κοσμοπολίτη βαλκάνιου ή μεσόγειου όπως βλέπουμε σε άλλους έλληνες συγγραφείς και ποιητές και το έργο τους. Ούτε η Αγγλία ούτε η Ινδία υπήρξαν το πνευματικό κέντρο αναφοράς του, όπως αναγνωρίζουμε σε γραπτά του στον «Νουμά» και αλλού. Παρέμεινε ένας γνήσιος πατριώτης και έλληνας μέχρι τέλους.                
            ΑΓΑΠΗΣ ΛΟΓΙΑ
Ι
Η ξενιτειά κι ο χωρισμός-παλιοί μου πόνοι,
Πασκίζουν να σαλέψουνε το νου μου πάλι!
Πάλι ένα θάμα γίνεται και με γλυτώνει
Απ’ του καημού τη φοβερή ανεμοζάλη!

Πάλι με μάτια σφαλιχτά και τρομαγμένα,
Θενά κλειστώ μές στής καρδιάς αυτής τα βάθη,
Θενά την κάνω σπιτικό στα μαύρα ξένα,
Και θενά τραγουδώ παλιές χαρές και πάθη.

Κι όποιος περνά, και γι’ άπονη καρδιά την παίρνει
Δεν ξέρει τι καλοτυχιά και τι γαλήνη
Η αγάπη στην φουρτούν’ αυτή απάνω φέρνει,

Τι λάδι πά στα κύματα σωτήριο χύνει.
Κι αρχίζω πάλι, αγάπη μου, να σου το λέγω,
Πώς ζώ και χαίρουμαι για σε, για σέ, σαν κλαίγω.
              ΙΙ
Πόσες καρδιές γεράσανε και μαράθηκαν,
Κι εγώ σαν το ζουμπούλι ανθώ μέσα στα χιόνια!
Πόσες αγάπες σαν αυγής δροσιά χαθήκαν,
Κι η αγάπη τούτη μιάς ζωής δροσίζει χρόνια!

Απ’ ουρανόβρεχτο βουνό μια βρύση τρέχει,
Σ’ ένα λειβάδι αθάνατο, χλωρό λειβάδι,
Πού, όποιος πιεί σταλαματιά τη χάρη έχει
Να ζεί μια μέρα ατέλειωτη και δίχως βράδι.

Κι ο ήλιος, πού ό,τι λουλούδια γεννά η φύση,
Αυτός τ’ ανοίγει και σιγά μας τά μαραίνει,
Τα λουλούδια πού πίνουνε σ’ αυτή τη βρύση,

Με τις πυρές αχτίδες του δεν τα ξηραίνει.
Εκεί γλυκοποτίστηκε και η καρδιά σου,
Πόχει λαμπρό παλάτι της την ομορφιά σου.
              ΙΙΙ
Τεχνίτρα μου θαυματουργή, και πιό μεγάλη,
Από ταμένα που ζητώ να σε στορήσω,
Σε βλέπω γελαζούμενη στο νου μου πάλι,
Και το τραγούδι μου απορώ πώς ν’ αρχινήσω!

Απ’ τον καιρό πού μάγισσα στα ξένα ‘φάνης,
Να πείς τη μοίρα τη χρυσή τ’ αγαπητού σου,
Ως τη στιγμή που έφτασες να τον τρελάνεις,
Με το αξέχαστο φιλί του χωρισμού σου.

Σ’ ανιστορώ, κι η όψη μου χαμογελάει,
Σά νύχτα πού συννέφιαζε και ξαστερίζει.
Χρόνων και χρόνων ομορφιές ο νούς μετράει,

Κι η μια απ’ την άλλη πιο γλυκά τονέ φωτίζει.
Τις βλέπω να διαβαίνουνε μιά μιά μπροστά μου,
Νεράϊδες που ξεφεύγουνε την αγκαλιά μου!
IV
Σε βλέπω ταξιδιώτισσα ξενιτεμένη,
Καθώς πού σ’ είδα μια φορά σ’ έν’ ακρογιάλι,
Κοπέλλα βεργολυγερή και χαϊδεμένη,
Με μια πλεξούδα καστανή, μ’ αφράτα κάλλη.

Ρωτώ τα μαύρα μάτια σου, και λέν πώς ξέρεις
Να κλείς της νιότης τον καημό στα σωθικά σου,
Ρωτώ τα χείλη σου, και λέν πώς θενά φέρεις
Χρόνια καλότυχα στο νιό της αρεσκίας σου.

Λαμπρό φεγγάρι να το πω το πρόσωπό σου,
Δεν κατεβαίνει τέτοιο φώς απ’ το φεγγάρι.
Να σού το πω βασιλικό το στάσιμό σου,

Δε στάθηκε βασίλισσα με τόση χάρη.
Η όψη σου μια αγγελική χαρά σκορπάει,
Πού γίνετ’ άγγελος κι αυτός πού σε θωράει.
V
Ο ήλιος κι αν βασίλεψε κι αν σκοτεινιάζει,
Ακόμα μιάν αναλαμπή θωρώ στη δύση,
Ακόμα χίλιες λαμπερές θωριές αλλάζει
Το σύννεφο, που πρόβαλε να με φωτίσει.

Τώρα στ’ αγνό σου πρόσωπο μια γλύκα αστράφτει,
Όπου μου λέει πώς αγαπάς, πώς αγαπιέσαι,
Και μια λαχτάρα μυστική στο νου μου ανάφτει,
Να πώς ξέρω, σα με δείς τι συλλογιέσαι.

Λόγια γλυκά, πού να τα πεί αρνιέται η γλώσσα!
Κάλλιο να πώ τους δύστυχους παλιούς μου χρόνους,
Και σύ, πονώντας σπλαχνικά σε πάθια τόσα,

Παρηγοριά με πιο πικρούς να δίνεις πόνους’
Τους πόνους σου, σαν άφηνες γονιών αγκάλη,
Και πέτας απ’ τη μια φωλιά για ναύρεις άλλη.
VI
Χίλιες φορές το θάμασα, κι ακόμα, φώς μου,
Σά στοχαστώ πώς μοναχές οι δυό καρδούλες,
Από τις δυό ξεκίνησαν μεριές του κόσμου,
Και σ’ ένα κόρφο αράξανε σα δυό βαρκούλες,

Πάλι ρωτώ, ποια δύναμη και ποια λαχτάρα
Τις έσερν’ απ’ Ανατολή και από Δύση,
Ν’ ανταμωθούνε στου Βοριά τη μαύρη αντάρα,
Κι η μια την άλλη εκεί να δεί και να γνωρίσει!

Όχι, δεν ήτανε τυφλό της Μοίρας θάμα!
Το είχε γράψει του Θεού το άγιο χέρι.
Στον ουρανό το  εκάναμε-μεγάλο τάμα,

Αχώριστοι να ζήσουμε σε κάθε αστέρι.
Εκεί σε πρωτογνώρισα, κι εδώ σα σ’ είδα,
Χαιρετηθήκαν δυό πουλιά από μια πατρίδα.
VII
Χέρι με χέρι της ζωής το μαύρο δρόμο
Διαβαίνουμε, και το γλυκό χαμόγελό σου
Μέσ’ απ’ τα σπλάχνα μ’ έδιωχνε τον κρύο τρόμο,
Πού μ’ έπιασε, σαν κοίταζα το μνήμα εμπρός σου.

Γιατ’ ένιωθα πώς τα φριχτά σκοτάδια σκίζεις,
Και βλέπεις πέρ’ απ’ τις ‘ρημιές, που βλέπ’ η θλίψη.
Κι εδιάβαζα στην όψη σου πώς το γνωρίζεις,
Τι στερινά ο θάνατος ζητάει να κρύψει.

Μια σου ματιά μου χάριζε μαρτύρου θάρρος,
Και δεν ψηφούσα σάβανο, μηδέ λιβάνι,
Κι έλεγα πώς μ’ εσέ γλυκός είναι κι ο Χάρος,

Πώς ζεί και χαίρει όποιος μαζί με σε πεθάνει.
Γιατί θ’ ακολουθάει κι αυτός όπου σε φέρουν
Οι αγγέλοι, που χωρίς εσέ χαρά δε ξέρουν.
VIII
Στα κύματα καθούμαστε κοντά ένα βράδι,
Κι εκεί πού μας νανούριζε το λαλητό τους,
Γελάσανε τα μάτια σου με ουράνιο χάδι,
Σά να ξυπνήσαν έξαφνα από τ’ όνειρό τους.

Κρυφά μυστήρια του Θεού, πού είχες νιώσει,
Τ’ αγγελικό σου να ξηγάει αρχίζει στόμα,
Κι ετρέχανε τα λόγια σου με γλύκα τόση,
Πού μές σ’ αυτή τη μοναξιά τ’ ακούγω ακόμα!

Τ’ αθάνατα τραγούδια αυτού του πλάνου κόσμου,
Πούναι γραμμένα με φιλιά, με δάκρυα κι αίμα,
Σαν τ’ άκουσα, δεν πήρανε το νου μου, φώς μου,

Σαν πού τον πήρε το γοργό εκείνο ρέμα.
Και τ’ ανθοστέφανά μου αυτά που πλέκω τώρα,
Ειν’ απ’ το περιβόλι σου κομμένα δώρα.
IX
Μέρες πού θάτανε μ’ εσέ μαργαριτάρια,
Χωρίς εσέ, μές στου Καιρού τα βάθη πάνε,
Ψυχρές και ανωφέλητες, σαν τα λιθάρια,
Πού μές στη θάλασσα μικρά παιδιά πετάνε!

Σαν προσπαθώ με υπομονή να τις μετρήσω,
Απ’ τη στιγμή που μ’ έσφαξε το έχε γειά σου,
Με πιάνει τρέλλα, και θαρρώ πώς πλιό να ζήσω,
Του κάκου ελπίζω σαν προτού την αγκαλιά σου.

Και γονατίζω και ρωτώ στην προσευχή μου,
Αν είναι δίκιο στις ‘ρημιές να τυραννιούμαι,
Αν μια ζωή, που δεν μπορώ να πώ δική μου,

Πρέπει μέσα στην άβυσσο να τη σκορπούμε.
Αλλοίμονο, και νάχω αυτή την πίκρα μόνος,
Να ξέρω πώς το ταίρι μου δεν καίγει ο πόνος.
X
Πηγαίνω στην ακρογιαλιά, κι απ’ τα βουνά σου
Ένα πικρό παράπονο το κύμα φέρνει,
Πού μου δηγάται θλιβερά τα βάσανά σου,
Και σαν το κύμα τη στεριά, το νου μου δέρνει.

Το λυπηρό τραγούδι αυτό δε λέγει πόθο,
Πού μές στα φυλλοκάρδια μου δε βρίσκει ταίρι.
Των τραγουδιών μου μέσα του λαύρα νιώθω,
Και λέγω, ποιο την έστειλε στα ξένα αστέρι!

Κι έν’ άλλο κύμα μου μηνά πώς στη ‘ρημιά σου
Κάθε καημό, που σούψαλα, τον έχεις ψάλει,
Πώς σα βαραίν’ η ξενιτειά τα σωθικά σου,

Τον ίδιο χύνεις στεναγμό στο περιγιάλι,
Πώς είν’ γραμμένο, σα θρηνώ, ν’ αναστενάζεις
Και τη σφαγμένη μου καρδιά να ξανασφάζεις.
XI
Έτσ’ ήταν κι οι χαρές ζυγές και ταιριασμένες,
Στα χρόνια της αγάπης μας της πρώτης πρώτης,
Στη βρύση, που ζούν πέρδικες ζευγαρωμένες,
Και πίνουνε, τ’ αθάνατο νερό της νιότης.

Εκεί, που τρέλλα και χαρά μαζί χορεύουν,
Πού η Αγάπη κι η Μορφιά τις στεφανώνουν,
Πού λύπες αν ολόγυρα παραμονεύουν,
Ακόμα μηδέ φαίνουνται, μηδέ σιμώνουν,

Πάλι άς σου ψάλλω τη ζωή την περασμένη’
Ας κολυμπήσει πάλι ο νους στην πρώτη χάρη’
Άς χώνεται στα βάθη της, κι ας ανεβαίνει

Κάθε φορά με πλιό λαμπρό μαργαριτάρι.
Άς πνίξω πάλι στη χαρά την πίκρα τούτη,
Σαν το φτωχό, πού τα παλιά θυμάται πλούτη.
XII
Ήτανε βράδι- δώ κι εκεί ανάβουν φώτα,
Βγαίνει στο δρόμο η γειτονιά και συντυχαίνει,
Και πάνω στα κατώφλια η μια την άλλη ‘ρώτα.
Τι θέλει ο νιός, πού στην αυλή της κόρης μπαίνει;

Μα σύ, τη Μοίρα ξέροντας πού σε καρτέρει,
Κοντά στην θύρα ατέλειωτες στιγμές μετρούσες
Και, σφίγγοντας τα στήθια σου με τ’ ώριο χέρι,
Μια ταραγμένη αναπνοή μισοκρατούσες.

Άχ! πές μου, αν θα ξαναϊδώ τη λάμψη εκείνη
Πού σε γλυκοπερίχυνε καθώς που μπήκα!
Αν τέτοιο έν’ απάντημα θα ξαναγίνει

Ή δυό φορές δεν έρχεται μια τόση γλύκα!
Πές μου τέτοι’ ανθίζουνε λουλούδια ακόμα
Στ’ αγγελικό σου μέτωπο, στο πλάνο στόμα.
XIII
Θυμασ’ εκείνη την αυγή που σε λειβάδι
Ανταμωθήκαμε, πουλιά κυνηγημένα;
Θυμάσ’ εγώ σαν έφερα χρυσό σημάδι,
Και σύ σταυρό που κέντησες κρυφά για μένα;

Στο μάτι το ακοίμητο φανερωμένοι,
Από τα βόλια μακρυά του λάλου κόσμου,
Έκάναμε όρκο, που σφιχτά μας γλυκοδένει,
Τον όρκο που σε ώρισε, ζωή και φώς μου.

Σαν τ’ άστρα τότες πέταξαν δώδεκα μήνες,
Πού σκίζουν τα μεσούρανα και σβύνουν πέρα.
Μέρες δεν ήταν άδολες, άχ, μηδ’ εκείνες!

Λίγες αγάπες είδανε καθάρια μέρα!
Μ’ αν βούϊζε και λαλητό τριγύρω ξένο,
Σύ δεν ψηφούσες του Θεού το χαϊδεμένο!
XIV
Πάλι θωρώ στην εκκλησιά τα δυό στεφάνια,
Λαμπάδες πάλι φέγγουνε ολόγυρά σου,
Αγγέλοι παραστέκουνται, και με ουράνια
Αχτίδα χρυσοβάφουνε την ομορφιά σου.

Βλέπω το χέρι που βλογά, και μας αλλάζει
Τα στεφάνια, με δίκλωνη κλωστή δεμένα.
Ακούγω τη βαρειά φωνή, πού μας προστάζει
Να ζούμε οι δυό σά μια ψυχή, σά σώμα ένα.

Κι ένα χορό με σιγανό γυρνώντας βήμα,
Βλέπω μια μάννα θλιβερή και δακρυσμένη,
Πού λές κι ακολουθάει παιδί στο μαύρο μνήμα,

Κι όχι στου γάμου τη γιορτή τη βλογημένη.
Πίκρα που γίνεται χαρά και τη μερώνει,
Στην αγκαλιά της σα γελά το πρώτο εγγόνι.
XV
Σαν το πουλί που ξεπετάει απ’ τη σκλαβιά του,
Πού μές στον κάμπο χύνεται, και λωλαμένο,
Τραγούδι λευτεριάς σκορπάει ολόγυρά του,
Έτσι τραγούδαγες, πουλί λευτερωμένο,

Σαν μ’ ακολουθάς μονάχη στο περγιάλι,
Εκεί, πούχες τα μάτια μου πρωτομαγέψει,
Πού τόχα δεί σαν όνειρο πώς θάρθεις πάλι
Μια μέρα, πού τ’ αγέρι αυτό θα μας χαϊδέψει.

Άχ! ποιο βουνό και ποια σπηλιά και ποιο λιθάρι
Το τρυφερό δεν άκουσε κελάϊδημά σου!
Ποιο κύμα μαρτύρησε νεράϊδας χάρη

Στο γέλιο και στο πεταχτό περπάτημά σου,
Σαν σε τραβούσε το νερό με το βοητό του,
Και σε κυνήγα ξαφνικά με τον αφρό του.
XVI
Πώς μοιάζ’ η πικροθάλασσα με τη ζωή μας!
Σαν πρωτοβγούμε στής ζωής το πλάνο κύμα,
Μεθάει και δεν νοιάζεται κάν η ψυχή μας,
Σκληρό ταξίδι αν αρχινά κατά το μνήμα!

Χαρά στον, πού δεν απαντάει ανεμοζάλη,
Πού ως την πέρα ακρογιαλιά σιγαρμενίζει,
Εκεί, πού πάνε αγύριστοι μικροί μεγάλοι,
Στη μαύρη γη, πού μια ψυχή δε μας χαρίζει!

Χρόνια αρμενίζαμε και μείς με τα κουπιά μας,
Χρόνια πολλά το πέλαγο γλυκοκοιμούνταν,
Ως πούρθε ανεμοστρόβιλος, και τ’ άρμενά μας

Σπασμένα πάνω στα πικρά νερά κυλιούνταν!
Δυό κύματα μας πήραν, άχ, κακό μεγάλο,
Το ένα στην Ανατολή, στη Δύση τάλλο!
XVII
Σά μού μηνάς πώς σε λυπούν τα βάσανά μου,
Πώς έρχετ’ ως στα σπλάχνα σου ετούτ’ η φλόγα,
Τα μάτια μου δακρύζουνε, και η καρδιά μου
Πονεί, σαν πρωτοβύζαχτης μανούλας ρόγα.

Όχι, δε θα σου λέγω πλιό πώς απεθαίνω,
Του όρνιου ο ήσκιος ο ψυχρός δε θα περνάει
Πάνου από τέτοιου μέτωπο χαριτωμένο,
Πού ‘πλάστη ν’ αχτινοβολεί και να γελάει.

Δε θα σου λέγω πώς πονώ, θα λέγω ελπίζω.
Απ’ το μικρό μου κι έρημο αυτό καντήλι,
Θα στέρνω λίγο φώς, χωρίς να σου θυμίζω

Πώς λάδι δεν του μένει πλιό, μηδέ φιτίλι!
Άχ! μη μου λές πώς σε γελώ,-γελώ τον πόνο,
Για να μην έρθει και διπλό μας φέρει φόνο!
XVIII
Σά σου μινώ πώς θε να ζώ σιμά σου πάλι,
Εγώ το ξέρω τι σκληρή με τρώγει σκέψη!
Νούς, που τον έσκιαζε ο καημός κι η παραζάλη,
Καλά στερνά δεν είναι πλιό για να πιστέψει!

Βλέπω οργισμένες θάλασσες, πού δεν τελιώνουν,
Καράβια, που τα σπάσανε οι μαύροι βράχοι,
Βλέπω κοπέλλες άδικα να κρυφολυώνουν,
Νιούς π’ αγαπούν και ξεψυχούν στη γη μονάχοι.

Κι εγώ γιατί να το θαρρώ στην ερημιά μου,
Πώς θε να φέξεις άλλη μια, χρυσό μου αστέρι!
Άχ! πές μου το, πώς δεν είναι για τη χαρά μου,

Πές μου πώς θέλημα θεού θέ να με φέρει,
Κι ο πού μας έστειλε μαζί στον κόσμο κάτου,
Πάλι μαζί θα μας δεχτεί στην αγκαλιά του.
Πάλι μαζί θα μας δεχτεί στην αγκαλιά του.
XIX
Την κρουσταλλένια λαχταρώ πάλι μιλιά σου,
Ν’ αντιλαλήσει μέσα μου καθώς τ’ αηδόνι,
Πού κελαϊδεί μές στα βαθειά κλαδιά του δάσου,
Και λέγει πώς τον ουρανό αυγή χρυσώνει.

Στείλε κλωνί παρηγοριάς απ’ το βοτάνι,
Πού μές στα φυλλοκάρδια σου μοσχοβολάει,
Να βάλω στην αγιάτρευτη πληγή να γιάνει,
Το φοβερό φαρμάκι της πριχού με φάει.

Πρόβαλ’ εμπρός στα μάτια μου τα βουρκωμένα,
Με δυό λευκούς κι αμύριστους ανθούς στο χέρι,
Δυό χαμογέλια του Θεού χαριτωμένα,

Αχτίδες απ’ το πλιό λαμπρό του κόσμου αστέρι.
Γέλασε πάλι, να σε δώ καθώς γελούσες,
Στην αγκαλιά σου αχόρταγα σαν τα φιλούσες.
XX
Ωσάν το ρόδο, που άνοιξε με την αυγούλα,
Και τα τριάντα φύλλα του χαμογελάνε,
Πού απάνω του τρεμουλιαστή γλιστρά δροσούλα,
Και λές, της γης ή τ’ ουρανού διαμάντι νάναι,

Με τέτοια με παρηγοράς δροσιά και χάρη,
Τώρα που τρέφεις τρείς χαρές μές στην καρδιά σου,
Τώρα που ανθεί δέκα φορές τριπλό καμάρι,
Στο γελαστό σου μέτωπο και στη λαλιά σου.

Άχ! άλλη σαν κι εσέ ψυχή δεν είδ’ ακόμα!
Π’ όσην αγάπη κι αν γεννάς κι αν μας χαρίζεις,
Πάλι αναβρύζεις σαν πηγή, κι απ’ ένα στόμα

Με χίλια χάδια και φιλιά μας πλημμυρίζεις.
Είσ’ ο ουρανός, που μας φωτάς με ήλιους κι άστρα,
Μυριόφυλλος βασιλικός μες σ’ ώρια γλάστρα.
XXI
Άς λένε πώς τα χρόνια μας τη νιότη παίρνουν!
Το λένε πού η απονιά τους φαρμακώνει.
Τά χρόνια εκείνου π’ αγαπά, ζωή του φέρνουν,
Και κάθε μέρα ξανανθεί και ξανανιώνει.

Γιατ’ η αγάπη ‘ναι δεντρί, πού σα φουντώσει,
Γλυκοφιλάει τον ουρανό με τα κλωνιά του.
Είναι πουλί, πού τα φτερά καθώς απλώσει,
Καιρό και τόπο δεν ψηφάει απ’ τη χαρά του.

Άς λέμε μείς πώς ο καιρός μας δίνει νιότη
Και πλιό γλυκό ‘ναι το στερνό στερνό φιλί μας,
Να πάψει ο κόσμος να θρηνεί από την πρώτη

Στιγμή, πού ο Χάρος πολεμά με τη ζωή μας.
Νάν’ η ζωή χαράματα κι ο χάρος μέρα,
Να φέγγει αλήθεια και στη γη και παραπέρα.
XXII
Ιερή φωτιά, πού μεσ’ στις φλέβες μας ανάφτεις,
Και που γεννάς βαθιούς σεισμούς στα κόκκαλά μας,
Πού ως στα μάτια απλώνεσαι και γλυκαστράφτεις,
Σαν πλημμυρίσ’ η φλόγα σου τα σωθικά μας.

Λαχτάρα, πού μας τυραννείς και μας χαϊδεύεις,
Πού έναν έναν σκλάβους σου μας σφιχτοδένεις,
Έλα, να πείς πώς δεν πετάς, και δεν μισεύεις,
Μόνε απ’ τις φλέβες στην ψυχή περνάς και μένεις.

Γίνεσ’ αθάνατο νερό και την ποτίζεις,
Με αγάπη ανέσωστη, αχόρταγη κι αιώνια.
Γίνεσαι ουράνια αναλαμπή, και μας φωτίζεις

Μ’ αχτίδες, πού τα λυώνουνε της γης τα χιόνια.
Αχτίδες, πού παρηγορούνε σαν άγγελοι,
πού από φώς τους πιο γλυκειά ζωή ανατέλλει.
XXIII
Με δάκρυα αποκοιμήθηκα πικρά, και τώρα
Με ξύπνησ’ όνειρο γλυκό σα μάννας χάδι,
Είδα πώς ήσουνα σ’ αυτή την ξένη χώρα,
Και λουλούδια πώς μάζευες σ’ ένα λειβάδι.

Παίρνεις χρυσή κλωστή, και δυό λουλούδια δένεις.
Τόνα χλωμό, τάλλο λευκό, δροσιά γεμάτο,
Το ένα της αγάπης μας της περασμένης,
Και τ’ άλλο της αντάμωσης, το πιο δροσάτο.

Γονάτισα κι από το χέρι τ’ απαλό σου,
Τά πήρα και τ’ ασπάστηκα σαν το Βαγγέλιο.
Δεν πρόφτασα να ξαναϊδώ το πρόσωπό σου,

Δεν πρόφτασα να ξαναϊδώ το χαμογέλιο!
Μόνο στού ξύπνου τη ρημιά δε βλέπω άλλο,
Παρά του ονείρου τ’ όνειρο, που τώρα ψάλλω!
XXIV
Τραγούδι, πού αν δε σ’ είχαμε παρηγοριά μας,
Θα μας ραγίζαν οι καημοί, κι οι μαύροι πόνοι,
Πού παίρνεις στα φτερούγια σου τα βάσανά μας,
Και τρέχεις στην αγάπη μας σα χελιδόνι!

Μην παίρνεις την απελπισιά, μηδέ τα δάκρυα,
Μόν’ έπαρε τα όνειρα και την ελπίδα,
Κι εκεί πούν’ η αγάπη μου, στής γης την άκρηα,
Πές της γλυκά, στον ύπνο μου, εψές την είδα.

Πές της, πώς την καρδούλα μου την αγριεμένη
Τη συνηθίζω στη χαρά να μη τρομάξει,
Σαν έρθ’ η ώρα η χρυσή κι ευλογημένη,

Πού τόνειρό της ζωντανό θενά κοιτάξει.
Πέτα, τραγούδι μου, γοργό στην αγκαλιά της
Και πίσω ξαναγύρισε με δυό φιλιά της.
XXV
Και πάλε αλλοί στους πού όνειρο δεν τους φωτίζει,
Πού με κανόνες θέλουν φώς να δούν κι αλήθεια,
Μά στενοχώρια ακοίμητη τους βασανίζει,
Γιατ’ έχουν άνιωθη καρδιά σε κρύα στήθια!

Πού ταξιδεύουν στής ζωής το μονοπάτι,
Με γόνατα τρεμουλιαστά, με νού σκιαγμένο,
Και τρέχουν πλάγι στον γκρεμό με τόνα μάτι
Θαμπό, με τάλλο σκοτεινό και τυφλωμένο!

Πίσω δεν βλέπουν, εμπροστά να δούν τρομάζουν,
Θωρούν αχνιά, μά τα όνειρα δεν τα θωρούνε.
Στο δρόμο λύπες ή χαρές αν τους φωνάζουν,

Διαβαίνουν και σωπαίνουνε και δεν ακούνε!
Τα περασμένα στεναγμό δεν τους χαρίζουν,
Για τα στερνά τους δεν ποθούν και δεν ελπίζουν.
XXVI
Άς βλέπανε μες στου Καιρού τα μαύρα βάθια
Τά όσα η Μοίρα καθενού κρυφομαζώνει,
Τα καρδιοχτύπια, τις χαρές, τα χίλια πάθια,
Πού η αγάπη μια γεννά, μια βαλσαμώνει,

Αν τάβλεπαν, καθώς τηράει νησάκια ο ναύτης
Να πρασινίζουν παραπέρ απ’ τ’ άγριο κύμα,
Σε νέο δέ θάναβε καντήλι ο νεκροθάφτης,
Μόνε για γέρο θάνοιγε το κάθε μνήμα.

Γέρο, πού όλη απόλαψε της γης τη χάρη,
Πού άδιασε κάθε χαράς χρυσό ποτήρι,
Πούδε παιδί και ξέγγονο-γλυκό ζευγάρι,

Να πιάνει το χορό στη γης το πανηγύρι,
Πού μια βραδιά ν’ αναπαυτεί στην κλίνη πέφτει
Κι ο χάρος την ψυχή ανήξερα του κλέφτει.
XXVII
Τέτοια στο νου μου όνειρα πετούνε τώρα,
Τώρα που ο Μάης πέρασε κι οι μέρες τρέχουν.
Πού ωρίμασαν κι εγλύκαναν της γης τα δώρα,
Και του χειμώνα τα καλά μας απαντέχουν.

Κρατώ κλωνί της αγριλιάς γι’ ακούμπισμά μου
Και με δυό μάτια που γελούν μαζί και κλαίνε,
Κοπέλλ’ αγγελοκάμωτη θωρώ σιμά μου,
Με χάρες πού της νιότης σου τα χρόνια λένε.

Άχ! τι μορφιά πού τη ψυχή γλυκοτρομάζει!
Δές, πώς αφήνει γελαστή το κέντημά της,
Και μ’ ένα στόμα, που θαρρείς αγάπη στάζει,

Σκεπάζει τ’ άσπρα μου μαλλιά με τα φιλιά της.
Κι εγώ δακρύζοντας κρυφά στην τόση χάρη,
Βλογώ κι εκείνη και το νιό πού θα την πάρει.
XXVIII
Πλατάνου ρίζα απλώθηκε, κι απ’ την καρδιά της
Νερό καθάριο, η ζωή ακόμα τρέχει.
Άλλα δυό χρόνια ανθοβολούν μές στη δροσιά της,
Άλλα δυό χρόνια ο ουρανός το μάνα βρέχει.

Πάνω στα χόρτα τα χλωρά, κοντά στο ρέμα,
Το πρώτο πρώτο εγγόνι σου γλυκοχαϊδεύεις.
Και θέτοντάς το απάνω μου, στ’ αγνό του βλέμμα,
Το βλέμμα και την όψη μου να βρείς γυρεύεις.

Στο χαμογέλιο του ξεχνώ τα γηρατιά μου,
Και παίζω σαν παιδί κι εγώ με τ’ αγγελούδι.
Ζουλώ τα δυό του μάγουλα με τα φιλιά μου,

Και το χορεύω σε παλιό, παλιό τραγούδι.
Τραγούδι, πού το πάλιωσαν εξήντα χρόνοι,
Πού κάν κι αυτός θα τραγουδά σε κάποιο εγγόνι.
XXIX
Ακόμα μια μας καρτερεί της μοίρας χάρη,
Πού στ’ όνειρό μου στερινή χαρά σκορπάει.
Ο γιός πού κατευόδωσες μικρό βλαστάρι,
Από τα ξένα λυγερό δεντρί γυρνάει.

Ήρθε, χρυσό της πασχαλιάς κερί ν’ ανάψει,
Σιμά στη μάννα του, μπροστά στην Παναγιά του.
Κι αν πολεμάει μιάς λυγερής καρδιά να κάψει,
Φέρνουν δυό φύλλα και  για μας τα σωθικά του.

Νά, το μικρό που χάϊδευες μια μέρα κι είπες,
Πώς με το γάλα της χαράς θα μεγαλώνει!
Στο πλάγι του των γηρατιών περνούν οι λύπες,

Καθώς περνούσαν άλλοτε της νιότης πόνοι.
Νά, η ψυχή που φυλαχτά της έχεις δώσει,
Αγάπη και παλληκαριά, χαρά και γνώση.
XXX
Με την αγάπη, το πικρό φαρμάκι μέλι,
Και τον εχτρό του άγγελο να κάνει ξέρει.
Όποιος στον κόσμο βάλσαμο για πόνο θέλει,
Βρίσκει βοήθεια στο δεξί εκείνο χέρι.

Με τη χαρά του γίνεται η νύχτα μέρα,
Τραγούδι ο λόγος και η δουλειά ξεφάντωμά του.
Κοντά του παίρνει τ’ ορφανού ο νους αγέρα,
Κι αν είναι άρρωστο, ξεχνά την αρρωστιά του.

Την αντρειοσύνη, πούφερε φωτιά στη γη μας,
Κι ανέβασε στον Όλυμπο θνητά παιδιά της,
Κληρονομιά την κράτησε απ’ τη φυλή μας,

Και τάμμα την ξανάκαμε στη λευτεριά της’
Κι η σκέψη του, βαρειά βαρειά καθώς διαβαίνει,
Λές και με κάθε πάτημα πώς κατεβαίνει.
XXXI
Άχ! που μ’ επήρατ’ όνειρα, και πού με πάτε!
Γιατί να με χαϊδεύετε στην αγκαλιά σας,
Και μ’ ένα τρόμο ξαφνικό να με ξυπνάτε,
Σά νάτανε πολύ το φώς και η χαρά σας!

Ανίσως κι είναι για καλό, και φτάν’ η μέρα
Πού θενά δώ το ταίρι μου, να σας βλογήσω.
Ανίσως κι είναι γι καημό, ακόμα πέρα,
Να φύγω κι ένα πλιό πικρό σκοπό ν’ αρχίσω.

Με σύντροφο τη Λύρα μου, στη γης να τρέχω,
Να τραγουδώ τη Μοίρα μου, και να ξεσκάνω,
Και κάθε χώμα, πού πατώ, να δακρυβρέχω,

Ωσπού να βγαίνει αμάραντο λουλούδι απάνω.
Να κάνει ο κόσμος γλέντι του τα βάσανά μου,
Νάναι κι εμένα η τέρψη του παρηγοριά μου.
XXXII
Δεν είναι για καημό, μηδέ για ψεύτρα ελπίδα!
Το ναύτη ακούγω να τραβά τα σίδερά του.
Απλώνει τ’ άσπρα του πανιά, για την πατρίδα,
Παιδιά της μαύρης ξενιτειάς καλεί κοντά του.

Έχετε γειά, φριχτές ‘ρημιές, φριχτά σκοτάδια.
Και σύ, γλυκό τραγούδι μου στον κόσμο πέτα,
Κι όπου τηράς φιλήματα κι αγάπης χάδια,
Τα ταιριασμέν’ αυτά πουλιά γλυκοχαιρέτα.

Λέγε, πώς είν’ αληθινό το ιστορικό σου,
Πού αν δε γνωρίσανε καημό, καημό να δούνε’
Κι αν τέτοιο πάθανε κακό, μές στο σκοπό σου

Βοήθεια και παρηγοριά μικρή να βρούνε.
Τρέχα καράβι μου γοργό, φυσάτε ανέμοι,
Δεν είναι μόνο μια καρδιά, πού γλυκοτρέμει.
ΑΡΓΥΡΗΣ ΕΦΤΑΛΙΩΤΗΣ, ΑΓΑΠΗΣ ΛΟΓΙΑ,
Από τον Α΄ τόμο, ΕΦΤΑΛΙΩΤΗΣ «ΑΠΑΝΤΑ», εκδόσεις «ΠΗΓΗΣ»- Αθήνα 1952, σελ.81-96.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς 1 Ιανουαρίου του 2020
ΥΓ.
Αντιγράφω και ένα Παιδικό του, όχι από τα γνωστά παιδικά τραγουδάκια που γνωρίζουμε. Επετειακής φύσεως.

ΠΑΡΑΜΟΝΗ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΣ
Παραμονή πρωτοχρονιάς
φυσάει αλύπητος χιονιάς,
και το νερό παγώνει.
Στο σπίτι μιας μικρής μικρής
η μοίρα από νωρίς νωρίς
τα δώρα της μαζώνει.
--
Τα βλέπει η κόρη και πηδά,
και χαίρεται και τραγουδά
και την αυγή προσμένει,
πού θα τ’ ανοίξουν τα κουτιά,
και γύρω στην καλή φωτιά
τι χαλασμός θα γένει.
--
Παραμονή πρωτοχρονιάς
φυσάει αλύπητος χιονιάς
και το νερό παγώνει.
Στο σπίτι μιας μικρής μικρής
η μοίρα από νωρίς νωρίς
τι συμφορές μαζώνει!
--
Δίχως φωτιά, δίχως ψωμί,
τρέμει το δόλιο της κορμί
και την αυγή προσμένει,
ίσως και χέρι σπλαχνικό
προβάλει στο έρμο σπιτικό,
της πείνας σαν πεθάνει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου