Τετάρτη, 2 Οκτωβρίου 2013

ΡΟΥΜΕΛΙΩΤΑΚΗΣ ΧΡΙΣΤΟΣ

ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ

Ο εξαγνιστικός λόγος του Χρίστου Ρουμελιωτάκη


Στον Γιάννη Κουβαρά


Οφείλουμε ευγνωμοσύνη στον ποιητή Μιχάλη Κατσαρό, που πρώτος εμπιστεύτηκε τον Χρίστο Ρουμελιωτάκη. Αυτός ο μεγάλος Σαδδουκαίος της αθωότητας, ο ιδεώδης υπνοβάτης των σπασμένων μορφών, που πολλές φορές ούτε ο ίδιος δεν συνειδητοποιούσε τον ανατρεπτικό λόγο που με τόση ευκολία εξέφραζε, καθώς επαναπαυόταν μακάρια στις λεκτικές του ονειροπλασίες και με πόζα συνεπαίρνονταν από τις οραματικές του αντιφάσεις, διείδε στον νεαρό τότε, ομότεχνό του ποιητή, αυτό που ο ίδιος δεν θα υιοθετούσε, ίσως λόγω ιδιοσυγκρασίας, την άρνηση δηλαδή από τον νεαρό δημιουργό της ποιητικής παραμυθίας και μυθοπλασίας, στο όνομα οποιασδήποτε εφήμερης δόξας. Ακόμα και αυτής της Τέχνης.
Ο Χρίστος Ρουμελιωτάκης, μια σπάνια εξαίρεση δημιουργού της γενιάς του, από νέος αρνήθηκε ακόμα και το ποιητικό προσωπείο, καθώς τραγικά ένιωσε
«Πίσω από τα βλέφαρα του ποιητή είναι κρυμμένο το πρόσωπο του σπαραγμού γεμάτο στίχους».
Ολιγογράφος, (έχει εκδώσει μέχρι τώρα δύο μόνο ποιητικές συλλογές (α. «Κλειστή θάλασσα», Αθήνα 1979 και β. «Ξένος ειμί», Τυπωθήτω 2002), ανήκει στους λεγόμενους ποιητές της ήττας. Την χαμένη γενιά.
Η παρεξηγημένη αυτή γενιά, που υιοθέτησε την ιστορική ήττα ως ποιητική τονικότητά της με την οραματική και όχι ιστορική «παρακμιακή» φυσιογνωμία, υπήρξε ίσως αρκετά ενδοτική στις διάφορες σαρδόνιες ερμηνείες «αυτολύπησης» και ίσως πιο φιλική σε ορισμένες ανέξοδες αντιστάσεις αυτοκαταστροφής. Η γενιά αυτή, με αρκετή λεπτομέρεια και ευσυνειδησία, σκιαγράφησε την στραπατσαρισμένη ιδεολογικά και ηθικά βιογραφία της. Με υπερήφανη χιουμοριστική διάθεση συχνά ανακατασκεύαζε την αγιογραφία της χαμένης ζωής της, λες, και νομοτελειακά ήταν αναγκαίο να υποφέρει για να της προσφερθεί η ευλογία, μετέπειτα να εξομολογηθεί τα πάθια της και να δημιουργήσει. Ρίχνοντας πολλές φορές σε μια ευσεβή λήθη, με οτιδήποτε αυτό στο χώρο της Τέχνης συνεπάγεται, τον αγώνα και την αγωνία των προηγουμένων από αυτή γενεών.
Διαβάζοντας κανείς τους ποιητές αυτής της εποχής, αποκομίζει την αίσθηση, ότι ερευνά την μαρτυρική ιστορία ενός πληγωμένου ηθικά και τραυματισμένου πολιτικά σώματος. Ενός στεφανοφορεμένου Αγίου Σεβαστιανού, που αφορμή και αιτία της έκλαμπρου δόξης του είναι το ίδιο το μαρτύριό του, ως ποιητική καταγραφή και απεικόνιση της γραφής και όχι ως θυσιαστική προσφορά του ίδιου του υποκειμένου. Και μάλλον οι ποιητές αυτής της εποχής, παρ’ όλα όσα έχουν γραφεί από τους ίδιους για τους εαυτούς τους αλλά και από τους κατοπινούς μελετητές για το μαρτυρολόγιό τους, αν συγκριθούν με δημιουργούς άλλων προγενέστερων γενεών, είναι οι πιο πάνοπλοι ιδεολογικά φορτωμένοι και πολιτικά φορτισμένοι πνευματικά δημιουργοί της Ελληνικής Γραμματολογίας, και, οι πιο κοινωνικά χειραφετημένοι.
Το αντιλαμβάνεται κανείς αυτό από την μετέπειτα ανοδική και ελπιδοφόρα πορεία και εξελικτική ιστορική προοπτική τους.
Αν και ενίοτε συγκλίνουν στη θεματολογία, στην τεχνική και την φόρμα που χρησιμοποιούν, το ποιητικό τους στίγμα διαφέρει.
Ακολουθούν ο καθένας διαφορετική πορεία. Διακρίνεται επίσης εύκολα η ερμηνευτική και διαπραγματευτική τους ισχύ. Έτσι, βλέπουμε τα κατοπινά χρόνια τα επονομαζόμενα και «Πέτρινα χρόνια», να ακολουθούν την ίδια ιδεολογική ερμηνευτική προσέγγιση των προβλημάτων της κοινωνίας και να έχουν παρόμοια στοχοθεσία, όσον αφορά τους πολιτικούς και κοινωνικούς αγώνες. Χωρίς να ενδιαφερθούν να μάθουν αν ίσως και οι ίδιοι, με τις επιλογές τους λάθευσαν.
Ο Γάλλος ποιητής Πωλ Βαλερύ, σε δοκίμιό του αναφέρει τα εξής:
«Ο καθένας έχει την ποίηση και τον ποιητή του, και, κατ’ αμοιβαιότητα, κάθε ποιητής ζητεί να βρει εκείνον, στον οποίον θα έχει απήχηση το έργο του», που, αν το ερμηνεύω ορθά, σημαίνει ότι όσοι από τους πνευματικούς ανθρώπους έμειναν εγκιβωτισμένοι στο πνεύμα και την ατμόσφαιρα της ήττας, έχασαν γρήγορα την αναγνωσιμότητά τους. Όσοι αποφάσισαν και έκοψαν τον λώρο της ηττοπάθειας και απαισιοδοξίας, απελευθέρωσαν τη μνήμη τους και προχώρησαν προς τα ελπιδοφόρα μονοπάτια της ζωής, το έργο τους απόκτησε άλλη διάσταση. Το λάθος αυτής της γενιάς είναι μάλλον, ότι ιστορικά ομφαλοσκόπησε μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από όσο χρειάζονταν.
Ο Ρουμελιωτάκης, ένας κατεξοχήν πολιτικής υφής ποιητής, αρνήθηκε να ενταχθεί στην αιμορραγούσα και «αλοιθωρίζουσα» πολιτική ομάδα αυτή των δημιουργών, η οποία φιλοδόξησε να κερδίσει με τη γραφή οτιδήποτε έχασε με τη ζωή της.
Σημειώνει ο ποιητής: «Και εγώ που δεν πολέμησα, ποιος είμαι και τι ζητώ σ’ αυτή τη ραψωδία των νικημένων».
Μας δίνει αμέσως το στίγμα της γραφής του, που επικουρικά συμπληρώνεται από τους τίτλους των δύο ποιητικών του συλλογών. Τίτλοι, που προσδιορίζουν το εύρος και τα όρια που κινείται η γραφή του, και εξαργυρώνουν το όραμα και το πλάτος του προβληματισμού του και των αισθητικών του επιλογών. Που μας αποκαλύπτουν όμως, το καταστάλαγμα της φθοράς και της σήψης όσο διάστημα ο δημιουργός ζούσε τα ιστορικά γεγονότα και βούλιαζε στην αποσύνθεση των οραμάτων ο κόσμος γύρω του.
Με μια σπάνια γλωσσική λιτότητα και ποιητική ευρυθμία και μια, θα λέγαμε, δωρική αρχιτεκτονική ποιητική φόρμα, διατυπώνει όχι μόνο τις αισθητικές και φιλοσοφικές του αγωνίες, αλλά και την πορεία της ιστορικής του μνήμης, που δεν αντιπροσωπεύει μόνο την δική του δραματική εμπειρία, αλλά και την έκφραση μιας συνολικότερης αποδοχής ενός ολόκληρου κόσμου, σε μια συγκεκριμένη ιστορική εποχή. Στοχάζεται, φιλοσοφεί, αναρωτιέται, αδιαφορεί, διαψεύδεται, αποστασιοποιείται, ποτέ όμως δεν παθιάζεται, ούτε κραυγάζει. Σιγαλόφωνος στο ύφος και στην έκφραση θέτει ερωτήματα και αυτοσαρκάζεται, χωρίς να χάνει την εσωτερική του ισορροπία. Ακόμα και όταν η μνήμη τυραννικά τον δυναστεύει και του κλείνει τους κρουνούς της αισιοδοξίας, εκείνος μένει μέσα στην αρμονία της εικονογράφησης του. Φίλοι, σύντροφοι, συναγωνιστές, «συνεξόριστοι σύντροφοι» και «σύντροφοι επαγρυπνητές» φυλακισμένοι και αγαπημένοι λησμονημένοι, ζητούν δικαίωση, ζητούν «εκδίκηση», ζητούν να αναπνεύσουν και να ανασάνουν από το ποιητικό οξυγόνο. Ζητούν να υπάρξουν και να διαιωνισθούν μέσω της γραφής καθώς, «Δεν είχε η ώρα έλεος» για αυτούς, δεν είχε ο χρόνος έξοδο.
Η ιστορία δικαιώνεται από τη δική του αναφορά στους ήρωές της, έστω και αν «κακοφόρμισε» η πληγή της προσωπικής μας μοίρας. Μια πολιτική ιστορία, που καθορίζεται από μια εσωτερική αναγεννητική θρησκευτικότητα, που της δίνει Αναστάσιμη προοπτική. Ο Ρουμελιωτάκης με τον τρόπο αυτό, δεν συνομιλεί με νεκρούς αλλά με σύμβολα ιστορικά και ήρωες της πολιτικής και της καθημερινής μας ζωής.
Ο λύχνιος λόγος του ιχνογραφεί καταστάσεις ζωής, κλέη προσωπικοτήτων, μιλά για ήθος ζωής και καθώς το κατονομάζει εκλύει μια λυρική ευωδία, σαν τα λείψανα των αγίων. Ένας λόγος βασανιστικός, τραγικός, επικλητικός και κάπως παρακλητικός, όμως παρ’ όλα αυτά άρτιος, τρυφερός, μαγνητίζει την ιστορική στιγμή, την στιγμή της «αποθέωσής της».
Φράσεις λειασμένες, λεπτές, λέξεις αρμονικά ζυγιασμένες δεν αγωνιούν, δεν τιθασεύουν το νόημα, το αποκαλύπτουν. Τα ποιήματά του έχουν μια λιτότητα εκφραστική, και ένα διακριτικό συναίσθημα, ακόμα και στις στιγμές εκείνες που ο ποιητής αναγκάζεται να πεζολογήσει. Άλλοτε έχουν ένα δοξαστικό χαρακτήρα, άλλοτε το ποίημα γίνεται ηχείο του μηνύματος, γι’ αυτό και δεν ενοχλεί η παράθεση ονομάτων, όπως στην περίπτωση της Άλωσης της Ρωμιοσύνης, μια και το ποίημα το ίδιο μετατρέπεται σε πολιορκημένη Πόλη, και ο ποιητής γίνεται ο δικός του χρονογράφος.
Η γλώσσα δεν πλατειάζει, χωρίς λεκτικούς αιφνιδιασμούς, συνήθως σε πρώτο πρόσωπο, χωρίς συντακτικές ακροβασίες, κρυσταλλώνει τα προσωπικά του θυμητάρια, το ημερολόγιο μιας ολόκληρης γενιάς. Μιας γενιάς που αρνήθηκε να αποδεχθεί την ήττα της, αλλά και δοξάστηκε από αυτήν.
Ο λόγος του διακρίνεται από μια πνευματική ευαισθησία καθώς με νηφάλιο τρόπο αποκαλύπτει την μοίρα του ποιητή, σ’ έναν αγώνα μεταξύ της αμφιβολίας και της θέρμης της ζωής.
«όπως είναι βέβαιο πως μονάχα εμείς οι δύο έξω από την πρόσκαιρη και την αιώνια σωτηρία αναπολόγητα καταδικασμένοι θα τριγυρίζουμε».
Η σκέψη του νοτίζεται από ερωτηματικά και στάσεις ζωής που δεν λυτρώνουν την συνείδησή του. Μια πικρή αίσθηση διαπνέει το έργο του καθώς αναγνωρίζουμε ναι Αισχύλεια  Μοίρα, ως θείο σκοπό να ποδηγετεί το βίο του ανθρώπου.
Ο ποιητής δεν θορυβεί αλαζονικά περιγράφοντας τον βίο του, δεν μυκτηρίζει την εξορία του. Την αποδέχεται και την επεξεργάζεται προσπαθώντας να ισορροπήσει πάνω από το ιστορικό κενό, ανάμεσα στο ιδανικό της ποιητικής εικονογράφησης και την αλήθεια του μνημονικού βιώματος. Ανάμεσα στην νηφάλιο αποδοχή της μοίρας και στον αντίλαλο της ιστορικής πράξης.
Στον Ρουμελιωτάκη συναντάμε μια ιστορική ενατένιση που μετατρέπεται σε προσωπική λύπη. Μια ιστορική λύπη που μουσκεύει την μνήμη μέσα από τις αντηχήσεις και απηχήσεις των διαφόρων γεγονότων. Με τον τρόπο αυτό η ιστορική θλίψη γίνεται προσωπική και το αντίθετο.
Ποιήματα μικρά, ποιήματα δε φόρμα Χάϊ Κάϊ, ποιήματα εξομολογητικοί μονόλογοι. Ο ποιητής συνομιλεί με τον εαυτό του μέσα σε ένα ιστορικό πάντα πλαίσιο. Διλήμματα προσωπικά μετατρέπονται σε ιστορικά αδιέξοδα και ιστορικές εποποιϊες μετασχηματίζονται σε προσωπικά αδιέξοδα.
Ο Ρουμελιωτάκης επενδύει τον ιστορικό και πολιτικό του λόγο με ένα ένδυμα θεολογικό. Πίσω από κάθε πολιτική αναφορά η ιστορική μνήμη ελλοχεύει ο εξαγνιστικός θεολογικός λόγος. Η προσωπική μοίρα, η τραυματική εμπειρία αναπλάθει στο καμίνι μιας θρησκευτικής οντολογίας ή μάλλον μιας υπαρξιακής θεραπευτικής, που του προσφέρει απλόχερα η ψαλμική περιγραφή της ανθρώπινης πορείας. Ο χρόνος είναι υγρός σαν το θαλάσσιο στοιχείο που σαν γενεσιουργός μήτρα περικλείει το εξομολογητικό συναίσθημα.
Ο πολιτικός λόγος του Ρουμελιωτάκη, όταν απεκδύεται τη σιγαλή σεμνότητά του καταντά αβάσταχτη οδύνη. Ο λόγος του είναι ανταποδοτικός γι’ αυτό δεν καταφεύγει σε ακρότητες, δεν οξύνεται, παραμένει λειασμένος. Τις περισσότερες φορές έχει διλημματική νοηματική εκφορά, αν και ρέπει προς το μεγάλο ΟΧΙ της ιστορίας, ένα ΟΧΙ, όμως που επιβεβαιώνεται από το ΝΑΙ της γραφής.
Γιαυτό ο Ρουμελιωτάκης αρνείται τους μυθοποιητικούς μετασχηματισμούς της ποίησης, αρνείται το όραμα που προσφέρει το δραματικό παιχνίδι των λέξεων.
Τι απομένει τότε από αυτό το σκοτεινό παιχνίδι των λέξεων με το χρόνο;
Η φωνή του ποιητικού αηδονιού. Όπως μας την δίδαξε ένας άλλος ποιητής από την Σκιάθο που λέει:
«Τα αηδόνια αυτά που κελαηδούν μου φαίνουνται πως κλαίνε…».

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πρώτη δημοσίευση,
περιοδικό «Λυχνάρι», τεύχος 10/3, 2003, σελίδες 14-15.

Πειραιάς 2 Οκτωβρίου 2013