Σάββατο, 17 Φεβρουαρίου 2018

Κείμενα του Γιώργου Σεφέρη για τον Κινηματογράφο


Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ 
ΚΑΙ Ο ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

     Μεταφέροντας τις απόψεις του νομπελίστα μας ποιητή Οδυσσέα Ελύτη για την ποίηση στον κινηματογράφο και ειδικότερα για τον ονειρικό κόσμο των κινουμένων σχεδίων του Γουώλτ Ντίσνεϊ, ξαναδιάβασα παράλληλα και τις σκέψεις του πρώτου νομπελίστα μας ποιητή Γιώργου Σεφέρη, έτσι όπως αυτές καταγράφονται σε κείμενά του και βρίσκονται στον Τρίτο τόμο των δοκιμών του, βλέπε ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ ΔΟΚΙΜΕΣ, Παραλειπόμενα (1932-1971) τόμος τρίτος, εκδόσεις Ίκαρος 1992, σε φιλολογική επιμέλεια του κυρίου Δημήτρη Δασκαλόπουλου, τυπογραφική επιμέλεια και σύνταξη ευρετηρίου της κυρίας Κωστούλας Σκλαβενίτη και σχέδιο εξωφύλλου του εικαστικού Γιάννη Μόραλη. Επιπλέον, έχω υπόψη μου και την αυτόνομη έκδοση Γιώργος Σεφέρης Η ποίηση στον κινηματογράφο, Παρουσίαση Δημήτρης Δασκαλόπουλος, εκδόσεις Διάττων Αθήνα 1986, σελίδες 28 δραχμές 200 και το αφιερωματικό τεύχος του παλαιού λογοτεχνικού περιοδικού Διαβάζω τεύχος 142/23-4-1986, δραχμές 350 όπου περιλαμβάνεται το κείμενο του ποιητή που παρουσίασε πρώτος ο κύριος Δημήτρης Δασκαλόπουλος. Ας πάρουμε τα πράγματα με την χρονολογική τους σειρά.
     Ο Τρίτος τόμος των ΔΟΚΙΜΩΝ με τον συμπληρωματικό τίτλο Παραλειπόμενα (1932-1971) που συμπληρώνει το corpus των μελετών και δοκιμιακών σχολιασμών, θέσεων και κρίσεων για καλλιτεχνικά και θεωρητικά θέματα του ποιητή, εκδόθηκε αρκετές δεκαετίες μεταγενέστερα (1992) από την χρονιά (1944)-μισό αιώνα σχεδόν-όταν στο Κάιρο της Αιγύπτου είδαν το φως της δημοσιότητας για πρώτη φορά.  Επανεκδόθηκαν το (1962) από τις εκδόσεις του Γεωργίου Φέξη, τέσσερα χρόνια αργότερα (1966) από τις εκδόσεις Γαλαξίας, έως ότου ο εκδοτικός οίκος Ίκαρος προβεί στην Τρίτη έκδοσή τους το 1974-και σε μεταγενέστερες επανεκδόσεις, σε δύο δεμένους καλαίσθητους τόμους, όπου έγιναν γνωστοί και μελετήθηκαν από το αναγνωστικό κοινό και τους ερευνητές της ελληνικής γραμματείας στα νεότερα μετά την μεταπολίτευση του 1974 χρόνια. Οφείλουμε να επισημάνουμε ότι οι νεότερες γενιές των ελλήνων αναγνωστών και θιασωτών του ποιητικού λόγου, αγάπησε τον δοκιμιακό λόγο του Γιώργου Σεφέρη παράλληλα με την ποίησή του. Τα κείμενα των ΔΟΚΙΜΩΝ διαβάζονταν και σχολιάζονταν σιμά με τις δοκιμιακές μελέτες του Κωστή Παλαμά.
     Από τον ποιητή Γιώργο Σεφέρη μάθαμε τι σημαίνει ακριβή διατύπωση στον γραπτό λόγο, τι σημαίνει σαφήνεια στην έκφραση, τι σημαίνει καθαρό ύφος, τι σημαίνει λιτότητα στην ποιητική αφήγηση, τι αναλογική εικονοποιία, πως χρησιμοποιείται η καθημερινή γλώσσα των απλών ανώνυμων ανθρώπων στον γραπτό λόγο, μας δίδαξε έναν τρόπο να διαβάζουμε κείμενα της ελληνικής παιδείας, μας μίλησε για γνωστούς μας ποιητές και το έργο τους. Ανεξάρτητα από το αν υιοθετήσαμε εμείς οι αναγνώστες του και σε πιο βαθμό, και τις διδαχές του. Το βέβαιο είναι, ότι ο δοκιμιακός του λόγος μας δίδαξε έναν τρόπο να γράφουμε, να διαβάζουμε τα κείμενα, να χρησιμοποιούμε την γλώσσα, να ερμηνεύουμε την πολιτιστική μας παράδοση. Επιπροσθέτως πρέπει να τονίσουμε ότι ο δοκιμιακός του λόγος παράλληλα με τα πολύτομα ημερολόγια του, και εν μέρει και την πολύτομη επίσης αλληλογραφία του (που μας φανερώνει ότι ο ποιητής και διπλωμάτης Γιώργος Σεφέρης δεν ήταν και τόσο ολιγογράφος όσο θέλαμε να νομίζουμε), ο πρώτος νομπελίστας μας ποιητής μας δίδαξε με το προσωπικό του ήθος την πολιτική του στάση, την αμέριστη αγάπη για αυτήν την πανάρχαια βασανισμένη χώρα, τον σεβασμό στην μακραίωνη παράδοσή της, την συνέχεια του ελληνικού πολιτισμού που εμφανίζεται από τα προομηρικά χρόνια,-τα πελασγικά- περνά μέσα από το διαχρονικό μεγαλείο της κλασικής εποχής και γραμματείας, συνεχίζεται την περίοδο της πολυστρωματικής φυλετικά αυτοκρατορίας του χριστιανικού βυζαντίου και της ορθοδοξίας και φτάνει μέχρι των ημερών μας, όπου η ελλάδα έγινε ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος με όλες του τις βαλκάνιες παθογένειες και τα κατάλοιπα της τεσσάρων περίπου αιώνων οθωμανικής κατοχής. Ο Γιώργος Σεφέρης πρόσφυγας μικρασιάτης ο ίδιος και η οικογένειά του, από τα μέρη της Ιωνίας, βίωσε τον πόνο της προσφυγιάς και ξενιτειάς και αυτό ίσως να μην το ξεπέρασε ποτέ. Όμως δεν κράτησε μια μοιρολατρική στάση στον κατοπινό βίο του, αλλά το στοιχείο αυτό της προσωπικής του και οικογενειακής περιπέτειας έγινε αφορμή για να αγαπήσει σε βάθος και ενδιαφερθεί ακόμα περισσότερο για τα ουσιώδη και καίρια ζητήματα του ελληνικού πολιτισμού. Οι ρίζες του ποιητή αρδεύουν τους χυμούς τους από την ιστορία την παράδοση και τις πανάρχαιες αξίες ζωής του έλληνα ανθρώπου. Η γλώσσα του, τα ήθη και τα έθιμά του, οι μητρικές του αξιακές αναφορές, το καθημερινό ήθος των ανθρώπων είτε της υπαίθρου είτε των νησιωτικών περιοχών, η κοινή αισθητική των ελλήνων, ο τρόπος που βλέπουν την φύση την ερμηνεύουν και την βιώνουν, οι πολιτισμικοί ή θρησκευτικοί θρύλοι που έπλασε και καλλιέργησε για αυτήν, για την πετρώδη αρμυρή εστία του, αυτό το ηλιόλουστο βραχώδες, στεγνό και άνυδρο ελληνικό τοπίο, διαπερνά και είναι παρόν μέσα στην ποίησή του και στον δοκιμιακό λόγο του. Ένα άγγιγμα ύμνου όπως το συναντάμε στα δημοτικά μας τραγούδια που εξυμνούν την ελληνική φύση και τις παγανιστικές μυστικές ομορφιές της.
     Ο Γιώργος Σεφέρης ζει σε μια εποχή που η Ελλάδα αγωνίζεται να στερεώσει τα γεωγραφικά της σύνορα μαζί και την ταυτότητά της, να κρατηθεί ισότιμα δίπλα στις άλλες ευρωπαϊκές ανεπτυγμένες σύγχρονες χώρες μετά την λαίλαπα των δύο παγκόσμιων πολέμων και τις άλλες τοπικές συρράξεις και να αποκτήσει τα γεωγραφικά όρια που δικαιούται και τις αναλογούν από την ιστορία της, χωρίς να αλλοιωθεί ή να χαθεί το πρόσωπο της που εξακολουθεί να στρέφεται προς την ανατολή. Κατανοεί τον πολιτισμικό μας αυτό διχασμό,-σαν γνήσιος μικρασιάτης-το διπλό πρόσωπο του Έλληνα Ιανού που έχει η χώρα του, και με αγωνία και προσωπικό της ζωής αγώνα και μέσω της τέχνης του, αναζητά σύγχρονες λύσεις να τον ερμηνεύσει και να του δώσει διέξοδο. Ο Γιώργος Σεφέρης, δεν κουβαλά μόνο τα πολιτισμικά και ιστορικά ριζώματα της μικρασιατικής γης από όπου η ελληνική φυλή ξεριζώθηκε βίαια από μέρη που γεννήθηκε  και ανδρώθηκε η αρχαία ελληνική σκέψη και επιστήμη, της φιλοσοφίας, από εδάφη που γονιμοποιούσαν τις ψυχές και τις συνειδήσεις των κατοίκων της γης της Ιωνίας αιώνες, τον καθημερινό βίο των ανθρώπων που γνώριζαν εμπειρικά μέσω των παραδόσεών τους, των βιωμένων ηθών και των εθίμων τους των θρησκευτικών ορθόδοξων δοξασιών τους και ελπίδων τους, την μητρική τους γλώσσα, που ανήκουν ιστορικά και πιο είναι το βάρος της ευθύνης που κουβαλούσαν στους ώμους τους. Ένα βάρος ευθύνης που δεν προέρχεται από τα γραφεία αστών χαρτογιακάδων, ούτε από σπουδαστήρια εύπορων συγγραφέων, αλλά από μια καθημερινή απτή πραγματικότητα. Είναι αυτή η καταπληκτική αφή του απλού ανθρώπου που αγγίζει τα χαλάσματα της ιστορίας του και τα ερείπια του πολιτισμού του και αναζωογονεί το παρόν σχεδιάζοντας το μέλλον του. Αφή και ψαύσεις βλέμματος και απλών χειρονομιών του ελληνικού πολιτισμού και της ιστορίας είναι η παρακαταθήκη του ποιητή. Το γεύσασθε και είδετε ότι ερειπωμένος αλλά χρηστός ο κόσμος των ελλήνων, μας διαλαλεί. Ο ποιητής Γιώργος Σεφέρης, δεν κλαίει χωρίς λόγο πάνω σε ρημαγμένα και λησμονημένα ερείπια, κατεστραμμένες μαρμάρινες κολώνες, χορταριασμένους τόπους χωρίς φως και άδειες στέρνες, ο λυγμός του βουβός ή φανερός εκφράζει τον βαθύτερο λυγμό της σύγχρονής του ιστορικής Ρωμιοσύνης έτσι όπως την αποτύπωσε μέσα στα μυθιστορήματά του ο κυρ Φώτης Κόντογλου. Μια Ρωμιοσύνη που κακιά σκουριά δεν πιάνει που λέει ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος, που αγωνίζεται αιώνες τώρα να σταθεί στα πόδια της καθώς δυνάμεις πολιτικές, διπλωματικές, οικονομικές, στρατιωτικές προσπαθούν να τσακίσουν το φρόνημά της και να την διαμελίσουν. Η ιδιότητα του πολιτικού διπλωμάτη του προσφέρει την ευκαιρία να γνωρίσει άμεσα και από πρώτο σχεδόν χέρι τα διάφορα πολιτικά και στρατιωτικά παιχνίδια που εξυφαίνονται εις βάρος της χώρας του αλλά και την ευτελή πολιτική συμπεριφορά ελλήνων πολιτικών και άλλων κρατικών παραγόντων, να γνωρίσει ιδίοις όμμασι την παθογένεια του πολιτικού μας συστήματος και τον εκμαυλισμό των συνειδήσεων. Βλέπει τους έλληνες να απεμπολούν τις πανάρχαιες παραδόσεις που πάνω τους στήριξαν τον βίο τους αυτοί και οι οικογένειές τους και θλίβεται βαθύτατα. Τους βλέπει να χάνουν τις αξιακές σταθερές της ζωής τους και πικραίνεται. Βλέπει σαν «εξόριστος ποιητής» οι συγκαιρινοί του έλληνες να χάνουν το ήθος τους και νιώθει ανίσχυρος να το αποτρέψει. Την ίδια όμως στιγμή βλέπει να κηδεύουν με τον πανάρχαιο τελετουργικό τρόπο το σώμα του νεκρού Χριστού όπως οι πρόγονοί του κήδευαν το νεκρό σώμα του Άδωνη. Αναγνωρίζει ελληνικές λέξεις που τις μιλούν οι σύγχρονοί συμπατριώτες του όπως τις μιλούσαν οι έλληνες την εποχή του Ομήρου και οι Αθηναίοι την εποχή του Αισχύλου. Ακούει λεκτικά φωνήματα, της ελληνικής γλώσσας μυστικές μελωδίες και μουσικές εξαίσιες όπως θάλασσα, ουρανός, γη, άδης, έλεος, θεός, δικαιοσύνη, έρωτας, ποίηση, ζωή, θάνατος, χορός, τέχνη, άνθρωπος, άντρας, γυναίκα, παιδί, άστυ, εκκλησία, δείπνος, εστία, φόβος, μετάνοια, κάθαρση, έπαρση, επιστήμη, φιλοσοφία, κέρδος, εμπόριο, ναός, ιχθύς, άρτος, τροφός, γαία, λάρνακα, κοιμητήριο, ήλιος, μυστήριο, και άλλα μυριάδες γλωσσικά διαμαντάκια που γέννησε, έπλασε και εξέλιξε η ελληνική φάρα μέσα στην ιστορική της διαδρομή, λέξεις που τροφοδοτούν ακόμα το σεντούκι του ανώνυμου έλληνα και ελληνίδας μάνας και οικογένειας και χρησιμοποιούν οι έλληνες στην καθημερινή τους χρήση. Νοιώθει τα διαχρονικά πάθη και λάθη της ελληνικής φυλής, αυτά διαχρονικά στίγματα που δηλώνουν την συνέχειά της μέσα στους αιώνες σιμά με τις αρετές της και τα ανδραγαθήματά της. Μια φυλή υπεροπτική αλλά αριστοκράτισσα. Μια χώρα ψωροκώσταινα και μαντάμ σουσού μαζί, που δεν έχασε όμως την ταυτότητά της παρά τις σκοτεινές ιστορικές της περιόδους που την βασάνισαν. Όμως ο Γιώργος Σεφέρης, δεν έμεινε περίκλειστος μέσα μόνο στην δική του της χώρας του παράδοση, οι πολύπλευρες γνώσεις του, η κατοχή ξένων γλωσσών, τα ταξίδια του σαν διπλωμάτης, οι σπουδές του, οι ανοιχτές του άφοβες συνομιλίες με τα ξένα βλέμματα, το έδωσαν μια στέρεα επάρκεια του δυτικού πολιτισμού και της κατανόησης του και τις σκέψης του, αλλά και άνοιξε μια γονιμοποιό συνομιλία με τα ρεύματά του. Αυτά που είναι η γηγενή παράδοση του δυτικού ανθρώπου. Όπως παλαιότερα ο ποιητής Κωστής Παλαμάς, στους νεότερους χρόνους ο ποιητής Οδυσσέας Ελύτης, έτσι και επί των ημερών του ο Γιώργος Σεφέρης αυτός ο εθνικός της ελλάδας δημιουργός μεταφέροντας την μακραίωνη παράδοση και ιστορία του τόπου του, συνδιαλέχτηκε ισότιμα, αληθινά, ουσιαστικά, χωρίς καλλιτεχνικά ψευτίδια, χωρίς εθνικιστικούς καιροσκοπικούς κομπασμούς με τα πολιτιστικά ρεύματα της δυτικής τέχνης και ιδιαίτερα αυτά της ποίησης. Η ανατολίτικη πονεμένη πλευρά της ψυχής του καρπώθηκε την ορθολογιστική πλευρά της σκέψης του δυτικού ανθρώπου. Η ποιητική του αίσθηση τον βοήθησε να ξεχωρίσει το πολιτιστικά καίριο από το επίπλαστο, η επαφή του με καθημερινούς απλούς έλληνες του έδωσε τα εχέγγυα να διακρίνει το ουσιαστικά αληθινό από το κάλπικο. Υπήρξε ένας ορισμένες φορές, απαισιόδοξος αριστοκράτης έλληνας. Αλλά την αριστοκρατικότητα της ματιάς του δεν την έχασε ποτέ, ούτε την χρησιμοποίησε για να υπερισχύσει έναντι των δυτικών συνομιλητών του τουναντίον την ανέδειξε σαν αρετή και κληρονομιά της ελληνικής φυλής μέσα στην ιστορία. Το βλέμμα του έμεινε καθαρό ακόμα και αν τα μάτια του ήσαν δακρυσμένα αντικρίζοντας την σύγχρονη κατάντια της ελληνικής φυλής. Τα απανωτά λάθη των ελλήνων που οδήγησαν σε εθνικές τραγωδίες. Έλληνας πατριώτης και ευρωπαίος, ποιητής και πολιτικός οραματιστής, πρακτικός και ονειροπόλος, πάλευε τόσο με τις ευρωπαϊκές ερινύες που επιβουλεύονταν την κυριαρχία της ελληνικής ράτσας όσο και με τις εσωτερικές της ελληνικής φυλής ερινύες που αντιμάχονταν τις υγιείς δυνάμεις του ελληνισμού. Η απαισιόδοξη ματιά του φέρει ψήγματα από τον ποιητή Κώστα Καρυωτάκη και τις θέσεις του. Υπάρχει ένας υποδόριος Καρυωτακισμός στο έργο του, μια σκοτεινή αίσθηση της πραγματικότητας όχι μόνο σε ατομικό επίπεδο αλλά σε εθνικό. Η αισιοδοξία του πάλι, μεταφέρει αγωνιστικά κλέη των αγωνιστών του 1821, και μάλιστα έτσι όπως αντιλαμβάνεται τον περί του έθνους αγώνα και συνέχεια της φυλής ένας Μακρυγιάννης. Το ποιητικό του σύμπαν σκέπει ορισμένες φορές ο Σολωμικός ιδεαλισμός, που δεν ξεστρατίζει όμως από την σύγχρονή του πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα. Το καθαρό φώς των κορυφογραμμών της ελληνικής γης που αντικρίζουμε μέσα στο έργο του, φέρει στοιχεία από την αισθητική φιλοσοφία του Περικλή Γιαννόπουλου-χωρίς την κακοτράχαλη γλώσσα εκείνου, και άλλες νοηματικές πομπώδεις εκφράσεις. Στα μοναστήρια της Καππαδοκίας που ταξιδεύει αναγνωρίζουμε την ορθόδοξη πλευρά του εαυτού του και του γένους του. Ο Αλεξανδρινός ποιητής Κωνσταντίνος Καβάφης του πρόσφερε την σαφήνεια στην αποτύπωση της ιστορικής προβληματικής του, την καθαρότητα της ερμηνείας της ιστορικής του ματιάς, τον απελευθέρωσε ίσως, στο να εκφράσει τον ερωτικό του πόθο στα γυναικεία πρόσωπα, σύμβολα της Σεφερικής ποίησης, σε αυτόν τον ερωτικό αντρικό λυρισμό που αντιμετωπίζει την αιώνια Ελένη, που ακόμα και σαν άδειο πουκάμισο χαράσσει την ιστορία των ελλήνων. Το επικό και το τραγικό στοιχείο στον ποιητικό του λόγο το αρδεύει από τους αρχαίους τραγικούς και ιδιαίτερα τον Αισχύλο. Ο Αισχύλος του δανείζει το στίγμα ζωής και αναπόφευκτης μοίρας μέσα στην ιστορία του έθνους. Μια μοίρα μακραίωνη και δίβουλη, ερεβώδης και λάμπουσα ταυτόχρονα, που γεννά αυταπάτες δημιουργίας και επών. Τραγικού μεγαλείου και κατακόμβες θυμάτων. Ατομική του καθενός μας και παγκόσμια. Ο Αισχύλος του δίνει τα κλειδιά να ξεκλειδώσει την θύρα του ελληνικού πλατωνικού σπηλαίου της ιστορίας και να βγει στο ξέφωτο του νέου ελληνισμού συναντώντας και συνομιλώντας με τον Ερωτόκριτο. Όπως ο παππούς του Νίκου Καζαντζάκη ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος ο Κρης, του εξιστορεί το παραμύθι των προγόνων του και την συνέχειά του, δείχνοντάς του τον δρόμο.
     Ο άγγλος ποιητής Τόμας Στέρν Έλιοτ, που το έργο του ο Γιώργος Σεφέρης αγάπησε και μετέφρασε στα ελληνικά, μπορεί να του στάθηκε σηματωρός στην τέχνη του, αλλά δεν θα μπορούσε να ανοίξει συνομιλία μαζί του αν δεν είχε προϋπάρξει η βαθειά κατοχή της δικής του ελληνικής παράδοσης. Με τα εφόδια της ελληνικής ατομικής του παράδοσης ο ποιητής Γιώργος Σεφέρης συνομίλησε αυθεντικά και ισότιμα με την πολιτιστική παράδοση του άγγλου ποιητή και δραματουργού, και αυτό φαίνεται και στα σχόλια που κάνει όσον αφορά την κινηματογραφική μεταφορά του έργου Φονικό στην Εκκλησιά του Τόμας Στέρν Έλιοτ, και στο κείμενό του «Η ποίηση στον κινηματογράφο».
     Ο Σεφέρης, δεν αρθρώνει μια ερμηνευτική του κινηματογράφου του καιρού του όπως ο άλλος μας ποιητής Οδυσσέας Ελύτης. Ο Σεφέρης μας μιλά για τον κινηματογράφο για να μας τονίσει την διαφορετική συμβολική της εικόνας από τον λόγο, τον ποιητικό ιδιαίτερα. Οι δύο αναφορές του σε συγκεκριμένους δημιουργούς-στον Τσάρλι Τσάπλιν και στον Γουώλτ Ντίσνεϊ-στους οποίους βασίστηκε και ο Οδυσσέας Ελύτης, και μας κάνει λόγο σε απάντησή του για τον κινηματογράφο, δεν είναι παρά η αφορμή για να μας τονίσει την διαφορά και τις φοβίες του σχετικά με την υπερίσχυση της εικόνας έναντι του λόγου. Γιαυτό μας μιλά και για την «οπτική επωδό» που χρησιμοποιεί ο κινηματογραφικός φακός και που «δεν ευχαριστεί το μάτι» όπως αναφέρει σε σχέση με την καλύτερη ευκαιρία, λεκτική και εκφραστική δυνατότητα που έχει ο ποιητικός λόγος να εκφράσει τα ανθρώπινα συναισθήματα. Το βάρος στον Σεφέρη πέφτει στον λόγο, αντίθετα στον Ελύτη υπάρχει μια κάποια «αποστασιοποίηση» και δίνει βαρύτητα τόσο στις τεχνικές όσο και στον φιλοσοφικό οραματισμό που χρησιμοποιεί στην εποχή του ο κινηματογράφος. Αν δεν λαθεύω, ο Οδυσσέας Ελύτης πατώντας πάνω στις υπερρεαλιστικές ράγες εκφράζει θέσεις που έχουν οι σύγχρονοί του σουρεαλιστές δημιουργοί και φυσικά ξεκαθαρίζοντας και τις δικές τους θέσεις. Αντίθετα στον Γιώργο Σεφέρη, πρυτανεύει ο λόγος, ο ποιητικός λόγος, οι γλωσσικοί κώδικες, τα λεκτικά σήματα που βαραίνουν στην εικονογράφηση του κόσμου μας. Λείπει η μνεία από τον Σεφέρη των Φρουδικών αρχών σχετικά με την ερμηνεία των ονείρων και της ψυχανάλυσης που ανακαλύπτουν εκείνη την περίοδο οι σουρεαλιστές. Οι κρίσεις του Σεφέρη είναι πιο τεχνικές, στηρίζονται σε ποιητικούς κανόνες και αρχές και λιγότερο σε συμβολισμούς που παράγει η εικόνα, ο φακός. Ο λόγος του Σεφέρη καθώς μας μιλά για τον Έλιοτ που διαβάζει στην ταινία ποιήματά του από τα Τέσσερα Κουαρτέτα μας φανερώνει ότι ο έλληνας ποιητής σχολιάζει το πάντρεμα αυτό με δόση «θρησκευτική» δηλαδή εκφράζει έναν αδιόρατο μυστικισμό που του εκπέμπει ο ποιητικός και μάλλον τελετουργικός λόγος του Έλιοτ στο συγκεκριμένο δραματικό έργο. Και φυσικά, η μετάφρασή του στα ελληνικά ίσως να είναι και η αιτία του ενδιαφέροντος του Σεφέρη για την ταινία και στο πως μεταφέρθηκε στο πανί και την συμμετοχή και συμβολή του ίδιου του νομπελίστα άγγλου ποιητή και δραματουργού. Ο Σεφέρης δεν ευτύχησε μια παρόμοια μεταφορά σε δικό του έργο ούτε ο Ελύτης. Και οι δύο μας νομπελίστες ποιητές στάθηκαν τυχεροί όσον αφορά την μελοποίηση των έργων τους από διάφορους έλληνες συνθέτες. Ο Ελύτης πάλι, οικοδομεί μια θεωρία περί της κινηματογραφικής τέχνης και του κόσμου της. Στηρίζεται μεν πάνω στα ίχνη του Σεφέρη αλλά εμπλουτίζει την ερμηνευτική του ματιά με προσωπικά του διαβάσματα και από μελέτες που αφορούν άλλες τέχνες όπως πχ. τον χώρο των εικαστικών τεχνών, το σύμπαν της μουσικής, αυτό του κινηματογράφου κλπ. Πιο ελληνοκεντρικός ο Γιώργος Σεφέρης και μάλλον περισσότερο θεματικά αρχαιόπρεπος, με μια διαφορετική αντίληψη του ρόλου της ιστορίας και της μοίρας των ανθρώπων. Περισσότερο λυρικός ο Οδυσσέας Ελύτης σαν μέλισσα τρυγά μελωδικές αισθήσεις και αφήνεται στον κυματισμό των ονείρων χωρίς να παραγνωρίζει την σύγχρονή του ιστορία και τα γεγονότα της. Αυτά στον Σεφέρη αποτυπώνονται μέσα στα ημερολόγιά του ενώ στον Ελύτη μέσα στα συνθετικά του ποιήματα. Αλλά και σε ένα από τα κατ’ εξοχήν «πολιτικά του» έργα που είναι η Μαρία Νεφέλη.
     Η Ιστορία και στους δύο ποιητές μας έπαιξε σημαντικό ρόλο μέσα στο έργο τους. Ο Ελύτης πιο γαλαντόμος πειραματίζεται και με άλλες τέχνες, ο Σεφέρης πιο σφιχτός αποφεύγει μονοπάτια που δεν του πάνε. Προτιμά σαν διπλωμάτης καριέρας τους ασφαλείς δρόμους της τέχνης. Είναι πιο επιφυλακτικός πιο μάλλον κρυψίνους και περισσότερο απαισιόδοξος. Το βάρος της Μικρασιατικής εξορίας του ιδίου και της χώρας του δεν το ξεπέρασε μάλλον ποτέ.
Αφοσιώθηκε καθαρά στον ποιητικό λόγο, αρνήθηκε να μπλεχτεί στα δίχτυα της οικογένειας, παρά τον γάμο του και ακολούθησε την προσωπική του μοίρα μέχρι τέλος. Ο Ελύτης πάλι, τρύγησε περισσότερα εύοσμα άνθη της ζωής και της τέχνης καθώς διακόνησε τον ελληνικό ποιητικό λόγο. Αντίθετα ο βασανιστικός βίος του Γιάννη Ρίτσου του στέρησε πράγματα που θα μπορούσε να πράξει. Υπάρχουν ποιητικές συλλογές του Γιάννη Ρίτσου που σαν ατμόσφαιρα συγγενεύουν με εκείνες του Γιώργου Σεφέρη, κατά την αναγνωστική μου επάρκεια. Ίσως γιατί και οι δύο προέρχονται από το ποιητικό περιβόλι του Κώστα Καρυωτάκη. Που εξακολούθησε και μετά την Πρέβεζα να ακούγεται ο αχός του πιστολιού του ποιητικού του λόγου.
     Οφείλουμε να ξαναδιαβάσουμε τον Δοκιμιακό λόγο του ποιητή Γιώργου Σεφέρη τώρα που οι πολιτικοί και κοινωνικοί καιροί είναι τόσο χαλεποί. Τώρα που οι νεοέλληνες έχουν τόσο διαφοροποιήσει την ατομική τους ταυτότητα και συνείδηση από εκείνη των πατεράδων τους.
Άραγε, έχει να τους πει κάτι ο λόγος των Ποιητών;

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς 17 Φεβρουαρίου 2018

Θα ήταν άστοχο αν έγραφα ότι ο Αυριανισμός δεν πέθανε αλλά εξακολουθεί να ποτίζει την ελληνική πολιτική και δημοσιογραφική σκηνή των ημερών μας;