Δευτέρα 31 Μαΐου 2021

Σοφία Απ. Σκούρα, Μαγειρική-Ζαχαροπλαστική του Ελληνικού Σπιτιού, εκδόσεις Χ. Φυτράκη

                      ΣΟΦΙΑ  ΑΠ.  ΣΚΟΥΡΑ

ΜΑΓΕΙΡΙΚΗ- ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΙΚΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΣΠΙΤΙΟΥ

Εκδόσεις  Χ. Φυτράκη @ Σια Ο.Ε. Σταδίου 33 Αθήναι 1967, σελίδες 368, διαστάσεις 18Χ25

      Ήμουν παιδί του Δημοτικού όταν μία εικόνα στην κουζίνα του σπιτιού μας αποτυπώθηκε στην σκέψη μου έντονα, ταυτόχρονα, και μια αναπάντητη απορία των τότε χρόνων.  Έβλεπα την εργαζόμενη μητέρα μου-την Βάσω-ορισμένες φορές, όταν ήθελε να φτιάξει ένα μπελαλίδικο φαγητό όπως έλεγε- παστίτσιο, μουσακά, γεμιστά, στιφάδο, ή εύγεστα γλυκίσματα, να πλάσει κουλουράκια κλπ., σαν νοικοκυρά να προβαίνει σε ορισμένες κινήσεις και ενέργειες. Από την προηγούμενη, προμηθεύονταν την ανάλογη ποικιλία των απαραίτητων υλικών, τα έπλενε και τα καθάριζε αν χρειάζονταν, να τα τοποθετεί σκεπάζοντάς τας με μία πετσέτα στο ψυγείο. Να έχει εύκαιρα τα τζετζερεδικά και τα άλλα σκεύη μαγειρικής που της ήταν απαραίτητα για το μαγείρεμα της επομένης. Την επομένη της μαγειρικής ιεροτελεστίας και των απολαυστικών μυρουδιών-για όλους μας- που πλημμύριζαν την μικρή χαμηλοτάβανη κουζίνα της παμπάλαιας οικίας μας, αφού έχει μπει το φαγητό στο φούρνο, άρχιζε το βάσανο της καθαριότητας των δεκάδων μικρών και μεγάλων τσουμπλεκιών που είχαν μαζευτεί στον νεροχύτη, να πλυθούν, να καθαριστούν, να σκουπιστούν και να μπουν πάλι στην θέση τους, ώστε η κουζίνα να αστράφτει. Μου άρεσε να παρακολουθώ αυτό το κάπως κουραστικό οφείλω να ομολογήσω παιχνίδι της μαγειρικής τέχνης. Έπρεπε αυτός ή αυτή που μαγειρεύει να στέκεται όρθιος πάνω από τα τσουκάλια ή να παρακολουθεί το ταψί μέσα στον φούρνο να μην πάρει το φαγητό. Να το ανακατεύει με ξύλινη κουτάλα να δοκιμάζει την γεύση του κάθε φορά με διαφορετικό κουτάλι ή πιρούνι (δεν επιτρέπονταν να δοκιμαστεί το φαγητό με το ίδιο κουτάλι από το τσουκάλι, γιατί θα ξίνιζε συμβούλευε η νοικοκυρά). Αυτή ήταν και είναι η σταθερή εικόνα της μαγειρικής ενός σπιτιού, μιας οικογένειας, που συμμετείχα με τον τρόπο μου. Είτε πηγαίνοντας να αγοράσω τα προϊόντα ή κατόπιν έπλενα τα τσουμπλέκια που ήταν στοιβαγμένα στο νεροχύτη. Η Βάσω εθεωρείτο κατά κοινή ομολογία τρίτων, καλή μαγείρισσα. Χρυσοχέρα, μετρημένη και πρακτική γυναίκα, έπιαναν τα χέρια της. Από πλέξιμο και βελονάκι μέχρι καρίκωμα και στριφώματα, άνοιγμα κουμπότρυπων και σούρες κουρτινών σαν παλαιά με εμπειρία βραβευμένη-στην εποχή της μοδίστρα. Προέρχονταν από τις ταλαιπωρημένες και βασανισμένες γενιές των ελλήνων και ελληνίδων της κατοχής και του πολέμου, του εμφύλιου σπαραγμού. Παλαιές φωτογραφίες των νιάτων της, φανέρωναν τις αντιστασιακές της περγαμηνές. με την στολή. Σπάνια μιλούσε για αυτές, δεν έκανε επίδειξη, γνωρίζαμε τι ψήφιζε αλλά μέχρι εκεί. Ακόμα και όταν εγώ αρνιόμουν την ιδεολογία που πίστευε δεν αντιδρούσε απότομα. Η συμπεριφορά της ήταν σκληρή και απόλυτη σε άλλα της οικογένειας και της ζωής προβλήματα. Τα βρήκαμε όταν αρχίσαμε να ψηφίζουμε Πασοκ, και επήλθε η ισορροπία. Ο Ανδρέας γεφύρωσε τα πριν πολιτικά χάσματα. Αλλά την τότε, της εποχής της δεξιά ούτε να την ακούσει δεν ήθελε. Καταλάβαινε όμως, ότι υπήρχαν στους κόλπους της, σοβαρά και αξιόλογα άτομα, πολιτικοί και στοχαστές που ενδιαφέρονταν ειλικρινά για την χώρα και ας μην τους ψήφιζε. Άκουγε τις σε συνέχεις ραδιοφωνικές εκπομπές ανάγνωση έργων του Κωνσταντίνου Τσάτσου και Παναγιώτη Κανελλόπουλου, λογοτεχνών όπως η Ιουλία Ιατρίδη, ο Κώστας Ταχτσής, ο Άγγελος Τερζάκης, ο Στράτης Μυριβήλης, ο Ηλίας Βενέζης κλπ., και μου ζητούσε να αγοράσω τα μυθιστορήματά τους να τα διαβάσει.  Σκληροτράχηλα άτομα, μονομερή στις απόψεις τους, κάπως μονοκόμματα και απόλυτα στις θέσεις τους, ήσαν οι γενιές της κατοχής, της αντίστασης, του εμφύλιου. Οι γενιές αυτές των ελληνικών οικογενειών πού, δεν είχε περάσει μια εικοσαετία από τότε που τους βρήκε το μεγάλο κακό. Δηλαδή η Μικρασιατική Καταστροφή, ο Διωγμός, η Προσφυγιά. Και ήρθε κατόπιν πριν καλά-καλά ανασάνουν της ζωής τις μικροχαρές , η Ιταλική εισβολή, η Γερμανική στρατιωτική ναζιστική λαίλαπα, ο πόλεμος, η πείνα, η κατοχή. Και πριν και πάλι καταλαγιάσουν τα βάσανα από του ξένου κατακτητή τα όπλα, ήρθε ο εμφύλιος και τα τραυματικά εμφύλια γεγονότα και τραυματικές ολέθριες συνέπειες. Πώς να προλάβει μια ανθρώπινη ύπαρξη  μια τέτοια άγρια θύελλα, να αντέξει το πέρασμά της. Οι γενιές αυτές ήταν σκληροτράχηλες, καχύποπτες, «φοβισμένες», δύσπιστες απέναντι σε κάθε τι καινούργιο, σε κάθε αλλαγή. Τις διέκρινε ένας κοινωνικός συντηρητισμός ανεξάρτητα το τι ψήφιζαν ή ιδεολογικά υποστήριζαν. Αν  προσθέσουμε και την μικρή χουντική περίοδο του 1967, θα δικαιολογήσουμε εν μέρει πολλές από τις αντιδράσεις τους. Οι Έλληνες και Ελληνίδες των περιόδων αυτών, δεν διάβασαν την πολιτική ιστορία στα σχολικά βιβλία, την έζησαν στο πετσί τους, την βίωσαν με δραματικό τρόπο, δεν περίμεναν να τους την διδάξουν οι ιδεολόγοι ποιητές και οι συγγραφείς, οι κομματικοί καθοδηγητές και οι κράχτες της «επανάστασης». Οι γενιές αυτές έγραψαν οι ίδιοι την ιστορία της ζωής τους και της χώρας τους. Η Ελλάδα μεγαλουργούσε ή πτώχευε ανάλογα με το κοινωνικό ιστόγραμμα της ίδιας τους της ζωής. Τα σκαμπανεβάσματά τους, την οικονομική και εργασιακή τους κατάσταση. Οι γενιές αυτές είχαν μια εσωτερική υπερηφάνεια, μια αξιοπρέπεια, γιαυτό ήθελαν να σταματήσουν τα εμφύλια πάθη, αρνιούνταν κάθε βίαιη εκτροπή της αστικής δημοκρατίας, κάθε βίαιη πολιτική και κοινωνική παρέμβαση μειοψηφιών, που δεν είχαν ερείσματα αποδοχής στο κοινωνικό σώμα. Τα τραυματισμένα σώματα και οι ψυχές τους δεν άντεχαν να υποστούν εκ νέου παρόμοιες ξένες και αδελφοκτόνες καταστάσεις . Δονκιχωτικές υπάρξεις  χαμένων ευκαιριών και κοινωνικών αλλαγών, όχι μιας μυθοπλασίας ή ενός πολιτικού μανιφέστου αλλά ιστορικών συμβάντων που όφειλαν με τον τρόπο τους να λησμονήσουν και να πάνε μπροστά. Να ζήσουν τα υπόλοιπα χρόνια τους ειρηνικά, δίχως να βρίσκονται διαρκώς με το όπλο παραπόδας. Τα τραύματα ήσαν νωπά, οι νεκροί τους συνομιλούσαν ακόμα μαζί τους, ζητούσαν να γαληνεύσουν με τις δικές τους χαρές και ευτυχισμένες στιγμές .

Η ταλαιπωρημένη στην προσωπική της ζωή νοικοκυρά του σπιτιού μας, ήταν μια γυναίκα πρακτική, μυαλωμένη, μετρημένη, λιτή στις χαρές, μεγάλες αντοχές στις λύπες. Ένα γυναικείο βλέμμα σκληρό, δίκαιο, προσγειωμένο. Τρείς φορές μέτρα μία κόψε, έλεγε, αν δεν θέλεις να σου χτυπήσει την πόρτα ο δοσάς και γίνεις ρεζίλι. Και έτσι, αν και φτωχικά, δεν πεινάσαμε. Ο πατήρ της οικογένειας  ούτε ένα αβγουλάκι δεν ήταν σε θέση να τηγανίσει. Κουβαλούσε μια άλλη μανιάτικη ανατροφή από την δική του οικογένεια. Αυτό σε γενικές γραμμές είναι το περίγραμμα των εικόνων μαγειρικής που είχε αποτυπωθεί στην μνήμη μου. Υπήρχε όμως μια κίνηση της κυρίας Βάσως, που με εξέπληττε πάντα και μου προκαλούσε μεγάλη απορία. Έπρεπε να περάσουν αρκετές δεκαετίες ώστε να τολμήσω να την ρωτήσω και να πάρω την σοφή της απάντηση. Υπήρχαν φορές που αναζητούσε όταν μαγείρευε ή έφτιαχνε ένα σπιτικό γλυκό, να έχει δίπλα της το βιβλίο μαγειρικής που είχε αγοράσει και είχε φυλαγμένο ως φυλαχτό, τυλιγμένο μέσα σε ένα συρτάρι. Το με σκούρο πράσινο εξώφυλλο βιβλίο Μαγειρικής και Ζαχαροπλαστικής του Ελληνικού Σπιτιού της Σοφίας Απ. Σκούρα (καθηγήτριας της οικιακής οικονομίας εις την αρσάκειον παιδαγωγικήν ακαδημίαν ψυχικού και την αρσάκειον σχολήν οικογενειακής και κοινωνικής αγωγής, τέως διευθύντριας οικοκυρικής σχολής Ρόδου): «Η ΝΕΑ ΜΑΓΕΙΡΙΚΗ-ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΙΚΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΣΠΙΤΙΟΥ» ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ. ΔΙΑΙΤΗΤΙΚΗ-ΠΟΤΟΠΟΙΪΑ. ΔΙΑΙΤΟΛΟΓΙΑ (ΜΕΝΟΥ). Όπως είναι ο πλήρης τίτλος του βιβλίου της παλαιάς καθηγήτριας. Το μικρό μυαλουδάκι μου δεν καταλάβαινε, δεν κατανοούσε, πώς μια μαγείρισσα με τέτοια εμπειρία στην πλάτη της, χρειάζονταν όταν ήθελε να μαγειρέψει ειδικά φαγητά ή γλυκά, να ανοίξει τις σελίδες ενός βιβλίου μαγειρικής. Δεν φανταζόμουν πως μια γυναίκα είχε ανάγκη να καταφύγει στις σελίδες ενός βιβλίου μαγειρικής κατά την διάρκεια που προετοίμαζε το σπιτικό φαγητό. Μια απορία που για αρκετά χρόνια στροβίλιζε μέσα στην σκέψη μου και μου προκαλούσε ερωτηματικά, που δεν ξεστόμιζα μπροστά της. Ώσπου μία ημέρα-δεν θυμάμαι τι φαγητό μαγείρευε, τόλμησα δειλά-δειλά να την ρωτήσω, γιατί χρειάζονταν να κοιτάξει τις σελίδες του βιβλίου για να μαγειρέψει; Και εκείνη, με την πείρα της ζωής και των χρόνων της μου έδωσε την σωστή, ορθή και πάντα επίκαιρη σε θέματα μαγειρικής απάντηση: «Κοίταξε να δεις γιωργάκη για να μαθαίνεις. Είναι αδύνατο μια νοικοκυρά να θυμάται απέξω όλα τα φαγητά που έχει φτιάξει στην ζωή της. Τα ανάλογα υλικά και τις αναλογίες τους, τα μπαχαρικά, την ποσότητα λαδιού, τον χρόνο ψησίματος ή μαγειρέματος. Τις σωστές ποσότητες κάθε υλικού κλπ. Η νοικοκυρά του σπιτιού δεν μαγειρεύει τόση μεγάλη ποικιλία φαγητών και ειδών ζαχαροπλαστικής στην ζωή της συχνά. Ή πολλά από αυτά θα τα μαγειρέψει, θα τα φτιάξει καμιά δεκαριά φορές στην ζωή της, που σημαίνει ότι μια μαγείρισσα, δεν μπορεί να τα θυμάται όλα απέξω, είναι αδύνατον. Έτσι αν είναι καλή νοικοκυρά, και όχι πατσατσούλα, θα καταφύγει στο βιβλίο των συνταγών μαγειρικής που έχει σπίτι της. Και αυτό θα κάνει και την επόμενη φορά σε αντίστοιχη περίπτωση». «Κατάλαβες; Γιαυτό αν δεν σου αρέσει το φαγητό που φτιάχνω ή ξινίζεις τα μούτρα σου, σου απαντώ, αν δεν σου αρέσει, να πάς στου Στρατηγόπουλου». Ο Στρατηγόπουλος να σημειώσω, ήταν ένα φημισμένο καλό και καθαρό εστιατόριο στην περιοχή της Νίκαιας επί της 25ης Μαρτίου. Κοντά στο παλαιό τούρκικο χαμάμ, και τον παλαιό ΟΤΕ. Και όλες οι μανάδες έδιναν την ίδια απάντηση- καρμπόν- στα παιδιά τους και ορισμένες και στους άντρες τους, με αγανάκτηση. Έκτοτε, κρυφοκοίταζα και εγώ το βιβλίο και έπλαθα με την φαντασία μου διάφορες εικόνες από φαγητά και γλυκά που έφτιαχνα. Και παρακολουθούσα ιεροκρυφίως, αν εκείνη ακολουθούσε πιστά την συνταγή που έγραφε το βιβλίο. Αλλά που να της το πω.

     Ανήκει στα βιολογικά και πολιτιστικά κληροδοτήματα του ανθρώπινου είδους η τέχνη και τεχνική του φαγητού. Ακόμα και ο έρωτας ακούς να λένε περνάει από το στομάχι. Υπάρχει ένα ωραίο τραγούδι του πειραιώτη συνθέτη Δήμου Μούτση, για την ανθρώπινη γαστέρα. Που συμπληρώνει την λαϊκή ρήση, «νηστικό αρκούδι δεν χορεύει στο ταψί», ή «η άδεια κοιλιά είναι κακός σύμβουλος ζωής». Αιώνες παράδοσης και ανθρώπινης του βίου ιστορίας, τα μικρά παιδιά όπου γης και οικογένειας, ανεξαρτήτου φύλου και φυλής, χρώματος και θρησκείας, οικονομικής κατάστασης ή τάξης, επαγγέλματος, θεωρούν σαν καλύτερη μαγείρισσα του κόσμου την μαμά τους. Και καλύτερα πάντοτε φαγητά τα δικά της. Η μαγειρική της μαμάς εντάσσεται μέσα στα απαραίτητα εφόδια νοικοκυροσύνης που απαιτεί μια πεθερά από την μέλλουσα νύφη της στον γάμο του γιού της, να έχει. Καλό κορίτσι, προκομμένο, νοικοκυρά και καλή μαγείρισσα. Μια σύντροφος οφείλει να συνδυάζει τις συμβουλές νοικοκυροσύνης της μάνας της, της γιαγιάς της, των μεγαλύτερων θηλυκών μελών της οικογενείας της, και να προσπαθήσει, να ταιριάξει τα εφόδια αυτά με τα παραδοσιακά περί μαγειρικών προτιμήσεων και γούστου του άντρα της που φέρει από την δική του οικογένεια και ιδιαίτερα την μαγειρική της μάνας του.  Είναι μια παράδοση αιώνων, μια και από τα μητρικά χέρια όταν αντικρίζουμε για πρώτη φορά την ζωή, αρχίζουμε να γευόμαστε τις ηδονές των τροφών, ωμών ή μαγειρεμένων, να ερχόμαστε σε επαφή με εικόνες και παραστάσεις στρωμένων με φαγητά οικογενειακών ή φιλικών τραπεζιών. Ακόμα και οι πλέον λιτοδίαιτοι, τα άτομα που πρεσβεύουν και ακολουθούν ένα θρησκευτικό δόγμα διατηρούν οικογενειακές παραστάσεις μαγειρικής των παιδικών τους χρόνων. Μιλάμε για αγιορείτικη μαγειρική. (οι απόγονοι του αδαμ και της εύας, δεν την έβγαλαν τόσους αιώνες ζωής με μόνο ένα μήλο;). Μυρωδιές, γεύσεις, εικόνες, αφές τροφίμων, οσμές, πρακτικές μαγειρικής, διατροφικές συνήθειες, ξυσίματα και ξεφλουδίσματα ζαρζαβατικών, παρασκευές φαγητών, λίστες της ημέρας, διαιτολόγια, ειδικά φαγητά για περιόδους νηστείας ή αρρώστιας, συνδυασμοί υλικών και τροφών που αναλογούν στις διατροφικές μας συνήθειες, συνταγές, εκτελέσεις, μαγειρικές δεξιότητες, επαναλαμβανόμενες δίχως σταματημό, με την ίδια πάντα κούραση και ευχαρίστηση, αγωνία και ατομικές αντοχές. Με δυό λόγια, ένα καλομαγειρεμένο φαγητό, ένα λαχταριστό γλύκισμα σαν επιδόρπιο πάνω στο τραπέζι με την νοστιμιά του, τα θρεπτικά του στοιχεία, την συνολική εικόνα του, είναι πρόκληση για προσωπική ή ομαδική επικοινωνία και αφορμή, για φιλικές σχέσεις και επαφές μεταξύ των ανθρώπων. Ένας καλός μάγειρας ή μαγείρισσα είναι ένας στην ουσία, «προξενητής» ανθρωπίνων σχέσεων. Είναι χωρίς υπερβολή ένας αληθινός ποιητής. Η αναγκαία γέφυρα επικοινωνίας μεταξύ δύο άγνωστων υπάρξεων. Οι επαγγελματικές και εμπορικές συμφωνίες συνήθως κλείνονται μετά ή κατά την διάρκεια ενός καλού γεύματος, ενός πλούσιου τραπεζιού μεταξύ των δύο ετέρων. Η έβδομη τέχνη, ιδιαίτερα η ιταλική, μας έχει προσφέρει προϊόντα της που κατακλύζονται από πλάνα και εικόνες πλούσιων φαγητών και μαγειρικής τέχνης. Γνωστά τα Ρωμαϊκά Λουκούλλεια τραπέζια και οι τάβλες της ελληνικής και ρωμαϊκής αρχαιότητας. Βλέπε ταινίες του Φεντερίκου Φελλίνι. Η μαγειρική-σαν ανθρώπινη τέχνη- έχει τους δικούς της κανόνες και εθιμοτυπία,  τρόπους συμπεριφοράς των ανθρώπων που την υπηρετούν, που σερβίρουν τα πιάτα, που ετοιμάζουν το τραπέζι. Αυτό διδάσκει η ιστορία της ανθρωπότητας και της μαγειρικής. Τα προϊόντα της φύσης που επιλέγουμε να επεξεργαστούμε, να γευτούμε, να μαγειρέψουμε, απαιτούν τον ανάλογο από εμάς σεβασμό και προσοχή. Αυτά προσθέτουν την συνέχεια του χρόνου της ζωής μας, καθορίζουν την αισθητική μας εικόνα, προσδιορίζουν τους βαθμούς υγείας που έχουμε. Διατηρούν τις αναλογίες των σωματικών μας κιλών. Κάθε επιθυμία να μπούμε στην κουζίνα και να μαγειρέψουμε, αποτελεί και μια νέα κάθε φορά έκπληξη για εμάς. Τα πρόσωπα που προετοιμάζουν και ετοιμάζουν το φαγητό. Για εμάς που θα γευθούμε των εκείνων μικρά γευστικά θαύματα όρασης, γεύσεων, όσφρησης, οσμών, σωματικής επαφής. Ποια θα ήταν η ποιότητα του πολιτισμού μας, της ανθρώπινης εξέλιξης δίχως την τέχνη της μαγειρικής;

            Παρακολουθώντας διάφορες εκπομπές μαγειρικής στην τηλεόραση, (και ένα σήριαλ στην δημόσια τηλεόραση) σε αφήνει άφωνο η άνεση και η ευκολία με την οποία οι διάφοροι σεφ ή παρουσιαστές μας μιλούν και συμπεριφέρονται απέναντι σε άλλους σεφ ή μαθητευόμενους σχολών μαγειρικής. Μας δείχνουν μια εικόνα προφητών της μαγειρικής, πέρα από τοπικές συνήθειες, αντοχές στομαχιών, παραδοσιακές γευστικές συνήθειες, μαγειρικές εντοπιότητας, οικογενειακές συνήθειες. Ξέρουν τα πάντα, χρησιμοποιούν όλα τα υλικά για τα πάντα στην επιθυμία τους να μας δείξουν πόσο ευρηματική είναι η μαγειρική τους. Ή κάνω λάθος;  Θα τολμούσα να σημείωνα-αν δεν κάνω λάθος-ακόμα και απέναντι στα υλικά μαγειρικής που έχουν πάνω στο τραπέζι μας τα παρουσιάζουν και μας τα προτείνουν με έλλειψη σεβασμού στα υλικά, στον μαγειρικό αχταρμά τους. Πολυέξοδες συνταγές, χρονοβόρες, κουραστικές, υλικά ετερόκλητα και όχι (πάντα!!) ταιριαστά μεταξύ τους, στην εκτέλεση του φαγητού, από διάφορες ηπείρους, με εντελώς διαφορετικές και ξένες προς εμάς διατροφικές συνήθειες και προϊόντα. (Αντζούγιες με φέτες ανανά. Καρύδες με φέτες σούσι κλπ.) Μπαχαρικά που αναιρούν οι ιδιότητές τους το ένα το άλλο. Μαζί γλυκές με ξινές γεύσεις. Μείξεις τσιγαρισμένων με ωμά υλικά. Γαλακτερές ουσίες με λαδερές μαζί. Αναλογίες που δεν στηρίζονται σε μια έστω υποτυπώδη ενός μπολ ή ποτηριού μεζούρα αλλά στο μάτι ή τα δάχτυλα του ατόμου που μαγειρεύει. Λαβυρινθώδεις συνταγές που θα σε βαρυστομαχιάσουν αν φαγωθούν, θα σου φέρουν καούρα για το υπόλοιπο διάστημα της μέρας αν φαγωθούν. Επιλογές φαγητών εμπλουτισμένα σε υπερβολικό βαθμό, τεχνικές μαγειρικής φαγητών που προτείνονται όχι από την παραδοσιακή περί μαγειρικής τέχνη των ακροατών ή τηλεθεατών που παρακολουθούν τις εκπομπές, της ελληνικής παραδοσιακής μαγειρικής αλλά, από την μάρκα προϊόντος που επιλέγει ο μάγειρας να μας δείξει που χρησιμοποιεί στην συνταγή του, την μαγειρική που δοκίμασε σε ταξίδι τους στο εξωτερικό και σε εξωτικά μέρη. Μια θα έγραφα, χολιγουντιανή πρόταση μαγειρικής. Ακούς και βλέπεις να προτείνονται συνταγές που δεν ταιριάζουν στην μεσογειακή παραδοσιακή μας διατροφή. Ένας αχταρμάς γεύσεων, οσμών, αναλογιών, ποσοτήτων, μυρουδιών, τροφίμων που χρειάζονται διαφορετικό χρόνο επεξεργασίας, μαγειρέματος στο τσουκάλι, τσιγαρίσματος στο τηγάνι, ψησίματος στο φούρνο, για να μας δώσουν τις θρεφτικές ουσίες και τα συστατικά τους. Ξενόφερτες συνήθειες μαγειρικής ή «φαντεζί» εικόνες κουζινών, πιάτων, αχαμνές μερίδες φαγητού, σβησίματα με κρασιά που δεν ευδοκιμούν στην χώρα από όπου καλλιεργούνται τα προϊόντα μαγειρικής. Αντί δηλαδή να σε οδηγούν τα τρόφιμα, επιβάλλεις πάνω σε αυτά το τι εσύ θέλεις να δείξεις προς εντυπωσιασμό αλλά μάλλον όχι προς φαγητό. Και κανείς και καμία από τους συμμετέχοντες δεν έχω ακούσει να πει ότι «τέτοια φαγητά δεν έχουμε συνηθίσει να μαγειρεύομαι, δεν είχαμε μάθει να τρώμε στο σπίτι μας».

     Ίσως κάνω λάθος στις παραπάνω διαπιστώσεις μου, μπορεί όπως άλλαξε ο τρόπος ζωής των ελλήνων και ελληνίδων να άλλαξαν και οι διατροφικές τους συνήθειες. Μπορεί οι σύγχρονοι έλληνες να βαρέθηκαν την υγιεινή και ισορροπημένη διατροφή που είχαν συνηθίσει στα σπίτια τους. Την μεσογειακή. Οι γρήγοροι ρυθμοί ζωής των ανθρώπων, τα εξοντωτικά ωράρια εργασίας τους, ο διαφημιστικός καταιγισμός των μέσων ενημέρωσης, η τηλεοπτική προβολή του άλφα προϊόντος έναντι του βήτα, να επηρέασαν ανεπιστρεπτή και δραματικά τις διατροφικές μας συνήθειες και επιλογές. Αλλά αναρωτιέσαι, πόσα από τα είδη αυτών των φαγητών που διαφημίζουν στην τηλεόραση είναι διατεθειμένοι να φτιάξουν στην κουζίνα τους οι σύγχρονοι έλληνες, εμείς που δεν γνωρίζουμε να μαγειρέψουμε μια απλή καρμπονάρα και προτιμάμε να παραγγείλουμε απέξω καυστικές γεύσεις φαγητών της νοτίου αμερικής ή της άπω ανατολής;

     Έτσι θυμήθηκα ορισμένους ποιητικούς στίχους του αθηναιογράφου Δημητρίου Γρ. Καμπούρογλου που σε ποίημά του έγραψε ότι του «αρέσουν τα κορίτσια και τα παστίτσια» και του το «κόλλησαν» οι δημοσιογράφοι και οι νέοι και οι νέες της εποχής, και τον «κούρντιζαν» στις συναντήσεις τους. Στο μακροσκελές ποίημά του «ΤΟ ΟΝΕΙΡΟΝ ΜΟΥ» υπάρχει ένα τετράστιχό του: «Μπαίνω στην άλλη κάμαρα…/ ένα σωρό κορίτσια,/ βαστούσαν εις τα χέρια τους,/ τι σβίγκους, τι παστίτσια,…». Μεταφέρω δύο ποιητικές του συνθέσεις που αναφέρονται στην μαγειρική και τα γλυκίσματα, σαν συμπλήρωμα με τα Περιεχόμενα του παλαιού βιβλίου μαγειρικής και ζαχαροπλαστικής της Σοφίας Απ. Σκούρας. Ένα βιβλίο υποδειγματικό στην σύλληψή του, επίκαιρο και χρήσιμο ακόμα και σήμερα, με τις εξαιρετικές μαγειρικές διδαχές της συγγραφέως. Μεθοδικό  στην γραφή του. οργανωμένο στην ύλη του, πλούσιο στην έκθεση των διαφόρων συνταγών του, στον τρόπο μαγειρικής του φαγητού, των ποτών που τα συνοδεύουν, τον τρόπο σερβιρίσματός τους. Με προτροπή προμήθειας αυστηρώς απαραίτητων και μόνο υλικών μαγειρικής και ζαχαροπλαστικής, γνώριμων στην ελληνίδα μαγείρισσα ή έλληνα μάγειρα, οικείες γεύσεις και εικόνες,  τρόποι μαγειρέματος στους έλληνες και ελληνίδες. Τα πάντα γύρω από την μαγειρική υπάρχουν στο βιβλίο της Σοφίας Απ. Σκούρα. Από τα προϊόντα της ελληνικής γης, μέχρι τους τρόπους καλής συμπεριφοράς και σερβιρίσματος, στρώσιμο του τραπεζιού, κατηγορίες φαγητών ανάλογα με τις εποχές του χρόνου. Φαγητά και μαγειρικές για τις εορταστικές περιόδους, για διάφορες του ανθρώπου ηλικίες. Ξεφυλλίζοντας τις σελίδες του βιβλίου θα απολαύσουμε την ποικιλία και τον πλούτο της ελληνικής μαγειρικής και ζαχαροπλαστικής τέχνης, των θρεπτικών προϊόντων που παράγει η ελληνικής γη και ύπαιθρος. Θα χορτάσουμε και μόνο διαβάζοντας τις προτεινόμενες συνταγές της Σκούρα. Υιοθετώντας τις πατροπαράδοτες και δοκιμασμένες παλαιές οδηγίες της, το φαγητό μας θα είναι σχετικά οικονομικό, και το κυριότερο, θα είναι βρίσκεται μέσα στο ιστορικά παραδοσιακό πλαίσιο της μεσογειακής διατροφής μας που γνωρίζει ο οργανισμός μας να διαχειρίζεται καλύτερα, έχει μάθει να το αποδέχεται χωρίς παρενέργειες, ρυθμίζοντας τις όποιες μικροατέλειες της μαγειρικής του, αποδεχόμενος τα υλικά με το οποίο είναι φτιαγμένο. Και ζητώντας ξανά, να το γευτεί.

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

1., Εισαγωγή

2., Κοινωνική Συμπεριφορά

-Πως θα στρώσετε το καθημερινό σας τραπέζι

-Πώς θα στρώσετε το τραπέζι σας για ένα επίσημο γεύμα

-Τραπέζι μπουφές

-Πώς γίνεται η πρόσκληση σε γεύμα. Πώς θα τοποθετήσετε  τους καλεσμένους σας στο τραπέζι

-Πώς πρέπει να συμπεριφέρεστε στο τραπέζι

-Συμπεριφορά οικοδεσποίνης

-Συμπεριφορά καλεσμένου

-Πώς σερβίρονται και πώς τρώγονται τα διάφορα φαγητά και φρούτα

-Πώς θα προετοιμάσετε και θα σερβίρεται το τσάϊ

3., Γενικές οδηγίες εργασίας

4., Τι πρέπει νάχη μια καλή νοικοκυρά

5., Μέτρα και μέτρημα

6., ΜΑΓΕΙΡΙΚΗ

7., ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΙΚΗ

8., ΔΙΑΙΤΟΓΙΑ

-Εβδομαδιαία οικογενειακά διαιτολόγια

-Μενού για επίσημα γεύματα

-Χριστουγεννιάτικο οικογενειακό γεύμα

-Αποκρηάτικο γεύμα

-Πασχαλιάτικο γεύμα

-Εκδρομικά γεύματα

-Καθαράς Δευτέρας

-Τραπέζι- Μπουφές

-Τι μπορείτε να προσφέρετε τον χειμώνα

-Τι μπορείτε να προσφέρετε την άνοιξη

-Τι μπορείτε να προσφέρετε το καλοκαίρι

-Πιάτο

-Πιάτο για το χειμώνα

-Πιάτο για την άνοιξη

-Πιάτο για το καλοκαίρι

-Παιδικό πάρτυ

-Πάρτυ για νέους

-Γενέθλια παιδιών

9., Ποσοτολόγιον κατ’ άτομον

          10 ΠΙΝΑΚΕΣ

α) Για τις ανάγκες του οργανισμού σε λεύκωμα και θερμίδες

β) Για την περιεκτικότητα των διαφόρων τροφίμων

ΑΛΦΑΒΗΤΙΚΟΝ  ΕΥΡΕΤΗΡΙΟΝ  ΜΑΓΕΙΡΙΚΗΣ

ΑΛΦΑΒΗΤΙΚΟΝ  ΕΥΡΕΤΗΡΙΟΝ  ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΙΚΗΣ


           ΕΡΩΣ  ΚΑΙ ΓΛΥΚΥΣΜΑΤΑ


Δεν θέλω χρήματα,

δεν θέλω πλούτο,

είναι μια ψώρα

ελεεινή’

όσο την ξύνεις

την οργισμένη,

τόσο σε τρώει

τόσο πονεί.

--

Δεν είν’ καλλίτερα

να λειπ’ η ψώρα

και η φαγούρα

μ’ αυτήν μαζί;

Δεν είν’ ωραία

κανείς να έχη,

όσα αρκούνε

διά να ζή;

--

Δεν έχω αδελφές

για να πανδρέψω,

έχω δυό γάτες,

αλλά γι’ αυτές

δεν θα φροντίσω,

-ώ! να μου ζήσουν-

ευρίσκουν άνδρα

και μοναχές.

--

Δεν θέλω άλογα,

έχω ποδάργια,

αυτά μ’ αρκούνε,

είναι γερά,

και δεν φοβούμαι

να μου τσακίσουν

την κεφαλήν μου

καμμιά φορά.

--

Δυό μόνον αγαπώ

σ’ αυτόν τον κόσμο

έρωτα, φίλοι

μου, και γλυκά,

γι’ αυτά θα ζήσω,

γι’ αυτά πεθαίνω,

τ’ άλλα για μένα

μηδενικά.

--

Τον έρωτα αγαπώ,

όχι το γάμο,

γλύκυσμα θέλω

όχι κρασί,

π’ άμα το πίνεις

φαίνετ’ ωραίο,

και το πιστεύεις

τότε και σύ.

--

Μια ώρα πέρασε,

-πανάθεμά το!-

σε κάνει, φίλε

μου, και χτυπάς

την κεφαλή σου

τοίχο σε τοίχο,

και σε γελούνε

όπου κι’ αν πάς.

--

Αλλά το γλύκυσμα

αλλά ο έρως,

πάντα ωραία

πάντα γλυκά΄

                                   

γι’ αυτά θα ζήσω,

γι’ αυτά πεθαίνω,

τ’ άλλα για μένα

μηδενικά.

 

-------------


                          ΤΟΥΡΤΑΣ    ΕΓΚΩΜΙΟΝ

Όταν νοιώθω τρείς δεκάρες

μεσ’ στη τσέπη μου να τρίζουν,

να χτυπούν να κουδουνίζουν,

πόσον είμαι ευτυχής!

--

Τότε λέγω, Έλλην είμαι

και ακόμη περιμένω;

Ή εγώ στον τάφο μπαίνω,

ή σύ τούρτα να χαθής.

--

-Έ, παιδί μου, φέρε τούρτα,

μα κομμάτι δά μεγάλη,

όχι, όχι αυτή, την άλλη,

έλα δα καϋμεν’ ευθύς!! 

--

Λοιπόν ήλθες; Ήλθες τούρτα;

Το λευκό σου προσωπάκι,

το αφράτο μαγουλάκι,

άφησέ με ν’ ασπασθώ.

--

Έ! καλή ψυχή να έχης

χαϊδεμένη μου τουρτίτσα,

σύ δεν μοιάζεις τα κορίτσια,

όσο θέλω σε φιλώ.

--

Δεν παραπονιέσαι διόλου,

ούτε πώς δεν θέλεις κάνεις,

μόν’ την όψι σου πώς χάνεις.

την ωραία την καλή.

--

Μπά! Τι έπαθες! Εχάθης;

μή απ’ τα πολλά φιλιά μου

μπήκες μέσα στην κοιλιά μου;

Ώρα σου λοιπόν καλή!

--

Σύ εχάθηκες, εγ’ όμως

είμαι ευχαριστημένος,

είμαι καταγλυκασμένος,

πόσον είμαι ευτυχής!

--

Ένας τούρταρος μεγάλος,

το Πεντελικό αν γίνη,

-όποιος αγαπά ας μείνη-

μεσ’ σε μιά σπηλιά τ’ ευθύς,

--

θα κλεισθώ ενόσω ζήσω,

την ψυχούλα μου να σώσω,

απ’ τον κόσμο να γλυτώσω,

και θα γίνω ασκητής!..

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΓΡ. ΚΑΜΠΟΥΡΟΓΛΟΥ, «Η Φωνή της καρδιάς μου» Αθήναι 1873

         Δ.  ΚΑΜΠΟΥΡΟΓΛΟΥΣ

     Η ηλικία του: Έχει περάσει τα εβδομήντα. Η καρδιά του Νεανική. Δεν έχει αφήσει αγύριστη ούτε μια γωνιά της Αττικής και κανένα δρομάκι της παληάς Αθήνας δεν έμεινε χωρίς να το περιγράψη. Η ζωή του υπόδειγμα αγάπης και  καλωσύνης. Αγάπησε την ιστορία του τόπου του και φάνηκε πάντα καλός σ’ όσους εγνώρισε. Απλός άνθρωπος δεν καμαρώνει με τους τίτλους του και τις τιμές που τον εφόρτωσαν. Έτσι και σήμερα ο πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών κ. Δημήτριος Καμπούρογλους ακούει μ’ ευχαρίστησι να τον καλούν «μπάρμπα-Δημητράκη», όπως, όταν ήταν παιδί, τον εφώναζαν «Δημητράκη».

     Ο κ. Καμπούρογλους, γεννήθηκε στο σπίτι του Ρήγα Παλαμήδη,-εκεί που είναι σήμερα το ξενοδοχείο της «Μεγάλης Βρεττανίας»-στο ίδιο δωμάτιο που πέθανε ο Πετρόμπεης. Η μέρα εκείνη έμεινε ιστορική, γιατί από την τρομακτική θύελλα που έκανε, έπεσε η περίφημη κολώνα του ναού του Ολυμπίου Διός.

     Τα παιδικά του χρόνια ο κ. Καμπούρογλους τα πέρασε στην Πλάκα, σ’ ένα σπίτι της οδού Κυδαθηναίων. Μάθαινε από την μητέρα του, που ήταν αστείρευτη πηγή λαογραφικού υλικού, ωραία παραμύθια, χωρίς να σημειώνη την ίδια επίδοσι και στα μαθήματά του. Στην πρώτη, δευτέρα και τρίτη τάξι του Γυμνασίου ήτανε μέτριος μαθητής. Στην τετάρτη τάξι όμως έγινε μιά απροσδόκητος αλλαγή. Ο «Δημητράκης» απεστήθιζε με χαρά τους κλασσικούς ποιητάς και  ο καθηγητής του Βουκίδης τον έβαζε να φτειάχνη στον πίνακα επιγράμματα αρχαία.

     Κάποια μέρα ο καθηγητής που είχεν αντιληφθή το εξαιρετικό ταλέντο του νεαρού μαθητού, τον ρώτησε.

-Δικά σου ποιήματα δεν μπορείς να κάμης;

-Μπορώ! Απεκρίθη ο Καμπούρογλους. Μόνο, ενώ στη μουσική μου αρέσουν τα μελαγχολικά κομμάτια, στην ποίησι, προτιμώ τους κωμικούς στίχους.

-Τότε να γράψης κωμικούς!

Και ο μαθητής άρχιζε να εφαρμόζη την συμβουλή του δασκάλου.

      Ήτανε τότε η βασιλεία του ρωμαντισμού. Η «μόδα», είχε έρθει απ’ έξω. Ο Αχιλλεύς Παράσχος, ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, ο Βαλαωρίτης, ο Βασιλειάδης και άλλοι δεν έγραφαν παρά έμμετρες θρηνωδίες.

     Ο κόσμος άρχισε να πλήττη και να ζητάη κάτι νέο. Οι κριτές του Βουτσιναίου διαγωνισμού απέρριψαν τα έργα γνωστών ποιητών και εβράβευσαν μια συλλογή που είχε τον τίτλο: «Η Φωνή της Καρδιάς μου». Ο ποιητής εχαρακτηρίσθη ως «Ανακρέων και Χριστόπουλος των ζαχαροπλαστείων». Ο «Δημητράκης» που βρισκότανε στην αίθουσα άκουσε με έκπληξι να φωνάζουν τ’ όνομά του. Είχε δώσει στον καθηγητή του την ποιητική συλλογή που εζήτησε, χωρίς να φαντασθή ότι εκείνος θα την έστελνε στο διαγωνισμό. Αλλά και η κατάπληξις των κριτικών και του κόσμου ήταν μεγάλη, όταν είδαν τον μικροσκοπικό ποιητή. Σηκωτό, με το δάφνινο στεφάνι στο κεφάλι, οι φίλοι του τον επήγαν σπίτι του.

      Την άλλη μέρα άρχισε άγριος πόλεμος εναντίον του βραβευθέντος. Του επιτέθηκαν όλοι οι απορριφθέντες. Άρχισαν να παρωδούν τα ποιήματα της συλλογής. Η «Φωνή της καρδιάς μου» έγινε «Φωνή της κοιλιάς μου». Και τούτο γιατί στο βιβλίο του ο ποιητής υμνούσε δυό κυρίως πράγματα. «Τα κορίτσια και τα παστίτσια».

     Ο Καμπούρογλους και οι φίλοι του δεν έμειναν με τα χέρια σταυρωμένα. Έγραψαν αρκετές παρωδίες κι’ εσατύριζαν τα ποιήματα των αντιπάλων. Ο ίδιος μάλιστα ο Καμπούρογλους έγραψεν ένα έργο πολυσέλιδο, τον «εξόριστο διάβολο», με υπόθεσι αρκετά πρωτότυπη. Ένας διάβολος καταδικαζότανε να περάση 6 μήνες στην Ελλάδα. Έπεσε στο καμπαναριό της Ρωσσικής εκκλησίας και βρέθηκε σε λίγο στου Ζαχαράτου, όπου και εγνωρίστηκε μ’ έναν Άγγλο περιηγητή. Αργότερα έγινε μέλος του «Παρνασσού». Σε μια συγκέντρωσι  εδιάβασε τα ποιήματα-γιατί ήταν και… ποιητής-που είχε φτειάξει και που δεν ήσαν παρά σάτυρες του Παράσχου, Βασιλειάδου, Βαλαωρίτη κ. ά.

     Ο κ. Καμπούρογλους, μιμούμενος την τεχνοτροπία και το «γούστο» του Παράσχου, έγραψε:

                Το κάλλος δεν το αγαπώ

                Δεν αγαπώ το κάλλος,

                Οπόταν είνε υγιές

                Οπόταν έχει υγείαν.

                Πάς άλλος ας το αγαπά

                Άς τ’ αγαπά πάς άλλος

                Τ’ αηδιάζω εντελώς

                Μοί φέρει αηδίαν.

Να και μιά παρωδία του Βασιλειάδη:

                Όταν προβάλλ’ εις το βουνόν η συμπαθής σελήνη

                Κι’ όταν ο Φοίβος γαυριών χροιάν και φώς αφήνει

                Κι’ όταν η φύσις ζωφερά καθίστατ’ εις ερήμους

                Ποθώ να είμαι βυθισθείς, εις ρεμβασμούς πενθίμους

                Τι είμαι μη γνωρίζων,

                Μ’ όλα τα όντα και εγώ ιστάμενος, γυρίζων,

                Χάσκων, θαυμάζω και φωνώ:

                ‘Ω, ώ, ώ, ώ, ώ,ώ!

Ο «πόλεμος» εκράτησε καιρό ως που στο τέλος οι αντίπαλοι αναγκάστηκαν να καταθέσουν τα όπλα.

     Το πρώτο διήγημα σε αγνή δημοτική το έγραψεν ο κ. Καμπούρογλους. Φέρει τον τίτλο: «Ο τρελλός  Βασιληάς της Αθήνας» και τυπώθηκε το 1884. Την δημοτική ο συγγραφέας την αγάπησε και την έμαθε από τη μητέρα του που έβγαλε τα «Αθηναϊκά Παραμύθια». Η γλώσσα του όμως δεν μοιάζει με την δημοτική των άλλων.

-Εγώ-μας είπε-δεν γράφω καθαρεύουσα με μάσκα, όπως κάνουν πολλοί και την παρουσιάζουν ως δημοτική. Στη γνήσια δημοτική, η γλώσσα προηγείται της γραμματικής.

     Το 1892, ο κ. Καμπούρογλους, έδωσε κι’ επαίχθηκεν ένα του δράμα: «Η Νεράϊδα του Κάστρου». Κι’ αυτό ήταν γραμμένο στη δημοτική των «Αθηναϊκών Παραμυθιών». Η γλώσσα του εξάφνιασε. Κάποιος μάλιστα λόγιος είπε:

-Όλα καλά, αλλά δεν ξέρει γράμματα ο καϋμένος ο Καμπούρογλους!

     Η δημοτική των «Παραμυθιών» δεν είναι μόνο η γλώσσα που μεταχειρίζεται ο κ. Καμπούρογλους. Τα ιστορικά του συγγράμματα τα γράφει στην καθαρεύουσα. Κι’ αυτή είνε η γλώσσα πού, κατά τη γνώμη του, πρέπει να γράφωνται οι επιστημονικές μελέτες.

     Κύριο χαρακτηριστικό του εκλεκτού λογοτέχνου και ιστοριοδίφου είναι το ανεξάντλητο χιούμορ του. Όταν γράφη και όταν μιλάη, έχει μια δροσιά και συναρπάζει. Ετυμόλογος όσο λίγοι. Αυτό δά το έδειξεν από νέος.

      Είχε τυπώσει τη «Φωνή της Καρδιάς μου». Ένα βράδυ Αποκρηάς βρέθηκε στο σπίτι του μακαρίτη Ηλιοπούλου. Ξαφνικά μπήκε μιά παρέα από μασκαράδες. Τον επλησιάσε μιά νέα από τη συντροφιά και τον ρώτησε.

-Εσείς είστε ο ποιητής που γράφετε για «τα κορίτσια και τα παστίτσα»;

-Μάλιστα!

-Και τι προτιμάτε: Τα κορίτσα ή τα παστίτσα;

-Κατά τα κορίτσα και κατά τα παστίτσα.

-Εμένα ή ένα παστίτσο;

-Ένα παστίτσο!

Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε μιά φωνή:

-Την έπαθες Φρόσω!

Όλοι έσκασαν στα γέλια και πρώτη-πρώτη η Φρόσω Βυζαντίου

     Δυνατό ταλέντο ο κ. Καμπούρογλους έδειξε και στη μουσική. Χωρίς να έχη σπουδάσει αρμονία, ετόνισε τον ύμνο των Ολυμπιακών αγώνων. Και η σύνθεσίς του επήρε το τρίτο βραβείο.

      Τώρα ο πρόεδρος της Ακαδημίας μας κατοικεί στη διασταύρωση των οδών Αχαρνών και Μακεδονίας μαζύ με την γυναίκα του, τις δύο κόρες του, τον γυιό του και τον μικρό εγγονό του. Σωστός «πάτερ φαμίλιας». Στο γραφείο του, με τις εικόνες των αγαπημένων του προγόνων και τις παληές Αθηναϊκές συνοικίες, τους όγκους των βιβλίων και των ανέκδοτων χειρογράφων, όλοι είναι καλοπρόσδεκτοι: Ο κ. Καμπούρογλους, κοντός και κατάλευκος δεν αφήνει κανένα να φύγη δυσαρεστημένος. Κι’ είναι απίστευτο να βλέπη κανείς άνθρωπο στην ηλικία του να μην έχη ούτε ίχνος νεύρων. Ζή όπως και πρίν και του αρέσουν ακόμα τα παστίτσα και τα…. Κορίτσα. Κοιμάται πολύ ενωρίς, στις 9 είναι στο κρεββάτι και σηκώνεται «την ώρα που ο Ξενόπουλος πηγαίνει να κοιμηθή», δηλαδή στις 4 το πρωί. Μακρυνούς περιπάτους τώρα δεν κάνει συχνά. Οι αγαπημένες του εξοχές σχεδόν τον έχουν χάσει.

-Επέθαναν, οι περισσότεροι φίλοι μου! λέγει. Δυό-τρείς μένουν ακόμα. Όταν πάω στις εξοχές, που κι’ αυτές τώρα έχουν αλλάξει στο χειρότερο, τους θυμάμαι και με πιάνει μεγάλη λύπη.

     Η κουβέντα γυρίζει στον εορτασμό της εβδομηκονταετηρίδος του. Είνε ευχαριστημένος για την τιμή που του έκαμαν.

-Μόνο-παρατηρεί-ότι ο εορτασμός είχε και τα κακά του. Πολλοί νομίζουν ότι μαζύ με τη δόξα απέκτησα και χρήματα. Και μου ζητούν επιχορηγήσεις για τα βιβλία που θα βγάλουν. Άλλοι πάλι μου ζητούν συνταγές μακροβιότητος. Σ’ αυτούς θα μπορούσα ν’ απαντήσω ως εξής:

      «Αγαπητοί μου. Δεν είμαι μακρόβιος αλλά υγιής, ίσαμε την ώρα. Αντί οδηγιών μακροβιότητος, σας δίνω την παρακάτω οδηγίαν υγιεινής: «Να πεισθήτε ότι δεν είσθε άρρωστοι και να κάνετε ό,τι σας αρέσει».

     Και ο κ. Καμπούρογλους γελά με την καρδιά του…

-Αυτό είνε το μυστικό! Ας ακολουθήσουν όλοι την συνταγή μου φθάνει να μη κάνουν τρέλλες, κι’ η υγεία των θα βελτιωθή.

-Ποιά είνε η γνώμη σας για τους νέους;

-Πιστεύω στα νειάτα. Στους νέους τρέφω εξαιρετική αγάπη. Είμαι πάντα φίλος των!

          -Αλλά μήπως και οι νέοι ζητάνε τίποτε περισσότερο από την αγάπη του σεβαστού των φίλου;

ΓΕΩΡΓΙΟΣ  ΔΗΜΑΚΟΣ, Οι Εξέχοντες Έλληνες (Απ’ την καλή και την ανάποδη), Εβδομαδιαία Παγκόσμιος Φιλολογική Εγκυκλοπαίδεια. Κυριακή 1/7/1924, σελίδες 28-32.

    Η ευγενική πίκρα μιας ολόκληρης ζωής

 Γιατί η Τέχνη στον τόπο μας ευδοκιμεί ως ερασιτεχνία. Η επιδρομή του τσιμέντου και του σιδηροπαγούς σκυροδέματος εις την…. ποίησιν! Αθηναϊσμός και τοπικισμός. Ατμόσφαιρα μας λείπει και πως θα αναδημιουργηθεί;

      Ο κ. Καμπούρογλου ζει γεράματα θαλερά. Θα ήταν άδικο όμως να νομίση κανείς, πώς διατηρεί την τεχνητή θαλερότητα του γεροντοπαλίκαρου, που ζητάει να κρύψη τα χρόνια του. Ο κ. Καμπούρογλου έχει τη θαλερότητα των γηρατιών, που δεν κρύβει, αλλ’ ομολογεί τα χρόνια κ’ επιβάλλεται αγαθά στον άνθρωπο. Και σκέφτεται κανείς το άδικο που γίνεται στους νέους μας, ακόμη και στους άνδρες, που σιγά-σιγά, κάτω από το θηλυπρεπή νεανισμό, πάει να λείψη ο γέρος από τη ζωή μας. Μπορεί νάσαι μεγαλοφυϊα. Όταν όμως άξαφνα βρεθής στα γεράματα, απορείς που υπάρχουν, γιατί προηγουμένως, κι αν το είχες σκεφθή, δεν το είχες μελετήσει και δεν είχες λογαριάσει την πραγματικότητα που έχουν απέναντί σου τα γεράματα. Το θέαμά τους σου διδάσκει την ύπαρξη μιας σοφίας, που δεν μπορείς να την υπερπηδήσης, με τη μεγαλοφυϊα σου.

     Ο κ. Καμπούρογλου, έχοντας υπ’ όψιν του αυτή την έρευνα, μας είπε:

-Στη Χώρα μας, το μεγάλο, το τραγικό εμπόδιο της τέχνης είνε τούτο: Ο άνθρωπος δεν μπορεί να ζήση ως καλλιτέχνης, εκτός αν εμφανισθή κανείς με αναμφισβήτητη υπεροχή, υπεροχή που θα επιβληθή κι αυτή εκ των έξω προς τα έσω. Γενικά το αδύνατον της συντηρήσεώς του καλλιτέχνου από το έργο του πρέπει ν’ αποδοθή, εις το ότι ο τόπος μας είνε μικρός, το αναγνωστικό κοινό περιορισμένο και οι ολίγοι-οι πλούσιοι-δεν προσφέρονται να βοηθήσουν, να υποστηρίξουν τους ολίγους της τέχνης. Δι’ αυτό και η τέχνη στην Ελλάδα ευδοκιμεί ως ερασιτεχνία. Φροντίζει κανείς προηγουμένως να εξεύρη ένα βιοποριστικό επάγγελμα και κατόπιν επιδίδεται ερασιτεχνικά στην καλλιτεχνία. Όσοι έχουν μόνον την τέχνη τους για να ζήσουν, υποφέρουν, παλεύουν σκληρά και υφίστανται απιστεύτους στερήσεις. Κατόπιν αυτών είνε φυσικό πολλοί ν’ απογοητεύονται και να μην επιμένουν στην άχαρη ζωή της τέχνης. Και αποθαυμάζω τον Παλαμά, το Λαυράγκα και το Ροϊλό, που με την επιμονή τους ο ένας στην ποίησι, ο άλλος στη μουσική κι ο τελευταίος στη ζωγραφική και με την καρτερία τους, την υπομονή τους στη δυσκολία της ζωής, κατόρθωσαν στο τέλος να υψωθούν και να επιβληθούν. Το Ροϊλό δεν τον έχομε ακόμη εκτιμήσει όσο πρέπει. Οι πινακές του, αι στρατιωτικαί σκηναί, ο Πατριάρχης και οι περί των Σουρή ποιηταί θα αναγνωρισθούν γενικώς ως μεγάλα έργα.

     Ύστερα ο κ. Καμπούρογλου αναφέρεται στην ποιότητα της Νεοελληνικής Τέχνης

-Προκειμένου να ομιλήσω για τη Νεοελληνική Τέχνη, εξαιρώ κατ’ αρχήν την Αρχιτεκτονική που δεν υπάρχει πια με τους όγκους του τσιμέντου της, που, εκτός των άλλων βασάνων, τα οποία δημιουργεί διά τους σημερινούς κατοίκους, στερεί και από τους απογόνους την ικανοποίησι να κλαύσουν αύριον επί ερειπίων. Τα σημερινά σπίτια δεν πρόκειται ποτέ να ερειπωθούν, απλώς θα ξεχαρβαλωθούν. Και ούτε κουκουβάγια θα τα επισκεφθή, ούτε νυχτερίδα. Δυστυχώς η αντίληψι της Αρχιτεκτονικής εξηπλώθη στη ζωγραφική και στην ποίησι. Όλα, πίνακες και τραγούδια, κατασκευάζονται από τσιμέντο και σιδηράς ράβδους. Διότι, το να ζητής τη βοήθεια του ζωγράφου να σου εξηγήση, πώς συμβαίνει, ένα αραποσίτι να είνε Νύμφη κι από έναν ποιητή που ανεκάλυψεν εκ των υστέρων μια ακαλαίσθητη λέξη που του εχρησίμευε για την ομοιοκαταληξία, τι άλλο σημαίνει παρά τσιμέντο και δοκούς; Παρ’ όλα αυτά και επειδή υπάρχουν αναμφισβήτητα ταλέντα ελπίζω ότι και η ζωγραφική θα αναγνωρίση τας υποχρεώσεις της προς τον εαυτόν της και η ποίησι ότι, δια να κατανοήση, κανείς μίαν ωραία ιδέα πρέπει να διέλθη από φράσεις που να στηρίζονται στην καλαισθησία και όχι στην πρόστυχη προχειρολογία. Κ’ έχω τη γνώμη ότι, όπως κατά την αρχαιότητα το δράμα, έτσι και σήμερα αι τέχναι θα αναβλαστήσουν από τας Αθήνας. Η εξακολούθηση μιας τέχνης σε διαφόρους επαρχίας από τοπική παράδοσι, που εδημιούργησε ένας άξιος πρόγονος, δημιουργεί βεβαίως τεχνίτας, αλλ’ όχι μεγάλους. Ο πρώτος Ηπειρώτης που εσκέφθη να κάμη την γκαμήλα τις αποκριές, ήταν ασφαλώς, μεγάλος και είχε περισωθή και τ’ όνομά του. Οι συμπατριώται του όμως μιμηταί του λησμονούνται κάθε χρόνο και αν υποτεθή ότι έγιναν γνωστοί.

     Τέλος, ο κ. Καμπούρογλου ομιλεί για τα εθνικά ιδανικά και για τους σημερινούς υπερασπιστάς των:

-Για να σταθή ένας ιδεολόγος, πρέπει ολόκληρη η κοινωνία της εποχής του να ζη και να συγκινήται από ιδανικά. Ιδανιστής εκτός ατμόσφαιρας δεν υπάρχει. Σ’ αυτήν την εποχή που ενδιαφέρεται αποκλειστικώς δια την υλική επιτυχία, ο ιδεολόγος καταντά ολίγον Δελαπατρίδης. Χρειάζεται ατμόσφαιρα. Πώς τώρα θα δημιουργηθή-δεν είνε δική μου δουλειά.

4.4.35.

ΛΟΥΚΑΣ  ΔΑΡΑΚΗΣ, «ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ ΤΗ ΖΩΗ». Απαντούν 34 προσωπικότητες. Πρόλογος του  Νικηφόρου Βρεττάκου. Εκδόσεις Φιλιππότη 1987, σελ. 75-77.

 Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς, Δευτέρα 31 Μαϊου 2021

ΥΓ. Όταν βγείτε για ψώνια μαγειρικής. «Ζακέτα να πάρετε».

 Ίσως το καλύτερο ελληνικό σήριαλ της χρονιάς μας. Εξαιρετικές ερμηνείες, πολύ καλό σενάριο, ωραία φωτογραφία, γρήγοροι αλλά όχι κουραστικοί ρυθμοί. Κάθε ρόλος έχει την ταυτότητά του. Και οι ηθοποιοί δένουν μεταξύ τους. Αλληλοσυμπληρώνονται οι χαρακτήρες τους. Τρείς μανάδες, τρείς γιοί μια κωμική ξεκαρδιστική σειρά σαν ΠΑΡΑΜΥΘΙ. Αξίζουν συγχαρητήρια στην ΕΡΤ που επέλεξε να προβάλλει την σειρά.            



  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου