Σάββατο, 7 Οκτωβρίου 2017

MICHEL EVDOKIMOV

Ο Δείπνος ο μυστικός του Μυθιστορηματικού λόγου

Michel Evdokimov
Η Αναζήτηση του Θεού στη σύγχρονη σκέψη και λογοτεχνία
Μετάφραση απ’ τα Γαλλικά Μαρία Λαγουρού
Έκδοση «Ομάδας Προβληματισμού»
Μαθητών Λεοντείου Λυκείου Ν. Σ.
Αθήναι 1983
Διαστάσεις 12Χ17, σελίδες 32, δραχμές 40

      Απρόοπτες συμπτώσεις μας οδηγούν σε μονοπάτια λησμονημένα. Από εκεί που δεν το περιμένεις σου έρχεται όπως λέει και ο σοφός λαός. Τυχαία γεγονότα σε ξεστρατίζουν από πεπατημένες αναγνωστικές περιπέτειες και σου ξυπνούν μνήμες παλαιότερων διαβασμάτων αλλότριες των παρόντων, ή μήπως όχι; Μελετώντας κείμενα υπερρεαλιστών ποιητών βρήκα δίπλα σε μια βιογραφία του Αντρέ Μπρετόν, ένα μικρούλι τόσο δα βιβλιαράκι-σαν κουταλιά γλυκού περγαμόντου που ευφραίνει τον ουρανίσκο και αφήνει αχνά σημάδια από σιρόπι στα χείλη-που είχα αγοράσει κάποτε, και το είχα διαβάσει «μονορούφι» που θα έλεγαν και οι φανατικοί βιβλιόφιλοι. Το «Η αναζήτηση του Θεού στη σύγχρονη σκέψη και λογοτεχνία» του Michel Evdokimov. Ποιος ξέρει ποιο μικρό βιβλιοφάγο τζιν το έβαλε εκεί, ώστε να το λησμονήσω, και να το ανακαλύψω ξανά μετά από τριάντα τόσα χρόνια. Εκ νεότητός μου πολλά πολέμει με ερωτήματα και ερωτηματικά.
     Οποιοσδήποτε συνειδητός πιστός ή πιστή της χριστιανικής ορθόδοξης παράδοσης, ενεργό μέλος της εκκλησίας και όχι χλιαρό, θέτει συνεχώς ερωτήματα για την ειλικρίνεια και αυθεντικότητα της πίστης του. Ερωτήματα οντολογικού προσδιορισμού πραγμάτωσης της αλήθειας του βίου του, και για το αν αυτό που στο διάβα των ιστορικών χρόνων της παράδοσης διδάχθηκε να αποκαλεί Εκκλησία ενός έθνους-στην παρούσα εξέταση του ελληνικού-και επιλέγει συνειδητά να ανήκει σ’ αυτήν την κοινή συνάθροιση των εξομολογούμενων εμπειριών και ψυχικών τραυμάτων, στην σύναξη κοινωνούντων σχέσεων μέσα στον χρόνο και στον συγκεκριμένο τόπο, αληθεύει της ζωής των ελπιζόντων πιστών εμπειρικά, βιωματικά. Ή ζει και αυτός-αυτή, μέσα σ’ ένα ιστορικό παραδοσιοκρατικό θρησκευτικό ειδωλολατρικό περιβάλλον, πιστών εν αυτώ, που βαυκαλίζεται για τα κλέη άλλων θυσιασθέντων και αγωνισθέντων ανθρώπων-τω καιρώ εκείνω(ν)-και καλύπτει με την δημόσια από πατρογονική συνήθεια συμμετοχή του τις συναισθηματικές του και μόνο ανάγκες ή ακόμα και τις οικονομικές του. Μια και η προσωπική του εξομολόγηση σε ένα μέλος της διοικούσης εκκλησίας (ιερέα, μοναχό, κλπ.) θα του κοστίσει πολύ λιγότερο από ότι αν παρευρεθεί σε συνεδρίες ψυχιατρικών συγκεντρώσεων ή επιλέξει τον επιφανή ψυχίατρο ή ψυχολόγο της αρεσκείας του. Θέλω να πω ότι, οι σύγχρονες συνθήκες της ζωής, μας δηλώνουν ποικιλοτρόπως και με διευρυμένη ποικιλία εκδηλώσεων, επιλογών και εκφράσεων, ότι εμείς οι μοντέρνοι ή μεταμοντέρνοι άνθρωποι ζούμε σε ειδωλολατρικούς καιρούς, έστω και αν καταβάθως δεν θέλουμε να το παραδεχτούμε, γιατί μας ξεβολεύει από τις συναισθηματικές μας βεβαιότητες και κοινωνικές συνήθειες. Και δεν μιλώ για Εθνικούς καιρούς γιατί είναι άλλο πράγμα, αλλά για ειδωλολατρικούς. Οφείλουμε επιτέλους να διακρίνουμε και να μην μπερδεύουμε την πολυθεϊστική πίστη των αρχαίων ελλήνων,-του αρχαίου κόσμου γενικότερα-την Εθνική τους κοινή πίστη και βιωματικό κοινό τρόπο ζωής των-από τα φαινόμενα ειδωλολατρίας που συναντάμε είτε στο πρώιμο Ομηρικό θρησκευτικό σύμπαν, είτε μεταγενέστερα στα κλασικά γνωστά μας χρόνια, με την κυριαρχία του φιλοσοφικού λόγου και την άνθηση της επιστήμης, αλλά και την επικυριαρχία επί των άλλων Θεοτήτων του Θεού Διονύσου με όλη την φανερή ή αφανή κουστωδία του. Της Διονυσιακής μονοθεϊστικής λατρείας, που με τον έναν ή άλλον τρόπο επιζεί μέχρι των ημερών μας, είτε μέσω υπόγειων συνηθειών και θρησκευτικών εκδηλώσεων, συμβόλων και ιερών ψαλμών, είτε μέσω ενός θεατρικού τελετουργικού που τελείται ειρηνικά και αναίμακτα, λειτουργικά και συντηρητικά, αποδεκτά όμως από την ορθόδοξη εκκλησία και τους μετέχοντες πιστούς και μη έλληνες. Χωρίς ευτυχώς, η παλαιά αυτή Διονυσιακή παράδοση, να στερήσει από την Ορθόδοξη ελληνική παράδοση τον οικουμενικό της χαρακτήρα που είχε και οφείλει να έχει μέσα στην εξέλιξη της Ιστορίας του ανθρώπινου Πολιτισμού. Άλλο λοιπόν είναι η Εθνική πίστη και παράδοση των αρχαίων πολυθεϊστών ελλήνων, με τα δικά τους τότε, ιδιαίτερα ιστορικά και γεωγραφικά ιερά θεϊκά σύμβολα φανέρωσης, και άλλο τα επιμέρους φανερώματα και εκδηλώσεις της ειδωλολατρικής πλευράς της Εθνικής πίστης, που και τότε υπήρχαν. Είναι δηλαδή άλλο Εθνικός έλληνας και άλλο Ειδωλολάτρης. Δεν μπορούμε να τους τσουβαλιάζουμε όλους κάτω από την ίδια σπιλωτική ομπρέλα. Συνειδητή εθνική εδραίωση και αποδοχή της ειδωλολατρίας, ιστορικά, συναντάμε μάλλον περισσότερο στα κατοπινά Ρωμαϊκά Αυτοκρατορικά χρόνια των μεγάλων αυτοκρατορικών δυναστειών, σε περιόδους της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, και στις ημέρες μας, που έχουμε μπει στην Τρίτη χιλιετία με τις χιλιάδες επιστημονικές και τεχνολογικές αλλαγές και ανακαλύψεις, εφευρέσεις και επιτεύγματα. Και χωρίς να διαθέτω τις αναγκαίες και απαραίτητες περγαμηνές ενός ιστορικού, πέρα μόνο από την σταθερή αγάπη και επιθυμία για ανάγνωση ιστορικών βιβλίων-καθώς θεωρώ ότι Λογοτεχνία και Ιστορία οφείλουν να συμβαδίζουν αρμονικά-νομίζω ότι η παλαιά έννοια και (συνείδηση;) περί Έθνους, εμπεριείχε την ταυτότητα του Εθνικού προσδιορισμού στην ευρεία της έννοια. Αντίθετα, η οριοθέτηση του κράτους μέσα σε στενά γεωγραφικά πλαίσια, υποδαύλισε την γέννηση ειδωλολατρικών φαινομένων όχι μόνο στο θρησκευτικό αλλά και στο πολιτικό και κοινωνικό πεδίο. Αυτό όμως είναι μια μεγάλη και ανοιχτή συζήτηση, επίκαιρη ίσως ακόμα, αν έχουν σπέρμα ιστορικής επαλήθευσης οι προβληματισμοί αυτοί. Το βέβαιο πάντως είναι, ότι οφείλουμε να ξεχωρίσουμε τον προσδιορισμό Εθνικός από το Ειδωλολάτρης όταν αναφερόμαστε στους αρχαίους Έλληνες τουλάχιστον. Και παρενθετικά να σημειώσω ότι, Άθεος σημαίνει, αυτός που δεν πιστεύει σε κανένα ανώτατο Ον δημιουργό και κυρίαρχο του Σύμπαντος, και όχι εκείνος που δεν αποδέχεται τον ιερό θεολογικό της εκκλησίας ιδεότυπο, δηλαδή τον Χριστό ως το τρίτο πρόσωπο της Αγίας Τριάδας. Όπως όμως και να εκδηλώνονται τα ερωτήματα ή οι αμφιβολίες των σύγχρονων ανθρώπων,(ά-θεων ή πιστών) νομίζω ιστορικά ότι σε εμάς τους Έλληνες, προσομοιάζει καλύτερα στον χαρακτήρα και στην ιδιοσυγκρασία μας η Ορθόδοξη Χριστιανική παράδοση. Μια παράδοση, που παρά τις ανθρώπινες αγκυλώσεις και αστοχίες εμπεριέχει τόσο την Εθνική όσο και την Ειδωλολατρική ταυτότητα των αρχαίων προγόνων μας και σίγουρα, μέσα από τις υποδόριες βιωματικές προσμείξεις εκδηλώνεται και αυτή με τα δικά της Εθνικά ή Ειδωλολατρικά ή Οικουμενικά χαρακτηριστικά και αποτυπώματα. Η Ιστορία του παιχνιδιού της ζωής δεν αρχινά ούτε τελειώνει σε εμάς. 
     Πίστη χωρίς αμφιβολία πίστη νεκρά εστί, μας λέει ο ισπανός φιλόσοφος Μιγκέλ ντε Ουναμούνο στο δοκίμιό του «Η αγωνία του χριστιανισμού», δες ελληνική έκδοση Οι εκδόσεις των φίλων-του Κώστα Τσιρόπουλου. Αν όμως ανήκεις στους θύραθεν αναζητητές, τότε τι ερωτήματα θέτεις στην συνείδησή σου, στους ανθρώπους του χώρου που κατοικείς και συναθροίζεσαι, στον ατομικό σου χρόνο που περνά από πάνω σου παρασέρνοντάς σε μαζί του αέναα στα συμπαντικά φουρτουνιασμένα ρεύματά του; Ποιος επιβλέπει ελπιδοφόρα την ζωή σου και από πού; Εξ ουρανού; Εξ Άδου; Εξ κοινής πανανθρώπινης μνήμης; Εκ Ιστορίας; Ή μήπως εκ της Τέχνης; Προς τα που στρέφεις τις ακτίνες των ερωτημάτων σου; σε ποια άγνωστά σου πνευματικά υψώματα ζητάς την ειρήνευση της ψυχής σου, την πραότητα του πνεύματός σου, την ικανοποίηση των σωματικών σου αναγκών; Η περίπτωση της αγωνιώδους ζωής του έλληνα συγγραφέα Νίκου Καζαντζάκη, για να μείνω στα καθ’ ημάς, ο ασκητικός του βίος και η διαρκής αγωνία του να κάνει την ύλη πνεύμα είναι χαρακτηριστική και σημαδιακή στο στερέωμα της ελληνικής γραμματείας και στις συνειδήσεις των αναγνωστών του. Η περίπτωση πάλι του ποιητή Άγγελου Σικελιανού, για την εκ νέου αναβίωση του αρχαίου Εθνικού θρησκευτικού-Ορφικού μεγαλείου και τρόπου ζωής, επίσης μας δηλώνει τις στροφές της πυξίδας των θύραθεν δημιουργών. Ο νέος σύγχρονος έλληνας μύστης, παρά τις ολονύχτιες προσευχές και ικεσίες του, δεν κατόρθωσε να αναστήσει το νεκρό σώμα του μοντέρνου ανθρώπου που είχε δίπλα του. Ο δάσκαλος του γένους Κωστής Παλαμάς με την εκ νέου θριαμβική ύμνηση του ιστορικού ηρωικού εθνικού μεγαλείου της ελληνικής πατρίδας και φυλής, της ψυχής των Ελλήνων με το πολύπλευρο έργο του, παρά του ότι μας φανερώνει τις ιστορικές αγωνίες του έθνους του ελληνικού γένους, λησμονήθηκε και έμεινε ως τελευταία περί Έθνους ανάμνηση. Η περίπτωση του Ίωνα Δραγούμη μένει ακόμα ξεχασμένη σε κακέκτυπες επανεκδόσεις του έργου του. Την ίδια οντολογική αγωνία και ερωτήματα συναντάμε και στο ογκώδες έργο του ποιητή Γιάννη Ρίτσου, μόνο που ο Ρίτσος, δεν αναζήτησε, αλλά βρήκε, όχι την εξ ύψους παρηγοριά, αλλά την επί της γης πίστη και ελπίδα στην μαρξιστική ιδεολογία και πολιτικό όραμα της Οκτωβριανής Επανάστασης. Η επαναστατική κόκκινη ιδεολογία, το ελπιδοφόρο κοινωνικό και πολιτικό όραμα των μεγάλων και εξαθλιωμένων ανώνυμων μαζών, είναι για τον εθνικό ποιητή της Ρωμιοσύνης, η σύγχρονη αναφορά συνείδησης του Έθνους. Η Ιδεολογία είναι πλέον αυτή που κινεί τα νήματα της Ιστορίας και όχι η Θρησκεία, ή η Φιλοσοφία. Τώρα, αν αυτή η ελπιδοφόρα επανάσταση κατέληξε σε εφιάλτη των ανθρώπων, είναι από τα σκοτεινά ερωτήματα και πάλι της Ιστορίας. Υπάρχει και η ξεχωριστή περίπτωση του Αλεξανδρινού ποιητή, του Κωνσταντίνου Καβάφη, ο οποίος σαν άτομο και σαν ποιητής ξεκουράζονταν πάλι και πάλι μέσα στην Τέχνη της Ποιήσεως από την δούλεψή της. Τα περί έρωτος και αισθητικής ερωτήματά του, αλλά κυρίως, τα περί Ιστορίας ερωτήματα και επισημάνσεις του, δεν απεικονίζονταν μόνο, αλλά έβρισκαν την απάντησή τους μέσα στον κόσμο της Τέχνης. Η Τέχνη της ποιήσεως ήταν η μόνη του επί γης συντροφιά, καθώς το σώμα του γερνούσε και οι αναπολήσεις της μνήμης αναζητούσαν τρόπους να εκφραστούν. Χωρίς να ταράξουν την γαλήνη των γεροντικών του αισθήσεων. Στις μέρες μας, ερωτήματα οντολογικής υφής θέτονται και αναζητούνται εκ νέου, ή ζητούν να επαναπροσδιοριστούν από την ποιητική ακαδημαϊκή φωνή της ποιήτριας Κικής Δημουλά. Μέσα στην σύνολη διαδρομή της ελληνικής ποίησης-σαν αναζήτηση της ελληνικής αυτοσυνειδησίας και ταυτότητας-υπάρχουν και οι αρνητές των παραπάνω δρόμων. Ο «μηδενιστικός αποφατισμός» απαντήσεων των ερωτημάτων του ποιητή Νίκου Καρούζου, ο γλωσσικός ακατέργαστος δρόμος του αναρχικού ποιητή Μιχάλη Κατσαρού, η αναρχική αυτόνομη φωνή της ποιήτριας Κατερίνας Γώγου και ορισμένων άλλων. Περιπτώσεις ελλήνων ποιητών και ποιητριών, που ίσως σημαίνει ότι μπορούμε να θέσουμε σιμά στο παλαιό Ευριπίδειο ερώτημα «Τι είναι Θεός, τι δεν είναι Θεός και τι ανάμεσό τους;», το δικό μας σύγχρονο των καιρών μας και της εποχής μας ερώτημα. Που συναντάμε τον Θεό, μέσα στην Τέχνη, που δεν τον συναντάμε, και αν υπάρχει Τέχνη χωρίς την παρουσία του; Ένα ερώτημα που ίσως, έχει κάποια βάση, αν αναλογιστούμε τις δεκαετίες μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, το θολό στροβίλισμα του Κόσμου μας, και ποιο είναι το νέο πρόσωπο της σύγχρονης Τέχνης. Τι εκφράζει, ποιους αντιπροσωπεύει και ποιά η ταυτότητα της. Και μέσα στο πολύπλευρο πεδίο της Τέχνης ασφαλώς συμπεριλαμβάνετε ο χώρος της ποίησης και της λογοτεχνίας προς διερεύνηση. Και αν ο Θεός είναι Νεκρός εδώ και αιώνες όπως μας είπε ο τελευταίος θύραθεν προφήτης του κόσμου μας ο Φρειδερίκος Νίτσε, μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι και η Λογοτεχνία που τον εμπεριείχε και τον αντικατοπτρίζει είναι νεκρή; Παραδείγματος χάριν το έργο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, του Αλέξανδρου Μωραϊτίδη, του Ουϊλλιαμ Μπλέηκ, του Τζον Ντον, τα έργα του Τόμας Στέρν Έλιοτ κλπ. Αν όχι, τότε τι και ποιούς εκφράζει το νέο της πρόσωπο; Και ακόμα, που συναντάτε το Πνεύμα της Αληθείας των βιωμένων στιγμών των Ανθρώπων και πέρα των ορίων της Τέχνης; Ή μήπως αυτό εμπεριέχεται μόνο μέσα στα σπλάχνα της, και πέραν αυτών δεν υπάρχει; Γιατί αν δεν υπάρχει Θεός (δηλαδή επαληθεύσιμη ελπιδοφόρα αλήθεια των εμπειριών των ανθρώπων) έξω από το Κοινωνικό Σώμα, τότε δεν υπάρχει και Λογοτεχνία εκτός των ορίων αυτού. Πράγμα που σημαίνει ότι, τόσο το φαινόμενο της πίστης όσο και η λειτουργία της γραφής, δηλαδή της λογοτεχνίας, είναι μια ειδωλολατρική εκδήλωση χωρίς σκοπό στις μέρες μας. Εξυπηρετεί επιφανειακές ανάγκες γραφής της σχόλης των ανθρώπων και μόνο. Η υποψία της μη ύπαρξης του Θεού, συμπαρασύρει την υποψία στην μη ύπαρξη της μοντέρνας λογοτεχνίας. Της αντιμυθιστορίας σε σχέση με την παραδοσιακή αφηγηματική ιστορία που είναι πχ. τα Ομηρικά Έπη και οι εξιστορήσεις τους. Με άλλα λόγια, Πίστη και Τέχνη έχουν κοινό πεδίο αναφορών; Ή που συναντώνται, που τέμνονται οι δρόμοι τους, που διαφοροποιούνται, που απαρνείται η μία την άλλη; Έχουν η κάθε μία την δική της αυτονομία μέσα στην ανθρώπινη συνείδηση; ή είναι όψεις κοινών ανθρωπίνων βιωμάτων και βηματισμών μέσα στην εξελικτική ιστορία των πολιτισμών; Υπάρχει υπερβατικό στοιχείο μέσα στην λογοτεχνία, και ποια η ειδοποιός διαφορά του από αυτό της πίστης;
Τέλος, δίχως και πέρα της κοινής, αναγνωρίσιμης και οικείας σε μας γλώσσα της Τέχνης υπάρχει Θεός; Και χωρίς Θεό ως συνεκτικό σημείο υπερβατικής αναφοράς στις ζωές των ανθρώπων μέσα στην Κοινωνία υπάρχει Τέχνη;
     Αυτά τα παράξενα κοινότοπα και σε πολλούς ασεβή ερωτήματα, για άλλους φληναφήματα ενός σύγχρονου ατόμου των καιρών μας, έρχονται στην σκέψη μου σαν παλινδρομικά κύματα αμφισβήτησης και αναζήτησης μαζί, καθώς ξαναδιαβάζω μετά από χρόνια το μικρό αυτό βιβλιαράκι του καθηγητή της συγκριτικής λογοτεχνίας στο Παρίσι και κατόπιν ορθόδοξου ιερέα, πατρός Μιχαήλ Ευδοκίμωφ. Ενός ιερέα και θεολόγου γνωστού στο ευρύ κοινό, (πέρα φυσικά από τους εκκλησιαστικούς και θεολογικούς κύκλους) και από το σπουδαίο έργο που άφησε ο πατέρας του σημαντικός θεολόγος Παύλος Ευδοκίμωφ, που αρκετές μελέτες του έχουν μεταφραστεί και στα ελληνικά.
     Ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης ότι η μικρή αυτή έκδοση με αριθμό 13, πραγματοποιήθηκε από μαθητές Λυκείου της Λεοντείου Σχολής της Νέας Σμύρνης. Κάτι που μας φανερώνει τις πνευματικές ζυμώσεις, τα ενδιαφέροντα, τις ανησυχίες, τους προβληματισμούς, τα ερωτήματα που είχε όχι μόνο το εκπαιδευτικό προσωπικό των διδασκόντων αλλά κυρίως οι διδασκόμενοι. Γιατί χωρίς αληθινό και ουσιαστικό ενδιαφέρον από τους μαθητές και τις μαθήτριες και τους καθηγητές αυτών των χρονικών σχολικών περιόδων, δεν θα είχε πραγματοποιηθεί η εκδοτική φιλότιμη αυτή προσπάθεια και επαινετή πρωτοβουλία. Από τα γραφόμενα στην δεύτερη μέσα σελίδα του μικρού «βιβλίου» των τριάντα δύο σελίδων και τον αριθμό του, μαθαίνουμε ότι έχει προηγηθεί η έκδοση και άλλων μικρών και ψυχοφελών κειμένων από την Σχολή. Δεν γνωρίζω τι άλλο έχει εκδώσει η «Ομάδα Προβληματισμού» μαθητών Λεοντείου Λυκείου και πως υποδέχτηκαν την εκδοτική τους μικρή προσπάθεια άτομα από άλλες εκπαιδευτικές κοινότητες ή οι γονείς και οι φίλοι τους, μια και στην κατοχή μου διαθέτω μόνο αυτό το βιβλιαράκι. Φαντάζομαι όμως, πως θα έτυχαν αποδοχής και οι άλλες τους εκδοτικές καταθέσεις. Εκτός από την μεταφράστρια (καθηγήτρια της Σχολής;) Μαρία Λαγουρού, δεν αναφέρονται άλλα ονόματα της Ομάδας. Η μετάφραση είναι στρωτή και εύληπτη. Ίσως μόνο χρειάζονταν μερικές ενδεικτικές πληροφορίες για έργα και πρόσωπα που δεν είναι και τόσο γνωστά στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό. Βιβλία που δεν έχουν μεταφραστεί ακόμα στα ελληνικά. Πέρα όμως από την θρησκευτικά προσανατολισμένη αυτή εργασία για την ευρωπαϊκή λογοτεχνία,-πώς θα μπορούσε άλλωστε να μην είναι θρησκευτικά χρωματισμένη, μια και είναι γραμμένη από έναν γάλλο ιερέα με τα απαραίτητα εφόδια-οι φιλότιμες αυτές προσπάθειες μαθητών και μαθητριών (και εκπαιδευτικών) των διαφόρων ιδιωτικών σχολείων της χώρας, μας δείχνουν την ποιότητα και το εκπαιδευτικό ήθος που υπάρχει σ’ αυτήν την πτωχευμένη πατρίδα μας, στην ιδιωτική εκπαίδευση. Κανείς σίγουρα δεν γνωρίζει με βεβαιότητα, ούτε υποψιάζομαι και οι ίδιοι οι συντελεστές, τι αποτέλεσμα στα κατοπινά ακαδημαϊκά χρόνια της ζωής των μαθητών είχαν αυτές οι ενέργειες. Ο σπόρος όμως της μάθησης είχε ριχθεί. Η μαγιά της φιλαναγνωσίας και των σύγχρονων προβληματισμών επίσης. Και ίσως, όπως συνέβει και με εμένα, κάπου ξεχασμένο μέσα στις νέες των οικογενειακών τους εστιών βιβλιοθήκες, να υπάρχει η εκδοτική τους αυτή προσπάθεια ακόμα. Για να τους υπενθυμίζει τα εφηβικά τους οράματα που υλοποίησαν ή λησμόνησαν.
Ας απολαύσουμε και ας προβληματιστούμε εκ νέου με το κείμενο του πατρός Michel Evdokimov.
Ξαναρχίζουμε!
     Μετά από μια σιωπή δύο χρόνων και για λόγους τεχνικούς πάντα με την ενθάρρυνση του διευθυντού μας F. Pascal, ξαναρχίζουμε το δρόμο για μια αληθινή εμπειρία «Προβληματισμού» και γνήσιου διαλόγου ανάμεσα στους συμμαθητές μας!
     Το κείμενο που ακολουθεί είναι μια μετάφραση ενός σύγχρονου διανοητή ευρωπαίου, με συμπυκνωμένη την αναζήτηση και την αγωνία για τις χαμένες ρίζες του σύγχρονου ευρωπαίου. Η αναζήτηση αυτή μπορεί να γίνει και για μας αφετηρία για λύση πολλά εφηβικά μας ερωτήματα!
Η «Ομάδα Προβληματισμού» μαθητών Λεοντείου Λυκείου Νέας Σμύρνης
                                  Α΄
      Αισθάνεται κανείς πολύ μικρός, για να πραγματευθεί ένα τόσο μεγάλο θέμα όπως είναι η αναζήτηση του Θεού στη σύγχρονη σκέψη και λογοτεχνία. Αυτό που θα μπορέσω να κάνω θα είναι να θέσω μερικές προκαταρκτικές γνώσεις από τις οποίες αρχίζει (γεννιέται) μια σκέψη και παρακινείται μια συζήτηση.
     Άς σταθούμε για λίγο στη λέξη «αναζήτηση» είναι η θεμελιώδης μέθοδος συλλογισμού για κάθε πράξη πίστεως. Κανένας δεν μπορεί να βεβαιώσει ότι κατέχει τον Θεό. Ο σκοπός της χριστιανικής ζωής δεν είναι να οικειοποιείσαι τον Θεό-σαν να θέλεις να συγκρατήσεις το κύμα ενός ποταμού με τα χέρια σου-αλλά να μεταμορφώνεσαι με την παρουσία Του με τη φωτιά της αγάπης Του. Η αναζήτηση του Θεού εμφανίζεται  σαν επιστροφή που συνεχώς ανανεώνεται, δηλαδή μια βαθειά υπαρξιακή αλλαγή προς τον Θεό. Καταλήγει σ’ αυτή την καινούργια ζωή, σ’ αυτή την τέλεια ένωση για την οποία μιλά ο απόστολος Παύλος: «Ζώ ουκέτι εγώ, ζή εν εμοί Χριστός». Έτσι το βλέμμα με το οποίο αντικρύζουμε τον κόσμο μπορεί να είναι ένα καινούργιο βλέμμα, τροφοδοτημένο από τις πηγές της εκστάσεώς μας μπροστά στη μυστική ομορφιά των όντων και των πραγμάτων. Σ’ αυτές τις προνομιακές στιγμές, η αναζήτηση του Θεού φθάνει στο αποκορύφωμά της με το όραμα πάνω στο όρος Θαβώρ, όπου δόθηκε η χάρις στους τρείς Μαθητές, να δούν τον Χριστό μεταμορφωμένο μέσα στο λαμπρό φως της θεότητάς Του. Συνεπαρμένος από μια παραδεισιακή μέθη, ο απόστολος Πέτρος προτείνει να στήσει σκηνές, γιατί, λέει, ότι είναι καλά να μείνουν εκεί. Όμως ο Πέτρος έχει άδικο, δεν μπορούν να μείνουν εκεί, πρέπει να ξανακατέβουν στην κοιλάδα των δακρύων στη θολούρα της καθημερινότητας, στη φορτωμένη με έννοιες ζωή των ανθρώπων, ή όπως στην περίπτωση του Χριστού, στον πόνο και στον θάνατο.
     Όλοι μας έχουμε ζήσει το μικρό μας όρος Θαβώρ, αυτή την αποφασιστική συνάντηση με το Θεό, πού δίνει στην πίστη μας το υπαρξιακό θεμέλιο. Έχει δοθεί, φαίνεται, σε κάθε άνθρωπο, πιστό ή άπιστο, να ζήσει τις δικές του στιγμές χάριτος, όπου ένα πέπλο σηκώνεται πάνω από το μυστήριο της ζωής. Οι ποιητές αναφέρονται σ’ αυτό μέσα σε μια στιγμή εξάρσεως ο Γκαίτε φωνάζει «στιγμή είσαι ωραία, σταμάτα!» Κάθε ποιητής είναι ένας ισόβια ανικανοποίητος της ζωής, ένας οραματιστής, που τείνει προς τον φωτισμό των πραγμάτων, γιατί, όπως υποστηρίζει ο Rimbaud, «δεν υπάρχει αληθινή ζωή».
     Μού φαίνεται ότι ο κόσμος ταλαντεύεται μεταξύ δύο άκρων: από τη μια μεριά το αίσθημα της αρνήσεως, ή η απουσία του θαβωρείου φωτός-το φώς είναι εδώ, λάμπει μέσα στο σκοτάδι, αλλά ο κόσμος δεν το βλέπει-απ’ την άλλη μεριά: ο πειρασμός του απόλυτου, που είναι ο πειρασμός του Πέτρου, ο οποίος επιθυμεί να στήσει σκηνές πάνω στο Θαβώρ, να παρατείνει αυτή τη μακαριότητα, να παραβιάσει το θέλημα του Θεού. Σ’ αυτές τις δύο περιπτώσεις το φώς παραμένει εξωτερικό για τους ανθρώπους, είναι καλυμμένο ή τους θαμπώνει, αλλά δεν τους διαπερνά. Θα τελειώσουμε τους συλλογισμούς πού θα σας υποβάλλω, που είναι βέβαια αρκετά ατελείς, από την εμπειρία  μερικών μαρτύρων από τους αναζητητές του Θεού στο σύγχρονο κόσμο.
Το φώς λάμπει στο σκοτάδι
     Ο Paul Valery, δοκιμάζοντας το άγχος των πολιτισμών πού είναι θνητοί, εξέφραζε την ταραχή του μπροστά στην «κρίση του πνεύματος», πού γι’ αυτόν περιορίζονταν στην παρακμή της διανοήσεως, στην εκμηδένιση της ανθρωπιστικής κουλτούρας, χωρίς να προαισθανθεί τα σημάδια πού αναγγέλλουν ένα καινούργιο δρόμο. Ο κόσμος νόμισε ότι μπορούσε να περιορίσει το τραγικό στοιχείο. Έτσι, όπως το έδειξε ο J. M. Domenach, βρισκόμαστε σε μια «επιστροφή του τραγικού» που έρχεται να κλονίσει την άνεση της σιγουριάς μας. Στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο χρειάστηκε να γίνει η χρήση της ατομικής βόμβας για να συντριβεί ο φασιστικός ολοκληρωτισμός’ τα μεγάλα προβλήματα της εποχής μας-η πείνα στον Τρίτο Κόσμο, οι ανισότητες και η ανεργία, οι πόλεμοι στους οποίους παραδίδονται οι υπερδυνάμεις, με την παρεμβολή μεταξύ τους μικρών χωρών, στην Αφρική, στην Ασία, στη Μέση Ανατολή, οι λαοί που στερήθηκαν την γή τους, τα ολοκληρωτικά καθεστώτα, οι βασανισμοί-όλα αυτά τα προβλήματα όχι μόνον δεν έχει λυθεί, αλλά δεν κάναν τίποτα άλλο από το να ανανεώνονται τη μιά μέρα μετά την άλλη.
     Στη λογοτεχνία, αυτή η τραγικοποίηση της οδύνης και της ταραχής των ανθρώπων έδωκε αυτές τις απελπιστικές εικόνες του αφηρημένου, αυτό το αίσθημα ναυτίας, με το οποίο εκφράστηκε το υπαρξιακό ρεύμα, που σημάδεψε τόσο βαθειά την εποχή μας και που αυτό παράγει, στη μέση του αιώνα, αυτό το παράξενο θέατρο του Luigi Pirandello, του οποίου τα πρόσωπα, εντελώς κούφια, φορούν μάσκες, για να κρύψουν το κενό πού τα διακατέχει: συμβολικές εικόνες, ανάμεσα σε πολλές άλλες, ενός κόσμου αποπροσανατολισμένου. Ένα καινούργιο λογοτεχνικό είδος, βγήκε στην επιφάνεια, «η βιωμένη μαρτυρία», (βλέπε την επιτυχία βιβλίων όπως «Εμείς οι διαφορετικοί άνθρωποι των δρόμων» της Madeleine Delbrel ή οι διηγήσεις της αδελφής Τερέζας, της Καλκούτα), αλλά το πιο τέλειο πρότυπό τους είναι «Το αρχιπέλαγος του Γκουλάγκ» του Αλεξάντερ Σολζενίτσιν, έργο θαυμάσια γραμμένο, το μεγαλύτερο επικό ποίημα της εποχής μας, γραμμένο με το αίμα των ανθρώπων.
            Η κρίση του μυθιστορηματικού ήρωα
     Έχουμε μπεί στην «εποχή της υποψίας» (η έκφραση είναι της Nathalie Sarrakte). Η υποψία βαραίνει πάνω σε όλες τις καθιερωμένες αξίες, πάνω στην ηθική, πάνω στον άνθρωπο που είναι προϊόν της ουμανιστικής κουλτούρας, και, από ένα σημείο λογοτεχνικής απόψεως, πάνω στον «μυθιστορηματικό ήρωα» αντανάκλαση αυτής της ουμανιστικής κουλτούρας, έτσι όπως είχε συλληφθεί από γενιές συγγραφέων.
     Άς αναγνωρίσουμε ότι η φαντασία δεν έχει πιά τη δύναμη να δημιουργήσει καινούργιους κόσμους και ανθρώπους. Ο σύγχρονος μυθιστορηματικός ήρωας δεν ανακινεί πιά μεγάλα σχέδια (όπως στην «Ανθρώπινη κωμωδία» ή στο επικό μυθιστόρημα του Λέοντος Τολστόϊ), ούτε αναταράσσει δυνατές ιδέες(όπως στα μυθιστορήματα-τραγωδίες του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι πού υπήρξε ένας μεγάλος φιλόσοφος, του οποίου οι ιδέες, αντί να εξελίσσονται στον ουρανό των παραλογισμών, ενσαρκωνόντουσαν μέσα στα ζωντανά όντα, σαν να τις βλέπεις να λειτουργούν στο βάθος της υπάρξεως), ούτε καθυστερεί στην έκφραση των «εκ βαθέων» αισθημάτων, των βιαίων παθών: ποιος μιλά σήμερα για τα αισθήματα, εκτός, από το Love Story του οποίου η επιτυχία των πωλήσεων δείχνει ότι ένα κοινό της μάζας παραμένει ευαίσθητο σ’ αυτή τη ρομαντική φόρμα αγάπης που πίστευαν ότι είχε παραγραφεί και άλλωστε, η απελευθέρωση των σεξουαλικών ηθών έχει κάνει, σαν αντίκτυπο, σπάνιο το πάθος που απαιτεί απόσταση για να μπορέσει να εξελιχθεί μια Πριγκίπισσα του Clevew ή μια Κυρία ντέ Μορτσώφ(«Το κρίνο μέσα στην πεδιάδα»), που υπερασπίζουν ηρωικά την αγνότητά τους στο όνομα μιάς ανώτερης ιδέας πού έχουν για την αγάπη, θα αποτελούσαν σήμερα, στα περιβάλλοντα που λέγονται «απελευθερωμένοι», φιγούρες άδολων μικρών κοριτσιών. Ένα από τα χαρακτηριστικά της σύγχρονης νοοτροπίας είναι μια κάποια γοητεία μπροστά στην ευαισθησία, ένα γλίστρημα προς το παθολογικό, προς τις αποχρώσεις της ψυχικής ζωής. Αυτό παράγεται εν μέρει κάτω από την επίδραση του Σίγκμουντ Φρόυντ. Η διαγραφή του συγγραφέως προς όφελος των ψυχικών του καταστάσεων παρέσυρε στη διαγραφή του ήρωα.
     Σε άλλους συγγραφείς ο ήρωας βρίσκεται αποστερημένος ακόμα και από το ψυχολογικό του έρεισμα «δεν ενδιαφέρομαι πιά για την ψυχολογία», επιβεβαιώνει ο Robbe-Grillet, ένας από τους πρώτους του στίχου του «καινούργιου μυθιστορήματος» βάζοντας για τίτλο σ’ ένα από τα μυθιστορήματά του «Οι γόμες», δίνει την εντύπωση ότι θέλει να διαγράψει το πρόσωπο για ν’ αφήσει να μιλήσει ο διάκοσμος. Ο σύγχρονος ήρωας καταποντίζεται στην ανωνυμία: ποιος θυμάται το όνομα του «Ξένου» ή του ήρωα της «Ναυτίας». Ο Faulkner δίνει το ίδιο όνομα σε δυό πρόσωπα του ίδιου μυθιστορήματος, σαν να σημειώνει ότι η διαφοροποίηση τους δεν έχει σημασία. Ο ήρωας του Κάφκα στον «Πύργο» δεν έχει παρά ένα αρχικό Κ, και τα πρόσωπα του «εμείς οι άλλοι» του Ρώσου μυθιστοριογράφου Ζαμιάτη πού, λίγο πρίν από τη ρώσικη επανάσταση, έκανε το ξεκίνημα στη λογοτεχνία της επιστημονικής φαντασίας, ορίζονται μ’ ένα ψηφίο. Το μυθιστόρημα είναι πάντα ένας καθρέφτης, πού περιφέρεται κατά μήκος των δρόμων της πόλεως ή των διαδρόμων της διοικήσεως, όπου ο άνθρωπος δεν είναι τίποτα πιά παρά μόνον ένα άτομο μέσα στο πλήθος, ή ένας απλός αριθμός μητρώου.
     Πάνω στη σκηνή η ίδια μεταμόρφωση του προσώπου σ’ αυτό το θέατρο του χλευασμού ή της αδυναμίας για επικοινωνία. Πάρτε στον Ευγένιο Ιονέσκο, «στην φαλακρή τραγουδίστρια»’ η τραγουδίστρια δεν είναι φαλακρή, άλλωστε δεν υπάρχει καθόλου τραγουδίστρια, υπάρχουν όντα που μεθάνε από λόγια και δεν καταφέρνουν να επικοινωνήσουν μεταξύ τους ή στον Samuel Beckett «Περιμένοντας τον Godot» αδέσποτοι ήρωες, ψελλίζουν συγκεχυμένα παρατηρήσεις μεταφυσικής τάξεως, δοξάζοντας τον παραλογισμό της ανθρώπινης καταστάσεως σ’ έναν προχριστιανικό κόσμο, γιατί αν ο Godot προέρχεται από το God-ο Θεός στα αγγλικά-περιμένουν τον Θεό, το περπάτημά τους, πού είναι περπάτημα ζητιάνου, αλήτη, υπογραμμίζει την κακομοιριά μιάς ανθρώπινης καταστάσεως αποκομμένης από το υπερβατικό.
     Αν η εικόνα του ανθρώπου φαίνεται ότι βρίσκεται σε κρίση στη λογοτεχνία, τι να πούμε τότε για την κρίση της εικόνας του Θεού; Οι Χριστιανοί φέρουν ένα βαρύ μερίδιο ευθύνης σ’ αυτή την υπόθεση, προσανατολίζοντας το κήρυγμά τους, πάνω στην κρίση, όχι πάνω στη συγγνώμη, πάνω σ’ αυτό πού καταδικάζει τον άνθρωπο αντί να προσπαθεί να τον σώσει. Ο Delumeau κάνει πάνω σ’ αυτό το θέμα συνεχείς αναλύσεις στις οποίες δεν θα επανέλθω. Η λογοτεχνία αναφέρεται σ’ αυτή την παραμόρφωση του μηνύματος της αποκαλύψεως. Παραδείγματος χάριν ο ιερέας Paneloux στην «Πανούκλα» του Albert Camus, κηρύσσει την καρτερία στους κατοίκους της πόλεως Oran μπροστά  στη μάστιγα της αρρώστιας, και τους ενοχοποιεί παρουσιάζοντάς την σαν τιμωρία πού έπεσε απ’ τον ουρανό για να τους τιμωρήσει για τις αμαρτίες τους. Στο θεατρικό έργο του Ζαν Πωλ Σαρτρ «Ο διάβολος και ο καλός Θεός», ένας ήρωας ο Goetz παραφέρεται και φωνάζει εναντίον του Θεού πού τον νομίζει σαν έναν ουράνιο δικτάτορα πού, με το μαστίγιο στο χέρι, είχε για μοναδική απασχόληση να τιμωρεί τους ανθρώπους, ενσάρκωση της παλιάς μορφής του πεπρωμένου, από το οποίο απελευθερώθηκε η ανθρωπότητα με την έλευση του Χριστού. Αλλά οι φωνές του Goetz δεν θα κάνουν να σωπάσει ο λόγος του Χριστού: «δεν είσαστε οι σκλάβοι μου, είσαστε οι φίλοι μου». Ο Σαρτρ καταδιώκει με μανία ένα είδωλο των ειδωλολατρικών χρόνων, πιστεύοντας ότι καθαρίζει, μια για πάντα, τους λογαριασμούς του με τον Θεό, αντίθετα όμως δείχνει ότι οι άθεοι δεν θα τελειώσουν ποτέ με το Θεό.
     Ένα πράγμα που έχει αλλάξει είναι η αντίληψή μας για τον άνθρωπο. Μας είναι περισσότερο δύσκολο να δούμε κατά πρόσωπο τον άνθρωπο. Αυτός φέρει το αποτύπωμα του Δημιουργού του, αλλά αν ο Θεός πέθανε, υπάρχει ακόμα η δυνατότητα για τον άνθρωπο, να έχει μια εικόνα. Ο θάνατος του Θεού έσβησε την εικόνα του Θεού μέσα από τον άνθρωπο, που έκπτωτος από τη θεϊκή του γενιά, ορφανός πάνω στη γη, περιπλανάται, κάπως σαν αυτόν τον «Ξένο» του Camus, λεία του «αισθήματος του κενού». Σ’ ένα μυθιστόρημα του Dos Passos βλέπουμε έναν γενειοφόρο που περιφέρεται  άσκοπα στους δρόμους της Νέας Υόρκης, να σταματά μπροστά σε μια διαφήμιση των ξυριστικών μηχανών Gillette: ένα πρόσωπο ξυρισμένο και φρέσκο, με αέρα κατακτητού ο άνθρωπος αγοράζει μια ξυριστική μηχανή γυρίζει σπίτι του, κόβει τα γένια. Το ανθρώπινο ον δεν ανήκει πλέον στον εαυτό του, διαπλάθει την εικόνα του σύμφωνα με τα πρότυπα μιας αδηφάγου δημοσιότητας.
     Ο ανθρώπινος μηχανισμός είναι σαν παραλυμένος. Η κατάσταση του ξένου αποκαθίσταται σαν σύμβολο, και μας παραπέμπει σ’ Αυτόν που δεν είχε «πού την κεφαλήν κλίναι»’ προωθώντας τη σκέψη, μας θυμίζει ότι ο 20ος αιώνας είναι ο αιώνιος των εξαναγκαστικών μεταναστεύσεων των προσφύγων που καταδιώκονται στους δρόμους μετά από τους παγκόσμιους πολέμους, τις επαναστάσεις, την άνοδο των ολοκληρωτισμών-και ακόμα δεν τελείωσαν: οι Παλαιστίνιοι πρόσφυγες κλεισμένοι μέσα στα στρατόπεδα, οι Βιετναμέζοι πρόσφυγες αντιμέτωποι με τα κύματα του Ινδικού Ωκεανού πάνω σε καρυδότσουφλα, μαρτυρούν για την απελπισία του ενός μέρους της ανθρωπότητας, μας θυμίζουν με δραματικό τρόπο την «περιπλανώμενη» διάσταση της ανθρώπινης υποστάσεώς μας, από τότε πού ο πατέρας μας Αβραάμ ρίχτηκε στην αναζήτηση της γης της Επαγγελίας. Μέσα από την απελπισία του «θανάτου του Θεού» αυτή την επίπεδη όψη ενός κόσμου ηθελημένα απογυμνωμένου από το μυστήριό του, επιστρέφουμε παρ’ όλα αυτά στα μεγάλα προβλήματα που οφείλει πάντα, ν’ αντιμετωπίζει η ανθρωπότητα.
                    Ο άνθρωπος και η πόλη
     Σύμφωνα με τον Daniel Defoe (στο μυθιστόρημά του Moll Flanders), το θέμα της πόλης πιέζει το σύγχρονο μυθιστόρημα κάτω από μια παράδοξη όψη: είναι συγχρόνως τόπος συνοικισμού ζωντανεμένος από την κίνηση του πολυάσχολου πλήθους, και τόπος μοναξιάς όπου ο άνθρωπος μπορεί να αισθανθεί το ίδιο μόνος όπως ο Ροβινσών Κρούσος στο νησί ή όπως ένας ερημίτης στην έρημο. Η ανικανότητα να συναντήσεις, να αγαπήσεις τον πλησίον σου σ’ αυτές τις ερήμους των αστικών περιοχών, δεν εγκαινιάζει ήδη τη βασιλεία του Σατανά; Ο τόπος της ερήμου έχει αλλάξει θέση εγκαταλείποντας την άμμο, μεταφερθήκαμε μαζί με τους δαίμονες που περιπλανώνται εκεί, όπως λένε οι Ευαγγελιστές, στο μπετόν των πόλεων. Είναι αυτό που έδειξε ο Bunuel στο φίλμ του «Ο Σίμων της ερήμου», όπου ο Σατανάς πάει να βρει τον Στυλίτη που είναι ειρηνικά εγκατεστημένος πάνω σε μια κολώνα στην έρημο, για να τούς δείξει μια εικόνα από την κόλαση των ανθρώπων’ τον παρασύρει στη Νέα Υόρκη, σ’  ένα νυχτερινό κέντρο, γεμάτο από εκκωφαντικό θόρυβο, όπου ο καπνός, το αλκοόλ και οι ξέφρενοι χοροί δίνουν εικόνες κολάσεως. Υπάρχουν, ίσως, ακόμα χειρότερα είναι η γενίκευση της αδιαφορίας, η ατάραχη στάση αυτών που βυθίζονται στις υλικές ή στις ηθικές τους ανέσεις, αυτή η πνευματική νάρκωση που απλώνεται σε όλα τα καθεστώτα της Δύσεως και της Ανατολής. Πάνω σ’ αυτήν πέφτει η κρίση του αγγέλου στην Αποκάλυψη. «Διότι είσαι χλιαρός και δεν είσαι ούτε κρύος ούτε ζεστός, θα σε εμέσω». Αλλά συμβαίνει να υπάρχουν άνδρες και γυναίκες μέσα στην πόλη που φέρνουν μαρτυρία ειρήνης και αγάπης. Σκέφτομαι αυτούς τους νέους που στις ελεύθερες ώρες τους, πηγαίνουν να επισκεφτούν ανθρώπους μόνους ή ηλικιωμένους, αυτά τα ασκητικά τάγματα, όπως οι Καρμιλίτισσες, για τις οποίες ο Mgr Etchegaray έλεγε με χιούμορ ότι είναι άξιες μισθού γιατί «παράγουν σιωπή» ή όπως οι αδελφοί και οι αδελφές του Saint Gervais πού, στην καρδιά της πόλεως του Παρισιού όπου εργάζονται, προσφέρουν τις προσευχές τους, τη χαρά της περισυλλογής τους με τους γείτονες. Όλοι συνεργάζονται για το κτίσιμο της πολιτείας του Θεού στη μέση της πολιτείας των ανθρώπων, χωρίς την οποία αυτή εδώ δεν θα ήταν τίποτ’ άλλο παρά μόνον μια αρένα αφημένη στα άγρια θηρία.
                                                                                                                             Β
Οι πειρασμοί του απόλυτου ή αι δυνάμεις του ιερού
     Ερχόμαστε να εξετάσουμε μερικές όψεις της αναζητήσεως του Θεού μέσα σ’ ένα κόσμο όπου κυριαρχούν η αδιαφορία ή το αίσθημα του θανάτου του θεού. Έτσι αυτός ο κόσμος μένει έντονα σημειωμένος, ενοχλημένος, θα λέγαμε, από μια έννοια ιερού, από την παρουσία μιάς υπέροχης δυνάμεως. Θα έπρεπε να αναφέρω εδώ ολόκληρη τη σύγχρονη ποίηση. Ο Andre Malraux προέλεγε ότι ο 21ος αιώνας θα είναι ένας μεταφυσικός αιώνας. Ο Φρειδερίκος Νίτσε, προφήτης του θανάτου του Θεού, κρατούσε ένα πολύ ζωντανό αίσθημα του ιερού, πιο δυνατό προφανώς από των περισσότερων σύγχρονων του πού διακηρύσσουν το Χριστιανισμό τους. Αυτός ο νεκρός Θεός δεν παύει να ανασταίνεται κάτω από διάφορες ενσαρκώσεις.
     Έχοντας ή όχι αντίληψη γι αυτό, η εποχή μας είναι μια ακόρεστη παραγωγός ειδώλων. Είδωλα υπάρχουν παντού, στον κόσμο των ηθοποιών, των music-hal, της πολιτικής, στην ιεροποίηση του σέξ, του χρήματος, της ιδιοκτησίας, στον πολλαπλασιασμό των αιρέσεων κ.λ.π. Κυνηγήστε το ιερό, επανέρχεται στη σφυγμομέτρηση. Εκεί υπάρχει η πιο σοβαρή αποτυχία της θεωρίας της προόδου πού αντί ν’ αποκτά σιγά-σιγά το χειρισμό της λογικότητας, βρίσκεται εκτεθειμένη στην αντεπίθεση σκοτεινών, ανεξέλεγκτων δυνάμεων.
Η ιεροποίηση της δυνάμεως
     Άς δούμε κατ’ αρχήν αυτό το φαινόμενο της ιεροποιήσεως στον τομέα της εξουσίας. Ένας από τους «νέους φιλοσόφους» ο Bernard-Henry Levy στο βιβλίο του «Η βαρβαρότητα με ανθρώπινο πρόσωπο», αφοσιώνεται στην απομυθοποίηση της εξουσίας(ακριβώς όπως ο Glucksman αφοσιώνεται στην απομυθοποίηση των ενεργών ιδεολογιών). Οι «νέοι φιλόσοφοι», φλογεροί θιασώτες του μαρξισμού το 1968, έκαναν μια προσεκτική ανάγνωση του βιβλίου «Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ» του Αλεξάνδρου Σολζενίτσιν που τους συντάραξε αποκαλύπτοντάς τους την τραγωδία του συγκεντρωτικού κόσμου στη Σοβιετική Ένωση-για τον οποίο η Δύση αρχίζει να έχει συναίσθηση- και που τους ανάγκασε να κάψουν αυτό που είχαν λατρέψει. Αλλά δεν έχουν καθόλου ιδεολογία αλλαγής, και εκτός από μερικούς Χριστιανούς, που βρίσκονται ανάμεσά τους, των οποίων ο πατριάρχης είναι ο Maurice Clavel, ο κίνδυνς είναι μη τυχόν και καταποντιστούν, σ’ έναν μηδενισμό απελπισίας. Ο Bernard-Henry Levy λέει πολύ σωστά ότι «το ολοκληρωτικό καθεστώς δεν είναι το κράτος χωρίς θρησκεία, είναι η θρησκεία του κράτους» η ειδωλολατρία, όχι ο αθεϊσμός. Στις χώρες που ο Θεός έχει επίσημα εκδιωχθεί, πού η λατρεία, πού πρέπει να του απονέμεται εμποδίζεται, κι ακόμα απαγορεύεται, το μοναδικό κόμμα θεωρείται προικισμένο με αλάθητο χαρακτήρα κι ακόμα υποστηριγμένο από επιχειρήματα επιστημονικής τάξεως, και ο αρχηγός του ή ο πρώτος γραμματέας είναι θεοποιημένος. Ο Χίτλερ οργάνωσε τυπικές, ολέθριες επιδείξεις στο στάδιο της Νυρεμβέργης, ο Στάλιν, ο Μάο Τσε-Τούνγκ, όπως οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες, έκαναν ώστε ν’ ανεβαίνει μέχρι σ’ αυτούς ο λιβανωτός μιάς λατρείας που απαιτείτο απ’ όλους τους πολίτες. Όταν η επίσημη ιδεολογία ισχυρίζεται ότι θα φέρει μιάν απάντηση συλλογική για όλα τα προβλήματα του ανθρώπου, δεν μπορεί ν’ ανεχθεί ειρηνικά, δίπλα της, την παρουσία μιας πίστεως, της οποίας οι ρίζες είναι αλλού. Αυτές οι καταδιώξεις έχουν πραγματικά ευνοήσει μια εκπληκτική αναγέννηση της θρησκευτικής ζωής στις χώρες της Ανατολής και ο Mgr Etchegaray, στην επιστροφή του από τη Σοβιετική Ένωση, συγκινημένος από τη ζέση της προσευχής μέσα στους ναούς, μιλούσε για ένα «ηφαίστειο χριστιανοσύνης». Στην Πολωνία, στη Ρουμανία, στη Ρωσία, τα σεμινάρια δεν έχουν κανένα πρόβλημα προσελκύσεως νέων υποψηφίων, υπάρχουν έξι έως οκτώ υποψήφιοι για μια θέση ανάλογα με την περίπτωση. Μερικοί θα μπορούσαν να βρουν δικαιολογία απ’ αυτά τα επιχειρήματα για να ευχηθούν να δούν να συγκεντρώνονται στις χώρες μας οι προϋποθέσεις ενός διωγμού, του μόνου ικανού να ξαναδώσει ζωτικότητα στην Εκκλησία. Αυτή η ιδέα πρέπει να έχει ριχθεί σαν πειρασμός. Το μαρτύριο δεν μπορεί να είναι παρά μόνον μια απάντηση σ’ ένα προσωπικό κάλεσμα. Και μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι η χριστιανοσύνη της Γαλλίας και της Ελλάδος έχει αρκετόν εσωτερικό πλούτο, που είναι ακόμα κρυμμένος, για να πραγματοποιήσει αυτή την αναγέννηση που όλοι μας επιθυμούμε.
Αγάπη, ερωτισμός
     Στην κρίση των ηθικών αξιών, θα ήθελα να πω μια λέξη για τον ερωτισμό. Η σύγχρονη λογοτεχνία και ο σύγχρονος κινηματογράφος έχουν αφθονία ερωτικών σκηνών. Ο ερωτισμός ταλαντεύεται ανάμεσα στην επιθυμία για το ιερό (βλέπε το έργο του Georges Bataille), και σε ένα γελοίο κενό, βαρετό, με τη μείωση της ερωτικής πράξεως σ’ ένα μονότονο μηχανισμό. Οι ηρωίδες της Francoise Sagan δεν δίνονται στον έρωτα, αλλά αφήνουν τον εαυτό τους να άγεται και να φέρεται μέσα στο νοθευμένο περιβάλλον της τεμπέλικης κοινωνίας στην οποία εξελίσσονται. Η ερωτική ακολασία μπορεί να θεωρηθεί σαν μια αντεπίθεση εναντίον του καρκινώματος της πουριτανικής ηθικής που απωθούσε τα ένστικτα χωρίς να έχει μάθει να τα εξουσιάζει. Το λιγότερο είναι, να απαγορευθεί η σεξουαλική ελευθερία, από το να καταγγελθεί η βεβήλωση της αγάπης και να κηρυχθεί η δύναμη της αιωνιότητάς της. «Σ’ αγαπώ-δεν θα πεθάνεις», έλεγε ο Gabriel Marcel. Αυτοί πού αφήνονται σε ερωτικές ακολασίες ξέρουν πολύ καλά τι ευτελή εικόνα δίνουν στον εαυτό τους. Το πρόσωπο του Δόν Ζουάν που πλημμυρίζει τη λογοτεχνία, είναι ένας δυστυχισμένος του έρωτα. Λιγώτερο πρέπει να φοβόμαστε τον ερωτισμό ή την πορνογραφία, όσο την πλήξη που κατακλύζει αυτούς τους νεαρούς μπλαζέ τους αηδιασμένους από τις εμπειρίες τους πού το ενδιαφέρον τους δεν μπορεί να ανανεωθεί. Ο Ρώσος συγγραφέας Gogol έβλεπε στην πλήξη το σημάδι του Σατανά (ο Bernanos θα ξαναπάρει αυτή την ιδέα στο μυθιστόρημά του Monsieur Ouine”), και έλεγε ο σατανάς, μια μέρα, θα φέρει ένα τεράστιο χασμουρητό ανίας, και σ’ αυτό το χασμουρητό θα περικλείσει ολόκληρο τον κόσμο.
     Σε ακραίες περιπτώσεις, ο ερωτισμός είναι μια γλώσσα της επιδερμίδας, γι΄ αυτούς που έχουν χάσει την ικανότητα ν’ ανταλλάσσουν λόγια, ή να επικοινωνούν με το πνεύμα. Η ερωτική παραγωγή μαρτυρεί για τη μοναξιά των ανθρώπινων όντων που είναι στερημένα από αγάπη, αυτή είναι το φανερό σημάδι μιάς κρίσεως της επικοινωνίας.
     Μέσα σ’ έναν κόσμο αφοσιωμένο στην αηδία, ο ερωτισμός μπορεί να είναι το τελευταίο καταφύγιο του ιερού. Στο βιβλίο του «Η αγάπη και η Δύση», ο D. de Rougemont έδειξε ο αρχετυπικός μύθος αγάπης είναι αυτός του Τριστάνου και της Ιζόλδης, τοποθετημένος έξω από τα πλαίσια μιάς φυσικής συζυγικής ζωής (η Ιζόλδη είναι η γυναίκα του βασιλιά Maec), σημαδεμένος από το πεπρωμένο, και κυριαρχημένος από μια κατάσταση καταστροφικής εξάρσεως πού δεν μπορεί να κάψει τους ερωτευμένους και να τους οδηγήσει στο θάνατο.
     Ο επαναστάτης, όταν μάχεται για τη δικαιοσύνη, και ο ερωτευμένος από την άποψη πού θα τον περιγράψω, είναι άνθρωποι πληγωμένοι, έχουν διαβλέψει ένα φως τελειότητας, και δεν έχουν παρά μια επιθυμία, να παραμείνουν στην ακτινοβολία της. Μας κάνει να σκεφτούμε τον απόστολο Πέτρο πού ήθελε να στήσει σκηνές πάνω στο Θαβώρ: «γιατί ήταν όμορφο να είναι κανείς εκεί», αρνούμενος να ξανακατεβεί στον γκρίζο κόσμο των ανθρώπων, στην καθημερινότητα, στον πόνο. Από τ’ άλλο μέρος μπορούμε να παρατηρήσουμε, ότι η λογοτεχνία δεν ενδιαφέρεται  για τίποτε άλλο παρά μόνον για το θάμπωμα της αγάπης ή τα δράματά της, και όχι για τη συζυγική ζωή όπως είναι. Δεν φανταζόμαστε την Ιζόλδη να ανατρέφει παιδιά. Τα παραμύθια τελειώνουν με το τυπικό: «Παντρεύτηκαν και έκαναν πολλά παιδιά», σαν να μην παρουσιάζει κανένα ενδιαφέρον αυτή η ζωή. Πράγμα ακατανόητο για τους νεόνυμφους που έχουν να χτίσουν τη ζωή τους για δυό, είναι να αναλάβουν τον ηρωϊσμό της καθημερινότητας, με δυό λόγια ένα καλό θέμα μυθιστορήματος πού σπάνια έχει θιγεί. Η λογοτεχνία σταματά στη ζωγραφική της ερωτικής μέθης, ή στις ακολασίες της. Το Ευαγγέλιο μας διδάσκει ότι η ανθρώπινη αγάπη, όταν ποτίζεται από την ανεξάντλητη πηγή της θείας αγάπης, δεν κάνει τίποτα άλλο από το να βαθαίνει με τη διάρκεια των χρόνων. Αυτή θα μπορούσε να είναι η έννοια των γάμων της Κανά, όπου το κρασί σερβιρισμένο στο τέλος του συμποσίου-στο τέλος της ζωής-είναι, αντίθετα από τις προυπάρχουσες ιδέες, καλύτερης ποιότητας απ’ αυτήν που προκάλεσε την αρχική μέθη. Σπάνιοι είναι οι συγγραφείς που τόλμησαν να ζωγραφίσουν τη συζυγική αγάπη. Ο Σολζενίτσιν το προσπάθησε, στο βιβλίο «Περίπτερο καρκινοπαθών», τοποθετώντας αυτό το ηλικιωμένο ζευγάρι με την σπάνια ευτυχία, τους Kadmine, που διασώθηκαν από τα στρατόπεδα συγκεντρώσεως και που ήξεραν να δημιουργήσουν την εικόνα μιας ειρηνικής ευτυχίας, σε μια μακρινή δημοκρατία της Ασίας.
     Εικόνα και μορφή του ανθρώπου
     Η σύγχρονη ανθρωπολογική κρίση είναι μυστικά δεμένη με μια κρίση της εικονογραφήσεως, με μια κρίση της παρουσιάσεως της θείας εικόνας του ανθρώπου. Η κατάπτωση της εικόνας στις ορθόδοξες χώρες, αρχίζει τον 18ον αιώνα, όταν αφέθηκε στις δυτικές επιδράσεις, που θέτουν υπό αμφισβήτηση τις οντολογικές αρχές του ανθρώπου.. Είναι ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε ότι στις μέρες μας, μερικές καθολικές Εκκλησίες, αφού απαλλάχθηκαν από τα αγάλματά τους και από τους πίνακές τους δανείζονται από τη βυζαντινή εικονογραφική τέχνη με μια απαίτηση και ένα γούστο που δεν το βρίσκουμε πάντα σε χώρες με ορθόδοξη παράδοση. Το ίδιο συμβαίνει στην Προτεσταντική κοινότητα της Taize. Αυτά τα δάνεια, βέβαια, δεν λύνουν ολόκληρο το πρόβλημα της ιερής τέχνης στην Δύση.
     Η εικόνα του Θεού στον άνθρωπο, θείος σπινθήρας, σκοτείνιασε αφού καλύφτηκε από την αμαρτία, και για να του δώσει τη λάμψη του, τη δημιουργική του ακτινοβολία, ο Χριστός πήρε την ανθρώπινη σάρκα. Ενσαρκωμένος μας αποκαλύπτει το πρόσωπο του Πατέρα («Όστις εμέ εώρακεν και τον Πατέρα μου εώρακεν») και μας αποκαλύπτει επίσης το αληθινό μας πρόσωπο. Ξέρουμε να κοιτάζουμε ν’ αποκρυπτογραφούμε την έκφραση του προσώπων, από αυτό το ανθρώπινο πλήθος με το οποίο ερχόμαστε σε επαφή μέσα στο δρόμο, στο μετρό και πάνω στο οποίο το βλέμμα μας γλυστρά χωρίς να σταματήσει αληθινά σε κανέναν; Ξέρουμε να επικαλούμαστε το όνομα του Χριστού, σ’ αυτούς που συναντούμε; Σ’ ένα ενδιαφέρον κείμενο του βιβλίου «Το Όν και το Μηδέν» ο Ζαν Πωλ Σάρτρ λέει πως το  βλέμμα του άλλου με πληγώνει, με βάζει σε αμφιβολία, με κάνει να χάνω την εσωτερική μου ελευθερία. Η επίκληση του ονόματος του Χριστού στο πρόσωπο του διπλανού  μας μπορεί να είναι ένας τρόπος να αναδείξω μια άλλη παρουσία, να μην του επιβάλλω το εγώ μου-πάντα επιρρεπές να κυριαρχεί, να είναι άπληστο, όπως παρατηρεί ο Ζαν Πωλ Σάρτρ-να εμπιστευθώ αυτή τη σχέση, έστω κι αν είναι πολύ σύντομη, στη θέληση του Κυρίου.
     Μπροστά σε μια εικόνα, τα βλέμματα ενώνονται, επικοινωνούν με το βλέμμα αυτού που εικονίζεται, βυθισμένος στη σκέψη ενός μυστηρίου που δίνει στο πρόσωπο τη σκεπτική του λαμπερή του συγκέντρωση. Η βαθειά παρατήρηση της εικόνας μπορεί να είναι η μαθητεία για την ποιότητα του βλέμματος που ρίχνω στον κόσμο και τους ανθρώπους. Αυτή η θεώρηση αναδεικνύει την παρουσία του Αγίου Πνεύματος, που μας αποκαλύπτει την εικόνα του Πατέρα και του Υιού, με παράδοξο τρόπο, αφού είναι το μόνο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος που δεν έχει αισθητό πρόσωπο. Θα υπενθυμίσω ότι ένας αγιογράφος αρχίζει  τη μαθητεία του από το μοτίβο της μεταμορφώσεως στο Όρος Θαβώρ, γιατί πρέπει να είναι ικανός να συλλάβει αυτόν τον παλμό του αδημιούργητου φωτός πρίν ζωγραφίσει μια οποιαδήποτε εικόνα.
      Θα ήταν ενδιαφέρον να μελετήσουμε πως οι μυθιστοριογράφοι, όπως ο Ντοστογιέφσκι, αντιμετωπίζουν τη μυθιστορηματική τους δημιουργία από μια άποψη εικονογραφική. Έτσι ο συγγραφέας των «Αδελφών Καραμάζωφ» π.χ. ζωγραφίζει το πρόσωπο ενός καλού γεράκου (ενός στάρετς) ειρηνικού και σταθερού, πού βρίσκεται στο μέσον τη μηχανορραφίας, πηγή φωτεινή σε σχέση μ’ αυτή που αναφέρεται, όπου κρίνεται η συμπεριφορά των ηρώων πού είναι κυριευμένοι από το σκοτεινό ανεμοστρόβιλο των παθών τους. Ακόμη θα αναφέρω μια παρατήρηση ενός ήρωα του Σολζενίτσιν στο βιβλίο «Ο πρώτος κύκλος» ένας ζωγράφος, ο Kondrachov, μόλις είχε τελειώσει έναν πίνακα πάνω στην αναζήτηση του Graal (μερικοί Ρώσοι θεολόγοι, πως ο P. Boulgakov,  θεωρούν ότι η αναζήτηση του Graal σημαίνει την αναζήτηση του Αγίου Πνεύματος) και εξηγεί σ’ έναν φίλο του ότι το ανθρώπινο ον «έχει κάτι με το οποίο μπορεί να μετρηθεί. Διότι έχει μέσα του μια εικόνα τελειότητας πού, σε σπάνιες στιγμές αναδύεται ξαφνικά μπροστά στο πνευματικό του βλέμμα». Αυτή η εικόνα τελειότητας, είναι το σημάδι του Δημιουργού μας, είναι νοσταλγία του απόλυτου, ενθύμηση ενθύμηση της παραδεισιακής μας καταγωγής. Είναι εκπληκτικό να ακούμε τέτοια λόγια από το στόμα ενός φυλακισμένου του Γκούλαγκ, που βυθίστηκε στο βάθος της ασχήμιας του συγκεντρωτικού κόσμου, όπου ο Σολζενίτσιν, ακολουθώντας τον Ντοστογιέφσκι, είχε αυτήν την αποκάλυψη ότι «η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο»…. Σελίδες 2-24.
     Εδώ σταματώ το κείμενο του πατρός Michel Evdokimov, καθότι οι ελάχιστες υπόλοιπες σελίδες που απομένουν έχουν καθαρό θεολογικό βάρος, όπως και αρκετά σημεία του κειμένου του.
Στόχος των δικών μου προθέσεων είναι, να γνωρίσω τις απόψεις που έχει για την σύγχρονη ευρωπαϊκή δυτική και ανατολική λογοτεχνία (την Ρώσικη, την περίοδο της Σοβιετικής Ένωσης), ένας ιερέας και μάλιστα, ένας μορφωμένος ιερέας που μαθήτευσε κοντά στα μοντέρνα λογοτεχνικά ρεύματα. Να γνωρίσουμε τα διαβάσματά του, τις θέσεις του για συγγραφείς και λογοτεχνικά κείμενα. Τους συνειρμούς που κάνει μεταξύ Πίστης και Λογοτεχνικής Αλήθειας, και τα Οντολογικά αδιέξοδα που κατά την γνώμη του, υπάρχουν στα Ευρωπαϊκά ρεύματα της Λογοτεχνίας. Πως τα ερμηνεύει και πως τα αντιμετωπίζει. Ποια είναι η στάση δηλαδή ενός συνειδητού πιστού χριστιανού απέναντι στα πολλαπλά αδιέξοδα των μοντέρνων ανθρώπων των σύγχρονων μεγαλουπόλεων, και που ο νέος μυθιστορηματικός λόγος, ο θεατρικός και ο φιλοσοφικός, αντανακλά, ή που διακρίνεται αυτό μέσα στην σύγχρονη λογοτεχνία, ή δεν διακρίνεται. Οι θέσεις του Μιχαήλ Ευδοκίμωφ είναι όπως είναι φυσικό-σαν ιερέας-προσανατολισμένες προς την ορθόδοξη χριστιανική οπτική και ερμηνεία του Κόσμου. Το βλέμμα του είναι στραμμένο προς την θεολογική οντολογία παρά θα σημειώναμε προς την λογοτεχνική. Θέλω να πω ότι οι αληθινοί συγγραφείς γνωρίζουν ότι οι ήρωες ή ο πρίμους ήρωας που κατασκευάζουν φέρει μέσα του την ατομική του οντολογία ζωής που είναι διαφορετική πολλές φορές από την οντολογία του συγγραφέα που τον ποίησε. Αυτή η οντολογία του Κόσμου που καθρεπτίζεται μέσα στους χαρακτήρες των λογοτεχνικών ηρώων, είναι διαφορετική από την θεολογική οντολογία, μια και τα κείμενα της εκκλησιαστικής παράδοσης και γραμματείας δεν εκφράζουν πέρα από την ιδιαιτερότητα του κάθε εκκλησιαστικού συγγραφέα την Οντολογία του Τρίτου Προσώπου της Αγίας Τριάδας που είναι ο Χριστός. Αν δηλαδή δεχόμαστε σαν κεντρικό Θεϊκό Ήρωα το Πρόσωπο του Χριστού, όλες οι μετέπειτα ερμηνείες και σχολιασμοί του αποκαλυπτικού βίου του, των παθών και της ανάστασής του σύμφωνα με την παράδοση των πιστών της Εκκλησίας και των αγίων μαθητών-επιγόνων του, δεν μεταφέρουν μέσα στην περιγραφόμενη εικόνα του χαρακτήρα τους παρά την Θεϊκή Οντολογία του Χριστού και του σχεδίου του ως Θεού. Τα εκκλησιαστικά κείμενα δεν εκφράζουν παρά την δική του αποκαλυπτική γνωστική αντανάκλαση των σχεδιαστικών επιθυμιών του για το ανθρώπινο γένος. Αντίθετα ο αυτονομημένος από την θρησκευτική παράδοση, Ήρωας της θύραθεν λογοτεχνίας του Κόσμου, φορά τόσα προσωπεία όσα και οι ερμηνείες των αναγνωστών του. Δεν έχει σταθερή οντολογική ματιά. Οι μεγάλοι ιστορικοί Ήρωες των παγκόσμιων Επών, (Οδυσσέας, Σπάρτακος, Ιππότες κλπ) δεν σημαίνουν πλέον τίποτα για τους σύγχρονους ανθρώπους της κοινωνίας μας. Το αλφάβητο του λίμπρο ντόρο των μεγάλων Ηρώων έχει μετακομίσει στην τέχνη του Κινηματογράφου, του μόνο αντίζηλου της λογοτεχνίας θύραθεν και εκκλησιαστικής. Η κοινωνική συνείδηση των σύγχρονων ανθρώπων δεν διαπλάθεται πλέον από τις μεγάλες μεταφυσικές δοξασίες των διαφόρων εκκλησιών, από τα διδάγματά τους και τις αξίες τους, τουλάχιστον όχι στον βαθμό που γινόταν παλαιότερα, και θα τις ήθελε ένας Τζιοβάνι Παπίνι. Τα μεγάλα ανθρώπινα πλάνα του συγγραφέα Ονόρε ντε Μπαλζάκ, μόνο με τα περιφερόμενα πλήθη ενός σκηνοθέτη όπως ο Φράνκο Τζεφιρέλι στην κινηματογραφική αναπαράσταση των παθών του Θεανθρώπου μπορούν στις μέρες μας να συγκριθούν και να συγκινήσουν τις μεγάλες μάζες. Αυτό το γνωρίζει εδώ και χρόνια ο Ευδοκίμωφ. Το αδιέξοδο των θρησκευτικών αξιών και οντολογικών αναφορών έχει μεταφερθεί και μέσα στον χώρο της λογοτεχνίας. Η ανθρώπινη επιθυμία για ζωή και τις απολαύσεις της, δεν θεμελιώνεται πλέον σε φόρμες ηθικών αξιών άλλων εποχών, ούτε ακολουθεί ηθικές πεπατημένες που μέχρι σήμερα γνωρίζαμε και συνηθίσει να δεχόμαστε για πολλούς και διάφορους λόγους. Η ιερότητα των ανθρώπινων στιγμών δεν έχει ως κέντρο βάρους της ούτε έναν κλασικό Ήρωα, ούτε έναν Θεϊκό Ιδεότυπο. Το λογοτεχνικό ήθος δεν διαμορφώνεται από πατροπαράδοτες αντιλήψεις και βιώματα ζωής, αλλά αυτονομημένο εκφράζει τα μεταμοντέρνα μετά ιστορικά και μεταφυσικά ρεύματα των σύγχρονων απρόσωπων και άξενων κοινωνιών. Ο λογοτεχνικός χώρος που κινούνται οι σύγχρονοι ήρωες δεν φέρει ούτε σαν ανάμνηση τον λογοτεχνικό χώρο των παλαιών κλασικών μυθιστορηματικών αριστουργημάτων. Η Οντολογία που εκφράζουν οι Ήρωες του αμερικανού συγγραφέα Στέφαν Κίνγκ πως μπορεί να προέρχονται από τον ίδια κολυμπήθρα που προέρχονται οι θρησκευτικοί ήρωες ενός Δάντη, ή ενός Παπαδιαμάντη. Η λειτουργία του σύγχρονου μυθιστορηματικού λόγου έχει την δική της χρονικότητα, τον ανεξάρτητο χώρο κινήσεώς της και φυσικά την παραγωγή των δικών της ειδώλων αναφοράς. Και δεν μπορεί νομίζω κανείς σύγχρονος αναγνώστης να ισχυριστεί ότι η τυπολογία του σύγχρονου λογοτεχνικού ήρωα ορίζεται από τους δεσμούς του με την κλασική παράδοση. Τα πρόσωπα δεν απολαμβάνουν την περιπέτεια των εμπειριών τους, αλλά τον εφιάλτη αυτών. Ο σύγχρονος αναγνώστης του εδώ και του τώρα, με ότι αυτό μπορεί να σημαίνει μέσα στην εξέλιξη των αναθεωρημένων σχέσεων, φέρει την ταυτότητα ισχυρότερων στοιχείων από οποιονδήποτε λογοτεχνικό ήρωα των παρελθόντων ετών. Το σύγχρονο ταξίδι της ζωής των ανθρώπων έχει διαφοροποιηθεί και από την παλιότερη θεολογική οντολογία του κόσμου και από την πλατωνική-κλασική του αρχαίου εθνικού συμβόλου. Ο άνθρωπος δεν αφηγείται πλέον την ατομική του ιστορία και τα πάθη, αλλά τα ζει, τα βιώνει σαν ντοκουμέντο της στιγμής, και αυτό το βιώνει ως μοναδική του αλήθεια. Όλα έχουν λεχθεί και από τον Θεό και από τον Άνθρωπο και από τους Προφήτες και από τους Λογοτέχνες. Τα κείμενα δεν είναι παρά ένα παλαιό παζλ αναφορών, που ανάλογα με την πίστη ή την ιδεολογία του καθενός αλλάζουν ή αναδιατάσσονται. Οι χρονικές προθεσμίες της ζωής του καθενός μας είναι που έχουν σημασία στους σύγχρονους καιρούς και όχι οι προαιώνιες ηθικές προσταγές των Εκκλησιών ή της Λογοτεχνικής αθανασίας. Η λογοτεχνία έφτασε στο τέλος της, όπως και η θεολογική μεταφυσική.
     Οι παλαιοί θρησκευτικοί μύθοι, οι εκκλησιαστικοί ιδεότυποι, οι λογοτεχνικοί ήρωες έχουν παραχωρήσει την θέση τους στον διάκοσμο του περιβάλλοντος μέσα στον οποίο κυοφορήθηκαν. Δηλαδή, ο σύγχρονος αναγνώστης και ο πιστός, κρατά τον φορμαλισμό της ψυχολογικής του βεβαιότητας ή απόλαυσης, αυτή που προέρχεται από το σύγχρονο φαίνεσθαι του ανθρώπου, παρά την εσώτερη οντολογία που τον διαμόρφωσε και τον εξέλιξε. Το δέντρο του Κόσμου μας έβγαλε καινούργιες ρίζες, πέταξε νέα κλαδιά, μπουμπούκιασε περιμένοντας τις δροσερές βροχές της σκέψης της τρίτης χιλιετίας, ενώ εμείς, αναζητούμε την ταύτιση με τον χαμένο Θεϊκό μας Ήρωα, ή μήπως όχι;
Τελικά τι θα μείνει από την παλαιά παράδοση του Κόσμου μας. Η αυθεντικότητα της Πίστης ή της Τέχνης;
Αν υπάρχει διαχωρισμός μεταξύ τους.
     Οφείλουμε να επισημάνουμε και κάτι ακόμα, οι αναφορές που κάνει ο πατήρ Μιχαήλ Ευδοκίμωφ, περπατούν κυρίως πάνω στις ράγες των γάλλων μοντέρνων θεωρητικών του νέου μυθιστορήματος στον ευρωπαϊκό χώρο, όπως είναι ο συγγραφέας ΑLain Robbe-Grillet και η μυθιστοριογράφος  Nathalie Saraute. Αν παραλληλίσει κανείς τις απόψεις των ανωτέρων, θα διακρίνει αμέσως τα κοινά τους σημεία και ίχνη. Στα ελληνικά, πρίν από αρκετές δεκαετίες ο εκδοτικός οίκος «κάλβος» κυκλοφόρησε τις νέες περί μυθιστορήματος απόψεις των γάλλων διανοητών. Δες: Alain Robbe-Grillet, ΣΤΙΓΜΙΟΤΥΠΑ και Nathalie Sarraute, ΤΡΟΠΙΣΜΟΙ, ΚΑΙ ΤΡΙΑ ΔΟΚΙΜΙΑ ΤΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ ΓΙΑ ΤΟ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ, μετάφραση Τατιάνας Τσαλίκη-Μηλιώνη, εκδόσεις Κάλβος 1970. Οι απόψεις των νέων γάλλων δημιουργών είναι αυτές που υιοθετεί και ο Ευδοκίμωφ και τις προσαρμόζει στο χριστιανικό πλαίσιο οντολογίας και ανθρωπολογικού σχεδιασμού. Για τα σύγχρονα αδιέξοδα του λογοτεχνικού λόγου, θα ήθελα ενδεικτικά να καταθέσω μία ακόμα πληροφορία. Την μικρή μελέτη των Christine Glucksmann and Claude Prevost, ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΚΑΙ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ, μετάφραση Νίκος Κολοβός-Ντόρα Παπανικολάου, εκδόσεις «Πύλη» 1977. Για να σταθώ σε δύο ενδεικτικές ξένες μικρές μελέτες που μας δείχνουν τα νέα ερωτήματα που έθεσαν στα μέσα του προηγούμενου αιώνα οι γάλλοι συγγραφείς, για τον νέο ρόλο της λογοτεχνίας στις ζωές των ανθρώπων.
     Αυτές τις παλαιές αναγνωστικές μου αναμνήσεις ξύπνησε η μικρή μελέτη του ιερέα Michel Evdokimov, και του 32 σελίδων κειμένου του «Η αναζήτηση του Θεού στη σύγχρονη σκέψη και λογοτεχνία» έκδοση «Ομάδας προβληματισμού μαθητών Λεοντείου Λυκείου Νέας Σμύρνης, Αθήνα 1983.
Εντέλει ψάχνοντας για τον Θεό στις σύγχρονες κοινωνίες των ανθρώπων, δηλαδή το χαμένο κέντρο της συνείδησής τους, ανακαλύπτουμε την λογοτεχνία.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς, 7 Οκτωβρίου 2017

ΥΓ. Κυκλοφόρησε πρόσφατα μια σημαντική και πρωτότυπη μελέτη του ομότιμου καθηγητή πανεπιστημίου, συγγραφέα, μεταφραστή, λαογράφου και ιστορικού της νεοελληνικής λογοτεχνίας, κυρίου Μιχάλη Γ. Μερακλή, ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΚΑΙ ΛΑΪΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ, (TRAGEDY AND FOLK CULTURE IN ANCIENT ATHENS) εκδόσεις Κ. & Μ. ΑΝΤ. ΣΤΑΜΟΥΛΗ- Θεσσαλονίκη 2017, σελίδες 384. Το μελέτημα αυτό του καθηγητή κύριου Μιχάλη Γ. Μερακλή, που είναι αφιερωμένο σε δύο άλλους πανεπιστημιακούς δασκάλους, τον Βάλτερ Πούχνερ και τον Παναγιώτη Δ. Μαστροδημήτρη, δεν είναι μόνο πρωτότυπο αλλά και προκλητικά ενδιαφέρον αφού εξετάζει μάλλον για πρώτη φορά και αναδεικνύει, τα λαογραφικά στοιχεία, τις δοξασίες και τα έθιμα του αρχαίου ελληνικού κόσμου της Αθήνας, μέσα στο έργο των αρχαίων τραγικών, Αισχύλου, Σοφοκλή, Ευριπίδη. Διερευνά τα λαϊκά στοιχεία της κοινωνίας των ανθρώπων, και πως αυτά σπονδυλώνουν το έργο των τριών τραγικών, προσφέροντάς τους-από την διαχείρισή τους-αυτήν την κλασική ποιητική ατμόσφαιρα.
Το έργο είναι χρήσιμο για σπουδαστές και καθηγητές Θεατρικών Σχολών και σχημάτων που ενδιαφέρονται ουσιαστικά για τα θέματα της αρχαίας τραγωδίας, εκπαιδευτικούς και ανθρώπους του πνεύματος που ερευνούν την ελληνική λαϊκή μας παράδοση και πολιτισμό. Ερευνητές που αναζητούν τα κομβικά λαϊκά πολιτιστικά εκείνα δεδομένα, που συγκροτούν την ελληνική μας ταυτότητα.
Αντιγράφω από το οπισθόφυλλο του βιβλίου, έως ότου περατώσω την ανάγνωσή του και αναφερθώ διεξοδικότερα.
«Κύριος στόχος του βιβλίου μου είναι να κάνει γνωστό το αρχαίο δράμα (τους τρείς ποιητές: Αισχύλο, Σοφοκλή, Ευριπίδη) σ’ ένα κατά το δυνατόν ευρύτερο κοινό αναγνωστών και να δείξω πόσα οφείλουν οι μεγάλοι αυτοί ποιητές στο σύγχρονό τους λαϊκό πολιτισμό. Η ανάδειξη του πόσο πολλά άντλησε-σχεδόν όλα, εκτός από την ίδια την ιδιοφυϊα των ποιητών-το αρχαίο δράμα από το λαϊκό πολιτισμό και του πως οι τρείς τραγικοί τα μεταχειρίστηκαν και επεξεργάστηκαν, και συχνά τα προεξέτειναν, ποιητικά και στοχαστικά-φιλοσοφικά.
     Για τους μύθους ο Νικόλαος Πολίτης έχει γράψει, ότι είναι «απλούστατοι, την έννοιάν των εν εαυτοίς περιέχοντες, μόνον δ’ όταν αυτή λησμονηθή, προστίθεται ετέρα, αλλοτρία του καθ’ αυτό μύθου, απορρέουσα εκ των δοξασιών και των μύθων του επαναλαμβάνοντος τούτον λαού».
     Οι δοξασίες και τα ήθη συνιστούν, ακριβώς, την καθημερινότητα, η οποία έχει τη δική της διάρκεια. Αυτό γίνεται φανερό και από την επισήμανση στην τραγωδία δοξασιών, ηθών που συναντώνται στα λαϊκά στρώματα και στους νεότερους χρόνους, χωρίς να με απασχολεί εν προκειμένω το ζήτημα της συνέχειας, πρόθεσή μου είναι μόνο, να πιστοποιηθεί μ’ αυτόν τον τρόπο η λαϊκή προέλευση τέτοιων στοιχείων.
     Η εργασία μου κατ’ ουσίαν εκκινεί από το σημείο αυτό και πέρα, όπου παρακολουθώ την προσωπική μέθεξη και την ποιητική διαμόρφωση του υλικού που οι τρείς Τραγικοί παραλαμβάνουν.
     Εντόπισα λοιπόν, αφενός τα στοιχεία, με τα οποία σύνθεσαν οι τρείς ποιητές τις τραγωδίες και τα δράματά τους και, αφετέρου προσπάθησα να δείξω, με τα ίδια τα πράγματα, τον τρόπο με τον οποίο τα χρησιμοποίησαν και τα διαμόρφωσαν, ώστε να αναχθεί η ίδια η ζωή σ’ ένα άλλο, υψηλότερο επίπεδο ποίησης».