Σάββατο, 1 Ιουλίου 2017

ΡΟΥΜΠΑΓΙΑΤ

ΟΜΑΡ ΚΑΓΙΑΜ
ΡΟΥΜΠΑΓΙΑΤ
Omar Khayyam, Ruba’iyat

     Μαθηματικός, αστρονόμος, επιστήμονας, φιλόσοφος με ενδιαφέροντα πέρα από την εποχή του, άτομο ανοιχτόμυαλο, χαρακτήρας «μποέμ», ξεπέρασε τα όρια της σοφίας του καιρού και της χώρας του, μα πάνω από όλα, Ποιητής ο Πέρσης Ομάρ Καγιάμ (1040-1123), σχεδίαζε τα ονειρικά τετράστιχά του τα περίφημα «Ρουμπαγιάτ», με λογισμό και όνειρο, με απύθμενο κέφι και μεθύσι, με γλεντζέδικη διάθεση και αφουρτούνιαστο έρωτα, με ξάστερη σοφία και ποιητική πίστη. Έχοντας μόνιμα γεμάτη μια κούπα με ρουμπινί κρασί στο χέρι, περιδιάβαινε τις υγρές νύχτες τα καπηλειά και μετρούσε τα άστρα του ουράνιου θόλου. Τον έβρισκε η ροδοδάχτυλη αυγή να ξενυχτά μέσα σε υγρές κάμαρες μ’ ένα γεμάτο τάσι με κεχριμπαρένιο κρασί, να τσουγκρίζει με τους άλλους συμποσιαστές του, την πήλινη κούπα της Τύχης, φιλοσοφώντας για την ανθρώπινη μοίρα. Από την μια ταβέρνα έβγαινε στην άλλη έμπαινε. Όμως μία και αυτή η Οδός όπως μας είπε εδώ και αιώνες ο παππούς μας Ηράκλειτος. Η Οδός των ανθρώπινων Ονείρων και Παθών, της Ζωής και του Θανάτου. Πολύπειρος και σοφός γέροντας της λάγνας και μυστηριώδους ανατολής. Αυτής της πολύμαστης μάνας των Αναστημένων Θεών μέσα στην περιπέτεια της ανθρώπινης Ιστορίας. Επικούρειος προφήτης και δάσκαλος βίου χωρίς αρχές. Ωμός ρεαλιστής και ποιητικός εκστασιαστής. Λάτρης κυνικός της τετελεσμένης ζωής και τρυφερός υμνητής της. Πιστός και άπιστος μαζί του αιώνιου καμινιού της θείας μέθης. Διαρκώς ερωτευμένος και πάντα αξεδίψαστος των απλών καθημερινών χαρών του πρόσκαιρου βίου. Παραμυθάς της ποίησης και λεοντόκαρδος αναζητητής της αιωνιότητας του ανθρώπινου σήμερα. Μια πολύχρωμη ανατολίτικη χαροποιός ευωδία αναδύεται από τα μικρά του ποιητικά ρουμπινί τετράστιχα, μια ασίγαστη δίψα να υπερβεί τα όρια της ζωής ζώντας μέσα στο καμίνι της ζωής. Μια ευλογημένη διάθεση απληστίας για ότι απλόχερα και καθημερινά η ζωή που τόσο γρήγορα χάνεται μας προσφέρει. Μια κούπα κρασί στο χέρι, ένα κορίτσι στην αγκαλιά, ένα ξέγνοιαστο βλέμμα, μια περιπαιχτική διάθεση των οφθαλμών, ένα χαμόγελο των αισθήσεων, μια στωική αντιμετώπιση των προβλημάτων του βίου, μια ανθρώπινη ποιητική ματιά που αρνείται κάθε δεσμευτική μεταφυσική επιταγή και καθηκοντολογία για τον άνθρωπο. Ο Ομάρ Καγιάμ με τα μικρά του τετράστιχα, αυτές τις κομψές και περίτεχνες περσικές ποιητικές του μινιατούρες που μας κληροδότησε στο διάβα των αιώνων, προσεύχεται με τις αισθήσεις, δέεται με τις αντένες του διαρκώς στραμμένες σε ένα ονειρικό τώρα της ζωής, στέκει συνέχεια εκστασιασμένος αντικρίζοντας τα μικρά επαναλαμβανόμενα θαύματα της φύσης, αποδέχεται άνευ όρων τα επαναλαμβανόμενα γεγονότα του βίου, θαυμάζει το φυσικό περιβάλλον μέσα στο οποίο ζει, χωρίς να δεσμεύεται από αυτό και χωρίς να αναζητά τρόπους να το καθυποτάξει και να κυριαρχήσει πάνω του. Του ανήκει γιατί σ’ αυτό ανήκει. Είναι μια βιωμένη φιλοσοφία βίου ενός ανατολίτη μυστικού που δεν τρεκλίζει από το μεθυστικό άρωμά της, που προσομοιάζει-τηρουμένων των πολιτισμικών συνθηκών και θεολογικών παραμέτρων-με την δεητική ματιά που εκφράζει για την Φύση μέσα στο έργο του ο κυρ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Ο Ομάρ Καγιάμ, αυτός ο πέρσης Σκηνοποιός των μικρών χαρών της ζωής με το αμόλευτο βλέμμα, με τα ποιητικά του Τετράστιχά, ανατάραξε τα λιμνάζοντα νερά της θρησκευτικής πίστης των συγχωριανών του, προβλημάτισε δημιουργικά ίσως τον χορευτικό μυστικό εκστασιασμό των Σούφι της εποχής του, διεύρυνε την ατμόσφαιρα της ποιητικής παράδοσης των Περσών ποιητών, της χώρας του παγονιού, μπολιάζοντάς την με νέα χαροποιά ερεθίσματα, καινούργιες γεύσεις αισθήσεων, αρμονικά κελαηδίσματα ονείρων μέσα στον παρόντα θάνατο του ανθρώπου, γεύτηκε τα μεστωμένα μέλια της φύσης που γλυκαίνουν τον κουρασμένο βίο των ανθρώπων και του χρωματίζουν τα φτερά των διαφόρων εμπειριών του. Η  υφαντουργός Φύση του προσφέρει απλόχερα τα μυριάδες ερεθίσματά της, και εκείνος μας τα αποκρυπτογραφεί, η κομμώτρια Φύση του δείχνει τις άπειρες εικόνες επαναλαμβανόμενου μεγαλείου της, και εκείνος με τον χρωστήρα των ονείρων του μας τις σχεδιάζει μεθυσμένος από χαρά, η πλανεύτρα Φύση τον κεντρίζει να αφουγκραστεί τα μυστικά ακούσματά της, και εκείνος συνθέτει τις τετράστιχες ποιητικές του μελωδίες, τον προσκαλεί να ακούσει τα κελαρύσματα των γάργαρων και δροσερών νερών, να μετάσχει στα πανηγύρια των γουργουρητών του έρωτα, να αισθανθεί την ζέστα του χώματος, να κορφολογήσει τα τσαμπιά των σταφυλιών με την μεθυστική τους μαγεία, να ξεχαστεί παρατηρώντας τη θαλασσιά υφασμένη με άστρα σκέπη του ουρανού με τα αινιγματικά μυστικά του. Ο πέρσης ποιητής Omar Khayyam, δεν ζητά να ερμηνεύσει τα πανάρχαια της φύσης μυστικά, τα πολύχρωμα πολυποίκιλα δώρα που απλόχερα μεταλαμβάνει στον άνθρωπο, δεν τα σχολιάζει χρησιμοποιώντας τους σκοτεινούς μαιάνδρους της σκέψης, δεν τα επαναξιολογεί ακολουθώντας της λογικής μονοπάτια, δεν τα απορρίπτει κάτω από το βάρος εθιμικών της εποχής του δοξασιών, δεν τα συγκρίνει με προηγούμενες καταγραφές εμπειριών των προγόνων του, δεν τα μεθερμηνεύει θεολογικά, δεν τα εντάσσει σ’ ένα καινούργιο μεταφυσικό σύστημα αξιών προς εξερεύνηση, δεν τα σκοτεινιάζει με δαιδαλώδεις αναφορές της γραφής, με τα γοητευτικά αλλά πάντοτε επικίνδυνα, πικραμύγδαλα παιχνίδια του νου. Με απλή γλώσσα, θυμοσοφική και ξένοιαστη διάθεση απολαμβάνει τα δώρα της ζωής και της φύσης, χωρίς βαρυγκώμια για την προσωπική του Ειμαρμένη, τα χαίρεται απλόχερα, τα θαυμάζει επαναληπτικά με όλους τους πόρους του σώματός του, της ίδιας του της ζωής. Ομνύει διαρκώς σε αυτά χωρίς θρησκευτικούς περισπασμούς και κοινωνικές απαγορεύσεις. Η πίστη του Κορανίου δεν στέκει εμπόδιο στα πεταρίσματα της σκέψης του, δένει με τα μεθυστικά ανοίγματα του νου του. Ο πέρσης ποιητής Ομάρ Καγιάμ είναι ένας μεθυσμένος της ζωής περιπατητής του Κήπου της Εδέμ. Ένας περιπλανώμενος μεθυστικής διάθεσης πολίτης της ουράνιας συναστρίας. Το καθαρό και αθώο βλέμμα του εξεικονίζει σε κλίμακες θεϊκές την ανθρώπινη πρόσκαιρη, σύντομη και τυχαία ζωή μας. Μεθυσμένος σταθερά από τις μυριάδες ομορφάδες του φυσικού μεγαλείου, από το κρασί της ζωής και της μοίρας. Χαρισματικός πανθεϊστής, αλλά και πότης, τρυγά το νέκταρ της κάθε στιγμής και μας το προσφέρει σαν κοινή μετάληψη με τα πανέμορφα τετράστιχά του. Μια ατμόσφαιρα πανθεϊστική πλημμυρίζει το ποιητικό του έργο, που θυμίζει αρχαίους έλληνες ποιητές, όπως ο Αρχίλοχος, υμνωδούς της φύσης. Μια αβαθή χαρά για ζωή που ανακαλεί στην μνήμη αρχαίους έλληνες Ίωνες επιγραμματοποιούς. Ανακαλεί αισθήσεις φυσικής χαράς από τον αρχαίο Θεόκριτο, τον Καλλίμαχο, αλλά, και τον μπροστάρη έλληνα ποιητή της πρώτης Αθηναϊκής σχολής και τα περίφημα «Τετράστιχά» του τον Κωστή Παλαμά. Ορισμένα Ρουμπαγιάτ του θυμίζουν στίχους του Διονυσίου Σολωμού, ορισμένα ποιητικά του διλήμματα θυμίζουν το «Ομνύω» του Αλεξανδρινού, αλλά και το ποίημά του «Κεριά», φανερώνουν συγγενικές συνομιλίες του Κωνσταντίνου Π. Καβάφη με τον Πέρση ποιητή. Μια ασυννέφιαστη μα διαρκώς μεθυσμένη ποιητική σκέψη ενός Πέρση δημιουργού, που αφομοιώνει κάθε φυσικό ερεθισμό και τάξη του κόσμου, που παράγει χαρά και ευδαιμονία, εκπέμπει ευχάριστη και φωτεινή διάθεση. Προσωπική προαίρεση είναι αυτό που καταυγάζει μέσα στα Ρουμπαγιάτ του. Η προσωπική του προαίρεση, με την οποία αντιμετωπίζει διαρκώς τα προβλήματα του βίου, το εστιασμένο συνεχώς βλέμμα του στην θετική όψη της ζωής και η συνακόλουθη θυμοσοφική της ερμηνεία, από τον Πέρση μουσουλμάνο ποιητή, την καθιστά σύμβολο ελπιδοφορίας μοναδικό και ανεπανάληπτο. Ένα παραδείσιο βλέμμα ενός πέρση σκηνοποιού, που δεν το σκίασε θεϊκή ζήλεια. Αν δεν είναι παράτολμο το χρονικό άλμα και η θεματική περιήγηση, θα σημείωνα ότι, πολλά τετράστιχα του Καγιάμ, φέρνουν στο νου, τις μικρές σύγχρονές μας ποιητικές στιγμές δροσοσταλιάς του ορθόδοξου περουβιανού μοναχού Συμεών, στο έργο του «Συμεών μνήμα», φυσικά με διαφορετικό και αντίθετο μεταφυσικό και θρησκευτικό προσανατολισμό και στοχοθεσία πίστης. Η όρασή τους συγκλίνει, καθώς θαυμάζουν με παρόμοια διάθεση την μαγεία του φυσικού τοπίου και την εικονογραφούν στα μικρά τους ποιήματα. Αλλά και ο Οδυσσέας Ελύτης, αυτός ο μάγος του φωτός συγγενεύει η ποιητική του ατμόσφαιρα, με το χαροποιό βλέμμα του πέρση ποιητή, με συγγενική εκστατικότατα γεύεται την μαγεία του φυσικού τοπίου, το αιώνιο κάλλος της φύσης. Όπως επίσης και στον ευρωπαϊκό χώρο, διακρίνουμε το ποιητικό βλέμμα των ρομαντικών δημιουργών να εστιάζεται σε παρόμοιας ατμόσφαιρα θεματολογίας, μένοντας εκστατικοί μπρος στο σκοτεινό μεγαλείο της φύσης, που έμπλεοι χαράς εικονογραφούν στα ποιήματά τους.
     Ο Ομάρ Καγιάμ, είναι ο θιασώτης δημιουργός του ανοιχτού χώρου, των οριζόντων του φυσικού τοπίου, που ενώνονται με το ονειρικό πέρας, ανεξάρτητα αν οι στίχοι του αναφέρονται ξανά και ξανά σε ταβέρνες και καπηλειά, σε κούπες γεμάτες κρασί και τάσια μεθυσιού. Οι ομοιότητες στους φυσιολάτρες αυτούς ποιητές είναι κοινές, καθώς και οι σταθερές αναφορές τους, τα ερεθίσματά τους αντλούνται από τον ίδιο σκηνικό χώρο. Η Φύση τους προσφέρει χωρίς τσιγγουνιά τα χρώματα, τις αισθήσεις, τις εικόνες, τις οσμές, τους ήχους, το περιβάλλον, το σκηνικό της δημιουργικής ποιητικής τους κατάθεσης.  Όλα επίσης, συντελούνται μέσα στην ποίηση του Ομάρ Καγιάμ στον παρόντα κοσμικό χρόνο, στο χρονικό ενθάδε, που αιωνοποιείται με τον ποιητικό λόγο. Έναν χρόνο που είναι ταυτόχρονα και θεουργός του σύμπαντος κόσμου. Ενός κοσμικού σύμπαντος χωρίς ίχνος τραγικότητας, δραματικών στιγμών, ελέους δικαιοσύνης. Όλα είναι ευωδιασμένα κατά την στιγμή της ενθάδε συντέλεσής τους Η αποκατάσταση των πραγμάτων και των φυσικών αρχών έχει συντελεσθεί εδώ και αιώνες, το μόνο που έχει να πράξει το ανθρώπινο είδος είναι να την απολαύσει χωρίς όρια και απαγορευτικούς κανόνες του νου. Δεν υπάρχει «γνωστικό» κέρδος μέσα στο σύμπαν αυτό, μόνο η χαρά των ανθρωπίνων αισθήσεων που συμβαδίζει χωρίς φόβο, δίχως ενδοιασμούς, σιμά με την θεία πνοή της φύσης, που αναδημιουργεί αενάως τον εσωτερικό και εξωτερικό Κήπο της Εδέμ.
     Το ανθρώπινο Ον στα ποιητικά τετράστιχα τα Ρουμπαγιάτ, του πέρση μαθηματικού αστρονόμου επιστήμονα φιλοσόφου και Ποιητή, δεν αισθάνεται ποτέ μόνο, δεν διαχωρίζει τον προσωπικό του θάνατο από την εδώ ζωή του, δεν χάνεται μέσα στα φαράγγια της λογικής αμφιβολίας, δεν ατενίζει φοβισμένο και γυμνό το γκρεμνό του ελέους του θεϊκού μεγαλείου, ενός Όντος που μειδιά ίσως με χαιρεκακία στον αγωνιώδη αγώνα του, δεν στέκει γονατιστό προσμένοντας την μεταφυσική του εξιλέωση, αλλά μεθώντας από το κρασί της ζωής των αισθήσεων, στέκει Ποιητής και Προφήτης, Άγιος και Άπιστος ισότιμα μέσα στον Παραδείσιο Κήπο του Κόσμου, αηδονολαλώντας στον Δημιουργό: «Εικών ειμί της αρρήτου δόξης σου» έστω και αν δοξολογώ μόνο την Φύση.             
     1
Oh, Thou, who Man of baser Earth didst make,
And who with Eden didst devise the Snake;
For all the Sin wherewith the Face of Man
Is blacken’ d, Man’s Forgiveness give-and take!
Με χρώμα και ροδόσταμο, πλανεύτρα, αστραφτερή,
έφτιαξ’ ο Πλάστης-μάστορας την όμορφη ζωή.
Κι έρχονται τώρα και σου λεν «μακριά απ’ τις ηδονές»!
Κρατάς την κούπα ξέχειλη χωρίς να πιείς κρασί;
     9
Με τη νηστεία και τη σιωπή λίγνεψε το φεγγάρι!
Φέρτε να το κεράσουμε, καινούργιο φως να πάρει!
Τώρα που του Ραμαζανιού πάψαν οι προσευχές,
σε λιτανεία θα πορευτούν κούπες με κεχριμπάρι.
     12
Αν τύχει και ο θάνατος κάποια βραδιά με πάρει
πιωμένον από δυνατό κρασί, ρουμπίνι ή κεχριμπάρι,
πάνω από το μνήμα μου τόση ευωδία θα βγαίνει
πού θα μεθύσει όποιος διαβεί, γέρος ή παλικάρι!
     14
Τη στάμνα τη γλυκόχυμη εφίλησα στα χείλη
και να μου πεί της ζήτησα και να μου παραγγείλει
αν ξέρει τι είν’ ο θάνατος, τι είν’ ο κάτω κόσμος.
-Ταξίδι δίχως γυρισμό… Πίνε λοιπόν σταφύλι!
     15
Ήρθ’ ο Σοφός στον ύπνο μου και μου ‘πε: δε λυπάσαι
ν’ ανθεί τριγύρω σου η ζωή και κοιμισμένος να ‘σαι;
Ο ύπνος είναι θάνατος, διώξτον και πιές κρασί!
Σαν έρθει ο αιώνιος, αιώνια θα κοιμάσαι….
     16
Πού όλο πίνω και μεθώ, λένε είν’ αμαρτία.
Μεγάλη, σίγουρα, ο Θεός θα μου ‘χει τιμωρία.
Όμως, αφού ο πάνσοφος όλα από πρίν τα νιώθει,
μπεκρής πώς θα ‘μουν το ‘ξερε! Ν’ αλλάξω, είν’ απιστία!...
     17
Άχνη χαράς είν’ η ζωή΄ ένα ζεστό καρβέλι,
καλό φαϊ, γλυκό κρασί κι ένα κορίτσι μέλι…
Αυτά μεθύσι κι έρωτας, αυτά η ευτυχία!
Για δόξα, πλούτη και τιμές, καθόλου μη σε μέλει.
     18
Τρύγησα κάθε μια χαρά που διάβηκε σιμά μου΄
σαν κούπα ξέχειλη κρασί είναι τα κρίματά μου.
Να μετανοιώσω σκέφτομαι, να ‘μπω στον ίσιο δρόμο
μά, σ’ ενός ρόδου ευωδιά χάνω τα λογικά μου.
     19
Χίλιες παγίδες, Κύριε, στήνεις σε κάθε βήμα
για να πιαστεί ο άνθρωπος της θέλησής σου θύμα.
Κι άμα πιαστεί, τον απειλείς και τονέ φοβερίζεις.
Γιατί θυμώνεις; Το ‘ξερες από τα πρίν το κρίμα.
     20
Αν, όσοι ήπιαν, μέθυσαν και τη ζωή γλεντήσαν,
Δεν μπαίνουν στον Παράδεισο γιατί πολύ αμαρτήσαν,
θε να γεμίσει η Κόλαση μπεκρήδες κι εραστές
και θα ‘ναι στον Παράδεισο μονάχα όσοι δεν ζήσαν!
     21
Κοίτα! έν’ άσπρο σύννεφο πάνω στη χλόη κλαίει…
Μά το κρασί με χρώματα χίλια τραγούδια λέει!
Το φως μες στα μαλλάκια σου σπιθίζει, τώρα, να!
μα, αύριο, στου τάφου μας τα λούλουδα θα πλέει.
     22
Διώξε της έγνοιας, του καημού τα παγερά τα χιόνια!
Ντύσου με ρόδα, γιασεμιά, τραγούδα με τ’ αηδόνια!
Φεύγ’ η ζωή μας, χάνεται και μεις με τη σειρά
θα σβήσουμ’ όπως σβήσανε εφτά χιλιάδες χρόνια.
     23
Τρυπούλα από φεγγαροφώς στης νύχτας το φουστάνι
κεντάει κύκλο μυστικό και μαγικό γιορντάνι.
Μίλα, αγάπα, τρύγησε κάθε χαρά στη γη,
αύριο το φως θα ‘ναι για μας το νεκρικό στεφάνι…
     24
Πικρή η κούπα της ζωής μου πίκρανε το στόμα
γι’ αυτό, γλυκό πίνω κρασί μ’ άλικο πλάνο χρώμα.
Όποιος πεθαίνει χάνεται κανένας μη θαρεί
πως είν’ χρυσάφι και γι’ αυτό τον κρύβουνε στο χώμα!
     29
Χίλια κανάτια στέκονταν στον τοίχο αραδιασμένα,
και σιγοκουβεντιάζανε σοφά και πικραμένα.
-Κάποτε ήμουν άρχοντας! –Εγώ σοφός! –Ζητιάνος…
-Και τώρα ένα Τίποτα… Κανάτια χωματένια.
     31
Ποια αγάπη και ποιος έρωτας, ποιος πόθος, ποια λατρεία
ταίριαξε μύριες ομορφιές με θεϊκιά αρμονία
για να σμιλέψει το κορμί, κούπα της ηδονής;
Και ποιος αυτό το κύπελο θα σπάσει με μανία;
     32
Σαν του ανέμου φύσημα ο χρόνος που διαβαίνει
κι ο κόσμος άσπρο λούλουδο που ο βοριάς μαραίνει
Πόσοι Μπαχράμ, πόσοι Τζαμαίντ σαν ήλιοι δοξαστήκαν,
μα τώρα, μόνο η σκόνη τους από τη λάμψη μένει.
     33
Είχα δασκάλους διαλεχτούς απ’ τα μικρά μου χρόνια.
Έγινα δάσκαλος κι εγώ… Η γνώση μου αιώνια!
Ήμουν περήφανος πολύ ως τη στιγμή που είδα
της νιότης τα τριαντάφυλλα να ‘ν ‘στα μαλλιά μου χιόνια.
     34
Νερό, αγέρι οι μέρες μου που διάβηκε και πάει.
Το Άγνωστο που με καρτερά, τι θέλω, δε ρωτάει.
Χάθηκε ό,τι γνώρισα, δεν ξέρω αυτό που θα ΄ρθει…
Μπλέχτηκε’ ο νους μου, σαν πουλί στα βρόχια σπαρταράει.
     35
Φεύγ’ η ζωή μας και περνά, μοιραίο καραβάνι,
δίχως σταθμούς και γυρισμό και πουθενά δε φτάνει.
-Κάπελα, κέρνα μας κρασί, λίγες είν’ οι χαρές,
κι όποιος τις χάσει μια φορά, όλη τη ζήση χάνει.
     38
Αυτό το Σύμπαν γύρω μας που σαν τρελό γυρίζει,
μοιάζει με λάμπα μαγική πού καίει και φωτίζει.
Και μεις, αδύναμες σκιές, της σκοτεινιάς δαντέλες,
προβαίνουμε ίσα μια στιγμή κι η λάμψη μας ζαλίζει.
     39
Σαν μαριονέτες είμαστε οι άνθρωποι στη γη,
για να περνάν την ώρα τους με μας οι ουρανοί.
Παίζουμε λίγο, θλιβερό ή κωμικό, ένα έργο
κι ύστερα μας κλειδώνουνε στου Χάους το κουτί.
    
     42
Ποιος ξέρει πουθ’ ερχόμαστε, ποιος ξέρει που θα πάμε.
Για τέτοια κρύφια μυστικά ποτέ μας δεν ρωτάμε.
Πίσω από πέπλο αέρινο η λύση είναι κρυμμένη
μα σαν το πέπλο σηκωθεί, στο θάνατο τραβάμε.
     43
Απέραντο κι ατέλειωτο το Σύμπαν μας κυκλώνει.
Γιατί και Πώς μην ερευνάς κι ο φόβος μη σε ζώνει.
Ρούφα γλυκά την κούπα σου και ξέχνα κάθε τι…
Μια κούπα είν’ κι ο θάνατος κρασί, που ξεσκλαβώνει.
     44
Σαν λιτανεία μυστική είν’ οι ψυχές που φύγαν.
Κεράκια που στο άναμμα της φλόγας τους εσμίγαν.
Στην κρύα νύχτα έλαμψαν μονάχα μια στιγμή
κι ύστερα, μέσα στη σιωπή και στο σκοτάδι πήγαν…
     46
Μην ψάχνεις μάταια να βρεις της πίστης την αξία
και ποιο το πικρό τίμημα για την αμφιβολία.
Θα φτάσει η ώρα κάποτε ν’ ακούσετε μια φωνή
-Είν’ όλα πλάνη, ψέματα κι η πίστη κι η απιστία!
     49
Στον κόσμο τον απέραντο, το πιο μεγάλο εμείς…
Τ’ αστέρια είν’ της σκέψης μας τ’ αχνάρια, τι θαρείς;
Η Κόλαση, ένα τίποτα μπροστά στα δάκρυά μας
και ο γλυκός Παράδεισος, τ’ όνειρο μιας στιγμής!

Heav’ n but the Vision of fulfill’ d Desire.
And Hell the Shadow of  a soul on fire,
Cast on the Darkness into which Ourselves,
So late emerg’ d from, shall so soon expire.

     Αυτά είναι μερικά από τα εκπληκτικά ποιητικά διαμαντάκια λαϊκής σοφίας και θυμοσοφίας του πέρση ποιητή Omar Khayyam, τα  Rubaiyat, που επηρέασαν εκατοντάδες μετέπειτα ποιητές ανά την υφήλιο. Τα ίχνη τους συναντάμε σε πολλά έργα ευρωπαίων δημιουργών, τόσο στην θεματολογία τους όσο και στο ύφος του πέρση δημιουργού και στην ανατολίτικη ατμόσφαιρά τους. Η πηγαία σκέψη του Ομάρ Καγιάμ, η προβληματική του πάνω σε θέματα αιώνια και επαναλαμβανόμενα, οι οντολογικές του εστιάσεις, ο αδιόρατος μυστικός του τόνος, η προσωπική του κατάθεση αγωνίας για την ζωή που τόσο γρήγορα χάνεται και είναι τόσο σύντομη, η αδέσμευτη σκέψη του, ο διλημματικός χαρακτήρας πολλών από αυτά, οι συμβολισμοί τους, ο απροσποίητος τόνος του ύφους του, η αυθεντικότητα της εικονογράφησής στιγμών του βίου του, η με διακριτικό τρόπο ειρωνική του ματιά που βλέπει τα πράγματα και μας παροτρύνει να αλλάξουμε στάση βίου και να χαρούμε τις γλύκες της ζωής και τους χιλιάδες καρπούς της φύσης, η κομψή διατύπωση θρησκευτικών δοξασιών πίστης ταυτόχρονα με την αναίρεσή τους, η ερωτική του διάθεση, αλλά και η πανταχού παρούσα κυριαρχία του οίνου και των ευχάριστων παρενεργειών που έχει στις ζωές των ανθρώπων, καθιστούν τα ευλογημένα αυτά ρουμπινί τετράστιχα, τα κεχριμπαρένια ρουμπαγιάτ του, σημεία ποιητικής αναφοράς και μίμησης πολλών δημιουργών.
     Τα 113 περίπου Ρουμπαγιάτ, έγιναν γνωστά στον δυτικό κόσμο και το αναγνωστικό κοινό, από την μετάφραση του άγγλου Edward Fitzgerald το 1859, στην αγγλική γλώσσα, που μας παρουσίασε 75 από αυτά σε επαναλαμβανόμενες εκδόσεις της μεταφραστικής του κατάθεσης. Έκτοτε, τα τετράστιχα αυτά αγαπήθηκαν από το αναγνωστικό κοινό και μεταφράστηκαν σε πάρα πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες, όπου βρήκαν θερμή αποδοχή. Στον ελληνικό χώρο, συναντά κανείς διάφορες μεταφραστικές εκδοχές των Ρουμπαγιάτ, όπως εκείνες του Αργύρη Ευστρατιάδη των εκδόσεων Ηριδανός και Πατάκη, του Κατσίμπαλη των εκδόσεων Γκοβόστη και Κότινος, του Χρυσόστομου Παπασπύρου των εκδόσεων Μπουκουμάνης, του Παύλου Γνευτού των εκδόσεων Ερατώ, του Ανδρέα Ελ. Ριζιώτη των εκδόσεων Δόμος. Τέλος, την εξαιρετική δίγλωσση έκδοση σε απόδοση της συγγραφέως και μεταφράστριας Ζωής Βαλάση, από όπου ερανίστηκα τα παραπάνω τετράστιχα, δανειζόμενος και μεταφέροντας εδώ την δική της μεταφραστική εκδοχή. Όπως αναφέρεται στον κολοφώνα, Τα «Ρουμπαγιάτ» του Ομάρ Καγιάμ σε απόδση στα ελληνικά της Ζωής Βαλάση στοιχειοθετήθηκαν με το χέρι στο εργαστήρι των εκδόσεων «Κείμενα»…. Το καλαίσθητο αυτό βιβλίο, είναι εικονογραφημένο με περσικές μινιατούρες.
Η απόδοση της Ζωής Βαλάση, θεώρησα ότι ταίριαζε καλύτερα με το ύφος και την λυρική λυγράδα του κειμένου που έγραψα και προηγείται των Τετραστίχων. Δεν θέλησα να το βαρύνω με παράλληλη μεταφραστική συνεξέταση των άλλων μεταφράσεων στα ελληνικά. Θέλησα περισσότερο να μιλήσω για την φιλοσοφία των Ρουμπαγιάτ, και το τι ποιητικά πεταρίσματα ξύπνησαν μέσα μου κατά την ανάγνωσή τους. Η αρίθμηση είναι δική μου για διευκόλυνση. Η Ζωή Βαλάση, μεταφράζει 50 από τα Ρουμπαγιάτ.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πρώτη γραφή σήμερα, 1/7/2017
Πειραιάς, με τον πρώτο καύσωνα του καλοκαιριού.

ΥΓ. Το ξαναδιάβασμα των ερωτικών και μεθυστικών αυτών Τετραστίχων του πέρση Ομάρ Καγιάμ, μου το έδωσε μια πικρή και σκληρή διαπίστωση. Καθώς καθημερινά χρησιμοποιώ τον Ηλεκτρικό Σιδηρόδρομο για να μεταβώ και να γυρίσω από τον εργασιακό μου χώρο, παρατηρώ τους σύγχρονούς μου-μας νεοέλληνες, τους μνημονιακούς συμπατριώτες μου. Προσπαθώ να δω χαρακτηρολογικά στοιχεία δημόσιας συμπεριφοράς που η δική μου γενιά αναγνώριζε στο ανθρωπολογικό τους στίγμα.  Δυστυχώς, σπάνια αναγνωρίζουμε πλέον στοιχεία της ταυτότητας εκείνης των ελλήνων που συναντούσαμε παλαιότερα, και που αμέσως μας οδηγούσε στο συμπέρασμα της συνέχειας της φυλής μας. Είτε αυτή η συνέχεια προέρχονταν από ότι ονομάζαμε Ελλάς, είτε από ότι ονομάζαμε Ρωμιοσύνη,-είτε την γράφαμε με Ω όπως ο ποιητής της, είτε με Ο όπως οι ερευνητές της-. Η ταυτότητα των νεοελλήνων άλλαξε. Κάθε στοιχείο τραγικού που προέρχονταν από τον έλληνα και την παράδοση της αρχαίας τραγωδίας και του κόσμου της έχει χαθεί μάλλον ανεπίστρεπτα. Το κεντρικό και δημιουργικό στοιχείο του τραγικού στις διάφορες συμπεριφορές των συμπατριωτών μου χάθηκε, αντ’ αυτού, οι σημερινοί έλληνες και ελληνίδες μοιάζει να έρχονται απευθείας από τον αρχαίο αγροτικό ή αστικό κόσμο της Κωμωδίας του παππού μας Αριστοφάνη. Όλη η κοινωνική παθογένεια των ελλήνων έχει αναβιώσει στις μέρες μας. Όχι μόνο ως στοιχείο κωμικής κοινωνικής και πολιτικής συμπεριφοράς, αλλά ως παρωδία της κωμικής της πλευράς. Οι Έλληνες έκλεισαν όπως φαίνεται τον ιστορικό τους κύκλο. Ολοκληρώσαμε την πορεία μας μέσα στις στοές της ιστορίας και του δυτικού πολιτισμού. Γιαυτό καταφεύγω σε παλαιά διαβάσματα, σαν μια νοσταλγία σε κάτι χαμένο, αλλά ταυτόχρονα τόσο κωμικά παρών.