Κυριακή 2 Μαΐου 2021

Κυριακή του Πάσχα 2021

 

        Εκ  της  παλαιάς  γραφής  λεχθέντα

                 «Οψέ Σαββάτων,

                 τη επιφωσκούση εις μίαν σαββάτων,

                 ήλθε Μαρία η Μαγδαληνή…»
                ακολουθούμενη από την Ήρα

               -δύο ανοίξεων σκυλίτσα-

                και τον Πειραιώτη δούλο τους

                 να θεωρήσουν τον τάφο Σου

                Κλαύδιε.

                 Να προσκυνήσουν

                 Σε

                 να ψάλλουν

                 Σε

                 Να μυρώσουν

                 Σε

                 Άνθη Αμάραντου.

                 Να υμνήσουν τις αστραπές

                 των ερώτων Σου

                 Να ακούσουν τα βεγγαλικά

                 των στεναγμών Σου

                 Να ψαύσουν

                 τη βροτεία σάρκα Σου

                 Εσύ Κλαύδιε

                 μανικός έρως

                «Ει πρόσωπον φιλουμένου

                 εναργώς όλους ημάς μεταβάλλει,

                 και φαιδρούς, και ιλαρούς, και αλύπους απεργάζεται……»

                κοινωνούς της Ζωής

                 κοινωνούς του Θανάτου

                 κατέστησες…….   

 

             ΕΚΕΙΝΟΣ  Ο  ΚΛΑΥΔΙΟΣ

Τ’ αγόρια περιμέναν στα κατώφλια

με τα χέρια διπλωμένα στα γόνατα

με το πρόσωπο κρυμμένο στη μασχάλη

πίσω τους ένας άλλος κόσμος σάλευε

έξω από χρόνο και τόπο και σχήμα

πίσω τους έκλειναν απότομα οι τοίχοι.

Τ’ αγόρια περιμέναν στα κατώφλια

κι’ ήταν καθένα σα να παραμόνευε

σά να περίμενε μονάχα εμένα

τον ερχομό μου

            δε λέω

για ν’ ανεβεί κανείς επάνω έπρεπε

να βρει αυτό το ΕΝΑ ανάμεσά τους

ανάμεσα στ’ αγόρια που περίμεναν

στο χαμηλό τετράγωνο της πόρτας

κι’ έπρεπε ακόμη μπαίνοντας να σβήσει

την καπνισμένη λάμπα.

Μετά ανεβαίναμε στο σκοτεινό διαμέρισμα

ρουφούσαμε καφέ σε φλιτζανάκια πήλινα

κι’ αγαπιόμασταν πάνω στα χαμηλά ντιβάνια

                 Κλαύδιε

πώς ήταν κι’ ανταμώσαμε τη νύχτα εκείνη

το στόμα σου ήταν επικίνδυνος καρπός

το στόμα σου ήταν φονικό μαχαίρι

καθώς ξεδίπλωνες τις δεκαεφτά σου ανοίξεις

πίσω απ’ το Θάνατο είδα το Θεό

κι’ αντάμωσα γυμνό τ’ ομοίωμά σου.

                Το πρωί είπες

θα φύγω από τούτο το δωμάτιο

θα κατέβω το βρώμικο χώλ

τις σκάλες που τρίζουνε

και πιά δε θα ξανάρθω εδώ πέρα.

               Τότε κατάλαβα:

Ξάφνου ο Κλαύδιος μ’ είδε τόσο πελιδνό

πού περνώντας το χέρι του απ’ το πρόσωπό μου

ένοιωσε την ασχήμια μου

και πέθανε.

ΓΙΑΝΝΗΣ  Β.  ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ

     «Διαγενομένου του Σαββάτου, Μαρία η Μαγδαληνή….»

και η Ήρα και ο Πειραιώτης δούλος τους, κρατώντας ειλητάρια ερώτων ανέγνωσαν έμπροσθεν του κενού μνημείου Σου

Μαγδαληνή πρώτη λέγων τοιαύτα εκ του Ιωάννου της Κλίμακος:

«Εί η αγάπη ουδέποτε λήγη

και ει Κύριος

φυλάξη την είσοδον του φόβου σου

και την έξοδον της αγάπης σου,

ουκούν απέραντον όντως το ταύτης πέρας’

εν ή προκόποντες ουδέποτε καταλήξομεν,

ού κατά τον παρόντα ού κατά τον μέλλοντα αιώνα,

φωτί φώς προσλαμβάνοντες.

Και είς ξένον πως τοις πολλοίς το λεγόμενον δόξη,

όμως ειρήσεται.

Κατά την προλεχθείσαν ημίν απόδειξιν,

ουδέ τάς νοεράς ουσίας απροκόπους έγωγε είποιμι αν’

δόξαν δε δόξη μάλλον αεί προσλαμβάνουσας,

και γνώσιν επί γνώσει ορίζομαι….»

Ήρα ομιλών κατόπιν-ώ! του θαύματος της Αναστάσεως-εκ του Νείλου του ασκητού:

«Νύν μέν γάρ ευτελεία και ατιμία διαγίνεσθαι τάχα συμβαίνει το ανθρώπινον σώμα, επηρεαζόμενόν τε ταίς των δυνάμεων εφόδοις, και ταίς αυτής πολλάκις της ψυχής νωχελείας, μώμοις τισί και σπίλοις περιπίπτον, εξανδραποδιζόμενόν τε έσθ’ ότε, και άγαν ταπεινούμενον υπό της αμαρτίας, και εν αυτώ τω θνήσκειν και ενταφιάζεσθαι, εν εξουδενώσει και ατιμία συρόμενον εν τη  γη και θαπτόμενον εν ευτελεία πολλή……»

Και τρίτος ο Πειραιώτης δούλος με μυρτιά στα χέρια έμπροσθεν του σκηνώματός Σου Κλαύδιε, τούτα ανέκραξε εκ του Ισαάκ του Σύρου:

«Ηνίκα γάρ αιώνα άλλον τοιούτον θαυμαστόν ητοίμασεν, ίνα εις αυτόν εισάξη πάντας τους λογικούς, και φυλάξη αυτούς εν τη απεράντω ζωή, τίς η αιτία άρα του ποιήσαι αυτόν τον κόσμον πρώτον, και πλατύναι αυτόν, και πλουτήσαι τούτον ούτως εν τω πυκασμώ και τω πλήθει των ειδών και των φύσεων, και θέσθαι εν αυτώ αιτίας, και ύλας, και ανταγωνίσματα των πολλών παθών; Και πώς εν πρώτοις έθετο ημάς εν αυτώ, και έπηξεν εν ημίν την αγάπην της πολυζωίας αυτού, και εξαίφνης μεταίρει ημάς εξ αυτού διά θανάτου, και διαφυλάττει ημάς καιρόν ού μικρόν εν αναισθησία και ακινησία, και αφανίζει τας μορφάς ημών, και εκχέει την κράσιν ημών, και συμμίσγει αυτήν εν τη γή, και παραχωρεί καταλυθήναι, και εκτακήναι, και ρυήναι την κατασκευήν ημών, έως ού παντελώς απογένηται της ανθρωπίνης κατασκευής’ και τότε εν τω καιρώ εν ώ ώρισεν εν τη προσκυνητή σοφία αυτού, ότε θέλει, εγερεί ημάς εν σχήματι άλλω, εν ώ γινώσκει, και εισφέρει ημάς εις κατάστασιν άλλην….»

      Αυτά ειπόντες πήραν στρατί, στρατί το μονοπάτι της επιστροφής για τον Κόσμο. Και συμφώνησαν να κρατήσουν μυστική την Ανάστασή Σου Κλαύδιε. Δηλαδή τον χαρισάμενον θάνατόν Σου.

                «Μακάριος  ο ελπίζων’

                τρισμακάριος ο μέλλων’

                Άγγελος ο καταλαβών».

Γ. Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς,

Κυριακή του Πάσχα.

 

  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου