Κυριακή 13 Οκτωβρίου 2013

ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΣΟΛΩΜΟΥ-ΜΠΑΤΙΡΟΜΑΓΕΙΡΙΚΗ

ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ  ΣΟΛΩΜΟΥ

«Μπατιρομαγειρική», εκδόσεις Περίπλους 2001.

Μήπως, τώρα που
το γαλάζιο φως
του υπολογιστή
αντικατέστησε το ζεστό
φως της πυροστιάς
ήρθε ο καιρός
να αναθεωρήσουμε
τη γνώμη μας για
τις πατροπαράδοτες
συνταγές, αφήνοντας
στην άκρη
τα εστραγκόν και
τις κρεμ φρες;

               Ευαγγελία Σολωμού

     Δεν ξέρω γιατί, αλλά όταν έπεσε στα χέρια μου το βιβλίο «Μπατιρομαγειρική» της Πειραιώτισσας συγγραφέως και βιβλιοπώλιδος Βαγγελίτσας Σολωμού, η σκέψη μου πετάρισε στο έργο του Ιάκωβου Καμπανέλλη «Αυλή των θαυμάτων».
     Μπροστά μου είχα ένα βιβλίο με στιγμιότυπα ζωής, καταθέσεις ψυχής, ενός άλλου καιρού. Ένας κόσμος όλο μυρωδικά αγάπης και καλοσύνη ζάχαρη. Ανοιχτόκαρδος κόσμος, ζεστός μέχρι λιγώματος, τρυφερός μέχρι απόγνωση, πλασμένος με το προζύμι της φιλίας και της συγχώρεσης, αρτυμένος με το γλυκάδι της προσφοράς και της αποδοχής. Ένας κόσμος όμως, που έκρυβε πίσω από το πλατύ χαμόγελό του, απέραντη φτώχεια υλική, αβάσταχτη στέρηση, αλλά και απέραντο πλούτο ψυχής. Ένας βίος Επιτάφιος ζωής και μια ανθισμένη ελπιδοφόρα καλοσύνη.
     Τα σπίτια ήταν χωρίς κλειδί στην πόρτα. Τα παράθυρα δεν είχαν κάγκελα. Ο Πέριξ χώρος δεν φρουρούνταν από εταιρείες. Πειραϊκά σπίτια ή χαμόσπιτα διάπλατα στο φως της ψυχής των ανθρώπων έτσι όπως εικονογραφεί τον Ρωμαίικο κόσμο ο κυρ Φώτης Κόντογλου.
     Η κουρελού στην πόρτα, υφασμένη στον αργαλειό των ονείρων μας συνήθως αποκάλυπτε αυτό που φιλοδοξούσε να κρύψει. Την φτώχεια που μας ντρόπιαζε στα μάτια των άλλων. Η πάντα στον τοίχο πάνω από το κρεβάτι μας θύμιζε το ονειρικό τοπίο που κάποτε ίσως κατορθώναμε να επισκεφτούμε. Εκεί και το αναγκαίο εικονοστάσι των ψυχών και των οραμάτων μας. Στην κουζίνα όμως, με το βρυσάκι και το ψυγείο του πάγου, υπήρχαν πάντα διάφορα καλούδια για τους γείτονες και τους απρόσκλητους και ξαφνικούς επισκέπτες. Το μπρίκι ήταν πάντα έτοιμο να μας πει το μέλλον. Ο παπαγάλος των κρυφών επιθυμιών μας. Τα παιδιά ξυπόλητα, μυξιασμένα και συνήθως κλαμένα, παραφύλαγαν την μάνα-κλώσα μόλις έφευγε για το σπίτι της γειτόνισσας, για την καθημερινή ευλογία που οι άλλοι ονόμαζαν λακιρντί, να ανέβουνε λαίμαργα πάνω στην ψάθινη καρέκλα για να φτάσουν το βάζο με το γλυκό πάνω στο ντουλάπι που ήταν φυλαγμένο για τις ημέρες των εορτών που το έκρυβε εκείνη. Αυτή που ακόμα και με εν τη απουσία της γνώριζε τα πάντα, φρόντιζε τα πάντα και παραμόνευε τις νέα σκανταλιές μας με ένα χαμόγελο αλλά, και με ένα ξύλο στο χέρι. Και, όταν ακούγονταν τα πασουμάκια της επιστροφής, ή διέκριναν από μακριά την κλαρωτή φούστα με το μεγάλο ντεκολτέ και τις φαρδιές τσέπες της μάνας κουράγιο, με σιροπιασμένα τα χείλη και τα δάχτυλα μελωμένα, τσακίζονταν να κρύψουν το βάζο που έσταζε σιρόπια και να κρυφτούν μέχρι να περάσει η μπόρα εκείνης. Ενώ το φοβισμένο βλέμμα στόχευε το σημείο για την νέα επιδρομή. Ήταν οι χρόνοι που οι μυρωδιές της αυλής συνόδευαν τις ευωδίες της κουζίνας και η κληματαριά συντρόφευε την παρέα με το ουζάκι-το καραφάκι, και το ανάλογο μεζεδάκι. Παστουρμάς με αυγό, η καρφωτή από την οδοντογλυφίδα ελίτσα, και ένα κομματάκι τυρί ή λακέρδα, και το ψωμί άλλες φορές βουτηγμένο στο μικρό ποτηράκι της ρετσίνας. Σε έναν τέτοιο λαϊκό χώρο συνήθως κλείνονταν οι καλύτερες τσικνισμένες συμφωνίες αγάπης.
     Η βουκαμβίλια και το γιασεμί, ο βασιλικός και το νυχτολούλουδο, οι τριανταφυλλιές και γλάστρες με την ποικιλία των γαριφάλων σε προκαλούσαν να κάνεις την ασβεστωμένη αυλή του σπιτιού ταβέρνα, για φίλους και γνωστούς.
     Άλλοι χρόνοι, πληγωμένες καρδιές, τρομαγμένες κοινωνικά υπάρξεις, ανοιχτές καλοκάγαθες ανθρώπινες ψυχούλες χωρίς δεκάρα στην τσέπη, χωρίς προικόο οικόπεδο με θέα την Ακρόπολη. Μα, με δαντελένια όνειρα και με μια κόκκινη καραμέλα τσάρλεστον στο στόμα, να γλυκαίνει την φτώχεια και να ξορκίζει το μάτι της μιζέριας. Και τις Κυριακές μετά τον πατροπαράδοτο εκκλησιασμό η βόλτα για το μαλλί της γριάς ή το κόκκινο καραμελωμένο μηλαράκι του γυρολόγου, να γλυκαίνει την μοναξιά της ελπίδας και τον φουσκωμένο ερωτισμό που δεν ήξερε πώς να εκδηλωθεί. Ακόμα και αν γεμίζαμε καρούμπαλα από το ξυλίκι.
     Αυτός ο κόσμος με την απλόχερη αγκαλιά, που όλους τους χωρούσε γιατί όλους μας κατανοούσε-με τις μικροκακίες μας, τα κουτσομπολιά μας, τις ζήλιες μας και τις αγαθοβιόλικες συμπεριφορές μας-δεν υπήρξε ποτέ «χορτάτος». Τα μάτια πάντα έπαιζαν λιγδωμένα από την φτώχεια που κρύβονταν ανάμεσα στο λουκουμάκι και το ζαχαρόψωμο, το αυγό με την ζάχαρη και το μουρουνέλαιο. Είχε όμως μια τρυφεράδα απέραντη, μυρωδιές θυμαριού και μοσχοκάρυδου, λιβανιού και τηγανισμένης πατάτας, ήταν η ατμόσφαιρά του. Κοινό για όλους μας το τσουκάλι με την φασουλάδα και τις ελιές ή τις παστές σαρδελίτσες για συμφιλίωση. Η λαδωμένη φέτα του ψωμιού με την ρίγανη και την κόκκινη ντομάτα φίλιωνε πάντα τις παιδικές παρέες που πετροβολούσαν τα αδιέξοδά τους. Και η σπονδή καθώς γευόμασταν το ρετσινάτο κρασί «άσπρο πάτο» και «αίμα να μας γίνει» ήταν η συμφωνία που κλείναμε όλοι μας με τον μαύρο καβαλάρη. Κοινή γαρ η Μοίρα.
     Μνήμες ξυπόλητης χαράς, μνήμες λαδωμένης περηφάνιας, μνήμες μυρωδικής αθωότητας, μνήμες γεύσεις ζωής, ξύπνησε μέσα μου ο συγγραφικός λόγος της Ευαγγελίας Σολωμού.
     Μια γραφή ζεστή, σαν κάστανο, μυρωδάτη σαν κέικ, διάστικτη από τρυφερούς στοχασμούς και έμφυτη ευαισθησία. Γλώσσα λαγαρή, περιπαιχτική, νοσταλγική σαν το λάδι που τσιτσιρίζει τις ελπίδες μας στο τηγάνι με τις λιχουδιές.
     Η Σολωμού μας προσκαλεί να ανοίξουμε την καρδιά μας και να «Πασχαλιάσουμε» φτωχικά.
     Συνταγές για ορεκτικά και για όσπρια. Θαλασσινά αλλά και λαδερά, για παραδοσιακά φαγητά αλλά και γεύματα εορτών. Πατροπαράδοτες συνταγές φτιαγμένες με αγάπη και μεράκι. Νοστιμιές που παραπέμπουν σ’ έναν κόσμο θαλπωρής, φιλοξενίας, μπουμπουκιασμένης πίστης. Έναν κόσμο που κάποτε λάτρευε την μπλε λουλακιά της καθαρότητάς του.
Μνήμες λαδερές, γευστικές αποχρώσεις φτωχικού ήθους που ειρηνεύουν τις αισθήσεις και πλημμυρίζουν γευστικούς πειρασμούς.
Μνήμες ζωής που θυμίζουν την «Λωξάντρα» της συγγραφέως Μαρίας Ιορδανίδου.
Ένα γλεντοκόπι επιθυμιών.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πρώτη δημοσίευση, εφημερίδα
«Η Φωνή του Πειραιώς», Δευτέρα 23 Απριλίου 2001, σελίδα 4.     
Πειραιάς, Κυριακή, 13 Οκτωβρίου 2013.

Σημείωση: Την Βαγγελίτσα, την ιδιοκτήτρια στο κέντρο του Πειραιά, την Πλατεία Κοραή, του βιβλιοπωλείου «Η Κιβωτός», αλλά και την συγγραφέα και δραστήρια κοινωνικά και πολιτικά στο χώρο του Πειραιά την γνωρίζω χρόνια, καθώς και τον άντρα της τον Δημήτρη, Η κοινή μας αγάπη για την γνώση, τα κοινά του Πειραιά, και οι περιπέτειες του βίου μας έδωσαν την ευκαιρία να συνεργαστούμε και εκδοτικά.
Δυστυχώς Μοίρα κακιά, Μοίρα φαρμακολύτρα την χτύπησε σε ότι αγαπούσε περισσότερο. Έχασε σε νεαρά ηλικία τον μοναχογιό της.
Φοβερόν το εμπεσείν εις χείρας Θεού ζώντος, γράφουν γραφές.
      Και, όπως γράφει στο θεατρικό του έργο «Μακμπέτ» ο Ευγένιος Ιονέσκο: «Ξεκινάμε να κάνουμε κάτι και καταλήγουμε να κάνουμε κάτι άλλο, τελείως διαφορετικό, που δεν ήταν στις προθέσεις μας. Η ιστορία είναι γεμάτη από τέτοια απρόοπτα. Όλα γλιστράνε μέσα από τα δάχτυλά μας και μας διαφεύγουν. Κάποια στιγμή αποδεσμεύουμε δυνάμεις ανεξέλεγκτες που καταλήγουν να στραφούν εναντίον μας. Κάθε τι που συμβαίνει είναι αντίθετο από κείνο που θα θέλαμε. Τα γεγονότα κυβερνούν τον άνθρωπο, όχι ο άνθρωπος τα γεγονότα».

Αυτά και την Ζωή δόξα.                       

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου