Τρίτη, 1 Οκτωβρίου 2013

ΣΥΜΕΩΝ ιερομόναχου-Συμεών Μνήμα

Συμεών ιερομονάχου,

Συμεών Μνήμα, εκδόσεις, Άγρα, 1994

ΜΠΡΟΣ ΣΤΟ ΕΙΚΟΝΟΣΤΑΣΙ ΤΗΣ ΠΙΣΤΗΣ

Τον ιερομόναχο Συμεών τον Περουβιανό, τον πρωτογνωρίσαμε από το εξαίρετο πόνημά του «Νηφάλιος Μέθη». Η συνέντευξή του κατόπιν στο περιοδικό το «Τέταρτο», του αλησμόνητου δασκάλου μελωδού Μάνου Χατζιδάκι, ενίσχυσε τις υποψίες μας ότι πρόκειται για αγιορείτη μοναχό, ο οποίος δεν στέκεται μπρος το εικονοστάσι της πίστης του με ορθόδοξη φιλαρέσκεια, ακούγοντας μόνο τα «συμπλεγματικά» κοάσματα. Ούτε προβάλλει τις «νευρωτικές» φοβίες του-που κάθε άνθρωπος σε ορισμένες περιόδους της ζωής του έχει-όσον αφορά τον επερχόμενο θάνατο με ύφος τρομοκρατημένο μεν, αλλά πεφωτισμένου ιεροεξεταστή της καθ’ ημάς Ανατολής. Αλλά, πρόκειται μάλλον περί μιας προσωπικότητας που δεν επαναπαύεται στα «έκγονα» της Βυζαντινολειχούς έπαρσής του, ούτε στην μειονεκτική πολυτέλεια των νοσταλγικών προσδοκιών της χριστιανικής παράδοσης. Μα, για έναν μοναχό, που αγωνίζεται να οδηγηθεί στην ζωοποιό νέκρωση. Βλέπε εισαγωγή του ποιητή-μοναχού:
«Δεν έχω φθάσει στην ζωοποιό νέκρωση, που ποθώ…»,.
Έναν ιδιαίτερο τρόπο ζωής, που μοίρα αυτών που την ακολουθούν είναι η «αίγλη της απελπισίας».
Πέρα από άκαιρες ἠ μεγαλορρήμονες τραγικότητες, και συνειδησιακές θρησκευτικής θριαμβολογούσης υπανάπτυξης. Μακριά από την κομπάζουσα φανατισμένη ευπιστία αρκετών ομοδόξων του.
Ο άνθρωπος-πιστός, που ποθεί την ζωοποιό νέκρωση, επιδιώκει να μεταβάλλει σύμπασα την κτίση.
Και ενώ θεολογεί για τον νοητό κόσμο, δεν αγνοεί τον αισθητό, και ξεφαντώνει αντικρίζοντας τα πολλαπλά προσωπεία της ομορφιάς του θανάτου.
Είναι, τα άτομα που τείνουν προς την αγιότητα. Είναι δηλαδή οι αληθινοί ποιητές. Γιατί, αληθινός άγιος, δηλαδή ποιητής, είναι εκείνος που αγωνίζεται να βιώσει για λογαριασμό της κοινωνίας, τον εφιάλτη του βαδίσματος πάνω από την τρομερή άβυσσο του θανάτου και να την φωτίσει. Και στόχο έχει, την ιστορική πραγματικότητα των θρησκευτικών Μύθων, ως θαύμα, να την μετατρέψει σε Όνειρο, σε Κοινωνική Ουτοπία, μέσα από την μυστική βίωση της πίστης του.
Αγνοώντας τους ψευδαισθητοποιητικούς μηχανισμούς του όποιου Εθνικού ή θρησκευτικού δόγματος αποκεκαλυμμένης αλήθειας, αλλά και της ίδιας της γλωσσικής εκφοράς του.
Το νέο του βιβλίο «Συμεών Μνήμα», από τον τίτλο του ήδη μας προαναγγέλλει το περιεχόμενό του. Αποτελείται από 349 ολιγόστιχα μικρά και διάφανα σαν πρωινή δροσοσταλιά ποιήματα.
Περιέχει επίσης, η καλαίσθητη αυτή συλλογή, και δύο ξενόγλωσσα ποιήματα, το ένα μεταφρασμένο. Το άλλο, σε μια σύντομη μετάφραση λέει: «Ήλιος πρωινός, γυμνό στα σεντόνια, παιδί αστέρι». Ποίημα σελίδα 137.
Οι στίχοι είναι άτιτλοι-εκτός από δεκαεπτά (17) και, κατατέθηκαν ως εντυπώσεις χαρτογράφησης τοπίου κατά την περίοδο 1988-1993.
Οι στιχουργικές αυτές παραστάσεις αποτυπώθηκαν στο χαρτί καθ’ όλη την διάρκεια του 24ώρου οδεύοντας από και προς το Κελλί, και το άμεσο εξωτερικό περιβάλλον.
Μονολεκτικές ή ολιγοσύλλαβες εικόνες αγρύπνιας και εγρήγορσης ψυχής, θάμβους και χαρμολύπης συναισθημάτων, εσωτερικού διαλόγου και γεωργημένου με λυρισμό λογισμού.
Το τοπίο του Άθω αισθητοποιείται και γίνεται γλωσσική αίσθηση μοναξιάς και γαλήνης, τρυφερότητας και ερημιάς του κρυφού βιώματος του μοναχού ποιητή. Η πίστη, ανακαλύπτει τα σύμβολά της στο τοπίο, και αυτό, παιχνιδίζοντας με τον εαυτό του της ανταποδίδει την ισορροπία του.
Πίστη και Τοπίο, φωτίζονται από την ανάσα των αισθήσεων όταν οι λέξεις ψηλαφιστά ενεργοποιούν τους μηχανισμούς της ανάμνησης. Λεκτικές απόπειρες ανακομιδής εύθραυστης μνήμης που αρνείται να γίνει μνήμα. Δηλαδή, να καταφύγει στην αφθεγξία που είναι η άλλη μέθεξη. Μνημονικές στιγμές που δεν θέλουν να οδηγηθούν στην λήθη.
«Τίποτα σιγή εν ερήμω στο κελλί όαση λέξη» σελίδα 274.
Στίχοι λιτοί, χωρίς πάντα τις απαραίτητες αποχρώσεις της ολοκληρωμένης εικόνας. Σαν κάποιος αόρατος φόβος να τους κρατά δέσμιους. Σαν να προσπαθεί η συνείδηση να ακινητοποιήσει, την τραγικότητα της γλωσσικής πράξης.
Αίσθηση αλλά, και απελπισμένη επίγνωση, φωτεινών και κρυφών σε διαστολή ενστίκτων που διαθλώνται πάνω στο λευκό χαρτί με λεκτική αυτάρκεια και νοηματική πυκνότητα που εντυπωσιάζει. Μια κοχλάζουσα σιωπή πλημμυρίζει τον χώρο καθώς οι λέξεις αγωνίζονται να κρατήσουν στην επιφάνεια την απορία του βλέμματος, την απαρηγόρητη υφή των συγκινήσεων και την υφέρπουσα αγωνία της αφής:
«θλίψη στη σιγή, μοναχός εν ερήμω, τι αναμένω;», σελίδα 264.
Άλλοτε πάλι, αρκεί το τερέτισμα ενός τζιτζικιού για να συμπληρώσει την δυναστική απουσία της ανθρώπινης φωνής, τον φόβο του μέσα μας ερημικού τοπίου.
«Μη με αφήσεις τζίτζικα στη σιωπή μου χωρίς τον ήχο», σελίδα 257.
Μόνο η Φύση προνοεί και γνωρίζει να επουλώνει το κενό που αφήνει η ανθρώπινη απουσία.
«Αύρα απ’ το άνοιγμα της νύχτας» σελίδα 134.
Το άλλοτε υπαινικτικό και άλλοτε περιφραστικό του ύφος, υπερβαίνει την αφθαρτότητα της φυσικής απεικόνισης αναδεικνύοντας το άφθαρτο του ποιητικού Λόγου.
Ένα στιγμιαίο πλησίασμα του φυσικού τοπίου μέσω της αφής των αισθήσεων, που συνβηματίζουν με την γλωσσική έκφραση. Μια αίσθηση πίστης, που υιοθετεί την «γλωσσική αφυδάτωση» για να επιβεβαιώσει τις σταθερές της.
Έτσι ο στίχος, που σκιαγραφεί το μυστικό δέος του δημιουργού απέναντι στην δημιουργία, σχετίζεται με την «οπτική» πίστη από την οποία τροφοδοτείται το νόημά του. Μια πίστη, που λειτουργεί προυποθετικά της λεκτικής απεικόνισης αλλά και το αντίστροφο.
Ο λόγος του, σαν αργόσυρτο τεριρέμ αφήνει να διαφανούν οι νωχελικές εικόνες, οι νοσταλγικοί ψίθυροι, οι ενδείξεις ανθρώπινης απουσίας, η απειλή της επερχόμενης σιωπής, η ιατήριος διακριτική αναφορά της ομορφιάς των παραστάσεων.
Η γλώσσα ήρεμη, σχεδόν αθόρυβη χωρίς κυματισμούς, χωρίς οδύνης κραδασμούς από, ηδονής χαρά πεταρίζει για να φυγαδεύσει το κρυφό απέριττο ερωτικό πλησίασμα της φύσης, μέσα στις κατακόμβες της αφής του βλέμματος και τις ενδόμυχες λάμψεις της μνήμης. Καθώς, δονείται σιγαλά από τους σπασμούς της επιθυμίας. Και οι στίχοι, έτσι γίνονται αύρα μνημονικής ευσέβειας που ραντίζουν το ποιητικό σώμα.
Στίχοι αμφίβολης ενίοτε προέλευσης, θαυματουργικά τάματα, πάνω στο μυστικό εικονοστάσι του αγιορείτικου τοπίου.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πρώτη δημοσίευση,
Εφημερίδα, «Εξόρμηση», Κυριακή 2 Ιουλίου 1995, σελίδα 21.
Πειραιάς 1-Οκτωβρίου 2013.


Υ. Γ. δεκαοχτώ χρόνια μετά, χωρίς σχόλια και χωρίς νοσταλγία.