Τρίτη, 4 Ιουλίου 2017

ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΛΥΡΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΛΥΡΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ
μεταφράσεις: Ντίνου Χριστιανόπουλου
το ΟΚΤΑΣΕΛΙΔΟ του Μπιλιέτου 2
Παιανία, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 1994
Σελίδες 8, τιμή 4 ευρώ, διαστάσεις 12Χ17
Υπεύθυνος έκδοσης: Βασίλης Δημητράκος
Καλλιτεχνική επιμέλεια: Γιάννης Δημητράκης
Διεύθυνση Ι. Παπαγεωργίου 5, Παιανία 190  02
Τα τέσσερα μικρά ασπρόμαυρα σκίτσα που συμπληρώνουν την έκδοση και βρίσκονται στην σελίδα 7, είναι του Γιάννη Δημητράκη.

     Οι εκδόσεις Μπιλιέτο, μας έχουν δώσει μια σειρά από μικρά, ολιγοσέλιδα χαμηλής τιμής  βιβλιαράκια, τα οποία αγαπήθηκαν από το αναγνωστικό κοινό. Ο μικρός αυτός εκδοτικός οίκος προέρχεται από την περιφέρεια, την Παιανία, και όχι από το ιστορικό εκδοτικό κέντρο της πρωτεύουσας που βρίσκονται οι εκατοντάδες μικροί και μεγάλοι εκδοτικοί οίκοι, και που συνήθως, εκδίδονται πολυτελείς και ακριβές εκδόσεις και όχι μόνο, αλλά και η μεγάλη εκδοτική παραγωγή με παράδοση στην ελληνική και ξένη λογοτεχνία, την ποίηση, το δοκίμιο, τα επιστημονικά βιβλία, τα ιστορικά, των θετικών επιστημών, την αρχαία ελληνική και λατινική γραμματεία κλπ.
Το ολιγοσέλιδο αυτό βιβλιαράκι με τις μεταφράσεις του ποιητή και φιλόλογου, εκδότη και επιμελητή, μεταφραστή, βιβλιοκριτικού και διηγηματογράφου από την Θεσσαλονίκη, του γνωστού και αγαπητού μας Ντίνου Χριστιανόπουλου, (Θεσσαλονίκη 20/3/1931-, το πραγματικό του όνομα είναι Κωνσταντίνος Δημητριάδης) ενός δημιουργού, που έχει πάρα πολλά προσφέρει εδώ και χρόνια στον χώρο των ελληνικών γραμμάτων-όχι μόνο της βορείου ελλάδος-με τις πολυποίκιλες και προσεγμένες εκδόσεις του εκδοτικού του οίκου που ο ίδιος δημιούργησε,-να θυμηθούμε ενδεικτικά την έκδοση μελετημάτων του πειραιώτη επιστήμονα καθηγητή και συγγραφέα Βασίλη Λαούρδα(Πειραιάς 21/3/1912-19/3/1971)-την κυκλοφορία του λογοτεχνικού περιοδικού του «Διαγώνιος», την φιλολογική και γλωσσική επιμέλεια δεκάδων εκδόσεων, την καταγραφή των λογοτεχνικών περιοδικών της συμπρωτεύουσας, τα λαογραφικά του σημειώματα, τις εργασίες του για τον Βασίλη Τσιτσάνη, τα ρεμπέτικα, και φυσικά, τις δεκάδες μελέτες, τα δοκίμιά του και την σημαντική ποιητική του παραγωγή, που αριθμούν αρκετοί τόμοι, επανεκδόθηκε από όσο γνωρίζω, και πάλι το 2005 από τις εκδόσεις Μπιλιέτο, με άλλης προδιαγραφής τυπογραφική παρουσία και καλλιτεχνική, αλλά σε μια εξίσου φτηνή τιμή, 6 ευρώ.
Όπως αναγράφεται στις μέσα σελίδες της δεύτερης μη περιοδικής έκδοσης, οι εκδόσεις Μπιλιέτο από την περιοχή της Παιανίας έχουν επανεκδώσει και άλλα βιβλία του ποιητή Ντίνου Χριστιανόπουλου, 17 το σύνολο.
     Το παρόν μικρό και κάπως «λαθρόβιο» βιβλιαράκι του ΟΚΤΑΣΕΛΙΔΟΥ, περιέχει 22 μικρής φόρμας λυρικά ποιήματα από 10 ποιητικές φωνές προερχόμενες από τον πλούτο της αρχαίας γραμματείας, και δύο από την χριστιανική, αρμονικά δεμένες μεταξύ τους στο διαχρονικό ελληνικό κομβόι της ποιητικής ελληνικής παρουσίας. Η ερωτοπλάστρα Σαπφώ, με τον αποσπασματικό της λόγο, αυτά τα ερωτικά σπαράγματα ποιητικής ευωχίας που μας διασώθηκαν μέσα στους αιώνες, έρχεται να δέσει με το τρίστιχο ποιητικό λόγο ενός ορθόδοξου χριστιανού αγίου, του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου. Και ο αποσπασματικό λόγος του αρχαίου ποιητή των Ειδυλλίων του Θεόκριτου, με την ποιητική ομολογία πίστης του άλλου χριστιανού, του Πέτρου του Δαμασκηνού. Η σύζευξη αυτή των ποιητικών μεταφράσεων από τον Θεσσαλονικιό ποιητή Ντίνο Χριστιανόπουλο, έρχεται να μας δηλώσει την συνέχεια της ποιητικής ελληνικής παράδοσης, τα κοινά στοιχεία πολιτιστικής αναφοράς, τις ίσως συγκλίνουσες αισθητικές προθέσεις, την διάρκεια του ερωτικού ποιητικού λόγου, έστω και αν άλλαξε ιστορικά το κοσμοείδωλο πολιτισμικής και θεολογικής συμβολικής αναφοράς μέσα στο ελληνικό σώμα των συνειδήσεων ημών των ελλήνων. Περάσαμε δηλαδή, από τον παλαιό ελληνικό κόσμο των Εθνικών, στον νεότερο ελληνικό κόσμο των Βυζαντινών. Ορθότερα, κατορθώσαμε στο διάβα της ιστορίας της φυλής μας, να συμπλέξουμε τους πανάρχαιους αρχαίους κόμβους οντολογικής κατάθεσης της ζωής των ελλήνων, που αναγνωρίζουμε μέσα στα κείμενα της αρχαίας  Εθνικής μας γραμματείας, με εκείνα τα κομβικά στοιχεία της χριστιανικής οντολογίας, που καλλιέργησαν τους νέους πυρήνες συνείδησης και ανθρώπινων βιωμάτων των ελλήνων μεταγενέστερα, μέσα στην ιστορία, μεταθέτοντας την εσαεί αναζήτηση των Ελλήνων περί του Τι Εστί Αλήθεια, στο ερώτημα της απαντητικής πλέον κατάφασης μέσα στην νέα παράδοση, περί χριστιανικής αληθείας στην νέα ζωή των ανθρώπων. Θέλω να πω ότι, η αναδιαπραγμάτευση του πανάρχαιου ελληνικού ερωτήματος του Παρμενίδη, περί Τι το Ον, που ακούγονταν μέσα στα αρχαία θέατρα και τις αρχαίες αγορές, ήρθε να συμπληρωθεί με το ερώτημα Τι εστί Αλήθεια, που ακούστηκε πάνω στο Πραιτόριο, λίγο πριν την σταύρωση του Νέου Διονύσου, του Χριστού, από το μαινόμενο πλήθος, τον αλάστορα φθονουργό λαό, διατηρώντας αναπάντητο όμως μέσα στους αιώνες και ανοιχτό στις συνειδήσεις των ανθρώπων το ερώτημα. Μια και ο εσταυρωμένος Υιός του Ανθρώπου, δεν έδωσε απάντηση. Έμεινε σιωπηλός. Με την επιλογή αυτή, μας κληροδότησε τον καταδικαστικό μέσα στην ανθρώπινη Ιστορία και τελεσίδικο σωτηριολογικό του οραματισμό. Η Ανθρώπινη Μοίρα έκτοτε, μόνο με ανοιχτά και αναπάντητα ερωτήματα διερευνάται.
      Όμως η Παντάνασσα Ζωή συνεχίζεται, δεν κλειδώνεται από θρησκευτικά δόγματα ή κοινωνικές απαγορεύσεις, και τα ερωτήματα των ανθρώπων μένουν ανοιχτά, και αναπάντητοι οι ερμηνευτικοί σχολιασμοί που συνεχώς και επαναλαμβανόμενα της θέτουμε.
     Οι ποιητές και ποιήτριες που παρουσιάζονται είναι οι εξής:
-Σαπφώ, με 7 ποιήματα
-Μίμνερμος, με 1 ποίημα
-Ριανός, με 1 ποίημα
-Ζηνόδοτος, με 1 ποίημα
-Καλλίμαχος, με 1 ποίημα
-Θεόκριτος, με 1 ποίημα (απόσπασμα)
-Μελέαγρος, με 4 ποιήματα
-Στράτων, με 1 ποίημα
-ανακρεόντεια, με 2 ποιήματα
-Κιλλάκτωρ, με 1 ποίημα
-Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, με 1 ποίημα
-Πέτρος ο Δαμασκηνός, με 1 ποίημα
Αν εξαιρέσουμε τον Κιλλάκτωρ και ίσως και τον Ζηνόδοτο, οι άλλοι μας είναι αρκετά γνωστοί, οι ίδιοι όσο και το έργο τους, και ιδιαίτερα οι ποιητές της αρχαίας εθνικής γραμματείας που έχουν μεταφραστεί στα νεοελληνικά αρκετές φορές, όπως η Σαπφώ, ο Καλλίμαχος, ο Θεόκριτος, ο Στράτων κλπ. Το έργο του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου το γνωρίζω από τόμους της «Patrologia Graeca» και από τις εξαιρετικές εκδόσεις «ΕΠΕ» του Μερετάκη από την Θεσσαλονίκη. Αξίζει να θυμηθούμε και τις μεταφράσεις αρχαίων ποιητών της Παλατινής Ανθολογίας του εκ Θεσσαλονίκης πεζογράφου Γιώργου Ιωάννου, τις μεταφράσεις του δημάρχου Υμηττού, αντιστασιακού πολιτικού, μεταφραστή, ποιητή και επιστήμονα Αντρέα Λεντάκη, φυσικά του μεταφραστή Βασίλη Λαζανά, και ορισμένων άλλων που γνωρίζω, και έχουν κατά καιρούς μεταφράσει ποιήματα από την Λυρική Ποιητική Γραμματεία, αφήνοντας τελευταίο τις μεταφράσεις του Γιάννη Δάλλα. Μεγάλο το εύρος των αναφορών, σε πρόσωπα και μεταφραστικές προσεγγίσεις, που εκδόθηκαν αυτόνομα ή βρίσκονται διάσπαρτες σε περιοδικά και έντυπα.
     Ο ποιητής Ντίνος Χριστιανόπουλος, είναι μια πολύ ιδιαίτερη και χαρακτηριστική φωνή στον χώρο των ελληνικών γραμμάτων. Με ότι καταπιάστηκε, το έφερε σε πέρας με πολύ μεγάλη επιτυχία. Δεν είναι μόνο έντονη η παρουσία του στον χώρο της Θεσσαλονίκης, η φήμη του επάξια, ξεπερνά την γενέθλια πόλη του. Εκτός από τον ποιητικό του λόγο που διαβάζεται και ακούγεται κατά διαστήματα να μνημονεύεται, οι δοκιμιακές του προσεγγίσεις επίσης χαίρουν εκτίμησης. Η ερευνητική του εργασία για τον «Ύμνο» του Διονυσίου Σολωμού είναι κάτι το εξαιρετικό, αλλά και για τον Βασίλη Τσιτσάνη. Σε παλαιότερες συζητήσεις με τον κυρό Γιώργο Ιωάννου και τον καθηγητή Δημήτρη Μαρωνίτη, άντλησα χρήσιμες πληροφορίες για τον ίδιο και το έργο του. Πολλά θετικά σχόλια θυμάμαι και από τον Κωστή Μοσκώφ, αλλά και τον ποιητή Σταύρο Βαβούρη, τον Κίμων Φράϊερ, τον Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη και άλλους. Ιδιαίτερα, αν διαβάσει κανείς την αλληλογραφία του Χριστιανόπουλου με τον Βαβούρη,(τώρα βρίσκεται στα χέρια του στιχουργού, ποιητή και συλλέκτη κύριου Μάνου Ελευθερίου), που μου εμπιστεύτηκε ο Σταύρος Βαβούρης (έχω φωτοτυπίες των γραμμάτων), θα ανακαλύψει ένα πνεύμα Πλατωνικό, με μεγάλη αισθητική παιδεία, ρηξικέλευθες σκέψεις και πρωτοποριακές ιδέες πάνω σε θέματα που αφορούν τα ελληνικά γράμματα. Του λόγου το αληθές, το βεβαιώνουν και οι δοκιμιακές του μελέτες. Σύντομες, προσεγμένες, ακριβείς, με γνώση των θεμάτων που εξετάζει, και με βαθειά αισθητική καλλιέργεια. Η γλώσσα του επίσης, είναι τόσο καθαρή, τόσο καθημερινή, τόσο εύστοχη, που είναι παράδειγμα σαφήνειας και υφολογικής καθαρότητας. Μικρές προτάσεις, περιορισμένη χρήση του επιθέτου, λάτρης της μικρής ποιητικής φόρμας, εννοιολογική απλότητα, καθόλου στόμφος, με ελεγχόμενο λυρισμό, ώστε το κείμενο να μην μαραγκιάζει, να μην ξηραίνεται, να μην αφυδατώνεται από την υπέρμετρη επεξεργασία, ο λόγος του Ντίνου Χριστιανόπουλου, αν παραβληθεί με άλλες δημιουργικές φωνές της Θεσσαλονίκης, μοιάζει αν είναι εύστοχος ο παραλληλισμός, με αυτές τις τόσο απαραίτητες σε όλους μας πινακίδες που συνοδεύουν τα εκθέματα των μουσείων. Θέλω να πω ότι, οι πινακίδες μας υπομνηματίζουν και μας διευκρινίζουν τι πρόκειται να δούμε, τι έχουμε μπροστά μας. Το ίδιο και ο λόγος του, μας δηλώνει τι είναι η ίδια η ζωή και ο καθημερινός βίος των ανθρώπων και όχι τι θα θέλαμε να είναι, ή τι ονειρευόμαστε ότι είναι. Ο ποιητικός του λόγος κουβαλά μέσα του ένα μεγάλο φορτίο ευαισθησίας και ας φαίνεται εκ πρώτης όψεως κυνικός. Ο κυνισμός του λόγου του είναι αυτός που παράγει το φορτίο της ευαισθησίας του. Η ποίησή του είναι πολλές φορές αποφθεγματική, είναι τα minima moralia ενός δημιουργού, που έφαγε την ζωή με το κουταλάκι, την γλέντησε, και στις καλές της και στις κακές της στιγμές. Και αυτό που του έμεινε, εντέλει, είναι αυτή η γλυκιά γεύση στα χείλη που δεν προέρχεται μόνο από τις ευτυχισμένες της στιγμές, αλλά κυρίως, από τα βάσανά της. Βίωσε Ιθάκες του έρωτα και της ζωής τι σημαίνουν. Ακόμα και στις πιο προσωπικές εξομολογητικές του στιγμές, τις απαγορευμένες από τους τα φαιά φορούντες, ο Ντίνος Χριστιανόπουλος, εκφράζει έναν τόνο ελέους, ένα υπόγειο ρεύμα χριστιανικής φιλανθρωπίας και παρηγοριάς, που εξαγνίζει το όποιο κοινωνικό αρνητικό βάρος των προσωπικών του επιλογών. Το ερωτικό σώμα στον Χριστιανόπουλο, είναι σαν του νεαρού αγίου, που τα δολοφονικά βέλη που το τρυπούν, του προσφέρουν ταυτόχρονα την εξιλέωση με την ηδονή. Είναι η μυστική έκσταση του σώματος που το διαπέρασε η φλόγα των ηδονικών βελών της άρνησής του, μια άρνηση, που το οδήγησε στην ανάσταση. Ο ποιητικός ερωτικός του λόγος, είναι λόγος παραμυθιακός μιας ζωής που δεν ψεύτισε από την πολλή χρήση. Μια ζωή που δεν περίμενε την τέχνη για να την δικαιώσει. Η ζωή δικαιώνει την τέχνη και όχι το αντίστροφο στο έργο του Χριστιανόπουλου. Αλλά το θέμα είναι οι μεταφράσεις του. Είτε αυτές αφορούν τα Ευαγγέλια, είτε την Αρχαία Λυρική Ποίηση. 
Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος, μεταφράζει τα κείμενα σε μια γλώσσα καθημερινή, οικεία σε εμάς, καθόλου εξεζητημένη, καθόλου περίτεχνη, καθόλου σοφιστικέ ή κουλτουριάρικη, αλλά ζεστή και υγρή, όπως ζεστά και υγρά είναι τα γυμνά σώματα που έρχονται σε επαφή. Ο Χριστιανόπουλος ανοίγει συζήτηση με τα κείμενα που μεταφράζει, μια απλή και εξομολογητική συζήτηση σαν και αυτήν που ανοίγουν καθημερινά, στο σπίτι τους οι απλές μαυροφορεμένες του έρωτα γιαγιάδες μας που ανοίγουν συνομιλία με τους αγίους στα εικονοστάσια τους. Σαν και τις δεήσεις που εκπέμπουν οι ανώνυμοι προσκυνητές στις ξεχασμένες και αλειτούργητες εκκλησίες, που μετά από τόσες και τόσες επισκέψεις προσκυνητών παραμένουν μόνες, ελεύθερες και υπερήφανες μέσα στο κάτασπρο ηδονικό έλεός τους.
     Διαβάζοντας τις μεταφράσεις άλλων σημαντικών ποιητών αναγνωρίζουμε την σκέψη τους και τους προβληματισμούς τους, όπως παραδείγματος χάριν με τον αποσπασματικό λόγο του Αισχύλου που μας άφησε ο Γιώργος Σεφέρης, βλέπουμε τις ιδεολογικές κομματικές ή πολιτικές συγγένειες στις μεταφράσεις του Γιάννη Ρίτσου, τις αισθητικές στις μεταφράσεις του Οδυσσέα Ελύτη,  τις ενδοκειμενικές ποιητικές συνομιλίες στο έργο του Νάσου Βαγενά, ή την επιλεκτική μεταφραστική δυναμική του Παντελή Μπουκάλα, την ερωτική συγγένεια στον Γιώργο Ιωάννου, την επιστημονική κατάρτιση στον Ανδρέα Λεντάκη, την αφέλεια στον Βασίλη Λαζανά, ή την επεξεργασμένη γλώσσα της απόδοσης στον Γιάννη Δάλλα, ή ακόμα την περιπαιχτική διάθεση στις παλαιότερες μεταφράσεις του Κώστα Βάρναλη. Στον Ντίνο Χριστιανόπουλο, έχουμε τις συνομιλίες των σωμάτων, των πληγών τους, των ηδονών τους, των κρυφών ενστίκτων τους, της μοναξιάς τους, της ερημιάς τους, της άρνησής τους, τέλος, της υπερήφανης ποιητικότητάς τους. Μια σωματική ποιητικότητα, που γίνεται καθημερινός λόγος παρηγοριάς, που εμπεριέχει την ίδια της την ερημία. Μια γλώσσα μοναχική και ελπιδοφόρα που κουβαλά όχι τα κλέη των ανθρώπινων πράξεων αλλά τα πάθη τους. Αυτά τα θερμά πάθη των ανθρώπων που ξέρουν να οδηγούν στον γολγοθά της ζωής και όχι στα παραδείσια λιβάδια. Ο ποιητής Ντίνος Χριστιανόπουλος, αν και κάπως «φαρμακόγλωσσος» στις κατά καιρούς συνεντεύξεις του για άλλους ομοτέχνους του, ιδιαίτερα των Αθηνών, εξακολουθεί να παράγει αντρικό ήθος με τα ποιήματα και το έργο του γενικότερα. Κομίζει μια στάση αγαπητική κατά βάθος, μια πικρή ειρωνεία που έχει βιώσει ότι δεν προέρχεται τόσο από τους ίδιους τους ανθρώπους, αλλά από την Ζωή. Που έτσι και αλλιώς από μόνη της είναι ύπουλη και πλανεύτρα.
     Τα μεταφραστικά αυτά σπαράγματα, μας φανερώνουν μια συνέχεια του ποιητικού του λόγου με άλλον τρόπο. Είναι μια μεταφραστική αναγωγή της φιλοσοφίας ζωής του ποιητή στο ανθρώπινο μέτρο που είναι σήμα κατατεθέν της ποιητικής του δημιουργίας. Για τον Ντίνο Χριστιανόπουλο, ο άνθρωπος και τα σωματικά του πάθη, είναι αυτά που τον οδηγούν εγγύτερα στο Είναι. Ανθρώπινα πάθη, που δεν έχουν να κάνουν με κοινωνικούς κανόνες, ή θρησκευτικές καταγγελίες, αλλά με μια βαθύτερη συναίσθηση ότι τα σωματικά πάθη των ανθρώπων, είναι αυτά που μας αποκαλύπτουν το καθόλου των εμπειριών του βίου ως εικός, ως αλήθεια μετοχής του στο Είναι, ως αναγκαία προϋπόθεση του όντος μέσα στην τραγικότητα της μοναξιά του. Η καθαρή πραγματικότητα της ζωής για τον ποιητή Χριστιανόπουλο, είναι η πρώτη ύλη της τέχνης του, και όχι ένα άλλο φιλολογικό είδος προς διερεύνηση.              
ΣΑΠΦΏ
Άλλοι τους καβαλάρηδες κι άλλοι τους στρατιώτες
κι άλλοι τους ναύτες θεωρούν το πιο ωραίο πράγμα
σ’ αυτή τη μαύρη γη ‘ μα εγώ θαρρώ εκείνο
που ο καθένας πιο πολύ λατρεύει…
--
Καλότυχος εκείνος πού κοντά σου
κάθεται, και γλυκά όταν μιλάς
σ’ ακούει, και τ’ απαλό χαμόγελό σου
χαίρεται, πού με κάνει να σπαράζει
βαθιά μέσα στα στήθια μου η καρδιά.
Γιατί και μια στιγμή μονάχα όταν σε ιδώ,
φωνή πιά δε μου μένει, μήτε γλώσσα,
και μια φωτιά ξεχύνεται στα μάγουλά μου.
Θολά τά μάτια, τίποτα δε βλέπουν,
μήτε τ’ αυτιά μου ακούν ‘ τρέχει ο ιδρώτας
απάνω μου και μια τρεμούλα με κυριεύει.
Πιο πράσινος κι απ’ το χορτάρι γίνομαι
κι άλλο δε θέλω πάρεξ να πεθάνω.
--
Όπως τόν υάκινθο οι τσομπάνοι στα βουνά
τσαλαπατούνε με τά πόδια τους,  και τ’ άνθος
το πορφυρό, στο χώμα κάτω πέφτει…
--
Γλυκιά μου μάνα, δε μπορώ στον αργαλειό να υφαίνω πιά.
Ωραίο αγόρι αγάπησα και με παιδεύει ο πόθος.
--
Όσα η αυγούλα σκόρπισε, πίσω τά φέρνεις όλα,
Εσπερινέ: φέρνεις τ’ αρνί, φέρνεις και το κατσίκι,
φέρνεις και το μικρό παιδί στην αγκαλιά της μάνας.
--
Ωσάν το μήλο το γλυκό που κοκκινίζει
στο πιο ψηλό κλαδί, στην άκρη επάνω.
-Μην το ξεχάσαν αυτοί πού ‘κόβαν τα μήλα;
-Δεν το ξεχάσαν, μά δε φτάναν να το κόψουν.
--
Κρύο νερό ψηλάθε κελαρύζει
ανάμεσα απ’ τά κλωνιά της μηλιάς
κι ως σιγοψιθυρίζουνε τα φύλλα
πέφτει τ’ απομεσήμερο…
          [Fragmenta]
Μίμνερμος
Αμέσως απ’ τά μάγουλα μού τρέχει κρύος ιδρώτας
και το λουλούδι βλέποντας της νεολαίας τά χάνω,
ωραίο μαζί κι ευχάριστο-μακάρι να ‘ταν κι άλλο.
Κι όμως, σαν όνειρο η νιότη, η τιμημένη, λίγο
βαστάει ‘ κι αμέσως κρέμονται πάνω από το κεφάλι
τά γερατιά τά θλιβερά και τά δυστυχισμένα,
πού, εχθρικά κι ατίμητα, αγνώριστο τον κάνουν
τον άνθρωπο, κι όταν θα ‘ρθουν, μυαλό χαλνούν και μάτια.
Ριανός
Καλή λεβεντομάνα η Τροιζήνα απ’ τά παιδιά της
και το πιο παρακατιανό να υμνήσεις, δε θα χάσεις.
Μά τόσο πιο ξεχωριστός ο Εμπεδοκλής είναι, όσο
μές στ’ άλλα άνθη της άνοιξης το ωραίο έλαμψε ρόδο.
Ζηνόδοτος
Ποιός γλύπτης πήγε κι έστησε τον Έρωτα στην κρήνη;
Δέν ήξερε πώς με νερό τούτη η φωτιά δε σβήνει;
Καλλίμαχος
Σιχαίνομαι το ποίημα το μεγάλο, ούτε μ’ αρέσει
η δημοσιά πού οδηγεί πολλούς εδώ κι εκεί ‘
μισώ αυτόν πού για έρωτα με όλους τρέχει, κι ούτε
πίνω από βρύση ‘ τά κοινά μ’ αηδιάζουν όλα.
Ναί, Λυσανία, είσαι όμορφος, είσαι όμορφος-μά πρίν
τό πεί καθάρια η ηχώ, λέει κάποιος: «Άλλος τον έχει!»
Θεόκριτος
Κακό μεγάλο για τά δέντρα ο χειμώνας,
γιά τά νερά η ανοβροχιά,
για τά πουλιά η ξόβεργα,
το δίχτυ για τ’ αγρίμια,
και για τον άντρα, της μικρής της κοπελιάς ο πόθος.
                                        [απόσπασμα]
Μελέαγρος
Νύχτα ιερή, και λυχνάρι, άλλον κανένα
μάρτυρα δε διαλέξαμε κι οί δυό μας
στους όρκους μας, παρά εσάς μονάχα ‘
εκείνος μού ορκίστηκε να μ’ αγαπάει,
κι εγώ ποτέ να μην τον παρατήσω.
Μάρτυρες ήσασταν κι οί δυό ‘ μά τώρα εκείνος
λέει πώς τους όρκους μας τους πήρε το ποτάμι,
κι εσύ, λυχνάρι μου, σε άλλες αγκαλιές τον βλέπεις.
--
Μια ομορφιά είναι το πάν για μένα ‘ ένα
ξέρει το λιγωμένο μάτι μου μονάχα:
να βλέπει τον Μυίσκο ‘ είμαι τυφλός για τ’ άλλα.
Αυτός για μένα είν’ όλα άραγε τά μάτια
-οι κόλακες-για χάρη της ψυχής τον βλέπουν;
--
Και με τον Δία, τά βάζω εγώ, άμα θελήσει,
Μυίσκε, να σ’ αρπάξει, για να τον κερνάς το νέκταρ.
Αν και πολλές φορές μού είπε: «Τι τρομάζεις;
Δε θα σ’ ανάψω ζήλεια. Έπαθα κι εγώ και ξέρω
να συμπονώ». Αυτά μού λέει. Όμως εγώ τρομάζω
και μύγα να πετάξει, μη με γέλασε ο Δίας.
--
Είδα μεσημεριάτικα τον Άλεξι στο δρόμο
κι αρχίσαν να με πυρπολούν δύο λογιών ακτίνες :
οι ακτίνες απ’ τά μάτια του κι οί ακτίνες απ’ τον ήλιο.
Του ήλιου, η νύχτα μονομιάς τις κοίμισε ‘ μά οι άλλες,
απ’ της μορφής του το είδωλο, θεριέψαν στο όνειρό μου.
Στράτων
Ευτυχισμένος όποιος σε ζωγράφισε ‘ ευτυχισμένο
και το κερί πού δέχτηκε να νικηθεί απ’ την ομορφιά σου.
Μακάρι να γινόμουνα κι εγώ σκουλήκι και σαράκι
για να ανέβω έρποντας στα ξύλα αυτά και να τά φάω.
ανακρεόντεια
Εσύ τον πόλεμο της Θήβας τραγουδάς
κι άλλος της Τροίας-
μα τη δική μου άλωση εγώ.

Εμένα ιππικό δε με κυρίευσε,
ούτε στρατιώτες ούτε ναύτες ‘
ένας αλλιώτικος στρατός
μέσ’ απ’ τά μάτια με χτυπάει.
--
Η γή ρουφάει τις πηγές
τη γή ρουφάν τά δέντρα ‘
ρουφάει ποτάμια η θάλασσα,
τη θάλασσα ο ήλιος,
τον ήλιο το φεγγάρι.
Φίλοι, τι με μαλλώνετε
κι εμένα πού μ’ αρέσει
να το ρουφώ;
Κιλλάκτωρ
Είναι γλυκός ο αγοραίος έρωτας. Ποιός λέει όχι;
Μά όταν σού ζητάνε παραδάκι,
γίνεται πιό πικρός κι απ’ το φαρμάκι.
Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος
Και ζώ και πέθανα. Σοφός αν είσαι, θα εννοήσεις:
Είμαι νεκρός για την ψυχή, σαν ζωντανεύει η σάρκα.
Ψυχή μου, άς είσαι ζωντανή, κι η σάρκα μου ας πεθάνει.
Πέτρος ο Δαμασκηνός
Μ’ έθελξες με τον πόθο σου, Χριστέ,
και μ’ έκανες αλλιώτικο με τον θείο σου έρωτα ‘
αλλά κατάκαψε με άυλη φωτιά τις αμαρτίες μου
κι αξίωσε με να γεμίσω με την τρυφεράδα σου.

Όλος, σωτήρα μου, είσαι γλυκασμός,
όλος επιθυμία και διάθεση ακόρεστη,
όλος μια ομορφιά ακαταμάχητη.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς, 4 Ιουλίου 2017