Παρασκευή 28 Ιουλίου 2017

Βερναρδάκης Δημήτριος Γρηγόριος

Βερναρδάκης Δημήτριος Γρηγόριος

     Φιλόλογος. Γεννήθηκε στη Μυτιλήνη(1890-). Σπούδασε φιλολογία στο Εθνικό Πανεπιστήμιο και στην Γερμανία. Παλιός συνεργάτης του «Νουμά», όταν έγραφε με το ψευδώνυμο Δήμος Βερενίκης της «Νέας Εστίας», του «Ημερολογίου της Μεγάλης Ελλάδος»(1925-1936), καθώς και ανταποκριτής στη σμυρναϊκή εφημερίδα «Αρμονία» και στη γερμανική «Εφημερίδα της Φραγκφούρτης». Πραγματεύτηκε οικονομικά ζητήματα της αρχαιότητας στον «Οικονομικό Ερευνητή». Συνεργάτης πολλών εφημερίδων και λογοτεχνικών περιοδικών, ελληνικών και ξένων, εξέδωσε:
-«Ψάπφα» (τραγούδια και μεταφράσεις αρχαίων λυρικών ποιητών, 1924)
-«Η Δεκάτη Μούσα Σαπφώ η Λεσβία»(1927)
-«Ο Δημήτριος Ν. Βερναρδάκης ως δραματικός συγγραφεύς»(1928)
-«Αιέν αριστεύειν και υπείροχον έμμεναι άλλων»(1929)
-«Άγνωστοι σελίδες της εξορίας Ιωάννου του Χρυσοστόμου» (1930)
-«Συνοπτική Ιστορία της Λέσβου από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερον» (Πήρε χρυσό βραβείο στην έκθεση Θεσσαλονίκης-1931)
-«Η αποστασία της Μυτιλήνης κατά τον Πελοποννησιακό Πόλεμον»(1932)
-«Ο Αιών του Περικλέους»(1933)
-«Ο Πλούτος», (Με έμμετρο και πεζό περιεχόμενο-1933)
-«Λεσβιακόν Ημερολόγιον»(1950)
-«Λεσβιακά-Δελτίον της Εταιρείας Λεσβιακών Μελετών»(1955)
Το 1929 ανακοίνωσε στην Ακαδημία, σε νεοελληνική μετάφραση και σε αρχαίο κείμενο, το χαμένο συγγραμμάτιο του Πλουτάρχου: «Περί Ασκήσεως», που βρήκε σε συριακό χειρόγραφο. Χρημάτισε Γυμνασιάρχης και Διευθυντής Λυκείου.
         Λήμμα, ανώνυμο, σελίδα 437, της Λογοτεχνίας των Ελλήνων, των εκδόσεων Χάρη Πάτση, χ.χ. πρώτη έκδοση (1966).   

ΨΑΠΦΑ

του Δημητρίου Γρ. Βερναρδάκη

ΑΦΙΕΡΩΣΗ
Παντού διψά και χύνεται το πλαστουργό Σου χέρι,
Σε μιας αυγής απόλαυση, σε μιας θάλασσας κύμα,
Και μες στο διάπλατο ουρανό γυρεύεις κάποιο αστέρι,
Με τάϋλο της ζωγραφιάς να το σκλαβώσεις ντύμα.

ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ ΕΛΛΑΔΑ
Κι ακούγεται μυριόλαλη της Λευτεριάς η ρήμα,
Στα Ρουμελιώτικα βουνά στις Ελυμπίσιες ράχες,
Ολούθε, μες στα πέλαγα, που οργώνουν τα καράβια,
Σταδερφωμένα των νησιών ζουγραφιστά ακρογιάλια.
--
Κι απόμακρες ανιστορεί πολεμιστάδων δόξες,
Που ξανανιώνουν θύμησες κι ανερραγώνουν πόθους,
Χρόνια κρυμένους μέσα μας, αγνούς, ωραίους, άγιους΄
Ανιστορεί του Σηκωμού μέρες διαλαλημένες.
--
Κείνε τα μάτια μου ανοιχτά σε μαγεμένους κόσμους,
Ζωής κι Αγάπης, σκλάβα της έχει η Ομορφιά τη Φύση,
Κι’ αρμονικά ξαπλώνουν τριγύρω οι Ωριοσύνες.
--
Αναγαλλιάζει μου η καρδιά κι αναγεννιέται ο νους μου,
Κι’ αφίνει γλυκοθύμητο στη σκέψη ό,τι που βλέπει,
Και χρυσοπλέχνει ονείρατα σε μοναξιάς παλάτια.
1913

«Τ’ ΑΝΑΚΡΑΣΜΑΤΑ ΚΑΠΟΙΑΣ ΨΥΧΗΣ»
Τ’ ανάκρασμα κάποιας ψυχής στην υπερούσια κτίση,
Υψώθη σαν αγγελική φωνή προς τον αιθέρα,
Κι αλόγιστος ο στόχος μου σπάνει την έρμη ξέρα,
Πού μια Νεράϊδα εξωτική βουλήθηκα να στήσει.
--
Κήρθαν τα χρόνια τα σκληρά, τα δίσεχτα τα χρόνια,
Και μες στην κοσμογονική λαμπράδα του απείρου,
Στήρεψε ο γέρο δράκοντας, στη δίψα ενός ονείρου,
Την ξακουσμένη εφτάκρουνη, που έπιναν τάηδόνια.
--
Και του καιρού το πλήρωμα κη δόξα των αιώνων,
Θρεμμένα με της λευτεριάς τάνόθευτο το γάλα,
Έσβησαν στα συντρίμματα των κολασμένων Θρόνων,
--
Που είχαν άρχοντες μικροί για έργατα μεγάλα.
Και τη γλαυκή Σου λεβεντιά, την άγια Σου ομορφάδα,
Εμόλεψαν οι αμαρτωλοί, δυστυχισμένη Ελλάδα.

ΛΕΣΒΟΣ
Λέσβο, κοσμάκουστο νησί και χιλιοτιμημένο,
Εφτά πανώριες κόρες Σου, που ταίρια τους στα κάλλη
Άλλες δεν είχαν, έταξε να δώσει ο Αγαμέμνος
Στον Αχιλλέα, το πείσμά του ναφήσει λαχταρώντας.
Εσύ είσαι, που σε ζήλευαν στα περασμένα χρόνια
Χώρες καλοκατοίκητες και ξακουσμένες άλλες,
Τι είχες και βιός αμέτρητο κι ωρίμαζες πλήθος κόσμο,
Και τάλλα γύρω τα νησιά γνώριζαν Σένα πρώτη,
Και Μούσα, κόρη ζηλευτή, διογέννητη γυναίκα,
Είταν δική Σου, ρήγισσα των ύμνων της Αγάπης.
        
       ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

ΓΙΑΣΕΜΙΑ
Ω! εσείς, που με την άνθινη,
Μεθυστική πνοή Σας,
Ξυπνάτε πάντα μέσα μας,
Κάθε κρυφή χαρά.
--
Εσείς, που με την άσπιλη,
Παρθενική ψυχή Σας,
Στα όνειρά μας δίνετε,
Αγγελικά φτερά.
--
Λευκά αστεράκια ολόγυρα
Γλυκαναβρύζουν τάγια,
Στο μέθη Σας, χαμόγελα,
Σαν κρουσταλλοπηγή.
--
Σας τραγουδούν ασύγκριτο
Οι νύχτες με τα μάγια
Και το χαμό Σας μοίρεται,
Πονετικά, η Αυγή.

«ΖΩΝΤΑΝΕΜΕΝΟΙ ΟΙ ΣΤΟΧΑΣΜΟΙ…»
Ζωντανεμένοι οι Στοχασμοί, καμαρωτοί στις ρούγες
Της Ομορφιάς, που αρμόδενε μιας έγνοιας η λαχτάρα,
Του Πόνου το νανούρισμα σιγαλινά αγρικούσαν,
Σάμπως μητέρα του παιδιού τάνιωτο καρδιοχτύπι.
--
Και γύρω τάναγάλλιασμα κάθε Ζωής τυπώνει
Καθάρια τα σημάδια του σ’ ό,τι που τάγναντέψει,
Κείναι η χαρά, που ανέγνωρη ξεφέγγει στη ματιά της.
Κι αργοφυσάν, θυμίζοντας παλιούς σκοπούς, τα πεύκα.
--
Κι ανοίγει μου μες στην καρδιά λαχτάρας το φιλί σου,
Της ηδονής την πιο στερνή πλάθοντας καλοσύνη.
Τάπόκοσμο πονετικό μάνα θυμίζει γέρμα.
--
Που σβύνει αργά κ’ η θλίψη του χάνεται στη χαρά του.
Έτσι με τόνειρο κανείς της ηδονής, που φεύγει
Πλανιέται, κείναι ο γυρισμός όνειρο πάλι πλάνο.

«ΚΟΙΜΗΘΗΚΕΣ ΜΕΣ ΣΤ’ ΑΣΠΙΛΟ»
Κοιμήθηκες μες στάσπιλο τόνειρο της ψυχής Σου,
Και Σ’ έφεραν πονετικές αγάπες στα φτερά τους,
Νεράιδες σκιάζει ο γήλιος σαν περνάν, φεγγοβολάν τα αιθέρια.
--
Κρίνος εσύ στο σκαλιστό της Νιότης Σου ανθογιάλι,
Που το στολίζαν της Μορφιάς οι ονειρούσες χάρες,
Στη ροδοστάλα της αυγής εσύ κρουστό τραγούδι.
Και στην ειδή Σου της ζωής τρικύμιζε η λαχτάρα
--
Της άκαρπης απαντοχής αφίνοντας την πίκρα.
Προσκυνητής ο πόνος μου στο φέγγος της ψυχής Σου,
Πού ωριοπετούσε αλαφριά προς τόνειρο του απείρου.
--
Θλιμένο το κελάδημα της υστερνής πνοής Σου.
Και γύρω κάθε μιας χαράς και κάθε καλοσύνης,
Έπαψε το τραγούδισμα στου πόνου την ανάβρα.

«ΤΟΣΑ ΦΙΛΙΑ ΜΕΣ ΣΤ’ ΟΝΕΙΡΟ…»
Τόσα φιλιά μες στόνειρο, που τα φθονούσε η Μοίρα.
Τα πήρε η Αυγούλα κ’ έφυγε με το χρυσόνειρό μου
Τάλικα χείλη λαχταρώ κι ακαρτερώ το δείλι,
Κι αναγαλλιάζει μου η ψυχή με την απαντοχή Σου.
--
Χυτή του ωραίου Σου κορμιού ποθοπλαντάζει η γύμνια
Κ’ είσαι σαν το γλυκόμηλο αχνούδωτη κι αφράτη,
Κ’ η λαγγεμένη Σου ματιά γητευτικό ένα χάδι.
--
Έλα, γλυκειά μου, ξύπνησε, χαμογελά ταστέρι,
Τάγιο ταστέρι που η Θεά τόστειλε σύντροφό μας,
είναι δικό μας.

«ΔΟΣ ΜΟΥ ΝΑ ΠΙΩ ΣΤΑ ΧΕΙΛΗ ΣΟΥ…»
Δος μου να πιω στα χείλη Σου το θείο κρασί του πόθου,
Και το μεθήσι της Ζωής να νιώσω εγώ μονάχα,
Πλάνα Σειρήνα, στη θερμή την αγκαλιά Σου θαύρω
Της ηδονής την πιο βαθιά κι αξέχαστη λαχτάρα.
--
Σε ακολουθάει παντού η καρδιά κι ο νους μου παραστέκει,
Σαν ίσκιος σεληνόφωτου που πάντα συντροφεύει.
Εσύ μαντεύεις τάγνωρα και νείρομαι σιμά Σου
Τάλαβαστρένιο Σου κορμί στο αμμουδιαστό ακρογιάλι.
--
Στα μάγουλά Σου των φιλιών φωλιές, τα δυό λακκάκια,
Μαγευτικό το γέλιο Σου και την ειδή Σου κάνουν΄
Διψά η ζωή μας τόνειρο, διψά και την αγάπη.
--
Δός μου να πιώ στα χείλη Σου το θείο κρασί του πόθου,
Και στο μεθήσι της Ζωής να νιώσω εγώ μονάχα,
Τας ηδονάς την πιο βαθιά κι αξέχαστη λαχτάρα.

«ΚΑΙ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ ΑΜΟΛΕΥΤΗ…»
Και της ζωής μου αμόλευτη ξεστάλαζε η γλυκάδα,
Σαν αίμα χρυσοπόρφυρο στα ηδονικά Σου χείλη,
Τρελή γητεύτρα, του βιολιού μας κοίμιζε η ανάσα.
Κ’ είμασταν φίλοι τη στερνή του χωρισμού μας ώρα.
--
Και το κορμί Σου ασάλευτο στη φλόγα της αγάπης.
Λαχταριστό, σε ανίερη λιγοθυμά αποθύμια,
Και στη θωριά Σου απλώνεται το μαγεμένο γέλιο,
Ονειρευτά, σα μουσικής αιθέρινο τραγούδι.
--
Κ’ είναι γλυκός ο πόθος μου στην αύρα της ψυχής μου,
Και μες στης νύχτας τη βαθιά κι ασύγκριτη αρμονία,
Μόνο το μάτι ενός θεού ξάγρυπνο μας φυλάει.
--
Και της ζωής μου αμόλευτη ξεστάλαζε η γλυκάδα,
Σαν αίμα χρυσοπόρφυρο στα ηδονικά Σου χείλη,
Κ’ είμασταν φίλοι τη στερνή του χωρισμού μας ώρα.

«ΣΙΜΑ ΜΟΥ ΠΑΛΙ ΟΛΟΦΑΝΤΗ…»
Σιμά μου πάλι ολόφαντη θα ζεις το παραμύθι,
Με τα σγουρά ματόκλαδα, ερωτικά γνιασμένα΄
Κ’ είναι γλυκειά η πνοούλα Σου, σαν αύρα που χαϊδεύει
Το Καραβάκι  του παιδιού, που παίζει στο ακρογιάλι.
--
Έμεινε μόνο το φιλί στα  απόσκια ενός ονείρου,
Σα θύμηση από λουλούδια σε χειμωνιάτικη ώρα.
Πέρα στο γαλανό νησί, που το φλογίζει η Αγάπη,
Μου χάρισεν η δροσαυγή την άνθινη Ομορφιά Σου.
--
Γλυκοχαράζει αξέχαστο χαμόγελο στα χείλη,
Κι’ είνε το κρυφομίλημα των τρυγονιών στα πεύκα,
Την ώρα ο ήλιος που σταλά κι απλώνει τα φτερά του.
--
Λίγωμα μελιστάλαχτο το γέρμα των ματιών Σου,
Που τα σκλαβώνει ανέκφραστο της νύχτας το σκοτάδι΄
Λίγωμα το φτερούγισμα-τρελά περιστεράκια.

«ΜΙΑ ΘΥΜΗΣΗ ΠΙΟ ΖΩΝΤΑΝΗ…»
Μια θύμηση που ζωντανή κι από λουλούδι απρίλη,
Που το φυλάγει αξέχαστο η δροσαυγή του μύρου,
Το μαντηλάκι των καϊμών, που δάκρια της αγάπης
Ακόμα δεν το μύραναν στη θλίψη ενός ονείρου.
--
Άσε κεγώ να νείρομαι, στου πόνου τη λαχτάρα,
Το μαγικό Σου ανάβλεμμα που το φωτίζει η σκέψη.
Το μελιστάλαχτο φιλί στης αρμονίας το στόμα,
Άσε το μαντηλάκι Σου, που δε θα το στερέψει.
--
Το πλάνεμά Σου πόθος μου και η ζωή Σου αντάμα
Και το κορμί Σου πιο πολύ λαμποκοπά και κείνο,
Σαν όραμα εκστατικό, που το φλογίζει η δίψα.
--
Άσε το μαντηλάκι Σου, την ώρα που θα πίνω,
Να μου μυρώνει τον καϊμό, το κλάμα της ψυχής μου.
Που σαν παρηγοριά κι αυτό πάντα με συντροφεύει.

«ΟΛΑ ΖΩΗ ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ ΜΟΥ…»
Όλα ζωή στα μάτια μου κι όλα  χαρά σιμά Σου΄
Κι ο λογισμός ανήμπορος για να μου στέρξει εμένα,
Τόνειρεμένο πέταμα του νου Σου νάγναντέψω,
Μες στουρανού την αγκαλιά σε πέλαγα αφρισμένα
--
Άλικα ρόδα αμάραντα, της τέχνης Σου σημάδια,
Έχεις σκορπίσει αξένιαστα στο ευωδιασμένο στρώμα,
Κι απάνου του-το πιο μεθηστικό πιοτό-χυμένο,
Με της αγάπης τον καϊμό, το αθάνατό Σου σώμα.
--
Πόθου λιγοθυμιά κρατεί κλειστά στα βλέφαρά μου,
Και τους αντίλαλους ξυπνά στην ανθισμένη φύση,
Πού τα κρινάκια του βουνού χαϊδευτικά μου στέρνουν.
--
Πές στη βρυσούλα την κρυφή κοντά Σου να μάφήσει,
Το βράδι τα τραγούδια μου να σιγοτραγουδήσω,
Μάτέλειωτο παράπονο και μοιρολόϊ το βράδι.

«ΚΑΙ ΤΟ ΜΕΘΗΣΙ ΑΝΕΙΠΩΤΟ…»
Και το μεθήσι ανείπωτο μιας μυστικής θυσίας,
Κι’ όλα Σου τα γητέματα κι αυτά γλυκό μεθήσι΄
Τα Ωσαννά των Χερουβείμ άσε κεγώ νακούσω,
Άσε τη φλόγα της ψυχής μες στο κρασί να σβήσει.
--
Ανάερη μοσχοβολιά αγγελικών ονείρων,
Κι αγνές δροσοσταλαματιές ραντίζουν τα λουλούδια,
Που ζηλευτά τάρμόνισες με θεϊκή λατρεία,
Ακόμα πιο γλυκόλαλα κι από κρουστά τραγούδια.
--
Χελιδονάκι που έχτισες φωλίτσα σταγκωνάρι,
Κι αν δεν τη βρεις στο γυρισμό κελάδημα είναι ο πόνος,
Δός μου τη δύναμή Σου Εσύ χαρούμενο πουλάκι,
--
Ψηλά νανέβω, πιο ψηλά για ναπομείνω μόνος,
Ξενιτευτής απόμακρος, διαβάτης, στρατοκόπος,
Νοσταλγικός προσκυνητής μιας γόησσας Τσιγγάνας.

«Κ’ Η ΑΛΥΣΣΟΔΕΤΗ ΖΩΗ…»
Κ’ η αλυσσόδετη ζωή σαν βάρκα που παλεύει
Στα σκοτεινά βαλτόνερα κι ολούθε πάντα στέκει,
Κάποια παγάνα εξωτική, της συμφοράς παγάνα,
Με μάγια εδώ χιμαιρικά, πιο δολερή παρέκει,
--
Και τα σπιτάκια γύρω μας με την κρυφή τους ένια,
Όλα πανέρημα, ορφανά, κι όλα σκλαβιάς παλάτια,
Της συλλογής τα θλιβερά σκοτάδια δε μαφίνουν,
Για να γευτώ το μέθυ Σου στάνθινα μονοπάτια.
--
Στα μάτια Σου σαν χάίδεμα γλυκοχαράζει η Αυγούλα,
Και με του γήλιου τα φιλιά στα κορφοβούνια πέρα,
Θανοίξουν τα μαγιάπριλα κ’ οι κάμποι θα μεθήσουν,
--
Θαναγαλλιάσει η πασχαλιά και θα ροδίσει η μέρα.
Και στο φεγγάρι το χλωμό τον πόνο του θα λέει,
Μες στα βαθιά μεσάνυχτα, ταηδόνι μοναχό του.

«ΜΟΝΟΣ ΕΓΩ Κ’ Η ΘΛΙΨΗ ΜΟΥ…»
Μόνος εγώ κή θλίψη μου μες στο τρελό γιορτάσι,
Τρικυμιστή κι αδύναμη δίχως καμιάν ελπίδα.
Και της χαράς δε ζήτησα να μου στερέψει η βρύση,
Στου Τροφωνίου τάδυτα ποτέ μου δεν επήγα.
--
Όλος ο κόσμος πιά νεκρός και βιαστικές οι ώρες
Κρύβουν στις έρημες σπηλιές, σαν μέσα σε ανθογυάλι,
Κάθε δική τους θύμηση και τρέχουν να γυρίσουν,
Οι άπονες, τον ύπνο μου για να ταράξουν πάλι.
--
Ελάτε εδώ, στοχαστικές Νυφούλες της αγάπης,
Μαζί Σας να με πάρετε και σκλάβος Σας θα γίνω,
Πιστός δραγάτης των βουνών και φύλακας δικός Σας.
--
Θα μου κερνάτε το κρασί της λησμονιάς να πίνω,
Στο σύθαμπο του δειλινού με τις Αμαδρυάδες,
Και το χορό Σας ύστερα κάποιος Θεός θα σύρει.

«ΕΜΠΡΟΣ ΣΤΑ ΕΙΚΟΝΙΣΜΑΤΑ…»
Εμπρός στα εικονίσματα, με την καρδιά θλιμένη,
Γυρεύω την παρηγοριά τάποψινό το δείλι,
Και των δακρίων μου οι πηγές δε σταματούν τα χείλη,
Στο ψίθυρο της προσευχής για μιάν αγαπημένη.
--
Κι αν κλαίω τώρα, οι ερημιές τα δάκρυά μου πίνουν,
Κι αποξεχνιέται ο πόνος μου στα σκοτεινά φτερά του,
Τάνείπωτα πιός να τα πει, μονάχα στη χαρά του
Βρίσκει κανένας συντροφιά, στη θλίψη τον αφίνουν.
--
Ίσως ο ίδιος ο σκοπός τη μοίρα μας να κλώθει.
Κάπια θυσία μυστική θα Σου προσφέρω τώρα,
Γονατιστός στα πόδια Σου… θυσία μου… οι πόθοι.
--
Με χέρια αγνά κι αμόλυντα αυτή την άγρια ώρα,
Μες στης νυχτός τη σιωπή, τον όρκο αμώνω… Εσένα,
Ποτέ μου να μην αρνηθώ, ποτέ μπρός σε κανένα.

«ΚΑΙ ΤΗ ΘΩΡΩ ΣΤΟΝ ΙΣΚΙΟ ΜΟΥ…»
Και τη θωρώ στον ίσκιο μου να λιώνει σα μαράζι.
Με της θυσίας τον καημό ξαρνήθηκε το φως της,
Κι ανέλπιδα στενάζοντας να γίνω σύντροφός της,
Περίθρηνα μυριολογά, το κρίμα ως την σπαράζει.
--
Σαν καταχνιά χινόπωρου που πέφτει στα λιβάδια,
Πνίγει τη δόλια της ψυχή κάπιος βραχνάς το βράδι,
Ανήμερος εκδικητής, που το πηχτό σκοτάδι
Τρυγολογά και χαίρεται τάνίσκιωτά του χάδια.
--
Και των ματιών την ηδονή, λαχταριστή σαν μέλι.
Τη γεύτηκε ο εκδικητής με λαίμαργο το στόμα.
Μά δε γρικά τα λόγια Αυτή, στα χέρια του δε θέλει.

«ΚΙ ΑΝΑΒΡΥΖΕ ΤΡΕΜΟΥΛΙΑΣΤΟ…»
Κι ανάβρυζε τρεμουλιαστό πά στα ματόκλαδά Σου,
Το δάκρι σα μια συμφορά να Σέκρουε του γκιώνη,
Και ταξαμόλυτα μαλλιά τανάδεναν οι πόνοι,
Σαν το χαλάζι που ξεσπά μες στα δεντρά του δάσου.
--
Κι ο αχόρταγος απαλαιμός χαρίζει τη χλωμάδα,
Κάθε ερωτόπαθης ψυχής και την ορμή χαρίζει.
Στο λόγγο με τα πεύκα του μια νυμφική παστάδα,
--
Πανέτοιμη σε καρτερεί κι ως την ποθείς αξίζει.
Δεν τη γνωρίζουν πιστικοί κι ούτε ερπετό την ξαίρει,
Κάπιου Θεού τανίκητο τη διαφεντεύει χέρι.

«ΠΕΡΝΑΕΙ ΓΟΡΓΟΤΑΧΗ Η ΖΩΗ…»
Περνάει γοργόταχη η ζωή, καθώς περνάει το χελιδόνι,
Πού στανεμόδαρτο νησί ο ήλιος πιά δεν το ζεσταίνει,
Και της χαράς τον ίσκιο του σε μια φωλιά κρυμένη,
Αφίνει για το γυρισμό θύμηση, που φτερώνει.
--
Στερνό από το χέρι Σου θα πιω ποτήρι, ως μου το δίνεις.
Θα πιω μες στο ποτήρι Σου το πιο στερνό Σου δάκρι,
Της Σίβηλλας ένας χρησμός λέγει πως «ως την άκρη
Μαντεύεις κάθε λογισμό στα δάκρια που πίνεις»
--
Και πρόβαλε μονάχο του σαν περασμένο κάτι,
Και χάθηκε προς τάπειρο παρθενικό κι ωραίο,
Σαν του ανέμου μια πνοή δροσόλουστη φευγάτη.
--
Έτσι ψυχή μαρτυρική ακλούθειες το μοιραίο,
Μαργαριτάρι σύγνεφο, που αργοκυλάς στα ύψη,
Χαιρέτα την αγάπη μου και βόηθα με στην θλίψη.

«ΜΙΑ ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ ΠΛΟΥΜΙΖΕ…»
Μια πεταλούδα πλούμιζε σε απάτητο λημέρι,
Χιονάτη κι αψεγάδιαστη σαν όνειρο παιδούλας,
Κείχε τα χάδια αμέτρητα  μιας άνθινης ψυχούλας,
Πού ευώδα εκεί παράμερα κρυμένη  με τη φτέρη.
--
Του φθινοπώρου μιάν αυγή μαράθηκε τάνθάκι,
Κή πεταλούδα απ’ τον καϊμό ξεψύχησε και κείνη,
Πάνω στην άρπα των κλαδιών το κελαηδούν οι σπίνοι,
Το παίρνει και το τραγουδεί και το μικρό παιδάκι.
--
Και δυό ψυχούλες τους μαζί μια αγάπη είχαν στα στήθη,
Γεννήθηκαν μαζί μαυτή και πέθαναν μαζί της.
Στο ανθάκι όταν εφύτρωσε κή ευωδιά του εχύθη.
--
Η πεταλούδα του έδωκε τολόγλυκο φιλί της.
Αλήθεια! Κάθε μια καρδιά να μπόρειε ναγαπούσε,
Καθώς αγάπησαν αυτό κέτσι να ξεψυχούσε.

«ΕΜΠΡΟΣ ΣΤΟ ΔΙΑΠΛΑΤΟ ΒΩΜΟ…»
Εμπρός στο διάπλατο βωμό μη φοβηθείς να κλάψεις
Στην αγκαλιά Σου ολόγυρα κάθε βωμός δικός Σου,
Λάλησε με το στόμα Σου κέλαμψε με το φώς Σου΄
Και της λατρείας το κερί μη φοβηθείς νανάψεις.
--
Όλα τα πλάσματα της γης μαρτυρικό ένα κλάμα,
Υψώνουν σαν λιβανωτό προς τόνειρο του κόσμου,
Και μες στα μύρια αχνόφεγγα γυρεύει ο λογισμός μου,
Τον ταιριαστό να βρει σκοπό να στον προσφέρω τάμα.
--
Κι ό,τι από Σένα αστείρευτο μοσκοβολά σαν κρίνος,
Σαν από κάπιον ουρανό φωτολουσμένο αστέρι,
Ταρνήθηκες στον πόνο Σου και των πουλιών ο θρήνος,
--
Αντιλαλεί τα λόγια Σου στα εξορκισμένα μέρη.
Και κάθε αθάνατη ομορφιά στα πόδια ενός θρόνου,
Εσένα τώρα υμνολογά, βασίλισσα του πόνου.

«Κ’ Η ΑΣΗΜΕΝΙΑ ΘΑΛΑΣΣΑ…»
Κη ασημένια θάλασσα μιάζει παρθένο κάμπο,
Κείναι ταλέτρι του ζευγά μια βάρκα που αρμενίζει,
Τα κουρασμένα τα όνειρα στο διάβα της σκορπίζει,
Κι ο καπετάνιος άσπλαχνος δε στέκεται για νάμπω.
--
«Πάρτε με Εσείς πλεούμενα, πουλιά ξενιτεμένα»
Μα τη φωνή μου ο αντίλαλος τη στέρνει πάλι πίσω.
Την πονεμένη μου καρδιά σκλάβα θα την αφήσω,
Σκλάβα, πανώρια μου κυρά, θα την αφήσω Εσένα.
--
Τσιγγάνα κοσμολόητη με τα ροδένια χείλη,
Που πάντα  εγώ τα νείρομαι, και σα να με λιγώνει
Το ευωδιασμένο Σου φιλί, τριαντάφυλλο του Απρίλη,
--
Έλα να φύγουμε μαζί, την ώρα που θαπλώνει
Η νύχτα τα μαγνάδια της στου φεγγαριού το δρόμο,
Τη θάλασσα θα πάρουμε, να πάμε σάλλον κόσμο.

«ΤΗ ΜΥΣΤΙΚΗ ΣΟΥ ΜΟΝΑΞΙΑ…»
Τη μυστική Σου μοναξιά και της ζωής τη γλύκα,
Σκορπίζεις πάλι γύρω Σου, νύφη γαληνοφόρα,
Και φεύγεις προς τη μακρινή, φεγγοβολή ανηφόρα,
Ταχνάρια Σου όθε διάβηκες μπροστά μου δεν τα βρήκα.
--
Και τα χλωρά στεφάνια Σου, που τραγουδούσε η Φήμη,
Χαρμόσυνα μες των ανθών το ροδοπεριβόλι,
Αντιφεγγίζουν στου ρυθμού τάγιο τάστραποβόλι,
Σα λόγια ενός τραγουδιστή, που είναι η φωνή του ασήμι.
--
Παντού διψά και χύνεται το πλαστουργό σου χέρι,
Σε μιας αυγής απόλαυση, σε μιας θάλασσας κύμα,
Και μες στο διάπλατο ουρανό γυρεύει κάπιο αστέρι,
--
Με τάϋλο της ζωγραφιάς να το σκλαβώσει ντύμα.
Και διαλαλούν τη χάρη σου Μοίρες καλογραμμένες,
Που τα στεφάνια σου έπλεξαν με δάφνες ζηλεμένες.

«ΚΑΠΟΤΕ ΕΓΩ ΣΤΟ ΠΛΑΙ ΣΟΥ…»
Κάποτε εγώ στο πλάϊ Σου, θυμάσαι, ρηγοπούλα,
Σημάδι της αγάπης σου μιάν άσπρη μαργαρίτα,
Όταν ξεφύλλισα δειλά, κείπες αλήθεια, κύτα:
Εμένα την αγάπη μου φανέρωσε η αυγούλα;
--
Μες στάνθογυάλι ξεψυχούν, με παγωμένο θρήνο,
Το βράδι οι μαργαρίτες μου΄ γι αυτές δε θα ξυπνήσει
Ο Έρωτας με την Αυγή να την ξαναφιλήσει΄
Το βροχινό χινόπωρο τις ζήλεψε και κείνο.
--
Στη θύμησή μου τα κρατώ κι όλα τα περασμένα,
Κι όσα δικά Σου αξέχαστα χαϊδέματα, και ακόμα,
Όσα της λύρας η πνοή νανουρίζει θλιμένα.
--
Κι ό,τι δικό Σου αθάνατο, φως, αρμονία, χρώμα,
Μοσκοβολάει θύμησες σε ηλιολουσμένους τόπους,
Που γύρευες να ονειρευθείς πονετικούς ανθρώπους.

Σημείωση 1:
    Το βιβλίο ΨΑΠΦΑ, του Δημητρίου Γρ. Βερναρδάκη (Μυτιλήνη 1890-20 Οκτωβρίου 1973), εκδόθηκε από τον εκδοτικό οίκο του Ιωάννη Ν. Σιδέρη-Αθήνα χ.χ. Οι διαστάσεις του είναι 15Χ20 cm., οι σελίδες του 88 και ακολουθούν 8 φύλλα με διαφημίσεις των έργων που εξέδωσε ο εκδοτικός οίκος. 
Έργα των:
Γεωργίου Δροσίνη, Ιωάννου Πολέμη, Αλέξανδρου Μωραϊτίδου, Άγγελου Τανάγρα, Ιουλίας Δραγούμη, Πηνελόπης Σ. Δέλτα και, όπως αναφέρεται στην τελευταία σελίδα, «το καλλίτερον δώρον» το «Ημερολόγιον της μεγάλης Ελλάδος» των ετών 1922, 1923, 1924, 30 δραχμές έκαστον από το βιβλιοπωλείον του Ιωάννου Ν. Σιδέρη οδός Σταδίου 46 Αθήνα.
Από την διαφήμιση αυτή μπορούμε να συμπεράνουμε ότι το βιβλίο εκδόθηκε το 1924.
Το βιβλίο στην εποχή του παλαιού μας νομίσματος στα παλαιοπωλεία κόστιζε 1000 δραχμές όπως γράφεται στο οπισθόφυλλο. Ακόμα στο οπισθόφυλλο υπάρχει γενικός κατάλογος των εκδόσεων του βιβλιοπωλείου Ιωάννη Ν. Σιδέρη και η τότε τιμή των βιβλίων. Το παλαιό και ξεθωριασμένο πλέον εξώφυλλο αναφέρει με κεφαλαία μαύρα γράμματα το όνομα του συγγραφέα ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΓΡ. ΒΕΡΝΑΡΔΑΚΗΣ, από κάτω με κόκκινα κεφαλαία γράμματα τον τίτλο ΨΑΠΦΑ. Ακριβώς από κάτω υπάρχει μέσα σε στρογγυλό πλαίσιο φωτογραφία ενός αρχαίου αγάλματος που απεικονίζει την ποιήτρια ΣΑΠΦΩ και στο κάτω μέρος, πάλι με κεφαλαία μαύρα γράμματα, αναγράφεται ο εκδότης και ο τόπος. Στην έκδοση που εγώ γνωρίζω, δεν υπάρχει χρονολογία έκδοσης.
    Το βιβλίο που δανείζεται τον τίτλο του από το όνομα της αρχαίας λυρικής ποιήτριας Σαπφούς από την Λέσβο, αποτελείται από δύο μέρη: από τα ποιήματα του συγγραφέα, ποιητή, μεταφραστή και φιλόλογου Δημητρίου Γρ. Βερναρδάκη, (1890-20/10/1973) «Τραγούδια της Αγάπης» σελίδες 1 έως 54,και από τις «Μεταφράσεις Αρχαίων Λυρικών Ποιητών» του ίδιου του Βερναρδάκη σελίδες 57 έως 86.
Στην σελίδα 88 αναφέρονται τα εξής: «Από τα τραγούδια αυτά πολλά πρωτοδημοσιεύτηκαν στο «Νουμά» της δεκαετίας του 1920, και σε άλλα περιοδικά, με το ψευδώνυμο Δήμος Βερενίκης». Επίσης υπάρχει σημείωση που μας αναφέρει ότι «επειδή ο ποιητής μένει στη Λέσβο και είτανε αδύνατο να ιδεί ο ίδιος τα τυπογραφικά δοκίμια, μείνανε ένα δυό λαθάκια….».
Εδώ μεταφέρω το ποιητικό κείμενο όπως είναι τυπωμένο χωρίς παρεμβάσεις στα σημεία στίξεως ή στην ορθογραφία του. Τα ποιήματα έχουν αρκετά λαθάκια, αλλά δεν θέλησα να τα διορθώσω (το αναφέρω αυτό για όλους τους γλωσσαμύντορες καλοθελητές).
    Οι Αρχαίοι Λυρικοί που μεταφράζονται, είτε με ποιήματά τους είτε με αποσπάσματα από το έργο τους, είναι φυσικά, η Ψάπφα, ο Αλκαίος, ο Μελέαγρος, ο Ξενοφάνης, ο Καλλίνος, ο Μίμνερμος, ο Ίων, ο Τυρταίος, ο Κλεάνθης και ο Μουσαίος.

ΨΑΠΦΑ
Ύμνος στην Αφροδίτη
«Φαίνεταί μοι κήνος…»
«τεθνάκην δ’ αδόλως θέλω…»
Στην ΑΤΘΙΔΑ
«Οίον το γλυκύμαλον…»
«Κη δ’ αμβροσίας…»
«Κατθανοίσα κείσεαι..»
«Αι δ’ήχες έσλων…»
«Οίαν ταν υάκινθον…»
«Πλάσιον δή μοι κατ’ όναρ…»

ΑΛΚΑΙΟΣ
Βακχικό

ΜΕΛΕΑΓΡΟΣ
Το τραγούδι της Άνοιξης

ΞΕΝΟΦΑΝΗΣ
Το Συμπόσιο

ΚΑΛΛΙΝΟΣ
Ελεγεία

ΜΙΜΝΕΡΜΟΣ
Ναννώ

ΙΩΝ
Βακχική Ελεγεία

ΤΥΡΤΑΙΟΣ
Πολεμική Υποθήκη

ΚΛΕΑΝΘΗΣ
Ύμνος στο ΔΙΑ

ΜΟΥΣΑΙΟΣ
Ηρώ και Λέαντρος
(«Νυξ ήν, είτε μάλιστα βαρυπνείουσιν αήταις…»

Σημείωση 2:
    Υπάρχει από την σύντομη και ενδεικτική έρευνα που διεξήγαγα μια παρανόηση και μια επαναλαμβανόμενη λανθασμένη πληροφορία, σχετικά με το ποιός από τους συγγραφείς Βερναρδάκη έγραψε και εξέδωσε την «ΨΑΠΦΑ». Τόσο στις σχετικές μελέτες όσο και στις επαναλαμβανόμενες πληροφορίες του διαδικτύου.
Δυστυχώς, δεν έχω πλέον όλα τα σχετικά βιβλία του συγγραφέα και βιβλιογράφου της Λεσβιακής Γραμματείας κυρίου Κώστα Μίσσιου, ο οποίος έχει διεξάγει μια σημαντική και μακροχρόνια εργασία όσον αφορά τους συγγραφείς και τους διανοούμενους της Μυτιλήνης από αρχαιοτάτων χρόνων. Δηλαδή αν η «ΨΑΠΦΑ» ανήκει στον θεατρικό συγγραφέα, δραματικό ποιητή και καθηγητή Πανεπιστημίου Δημήτριο Ν. Βερναρδάκη (1833-1907), στου οποίου την γενική βιβλιογραφία πάρα πολλοί προσθέτουν το έργο, ή ανήκει στον Βερναρδάκη Δημήτριο Γρ. (1890-20/10/1973), τον Μυτιληνιό συγγραφέα και φιλόλογο που δημοσίευσε με το ψευδώνυμο Δήμος Βερενίκης σε διάφορα λογοτεχνικά έντυπα της εποχής του και αναστηλωτή έργων του αρχαίου ιστορικού Πλουτάρχου όπως αναφέρεται στο ανώνυμο λήμμα της «Λογοτεχνίας των Ελλήνων» των εκδόσεων Χάρη Πάτση, τόμος 3ος σελίδα 437. Επίσης, μπερδεύεται ο Δημήτριος Γρ. Βερναρδάκης με τον ένα εκ των δύο αδερφών του θεατρικού συγγραφέα, τον Γρηγόρη Βερναρδάκη συγγραφέας επίσης. Οι περισσότεροι βιβλιογράφοι του θεατρικού συγγραφέα της «Μαρίας Δοξαπατρή» και της «Φαύστας», δεν αναφέρουν την «ΨΑΠΦΑ» στα έργα του, την αγνοούν εντελώς, στο λήμμα της Βιβλιονέτ όμως το προσθέτουν, όπως και σε άλλες διαδικτυακές εργασίες, λόγου χάριν στην ιστοσελίδα «Ανέμη» του Πανεπιστημίου Κρήτης την προσθέτουν στον θεατρικό συγγραφέα, επίσης, αρκετοί βιβλιογράφοι του θεατρικού Βερναρδάκη, την προσθέτουν επίσης στην σύνολη εργογραφία του. Στο περιοδικό «Αιολικά Γράμματα» που ίδρυσε ο αναστηλωτής και συγγραφέας Γιώργος Βαλέτας και συνέχισε ο γιος του επίσης συγγραφέας Κώστας Βαλέτας, δεν βρήκα τα σχετικά στοιχεία στα αφιερώματα για τους Βερναρδάκηδες. Ακόμα και στο επαναλαμβανόμενο τεύχος 37/Γενάρης-Φλεβάρης 1977 χρόνος Ζ σελίδες 10-37, που επιμελήθηκε και γράφει σχετικό σημείωμα και ο Γιώργος Βαλέτας, Αφιέρωμα-«Αιγαίο, Χαιρετισμός του Σάρτρ. Αφιέρωμα στο Βερναρδάκη και τον Πρωτοπάτση. Νέες λογοτεχνικές δυνάμεις του Αιγαίου», δεν υπάρχουν συμπληρωματικά στοιχεία. Να σημειώσω όμως ότι, πολλοί άντρες και γυναίκες συγγραφείς και καθηγητές, αναφέρουν λάθος στοιχεία από το τεύχος αυτό, που σημαίνει ότι δεν το έχουν δει καν. Για του λόγου το αληθές μπορεί ο όποιος ενδιαφερόμενος να αντιπαραβάλει τα περιεχόμενα του τεύχους για τον Βερναρδάκη με τις βιβλιογραφικές αναφορές καθηγητών στο διαδίκτυο, αλλά και σε άλλα μελετήματα.
Σημείωση 3:
    Βλέποντας τις λανθασμένες αυτές αναφορές, αμέσως έθεσα το ερώτημα, ποιος είναι ο πραγματικός συγγραφέας της ΨΑΠΦΑΣ, ή αν το ανώνυμο λήμμα της εγκυκλοπαίδειας «Λογοτεχνία των Ελλήνων» πρώτη έκδοση, τόμος 3ος σελίδα 437 μας δίνει λανθασμένη πληροφορία, ή υπάρχει τυπογραφικό λάθος, και μεταφέρεται το βιβλίο σε λάθος πρόσωπο. Απευθύνθηκα σε γνώμες εγκυρότερων εμού. Τηλεφώνησα στον ομότιμο καθηγητή Πανεπιστημίου και συγγραφέα κύριο Μιχάλη Μερακλή, ο οποίος με μεγάλη διάθεση και προθυμία μίλησε μαζί μου για το πρόβλημα αυτό, λέγοντάς μου: «πως δυστυχώς, δεν γνωρίζω τίποτα περί αυτού του ζητήματος». Στην διάρκεια της ζεστής και εγκάρδιας συνομιλίας μας μου μίλησε για τον συγγραφέα Κώστα Γ. Μίσσιο σαν ειδικότερο στο θέμα αυτό, εφόσον ο άοκνος αυτός ερευνητής έχει ασχοληθεί συστηματικά και εκτενέστερα με την Λεσβιακή Γραμματεία. Του είπα ότι γνωρίζω και εκτιμώ το έργο του κυρίου Κώστα Γ. Μίσσιου,-μια και αναφέρεται και στον Πειραιώτη ποιητή Βασίλη Λαμπρολέσβιο, έχω όμως ελάχιστα βιβλία του. Έτσι, μέσω των πληροφοριών του ΟΤΕ, βρήκα το τηλέφωνό του και του τηλεφώνησα. Ευγενής και πρόθυμα, ο συγγραφέας και ερευνητής δέχθηκε να με πληροφορήσει. Του εξέθεσα το πρόβλημα, του μίλησα για την αναφορά που υπάρχει στο λήμμα της εγκυκλοπαίδειας του Χάρη Πάτση που αναφέρει τον Δημήτριο Γρ. Βερναρδάκη με έτος γέννησης το 1890, και ότι χρεώνει το ως άνω βιβλίο στον συγγραφέα αυτόν. Ο κύριος Κώστας Γ. Μίσσιος, αμέσως μου επιβεβαίωσε την πληροφορία, προσθέτοντάς μάλιστα και την χρονολογία θανάτου του φιλόλογου και συγγραφέα,-που όπως μου εκμυστηρεύτηκε τον είχε καθηγητή-δηλαδή στις 20  Οκτωβρίου 1973.
   Από την δική μου πλευρά, θέλω να ευχαριστήσω τόσο τον καθηγητή κύριο Μιχάλη Μερακλή, όσο και τον κύριο Κώστα Γ. Μίσσιο, οι οποίοι με βοήθησαν να λύσω μια λανθασμένη βιβλιογραφική πληροφορία, η οποία, μεταφέρεται εδώ και χρόνια επαναλαμβανόμενη από πολλούς και στις σχετικές τους μελέτες αλλά και στο διαδίκτυο.
    Ευελπιστώ, ότι ίσως κάποιος προσέξει την διόρθωση αυτή, διορθώσει την βιβλιογραφική πληροφορία, που μας δείχνει ότι οφείλουμε όλοι μας να είμαστε περισσότερο προσεκτικοί στις πληροφορίες που λαμβάνουμε είτε από βιβλία είτε από το διαδίκτυο και να τις ελέγχουμε, και το κυριότερο, να θέτουμε ερωτήματα στα κείμενα που μελετάμε ή μεταφέρουμε στα μπλοκ μας. Τέτοιου είδους κίνδυνοι ελλοχεύουν συχνά στο διαδίκτυο, τουλάχιστον από δικές μου έρευνες, έχω συναντήσει αρκετές λανθασμένες πληροφορίες. Αξίζει κάποτε μια εργασία για αυτά τα αμαυρωμένα μαργαριτάρια των πληροφοριακών στοιχείων που συχνά συναντάμε καθώς ερευνούμε τα διαχρονικά προβλήματα της Ελληνικής Γραμματείας.
    Και, για το τραγικά ευτράπελο της υπόθεσης, υπενθυμίζω την έκδοση ενός Βιογραφικού Λεξικού Νεοελλήνων Συγγραφέων του 1997, από μεγάλο και επιφανή εκδοτικό οίκο, που εκδόθηκε και μεταξύ άλλων πολλών, ανέφερε σαν κεκοιμημένο 1990 τον Ζήσιμο Λορεντζάτο, σ. 263. Ενώ ευτυχώς για τον άνθρωπο-συγγραφέα και για εμάς τους αναγνώστες του έργου του, ο Ζήσιμος Λορεντζάτος απεβίωσε το 2004. Δεκατέσσερα χρόνια μετά.
     Και ακόμα, στο περιοδικό Αιολικά Γράμματα τχ. 17/9,10,1973, στην σελίδα 400 υπάρχει το εξής σημείωμα του Γιώργου Βαλέτα.
«Με πραγματικό πένθος βαθειάς αναγνώρισης εκήδευσε η Μυτιλήνη στις 3 του Οκτώβρη το Δημ. Γρ. Βερναρδάκη(1890-1969), έναν από τους βετεράνους της λεσβιακής αναγέννησης, που με το έργο του, το φιλολογικό, το ιστορικό, το μεταφραστικό, και με τη ζωντανή πνευματική του παρουσία ως εκπαιδευτικού, ως ιδρυτή και προέδρου της Εταιρείας Λεσβιακών Μελετών, ως δημοτικού άρχοντος κλπ. εργάστηκε επί μισό και πάνω αιώνα, για την πνευματική ανάπτυξη της Λέσβου. Τα Αιολικά Γράμματα, που τον είχαν επίλεκτο συνεργάτη τους, θα αφιερώσουν σ’ ένα από τα επόμενα τεύχη σχετική μελέτη για το έργο του ευγενικού ποιητή των «Γιασεμιών» και αναβιωτή της Ψάπφας».
    Τι να πω για την ημερομηνία θανάτου, που αναφέρει ο Γιώργος Βαλέτας, παρά μια Λεσβιακή Παροιμία: «Απ’ τ’ μαμή ίσαμι τ’ λιχούσα χάθτσι του μουρό».
Ποια η μαμή ποια η λεχούσα;   
Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Δεύτερη γραφή, 28/7/2017
Πειραιάς, 28/7/2017







    

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου