Τετάρτη, 14 Φεβρουαρίου 2018

Η ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ ΚΑΙ Ο WALT DISNEY


Η ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ ΚΑΙ Ο WALT DISNEY
                        του Οδυσσέα Ελύτη

      Εκφράζοντας τις απόψεις ενός σύγχρονου κινηματογραφόφιλου για τον Ιβάν τον Τρομερό του ρώσου σκηνοθέτη Σεργκέι Αϊζενστάιν, (ανεξάρτητα από το βαθμό ή όχι ορθότητάς τους) ήρθε στο νου μου ένα θεωρητικό κείμενο του νομπελίστα μας ποιητή Οδυσσέα Ελύτη που είχα διαβάσει παλαιότερα στο παλαιό περιοδικό «ΝΕΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ» την περίοδο του μεσοπολέμου τχ.6-7/6.7,1938 λίγο πριν την λαίλαπα του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου και η χώρα μας και οι έλληνες εισέλθουν στην δίνη της καταστροφικής αυτής περιπέτειας που ταλάνισε την ευρωπαϊκή και όχι μόνο ήπειρο. Ένα κείμενο καθαρά θεωρητικό για την έβδομη τέχνη από έναν λυρικό και ευαίσθητο ποιητή, σε μια χρονική περίοδο που ο βουβός κινηματογράφος και τα ανεπανάληπτα αριστουργήματά του είχαν ήδη παραχωρήσει την θέση τους στον ομιλούντα. Ταινίες του βουβού και του ομιλούντος σινεμά που σημάδεψαν τις ψυχές, τις καρδιές και την φαντασία των ανθρώπων, φορτίζοντάς τα όνειρά τους με πρωτόγνωρες εμπειρίες αίσθησης και αισθητικής ικανοποίησης, καθώς ενεργοποιούσαν μέσα τους δυνάμεις ευφορίας και έξαρσης, μα και πάνω στα δρώμενα του λευκού πανιού με τις δεκάδες καθημερινές του ιστορίες και ανθρώπινες περιπέτειες που αφηγούνταν, δράματα και κομεντί, στρατιωτικά ανδραγαθήματα ή ατομικά ρομάντζα, μιούζικαλ ή ιστορικές και θρησκευτικές αναπλάσεις, πρότυπα ηρώων και χαρακτήρες ανδρών και γυναικών, οικογενειών, που παρουσιάζονται μέσα σε σκοτεινές αίθουσες ή θερινές με τις βουκαμβίλιες και το φως της πανσελήνου να δροσίζει τα πρόσωπά τους, οι ανώνυμοι άνθρωποι κάθε ηλικίας εθνότητας και φύλλου έβλεπαν ή ακουμπούσαν την ζωή τους, τα βάσανά τους, τις έγνοιες και τις ελπίδες τους χωρίς δισταγμό και φόβο. Περνούσαν δύο ώρες ονειρικής μαγείας. Οι υψηλού επιπέδου καλλιτεχνικής και τεχνικής ταινίες του Τσάρλι Τσάπλιν, του γνωστού μας Σαρλώ, του Μπάστερ Κίτον και άλλων δημιουργών της εποχής εκείνης δεν διαμόρφωναν μόνο συνειδήσεις εκείνα τα χρόνια αλλά και στις κατοπινές δεκαετίες μέχρι σχεδόν των ημερών μας, που μια αλόγιστη, άκριτη και άσκοπη βία ένας πληθωρικός βομβαρδισμός αλλόκοτων εφέ και σκληρών σκηνών, εικόνων ποταμών αίματος και ανθρώπινων δολοφονιών πλημμυρίζει τις οθόνες. Σενάρια γραμμένα για να δοξάσουν μόνο την βία, βασισμένα μόνο στην βία των μεγαλουπόλεων και τα αυτοσχέδια όπλα τους. Διαπραγμάτευση θεμάτων που αναδεικνύουν τον αντιήρωα ως σύγχρονο πρότυπο με το «κακό» ως οντολογικό φαινόμενο να κυριαρχεί ως η μοναδική λύση μέσα στις μοντέρνες κοινωνίες, με καινούργια αποστολή, που αποπροσανατολίζει τον θεατή από τον κεντρικό στόχο της ταινίας που είναι κυρίως, η γαλήνη της ψυχής, η καταπράυνση των ανθρώπινων σκοτεινών ενστίκτων, η μαγεία της φαντασίας των χρωμάτων, των εικόνων της περιπέτειας, της συνοδευτικής μουσικής το πέταγμα, η κοινωνικοποίηση των ανθρώπων μέσα από συγκεκριμένα ανθρωπιστικά πρότυπα συμπεριφοράς και χαρακτήρων.
Αν δούμε ιστορικά τις ταινίες του Τσάρλι Τσάπλιν στο σύνολό τους, αναγνωρίζουμε παρά τις καθημερινές αντιξοότητες του φτωχού ανθρωπάκου με το μαύρο καπέλο και το μπαστούνι, και το γαρύφαλλο στα χαμογελαστά του χείλη να εκπέμπουν μια φιλάνθρωπη διάθεση, μια ανθρώπινη καλοσύνη, μια απεικόνιση των θετικών πλευρών της ζωής πέρα από τις όποιες αντιξοότητες. Είναι σχεδόν πάντα χαμογελαστός. Ο μοναχικός αυτός ανθρωπάκος, ο πάντα πλάνης και άφραγκος, ο διαρκής ταξιδευτής μέσα στο όνειρο, είναι ίσως ο σύγχρονος Οδυσσέας με τις καινούργιες περιπέτειες και κατορθώματα. Βρίσκεται σ’ ένα συνεχές ταξίδι αναζήτηση της αλήθειας, της ανθρωπιάς,της δικαιοσύνης, του λαϊκού διπλανού μας ανώνυμου ήρωα, που μέσω του κωμικού στοιχείου οδηγεί στην ανθρώπινη αυτογνωσία. Βοηθά τους κατατρεγμένους, συμπαραστέκεται στους διωκόμενους, καθημερινοί ανώνυμοι άνθρωποι που ο φακός και ο σωματικός κινηματογράφος του Τσάπλιν, αναδεικνύεται μέσα από ψυχαγωγικά επεισόδια και ευτράπελες ιστορίες, διαβολιές που προκαλούν αυθόρμητο γέλιο να διατηρήσει την κοινωνική ηθική και ατομική ισορροπία μέσα σε ένα σύνολο ανθρώπων εχχθρικό. Ακόμα και στις πολιτικές του ταινίες, μέσα από το κωμικό του βλέμμα περνούσε τα μηνύματά του και μας έκανε κοινωνούς των αντιφασιστικών ή αντιρατσιστικών του θέσεων. Η θλιμμένη του διάθεση δεν προκαλούσε ποτέ αρνητικά συναισθήματα, κάπου μέσα στις συνειδήσεις των θεατών κουφόβραζε η ελπίδα, το γέλιο, η χαρά, η ανάταση της ίδιας της χαμοζωής. Την ίδια ανθρωπιστική διάθεση θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι είχαν και οι ταινίες του ζεύγους των ηθοποιών, του Χοντρού και του Λιγνού, πριν ο κόσμος των κινουμένων σχεδίων εισβάλει τροπαιοφόρος στα όνειρα και τις ζωές μικρών και μεγάλων, ανδρών και γυναικών. Ο Σαρλώ είναι με έναν άλλον τρόπο ο πρόδρομος του Λούκυ Λουκ, ένας μοναχικός καουμπόης που κυνηγά τους κακούς Ντάλτον με συντροφιά την αγαπημένη του Ντόλυ και αυτό το πανέξυπνο(!) σκύλο του τον Ρα Τα Πλαν. Την γέφυρα μεταξύ βουβού κινηματογράφου και ομιλούντος όσον αφορά την ανεύρεση της ατομικής ηθικής και ανθρωπιάς μέσω της ψυχαγωγίας των σχεδίων για τις μεγάλες ανθρώπινες ανώνυμες μάζες την έστησε ο Αμερικανός Γουώλτ Ντίσνεϊ. Ο Μαύρος Πητ είναι περισσότερο για να τον λυπάσαι παρά για να τον φοβάσαι. Αλλά και αυτό το πανούργο και τετραπέρατο ποντικάκι ο Μίκυ Μάους, ο ερωτοχτυπημένος, αποτρέπει κάθε μας προσπάθεια και κοινωνική διάθεση για εκδίκηση ή για διάπραξη του κακού. Ο Ντόναλντ Ντακ αυτό το ονειρικό σκανδαλιάρικο παπάκι με τα μικρά του ανιψάκια, το πάντα κατατρεγμένο από τον αδηφάγο καπιταλιστή και τσιγγούναρο θείο του, τον Σκρούτζ, που το μόνο που πέτυχε στην ζωή του είναι να συγκεντρώνει χρήματα και να κάνει μέσα στο γεμάτο δολάρια χρηματοκιβώτιό του βουτιές, πάντα κουβαλάνε μέσα τους μεγάλα αποθέματα ανθρωπιάς και αλληλεγγύης για τους διπλανούς τους, θείος τρελούτσικος και ανίψια παμπόνηρα. Αλλά και ο αφελής Γκούφης δεν υστερεί σε καλοκάγαθες πράξεις και ανδραγαθήματα ήθους και ανθρωπιάς. Μαγευτικός ο κόσμος του Ντίσνεϊ, κάθε σκηνή των κινουμένων σχεδίων του και ένα μικρό παραδείσιο σύμπαν για μικρούς και μεγάλους, μια συνεχής ψυχική αγαλλίαση, ένα διαρκές ταξίδι σε φανταστικούς κόσμους όπου οι σύγχρονοι Κύκλωπες και οι Σειρήνες δεν είναι παρά μικρές σκιές ανώδυνες και χωρίς δύναμη μπροστά στην καλοσύνη και την αγάπη της προσωπικότητας των φτωχών μικρών λιλιπούτειων σκίτσων. Των μικρών καλοκάγαθων ζώων που έχουν ανθρώπινες υποστάσεις και θυμίζουν τον παππού μας τον Αίσωπο στους διδακτικούς του μύθους. Η Φύση,  τα Ζώα, οι Άνθρωποι, τα Φυτά, τα Έντομα, οι ευμετάβλητες καιρικές συνθήκες που αποκτούν ανθρώπινα χαρακτηριστικά, όλα βρίσκονται δεμένα και αλληλοεξαρτώμενα σ’ ένα πανηγύρι ζωής ενός κόσμου που δεν ξέρεις ούτε την αρχή ούτε το τέλος του, παρά μόνο το χαροποιό και διασκεδαστικό παρόν του. Φιλάνθρωπα τα σπλάχνα των μικρών αυτών ηρώων και των πιο απρόβλεπτων σκανδαλιών τους, ένα παιχνίδι είναι η ζωή χωρίς όρια, αναδεικνύουν το παιδί μέσα μας που δεν το σκίασε ακόμα ο φόβος των μεγάλων, δεν τυλίχτηκε από ενοχές σκιές των καθωσπρέπει αφεντάδων της κοινωνίας. Ένα πολλαπλών παιδικών σκανδαλιών και ζωής ταξίδι μέσα στην υφαντουργό και κομμώτρια Φύση πριν το «προπατορικό αμάρτημα» του πολιτισμού, πριν την αλληλοεξόντωση του Άβελ από τον Κάϊν.
Εξωπραγματικός θα αντιτείνουν οι μεγάλοι και οι περισπούδαστοι θεσμοθέτες της ψυχής μας ο κόσμος του Γουώλτ Ντίσνεϊ, ναι ονειρικός αλλά αναγκαίος. Είναι ο πνεύμονας μιας ζωής που καταστρέφεται αλόγιστα μέσα σε χαώδη και δολοφονικά περιβάλλοντα.
Ο κόσμος του κινηματογράφου από τις πρώτες του κιόλας στιγμές, δεν μας έκρυψε ούτε μας αρνήθηκε τα μυστικά του που είναι ένα διαρκές ταξίδι στον κόσμο της φαντασίας. Ένα σύμπαν χωρίς καθαρτήριο και ίσως στις παλαιότερες εποχές και χωρίς κόλαση. Η μαγεία των κινηματογραφιστών «σαμάνων» είναι κάτι το ανεπανάληπτο. Μια κινηματογραφική ταινία δεν τελειώνει με την ολοκλήρωσή της συνεχίζεται και πέρα από τις σκοτεινές αίθουσες, ταξιδεύει και μετά την προβολή της μέσα στις ανθρώπινες συνειδήσεις των θεατών μικρών και μεγάλων, συνεχίζει να συνομιλεί μαζί μας, όπως πράττει κάθε ίσως έκφραση της ανθρώπινης Τέχνης. Είναι ένα μυστήριο που συντελείται και πέρα από τα ιερά και απόκρυφα λόγια και εικόνες των δημιουργών ιερέων του. Το ιστορικό σκηνικό άλλαξε. Μια αίθουσα προβολής είναι το σπήλαιο της παιδικότητάς μας που μπαινοβγαίνουμε χωρίς κανείς να μας ζητά λύτρα εξαργύρωσης όποτε εμείς το επιθυμούμε.
     Από τον βουβό στον ομιλούντα και μετά στους πειραματισμούς και την εδραίωση των κινουμένων σχεδίων ως αυτόνομη κινηματογραφική παραγωγή κοινός ο δρόμος. Και εμείς θεατές, φανατικοί κινηματογραφόφιλοι πιστοί της δικής μας εφήμερης ιστορικής πρόσκαιρης αθανασίας. Ο κινηματογράφος και η ποίησή του είναι μια κοινή ιεροτελεστία των ανθρώπινων αισθήσεων εύκολα κατανοήσιμη από τις μεγάλες μάζες, ένας άλλος κόσμος πριν ο κόσμος μας αρχίσει να απομαγεύεται και να αποιεροποιείται μετά τα επιστημονικά και τεχνολογικά επιτεύγματα της εποχής των φώτων. Ένα ονειρικό σύμπαν μέσα στο άγριο σύμπαν της φύσης. Αν ο Θεός είναι παντοκράτωρ τότε και εμείς, τα εφήμερα όντα της στιγμής, μέσω της κινηματογραφικής εφεύρεσης και τέχνης γινόμαστε παντοκράτορες μετέχοντας στην ποιητική του μαγεία.
     Ο κινηματογράφος εφευρέθηκε και αντρώθηκε, άνθισε και βρήκε τον βηματισμό και την λαλιά του, την χρονική ιστορική περίοδο που αναφύονται στον ευρωπαϊκό χώρο τα κινήματα του Φουτουρισμού, του Σουρεαλισμού, του Ντανταϊσμού, και άλλων επαναστατικών κινημάτων των διαφόρων τεχνών και της επιστήμης,(ποίηση, μυθιστόρημα, εικαστικές τέχνες, αρχιτεκτονική, φροϋδισμός, ψυχανάλυση, κλπ) γιαυτό αγκαλιάστηκε και χρησιμοποιήθηκε από τους δημιουργούς και εκπροσώπους όλων αυτών των κινημάτων. Την ίδια αφοσίωση του έδειξαν και οι διάφορες πολιτικές δημοκρατικές ή μη δυνάμεις του δυτικού κόσμου που αναγνώρισαν από νωρίς σε αυτόν την προπαγανδιστική του εμβέλεια και χρήση. 
     Από όσο γνωρίζω στην ελληνική βιβλιοπαραγωγή δεν υπάρχει μια συγκεντρωτική και διεξοδική μελέτη-έρευνα για την σχέση των ανθρώπων του πνεύματος, ιδιαίτερα των ποιητών, με την έβδομη τέχνη όπως έχουμε με λογοτέχνες του ευρωπαϊκού και αμερικανικού χώρου. Υπάρχουν ασφαλώς έλληνες ποιητές και συγγραφείς-ιδιαίτερα των σύγχρονων καιρών-που έγραψαν κινηματογραφικές μελέτες, άρθρα για ορισμένες ταινίες ή για σκηνοθέτες ή κινηματογραφικά σενάρια, καθώς το έργο πολύ σύγχρονών μας πεζογράφων αντρών και γυναικών εδώ και χρόνια έχει μεταφερθεί στην μεγάλη οθόνη ή έχει διασκευαστεί για την τηλεόραση με εξαιρετική επιτυχία. Δεν έχει ερευνηθεί όμως εκτενέστερα το ζήτημα από όσο εγώ γνωρίζω, παραμένει ακόμα ένα θέμα ανοιχτό προς διερεύνηση.
     Γνωρίζουμε ότι ο πρώτος έλληνας νομπελίστας μας ποιητής ο διπλωμάτης Γιώργος Σεφέρης (Σμύρνη 19 Φεβρουαρίου /13 Μαρτίου 1900-20 Σεπτεμβρίου 1971) μας έχει κληροδοτήσει την μελέτη του «Η ποίηση στον κινηματογράφο». Ένα άγνωστο βιβλιογραφικώς κείμενο του ποιητή που έφερε στο φως για πρώτη φορά-από χειρόγραφο του Γιώργου Σεφέρη-και μας παρουσίασε ο βιβλιογράφος, κριτικός και συγγραφέας κύριος Δημήτρης Δασκαλόπουλος δημοσιευμένο πρώτα στο αφιερωματικό τεύχος για τον ποιητή του λογοτεχνικού περιοδικού «Διαβάζω» τχ. 142/23-4-1986, σελίδες 63-66, κατόπιν η μελέτη εκδόθηκε την ίδια χρονιά αυτόνομη σε βιβλίο από τις καλαίσθητες εκδόσεις Διάττων σελίδες 32, επίσης, υπάρχει και μια δισέλιδη μελέτη του γραμμένη το 1947 με τίτλο («Για τον κινηματογράφο»)που περιέχεται στον τρίτο τόμο των ΔΟΚΙΜΩΝ ΤΟΥ- Παραλειπόμενα (1932-1971) εκδόσεις Ίκαρος 1992, σ.115. Η πρώτη μελέτη του Γιώργου Σεφέρη αναφέρεται στην κινηματογραφική μεταφορά του θεατρικού έργου του άγγλου θεωρητικού και ποιητή Τόμας Στερν Έλιοτ «Φονικό στην Εκκλησιά». Διαβάστηκαν ακόμα στις μέρες μας, οι κινηματογραφικές μελέτες του σύγχρονού μας σκηνοθέτη και συγγραφέα Χρήστου Βακαλόπουλου (Αθήνα 17/1/1956 –Αθήνα 29/1/1993). Στα δοκίμια του ακραιφνούς υπερρεαλιστή ποιητή Νικόλαου Κάλας συναντάμε μελέτες του για τον κινηματογράφο, βλέπε Νικόλαος Κάλας «Κείμενα ποιητικής και αισθητικής» σε επιμέλεια του Αλέξανδρου Αργυρίου εκδόσεις Πλέθρον 1982, (δημοσιεύονται επτά μελέτες, τέσσερεις για το σινεμά και τρείς κριτικές ταινιών, σ. 177-210). Το βιβλίο με τίτλο Αλησμόνητα Σινεμά εκδόσεις Εξάντας 1989 του πειραιώτη ποιητή και μεταφραστή Ανδρέα Αγγελάκη (Πειραιάς 28/3/1940-Πειραιάς 14/7/1991) αναφέρεται στην αίσθηση, στις εμπειρίες, τα ερωτικά βιώματα ανθρώπων σε χώρους του σινεμά, παρά σε θεωρητικά κείμενα για την τέχνη του ή φιλμοκριτικές από τον φιλόλογο πειραιώτη ποιητή. Γνωρίζω επίσης διάφορα ποιήματα για τον κινηματογράφο που έχουν γράψει έλληνες σουρεαλιστές ποιητές όπως ο Ανδρέας Εμπειρίκος, ο Μίλτος Σαχτούρης και άλλοι. Έχω διαβάσει το μικρό μελέτημα του μυθιστοριογράφου Γεωργίου Μ. Βιζυηνού για τον νορβηγό δραματουργό Ερρίκο Ίψεν που εκδόθηκε από τις εκδόσεις του Μορφωτικού Ιδρύματος της Εθνικής Τραπέζης 2006 με υστερόγραφο του ποιητή και μεταφραστή Διονύση Καψάλη, αλλά δεν έχω συναντήσει βιβλίο έλληνα ποιητή για την θεωρία ή την τέχνη του κινηματογράφου, ή για σκηνοθέτη του. Και δεν αναφέρομαι ούτε σε έλληνες δασκάλους της έβδομης τέχνης και κριτικούς όπως ο Βασίλης Ραφαηλίδης ή ο Δήμος Θέος ή ο Γιάννης Σολδάτος, ή σε μελέτες ή εργασίες για τον σκηνοθέτη Μιχάλη Κακογιάννη, τον σκηνοθέτη Νίκο Κούνδουρο, τον Θεόδωρο Αγγελόπουλο ή την πειραιώτισσα Λουκία Ρικάκη, αλλά σε δημοσιεύματα που να μας μιλούν και να ερευνούν την σχέση της ποίησης με το σινεμά και την τεχνική του. Και ακόμα πιο συγκεκριμένα, για τους σουρεαλιστές ποιητές και τους ποιητές της γενιάς του 1970, όπου αρκετοί τότε νέοι δημιουργοί πειραματίστηκαν μέσα στην φόρμα ή την τεχνική των ποιητικών τους καταθέσεων δανειζόμενοι στοιχεία του σινεμά, στοιχεία τεχνικής και αισθητικής. Και που άνοιξαν μια συνομιλία της μιας τέχνης με την άλλη.
Κυκλοφορούν αυτοβιογραφικές αναμνήσεις πολλών ελλήνων σκηνοθετών και ηθοποιών του κινηματογράφου-εξαιρετικά λευκώματα που έχει επιμεληθεί ο πειραιώτης ηθοποιός και συγγραφέας Μάκης Δελαπόρτας. Ορισμένοι ηθοποιοί του θεάτρου κυρίως και σκηνοθέτες έχουν εκδώσει ποιητικές συλλογές, ο Ορέστης Λάσκος, ο Ιάκωβος Ψαρράς, μυθιστορήματα όπως ο πειραιώτης ηθοποιός Κωνσταντίνος Τζούμας, θεατρικά έργα όπως ο επίσης πειραιώτης Αιμίλιος Βεάκης, έχουν γράψει σύγχρονες αρχαιόθεμες τραγωδίες όπως ο τραγωδός Θάνος Κωτσόπουλος κλπ. Κυκλοφορούν βιβλία για το πώς υποδέχτηκε ο ελληνικός κινηματογράφος τα μεγάλα ιστορικά ελληνικά γεγονότα στην διαχρονία τους, δες πχ. την Μικρασιατική Καταστροφή και το βιβλίο της Κωστούλας Σ. Καλούδη, «Η ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟ», εκδόσεις Δωδώνη 2001, υπάρχουν κατάλογοι ελληνικών ταινιών για τον Πόλεμο του 1940, την Κατοχή, τον Εμφύλιο, το Μπλόκο της Κοκκινιάς, τα μετά τον εμφύλιο χρόνια, την τελευταία Δικτατορία του 1967, την μετανάστευση των ελλήνων στο εξωτερικό για ανεύρεση εργασίας ή για τα μεγάλα νυφοπάζαρα δες την ταινία του Παντελή Βούλγαρη «Οι Νύφες». Πολλές ελληνικές ταινίες από την δεκαετία του 1960 μέχρι των ημερών μας διαπραγματεύονται την ζωή και τον πολιτικό βίο ατόμων της ελληνικής πολιτικής σκηνής που διετέλεσαν πρωθυπουργοί ή οι πολιτικοί τους αγώνες επηρέασαν τις ιστορικές και πολιτικές εξελίξεις. Όπως πχ. οι ταινίες: για τον Μακεδονομάχο Παύλο Μελά, τον εθνάρχη πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο, τον αγωνιστή της αριστεράς Νίκο Μπελογιάννη «Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο» του Νίκου Τζίμα, την δολοφονία του ιατρού και βουλευτή της αριστεράς Γρηγόρη Λαμπράκη «Ζήτα» βασισμένο στο βιβλίο του Βασίλη Βασιλικού του πολιτικού σκηνοθέτη Κώστα Γαβρά, ή την ταινία Happy Day που αναφέρεται στην Μακρόνησο κλπ. Και μέσα σ’ αυτήν την προβληματική μπορούμε να εντάξουμε και τις αμιγώς καλλιτεχνικές ταινίες που γυρίστηκαν για έλληνες ποιητές, όπως τον ποιητή του μεσοπολέμου Ναπολέοντα Λαπαθιώτη «Μετέωρο και Σκιά» του πειραιώτη σκηνοθέτη και συγγραφέα Τάκη Σπετσιώτη, τον ποιητή Κωνσταντίνο Καβάφη και τον μυθιστοριογράφο Νίκο Καζαντζάκη του Γιάννη Σμαραγδή, τον Κώστα Καρυωτάκη, τον λαϊκό ζωγράφο Θεόφιλο του Λάκη Παπαστάθη, τον ελληνοισπανό ζωγράφο Δομήνικο Θεοτοκόπουλο, ελλήνων μεγαλεμπόρων και οικονομικών ευεργετών του εξωτερικού, τον ρεμπέτη εθνικό συνθέτη και τραγουδιστή Βασίλη Τσιτσάνη, «Το ουζερί του Τσιτσάνη» του Μανούσου Μανουσάκη από το μυθιστόρημα του Σκαμπαρδώνη κλπ. Κινηματογραφικές μεταφορές που βασίστηκαν σε μυθιστορήματα γνωστών συγγραφέων αλλά και σε σενάρια που γράφτηκαν από συγγραφείς. Δεν αναφέρομαι-γιατί είναι μεγάλο το εύρος-στα αμιγώς ντοκιμαντέρ ή τις ταινίες που γυρίστηκαν για έλληνες πνευματικούς δημιουργούς και το έργο τους, όπως πχ. για τον ποιητή Γιώργο Σεφέρη. Ή ακόμα σε μεταφορές μυθιστορημάτων στην μεγάλη οθόνη που εμφανίζονται σε διάφορες σκηνές οι ίδιοι οι συγγραφείς, δες τον πεζογράφο Μένη Κουμανταρέα, στο έργο «Η φανέλα με το εννιά», την ποιήτρια Κατερίνα Γώγου και την ταινία «Παραγγελιά», τον θεατρικό συγγραφέα Γιώργο Διαλεγμένο κλπ. Γνωρίζουμε σκηνοθέτες που είναι εξίσου και γνωστοί ποιητές όπως ο Ορέστης Λάσκος, ο Λευτέρης Ξανθόπουλος και άλλοι.
      Όμως επανέρχομαι, μια σε βάθος μελέτη που να καταγράφει την σχέση των ελλήνων ποιητών ή συγγραφέων με την τέχνη του κινηματογράφου, τις θεωρητικές τους απόψεις, πχ. του μυθιστοριογράφου Βασίλη Βασιλικού, τις κρίσεις τους, την αποδελτίωση των ποιημάτων που έχουν αφιερώσει σε αυτόν ή κειμένων τους, και γιατί όχι, στο πως αποτυπώθηκε το θαύμα της έβδομης τέχνης μέσα στο έργο τους μάλλον δεν έχουμε. Ή τουλάχιστον δεν το γνωρίζω εγώ. Όπως παραδείγματος χάριν έχουμε μελέτες για τις σχέσεις του διεθνούς υπερρεαλιστικού κινήματος με τον κινηματογράφο, του φουτουριστικού, την διπλή ιδιότητα συγγραφέων και σκηνοθετών όπως του ιταλού ποιητή και σκηνοθέτη Πιέρ Πάολο Παζολίνι, του γάλλου συγγραφέα Ζαν Κοκτώ, του γάλλου μυθιστοριογράφου Ζαν Ζενέ, του ισπανού ποιητή Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα,-πέρα από την σχέση του με το κουκλοθέατρο-και άλλων ευρωπαίων και αμερικανών πνευματικών δημιουργών που μας άφησαν και θεωρητικές μελέτες για τον κινηματογράφο, εκτός από την σκηνοθετική τους κατάθεση, την έκδοση σεναρίων τους ή την συγγραφή μυθιστορημάτων ή ποιημάτων τους.

Η ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ ΚΑΙ Ο WALT DISNEY
     Ι. Πέρασε πιά η εποχή εκείνη, όπου αισθητικοί της αξίας ενός Alain, αμφισβητούσανε την καλλιτεχνική σημασία του κινηματογράφου. Η τέχνη άλλωστε αυτή εξαιρετικά δεμένη με την όλη ευαισθησία της σύγχρονης εποχής, είτανε φυσικό να παρουσιάσει ωρισμένες δυσκολίες προσαρμογής, στα πνεύματα εκείνα που όσο κι’ αν στάθηκαν μεγάλα, τραφήκανε με έγνοιες κι’ επιδιώξεις άλλων γενεών. Απεναντίας, σήμερα, μια πλουσιώτατη βιβλιογραφία σφραγισμένη με πολύ έγκυρα ονόματα και που εκτείνεται από πολλές πλευρές(1), μας δείχνει ότι το ενδιαφέρον των σύγχρονων ανθρώπων του πνεύματος δεν παρουσιάζεται καθόλου μειωμένο μπροστά στον καινούργιο αυτόν τρόπο ερμηνείας του ανθρώπου και των ενδόμυχων ή εξωκοσμικών του περιπετειών. Κι’ αν βέβαια θα μπορούσε κανείς από μια μεριά να ψέξει μερικούς για τη βιασύνη με την οποία καταλήξανε στις αρκετά αποκλειστικές τους θεωρίες, δεν του είναι δυνατό απ’ την άλλη να μην αναγνωρίσει πως υπάρχει ένα σημείο εξαιρετικά ενδιαφέρον, όπου συναντιούνται ομόθυμα όλοι. Και το σημείο αυτό είναι πως η εφεύρεση του κινηματογράφου συνέπεσε με την έναρξη μιας εποχής τόσο πλούσιας, βαθειάς, πυρετικής, ριψοκίνδυνης, αντιφατικής και πολύτροπης, που μονάχα αυτός θα μπορούσε να έχει τις κατάλληλες δυνατότητες για να την εκφράσει πλούσια, βαθειά, συνθετικά και πολύτροπα. Φυσικά, οι ονειρευτές πραγματοποιήσεις του είναι ακόμη μακρυά, μια κι’ ο ίδιος βρίσκεται μόλις στην χαραυγή των προσπαθειών του. Αλλά και στη σύντομη ως τα σήμερα, σταδιοδρομία του, είναι αναμφισβήτητο πώς πρόφτασε ν’ αναδείξει μερικές δυνατές φυσιογνωμίες, που η καθεμιά τους ήξερε κατά ένα ορισμένο τρόπο να ερμηνεύσει προσωπικά τις αντιλήψεις της για την οθόνη. Ο Sergei Eisenstein, ο Pabst, ο Machaty, ο Charlie Chaplin, ο Rene Clair, μπορούν να καυχηθούν ότι χρησιμοποιώντας ένα φακό και το καλλιτεχνικό τους δαιμόνιο, δημιουργήσανε διάφορα είδη μέσα στην ίδια τέχνη κι’ ανοίξανε καινούργιους εντελώς δρόμους στις επιδιώξεις της. Η “Romance Sentimentale”, ο «Χρυσοθήρας», ο «Δόν Κιχώτης», το “Extase” το “A nous la liberte”,
αποτελούν τους διάφορους κλάδους μιάς εξαίσιας προσπάθειας που προχώρησε βαθειά μέσα στην κατανόηση της εποχής μας, και είτε με ρομαντικό, είτε με χιουμοριστικό, είτε με τραγικό τρόπο μας έδωσε μερικές στιγμές γνήσιες συγκίνησης και ψυχικής ανάπαυσης, που μόνον υψηλές αδελφές τέχνες ως τώρα είχανε προσφέρει (2). Ωστόσο πρέπει να έχουμε ακόμη αρκετή υπομονή, και υπολογίζοντας αναλογικά στις δυνάμεις του κινηματογράφου να τοποθετήσουμε περισσότερο τις ελπίδες μας στους μελλοντικούς του καρπούς. Γιατί πιστεύω πως οι δυνατότητές του είναι σχεδόν απεριόριστες, και πως αν παρακάμψει μερικούς σοβαρούς κινδύνους που τον αποτελούνε, θ’ αφήσει στις κληρονομίες των εποχών αληθινά αριστουργήματα. Κι’ οι κίνδυνοι που τον απειλούν προέρχονται τις περισσότερες φορές, αν όχι όλες, απ’ το γεγονός πως ο κινηματογράφος δεν απευθύνεται σε μεμονωμένα άτομα, μα σε σύνολα ατόμων, σε «πλήθη», που το γούστο τους δεν μπορεί ποτέ ούτε κατά προσέγγιση να βρεθεί στην ίδια στάθμη. ‘Η κι’ αν παραδεχτούμε πώς θα βρεθεί, πρέπει να υπολογίσουμε με βεβαιότητα πώς θάναι σε στάθμη πολύ χαμηλή, γεγονός που θα δεσμεύει τους παραγωγούς, θα τους επηρεάζει, και θα προδικάζει την τύχη των καλών ταινιών. Η άμεση και μοιραία συνύφανση της τέχνης αυτής με τη βιομηχανία και την οικονομία, θα σταθούν εμπόδια δυσυπέρβλητα στη γνήσια καλλιτεχνική καρποφορία πού για ν’ αγγίσει ορισμένα ύψη πρέπει νάναι ανεξάρτητη κι’ αφιλόκερδη πέρα ως πέρα.
      Το σφύριγμα της “Romance Sentimentale” και του “Extase”, μπορούν να δώσουν μια ιδέα της τύχης πού περιμένει στο άμεσο μέλλον κάθε αυστηρή αποτόλμηση ποιητικής κινηματογραφικής πραγματοποίησης. Το πολυθρύλητο κοινόν, βρίσκεται ακόμη πολύ μακρυά από του να ξέρει τι πρέπει να ζητήσει από μια ταινία, παραβλέπει τον κύριο παράγοντα πού είναι ο σκηνοθέτης και ικανοποιείται πάντοτε με το θέμα, το λόγο, και γενικά με ό,τι θυμίζει θέατρο. Είναι ξένο προς κάθε αντιρρεαλιστική άποψη, και αδιαφορεί για τα ζωτικότερα  στοιχεία, την κίνηση, τη φαντασία, τον καινούργιο τρόπο που βλέπει τα πράγματα, όπως μονάχα ο φακός μπορεί να το πετύχει, και τέλος το ρόλο της μουσικής συνοδείας, που είναι το μόνο και το μεγάλο κέρδος πού απόκτησε ο κινηματογράφος μεταπηδώντας απ’ το στάδιο του «βωβού» στο στάδιο του «ηχητικού» ή «ομιλούντος». Αλλά το κοινόν βραδυπορεί πάντοτε και προ πάντων σήμερα, που οι αλματικές και θαυμαστές σε τόλμη κατακτήσεις των καλλιτεχνών γενικά, και σ’ όλα τα πεδία της πνευματικής εκδήλωσης τόχουν αφήσει δυστυχώς αφάνταστα πίσω.
      Θα έπρεπε παρ’ όλα αυτά να είναι σε θέση να κατανοήσει στοιχειωδώς, αν όχι τις βαθύτερες αλήθειες της σύγχρονης τέχνης (πού γι’ αυτό θ’ απαιτηθεί επιβραδυντική πάροδος μεγάλων χρονικών διαστημάτων τουλάχιστον μερικές ουσιαστικές και βασικές αλήθειες,  πού από τώρα κιόλας μπορούν ν’ αποκρυσταλλωθούν στα θεμέλια μιας μελλοντικής αισθητικής του κινηματογράφου. Αλλά το θέμα κινδυνεύει να με παρασύρει σε γενικότητες, τη στιγμή που εγώ θα ήθελα σήμερα ν’ ασχοληθώ ειδικότερα για τη σχέση κινηματογράφου και ποίησης, ειδικότατα για τη σχέση κινηματογράφου και σύγχρονης ποίησης, που είναι νομίζω αναμφισβήτητη. Και δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος από του να πάρω ένα παράδειγμα, κάπως μονομερές ίσως, αλλά πολύ ζωηρό, πολύ έντονο, πολύ πρόσφορο: Το έργο του Αμερικάνου Walt Disney.
     II Η αφετηρία της τεχνικής του Disney,  παρουσιάζεται ολότελα διαφορετική από κείνες που χρησιμοποιήθηκαν ως τότε σαν κινηματογράφο. Δεν υπάρχει εδώ κινούμενο μάτι του σκηνοθέτη, πού να περιλαμβάνει τις φωτογραφικές στιγμές των αντικειμένων του υλικού κόσμου και να τις ξαναενώνει με άλλη μορφή στήν οθόνη, ανασυνθέτοντας έτσι την όψη του κόσμου σε μεγαλοπρεπή έπη ή σε λυρικές εικόνες δυνατής ποιητικής πνοής. Δεν υπάρχει εδώ η πέτρα, το χορτάρι, το έντομο, η καταιγίδα, το ένστικτο, η χαρά της υγείας, όπως στο έργο του Τσέχου Machaty που αυτός, τα πήρε στεγνά και ουδέτερα για να τα βαπτίσει μέσα στην πιο δροσερή ψυχική ατμόσφαιρα της δημιουργικής του μανίας. Ως αυτή τη στιγμή μονάχα η φωτογραφία θαυματουργούσε. Ο Disney έμπασε το σχέδιο. Αυτός πρώτος σκέφτηκε να πάρει το σχέδιο και να το εμψυχώσει. Αυτός σκέφτηκε να συνδυάσει την αλληλουχία των σχεδίων στην κινηματογραφική κορδέλα και (παρόμοια με τα πρωτόγονα παιχνίδια που μεταχειριζόμασταν στο σχολείο) ν’ απαρτίσει σειρές ολόκληρες από μικρές υποθέσεις (3). Αδελφώνοντας το χιουμοριστικό σχέδιο με την κίνηση και τη μουσική πέρασε γρήγορα από το απλό παιχνίδι στην καλλιτεχνική πράξη. Γιατί έχοντας σαν δεδομένα την απόλυτη ελευθερία και δυναμικότητα του σχεδίου από τη μια, και την υπάκουη σ’ οποιαδήποτε θέληση μουσική προσαρμογή απ’ την άλλη, σκέφτηκε πώς είχε στο χέρι του μιαν οπτική και ακουστική παντοδυναμία, που έπρεπε να τη χρησιμοποιήσει φτάνοντας αμέσως σ’ εκείνα πού για να τα πετύχουνε άλλα films έπρεπε να περάσουν από  decoupages,  truquages, και montages αλλεπάλληλα. Κι’ έπρεπε να τα χρησιμοποιήσει ακόμα προς μια καθαρά αντιρρεαλιστική άποψη, δίνοντας ακριβώς εκείνο που δεν μπορούσε να γίνει στον φυσικό κόσμο (άρα ν’ αντιγραφεί) εκείνο που θαρρούσε πώς αποτελεί τον κόσμο της φαντασίας, και ποτ ως τώρα είχε βρη  μιάν εκδήλωση διαφορετικής υφής στο ποίημα, στο όνειρο, στο παραμύθι.
     Και παρακολουθήσαμε έτσι μια πλούσια σειρά μικρών έργων όπου ολόκληρο το ζωικό και το φυτικό βασίλειο έπαιρνε ζωή σαν από ξαφνικήν ανάσταση, και με ιδιότητες ανθρώπινες έπαιζε δράματα πρωτόβλεπτης και πρωτάκουστης σημασίας. Από το πρώτο του μικρό dessint-anime ως το τελευταίο του μεγάλο του έργο του ανάγλυφου κινηματογράφου, το Blanche Neige et les Sept-Nains πέρασε κάτω απ’ τα μάτια μας ένα αδιάκοπο ξετύλιγμα εκπληκτικών σκηνών, όπου η πολυχρωμική δροσιά της φύσης και του βίου των ζώων μας έδειξε ως ποιο σημείο ένας αγνός άνθρωπος είναι σε θέση να ξαναδημιουργήσει την ατμόσφαιρα της παιδικής αφέλειας και διαβολιάς, που καμιά φορά, δίνει και στους μεγάλους την πιο γνήσια λύτρωση.
     Στην πρώτη του περίοδο (πρίν χρησιμοποιήσει ακόμα το χρώμα) δημιούργησε τον «τύπο» του «Μίκεϋ-Μάους», που έγινε αμέσως διεθνής και δημοφιλέστατος. Ένα σπινθηροβόλο μικρό ποντίκι που δοκιμάζει όλες τις χαρές και τις λύπες του ανθρώπου, σκαρώνοντας βρομοδουλειές, τρυπώνοντας παντού, ανατρέποντας τα πάντα, πότε χαρούμενο και πότε ερωτοχτυπημένο, αλλά πάντα συμπαθητικό. Στη δράση του αυτό συνοδεύεται πιστά από μιάν ηχητική αντίστιξη τόσο συγχρονισμένη και μπριόζα, που σφιχτοδένει το σύνολο και μας προσφέρει ένα παράδειγμα οπτικοακουστικής αρμονίας που άλλα films της εποχής εκείνης δεν κατάφερναν ποτέ. Στη δεύτερη περίοδό του γλυτώνει εγκαίρως από την αυτοεπανάληψη και την τυποποίηση, δημιουργεί ένα νέο τύπο τον πολυπαθή Donald, απλώνεται σε πολύ ευρύτερους ορίζοντες, και αγκαλιάζει ολόκληρο τον αγαπημένο κόσμο της φαντασίας των παιδιών, προσθέτοντας ένα πολύτιμο στοιχείο το χρώμα, που δυνάμωνε την οπτική εντύπωση λούζοντας με δροσιά τη πριμιτιβιστική του χάρη. Εδώ πιά ο πλουτισμός είναι απρόοπτος. Πουλιά, πετεινοί, πελαργοί, γουρουνόπουλα, σαλιγκάρια, σκουλήκια, πάπιες, ελέφαντες και καμηλοπαρδάλεις αποτελέσανε μια κοινωνία μ’ εξαιρετική ζωτικότητα γεμάτη από τη σημασία των ασήμαντων επεισοδίων τους.
     Παράλληλα τα δέντρα, τα φυτά, τα λουλούδια, τα σύννεφα, οι ρίζες, οι λίμνες και τα ποτάμια, αποκτήσανε για πρώτη φορά κίνηση, επαναστατήσανε, καταλύοντας την καθήλωσή τους στο έδαφος, και περιβληθήκανε με ανθρώπινες και υπερανθρώπινες δυνάμεις που ξανοίγοντας ένα κόσμο άγνωστο, αυθόρμητο, παρθενικό, κι εντελώς καινούργιο, αναγκάσανε και τον πιο αποστεωμένο και λογικόν άνθρωπο ν’ αναγνωρίσει την ποιητική αξία της πρωτογονικής αυτής αποκάλυψης.
     Τα silly-symphonies δημιουργήθηκαν σαν μια σειρά τολμηρών μοντέρνων ποιημάτων, που το καθένα τους τροποποιεί την πραγματικότητα φτάνοντας στην υπερπραγματικότητα, που το καθένα τους είναι μια ριψοκίνδυνη πράξη του πνεύματος μέσα στις περιοχές του αγνώστου, και πού κάτω από μιάν επίφαση παιχνιδιού και χιούμορ πού μονάχα αυτή γίνεται αντιληπτή, και πολλές φορές με περιφρόνηση κι’ αυτή από τους αθεράπευτα σοβαροφανείς Έλληνες κρύβει τα σπέρματα μιάς ανήσυχης αλλά και γόνιμης ιδιοσυγκρασίας.
     Ίσως μου πούν πολλοί, πώς εκείνα που με κάνουν να εκφράζομαι με τόσο θαυμασμό για το έργο του Disney, είναι τα στοιχεία της έκπληξης, του απρόοπτου, του παραλογικού και του υπερβολικού, στοιχεία δηλαδή που αποτελούν γι’ αυτούς τα στίγματα της εφήμερης επιτυχίας κάθε μοντέρνου. Ναι, δεν παραγνωρίζω πως υπάρχουν πράγματι τέτοια στοιχεία εκεί μέσα, μα μου φαίνεται πως περ’ απ’ όλα αυτά υπάρχει και αξίζει να θαυμαστεί μια καταπληκτική κατανόηση της ιδιαίτερης εκείνης ευαισθησίας που μορφοποιήθηκε στον σημερινό άνθρωπο, ένα αίσθημα πηγαίο ζωντανό και υγιές, πού με μια σπάνια ευκινησία κυκλοφορεί παντού, αγκαλιάζει σύγκορμα τα γήϊνα αγαθά, τα αξιοποιεί σε διαφορετικές κλίμακες, τα ανθρωποποιεί ή τα απολιθώνει, κι’ αυτά όλα με μια δύναμη ανώτερη, μ’ έναν αέρα μεγάλης ελευθερίας. Σε μια ορισμένη ιστορική στιγμή ο κινηματογράφος έδωσε τα μέσα. Και δεν θ’ αργήσει καθόλου θαρρώ η μέρα εκείνη, όπου μεγάλοι ζωγράφοι, μουσικοί και ποιητές θα συνεργαστούν με σκηνοθέτες και operateurs, για να παραστήσουνε κατά έναν τρόπο μοναδικό εκείνο πού ακόμη διαισθανόμαστε σήμερα, εκείνο που αποκαλούμε la  sensibilite du moderne. (4).
     ΙΙΙ. Ένας κόσμος ολόκληρος βγαίνει από την ουδετερότητα της ψυχρής ματιάς και παίζει το ρόλο του διαγράφοντας την καμπύλη μιάς απρόβλεπτης τροχιάς μέσα στο διάστημα. Πτυχές λησμονημένων ονείρων, αφελείς τρόμοι παιδικών ηλικιών, φαντασιώσεις στιγμών της μοναξιάς, μορφές μυστικών παραμυθιών, χτυπητοί παραλογισμοί δυνατών συγκινήσεων, ξυπνούν μεσ’ από τ’ άδυτα της ψυχής μας κι’ ορθώνονται θλιβερά ή χαρούμενα στ’ άγγιγμα της μπαγκέτας του μάγου Disney. Ρόδινα πρωϊνά ξυπνούν τον μαγεμένο κόσμο. Τα δέντρα σκιρτούν, τεντώνουν τα μπράτσα τους, χασμουριούνται και ρίχνουν μια ματιά στις φωλιές που φυλάνε με στοργή τους θησαυρούς των νυχτερινών κελαϊδισμών τους. Τα λουλούδια παίρνουν το μπάνιο τους στις δροσοσταλίδες. Οι μικρές λίμνες γεμίζουν φως και φύκια. Τα ψάρια κυκλοφορούν με κέφι για ν’ ανταποκριθούν στις μικρές έγνοιες τους, πού κατά βάθος είναι μεγάλες. Το πουλί που είχε χρησιμέψει για ξυπνητήρι, πατάει στις νότες του ανεβαίνοντας στον ουρανό. Τα παιδάκια του χορεύουν μπαλέτο στο εύθραυστο κλαδί. Το πιο άταχτο, ξεφεύγει για να δοκιμάσει μια περιπέτεια με τα φίδια, σκουλήκια και φανταστικά ερπετά. Δέσμες από φλόγες χορεύουν. Ο άνεμος λυγίζει τα σπίτια. Όλα είναι δυνατά. Μακριά στο πέλαγος, ένα μικροσκοπικό καράβι χορεύει κυνηγημένο από το πνεύμα της τρικυμίας. Μια πελώρια τρίαινα ταράζει τους βυθούς/ Ένα κύμα, σηκώνεται ψηλότερ’ απ’ τ’ άλλα, κι’ αγριεμένο κοιτάζει το μικρό καράβι. Ένα άλλο γίνεται πελώριο χέρι, τ’ αρπάζει και το κλυδωνίζει. Μα η σωτηρία υπάρχει πάντοτε στις μικρές αγαθές ψυχές των πλασμάτων του υπερφυσικού αυτού κόσμου.
     Όλα τελειώνουν καλά, και ποτέ happy ends δεν στάθηκαν τόσο δικαιολογημένα όσο μέσα σ’ αυτό τον αυτόνομο κόσμο, που είναι ο αυτόνομος κόσμος της ποίησης, και που σαν μοναδικό του θέμα και μοναδικό του υλικό έχει τη ζωή, τη μικρή και τη μεγάλη ζωή, οδυνηρή και πασίχαρη, πάντοτ’ εξαντλημένη και πάντοτε καινούργια, στα μάτια ενός ολοκληρωμένου ανθρώπου. Γιατί η ποίηση είτε λέξεις μεταχειρίζεται, είτε φθόγγους, είτε σχέδια, είτε χρώματα, είναι ύλη σκληρή, παραμένει ποίηση, παραμένει σαν υπέρτατη σύλληψη του κόσμου. Κι’ ίσως φανώ υπερβολικός όταν πω πώς ο Walt Disney, ανήκει στις προσωπικότητες εκείνες πού εργαστήκανε μοναδικά, για να δώσουν τον ιδιαίτερο εκείνο τόνο πού χαρακτηρίζει στις μεγάλες της γραμμές τη σημερινή εποχή.
     Κατά βάθος, το δαιμόνιο που βρίσκει μαζί του διέξοδο στον κινηματογράφο, είναι το ίδιο που βρίσκει διέξοδο στους πίνακες ενός Joan Miro, στα σχέδια ενός Masson, στις φωτογραφίες ενός Man Ray, στα γλυπτά ενός Lipchitz, στα υφαντά μιάς Hilda Polsterer, στους γύψους ενός Zadkine, στα μέταλλα ενός Tayat, στα κτίρια ενός Le Corbusier, στα ποιήματα ενός Paul Eluard, ή ενός Altolaguirre.
     Αν τώρα εμείς έχουμε περάσει από καιρό στη χειρότερη παχυδερμία, αν έχουμε μικρύνει τόσο πολύ τον εαυτό μας ώστε να μη μας είναι πια βολετό να προχωρήσουμε πέρα απ’ τις επιφάνειες, αν έχουμε αποξενωθεί από κάθε τι το αληθινό, το ζεστό και το υπέρτατο, αν δημιουργήσαμε μια χαμαίζηλη ρουτίνα ζωής γεμάτη κακίες και μικρότητες, αν τυφλωθήκαμε ξαφνικά και δεν βλέπουμε άλλο από τις ταπεινές μας ορέξεις, ποιος φταίει;
     Παρήγορο είναι τουλάχιστον ν’ αναλογιζόμαστε πώς υπάρχουν μερικοί, λιγοστοί, γενναίοι άνθρωποι σ’ όλες τις γωνιές της γης που εργάζονται άοκνα για να μας ανασυνδέσουν από άλλους καινούργιους άγνωστους δρόμους, με το μεγάλο νόημα της Ζωής.
Σημειώσεις
1.Χρήσιμες είναι (αν και κάπως παληότερες)  οι μικρές μονογραφίες που τύπωσε ο οίκος Felix Alcan στο Παρίσι, και που περιστρέφονται γύρω απ’ τις σχέσεις φιλολογίας και οθόνης: Andre Maurois: La Poesie du Cinema.
Pierre Mac Orlan: Le Fantastique.
Andre Levinson: Pour une Poetique du Film.
Leon-Pierre Quint: Signification du Cinema.
Marcel L’ Herbier, Le Cinematographe et l’ Espace.
Albert Valentin, Introduction a la Magie Blanche et Noire.
D’ Allendy, La Valeur Psychologique de l’ image
L. Landry, Formation de la Sensibilite.
E. Vuillermoz, La Musique des Images… κ. ά.
2.Πολύτιμη απ’ την άποψη αυτή για τον τόπο μας είναι η κριτική συμβολή του κ. Γ. Ν. Μακρή στις στήλες της Νέας Εστίας και του Ελεύθερου Βήματος.
3.Η αλήθεια είναι πως η πατρότητα της ιδέας ανήκει στους Γάλλους, που πραγματοποιήσανε αρχικά μερικά dessines-animes δίχως δυστυχώς μεγάλο ενδιαφέρον, αφού τους έλλειπε η πνοή της καλλιτεχνικής προσωπικότητας. Γι’ αυτό καθώς παρατηρεί κι’ ο Denis Marion το γεγονός αυτό δεν έχει καμιά σημασία και  τα ουσιαστικά πρωτεία κατέχει πάντοτε ο  Disney.
4.Ενδιαφέρον για τη σχέση κινηματογράφου και φιλολογίας, δείξανε ήδη από το 1920 οι μελετητές των νέων ρευμάτων και είναι αλήθεια πως από τότε κατόρθωσαν να δούν πολλά πράγματα με σπάνια οξυδέρκεια. Βλέπε: Jean l pstein: La poesie d’ aujourd’ hui-Un nouvel etat d’ intelligence. Paris Editions de la Sirene 1921 όπου στο κεφάλαιο Le Cinema et les lettres modernes γίνεται λόγος για την ταχύτητα των εικόνων στην ποίηση του Rimbaud, του Blaise Cendrars και του Marinetti σχετικά με την Esthetique Momentanee του κινηματογράφου.
Οι αριθμοί των σημειώσεων στο κείμενο του περιοδικού ακολουθούν την ίδια αρίθμηση για κάθε σελίδα, λόγω τεχνικών δικών μου δυσκολιών τοποθέτησα τους αριθμούς κατά σειρά. Δηλαδή αντί για δύο φορές το 1, έβαλα 1,2,3,4.       

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ
Περιοδικό ΤΑ ΝΕΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ χρόνος Δ΄ Αριθμός 6-7-Ιούνης-Ιούλης 1938, σ. 560-565.

     Το παλαιό λογοτεχνικό περιοδικό ΤΑ ΝΕΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ, ένα από τα εγκυρότερα, αν όχι το εγκυρότερο περιοδικό της εποχής του, εξέφραζε κατά κύριο λόγο τις απόψεις, τις θέσεις, τις ιδέες, τις κρίσεις των πνευματικών δημιουργών της γενιάς του 1930. Ποιητών, μυθιστοριογράφων, δοκιμιογράφων, κλπ. της πιο πεπαιδευμένης ελληνικής λογοτεχνικής γενιάς όπως μας γράφουν οι ιστορικοί της ελληνικής γραμματείς και ειδικοί του θέματος, εκδόθηκε για πρώτη φορά τον Γενάρη του 1935, με υπότιτλο ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ. Διευθυντής του ήταν ο βασικός και κύριος κριτικός της γενιάς αυτής ο δοκιμιογράφος Ανδρέας Καραντώνης. Οι τόμοι του περιοδικού ανατυπώθηκαν από το ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΝΟΤΗ ΚΑΡΑΒΙΑ-ΑΘΗΝΑ MCMLXXVI, από όπου και από τον τέταρτο τόμο του 1938 ερανίστηκα το κείμενο του ποιητή Οδυσσέα Ελύτη και το μετέφερα στο μπλοκ. Διόρθωσα μερικές τρανταχτές ορθογραφικές αβλεψίες κατά την μεταφορά. 
Ο νομπελίστας μας ποιητής Οδυσσέας Ελύτης είχε μια σταθερή συνεργασία με το περιοδικό από την αρχή της έκδοσής του, δες τα ποιήματα των Προσανατολισμών, κρίσεις για την παιδεία, μεταφράσεις γάλλων ποιητών, γράμματα (στην σελίδα των χρονικών), για την τέχνη του κινηματογράφου σε σχέση με την ποίηση κλπ. Το τεύχος αρχινά με το γνωστό ποίημα «Μήτηρ Θεού» του Άγγελου Σικελιανού. Πριν το κείμενο του Οδυσσέα Ελύτη ο Γιώργος Σεφέρης μεταφράζει το ποίημα «Χωρίς Ηλικία» του γάλλου Paul Eluard. Κατόπιν ο Κώστας Α. Παπαχρίστος δημοσιεύει στις σελίδες των Φιλολογικών Θεμάτων την μελέτη του «Άγνωστο ποίημα του Κρυστάλλη».
     Αν διαβάσει ο αναγνώστης της ποίησης του Οδυσσέα Ελύτη τους δύό ογκώδεις τόμους των δοκιμίων και των πεζών του, «ΑΝΟΙΧΤΑ ΧΑΡΤΙΑ» εκδόσεις Αστερίας 1974 και «ΕΝ ΛΕΥΚΩ» εκδόσεις Ίκαρος 1992, αλλά και άλλες σκόρπιες μικρές μελέτες του, θα διαπιστώσει την διαρκή συνομιλία του ποιητή τόσο με άλλα πρόσωπα της τέχνης όσο και με καλλιτεχνικά κινήματα της εποχής του αλλά και πρόσωπα και έργα που προέρχονται από την αρχαία ιστορία μέχρι των ημερών των ποιητικών του καταθέσεων. Συνομιλεί στενά με εικαστικούς δημιουργούς, με μουσικούς, με ποιητές και πεζογράφους, διερευνά ρεύματα καλλιτεχνικά και πνευματικά της παγκόσμιας τέχνης, μας μιλά για τον λαϊκό ζωγράφο Θεόφιλο με την ίδια άνεση που μας μιλά για τον αρχαίο Πλωτίνο. Ενώ ανοίγει ουσιαστική και θερμή συνομιλία με την αρχαία ποιήτρια Σαπφώ μας μιλά ταυτόχρονα για τον άγγλο μυστικό ποιητή και ζωγράφο Ουϊλλιαμ Μπλέηκ. Γράφει μελέτες για τον Γιάννη Τσαρούχη και για τον Κάρολο Κουν. Μεταφράζει τον γάλλο Ζαν Ζενέ και γράφει το εξαίρετο δοκίμιο για τον κυρ Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Ενδιαφέρεται σοβαρά και αληθινά για την συνέχεια και την προβολή της ελληνικής γλώσσας την ίδια στιγμή που συνομιλεί στην δική τους γλώσσα με γάλλους ή γερμανούς λυρικούς ποιητές ισότιμα. Ο Οδυσσέας Ελύτης, πέρα από ένας από τους σημαντικότερους νεοέλληνες ποιητές είναι και ένας σοφός και πολύπειρος δάσκαλος των παγκόσμιων ρευμάτων της τέχνης. Κανένας μάλλον τομέας της ανθρώπινης έκφρασης και αισθητικής δεν τον αφήνει αδιάφορο. Μελετά, παρατηρεί, σχολιάζει, αφομοιώνει, αναδημιουργεί παραμένοντας πάντα ένας γνήσιος σοφός έλληνας δάσκαλος. Οι παρατηρήσεις του πάνω σε θέματα των εικαστικών τεχνών και σε έργα ζωγράφων είναι κάτι το καταπληκτικό. Το ίδιο θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε και για τον χώρο της μουσικής. Δύο μεγάλα πεδία συγγενικών της ποίησής του τεχνών. Τίποτα το καλλιτεχνικά ανθρώπινο της εποχής του και όχι μόνο δεν του είναι ξένο. Ο ελληνικός του λόγος στήνει γέφυρες τόσο προς τον Ρωμανό τον Μελωδό όσο και προς τον Αμαντέους Μότσαρ. Μέσα στο πολυστρωματικό έργο του θα συναντήσουμε δεκάδες αναφορές σε πρόσωπα και καλλιτεχνικές καταστάσεις, σε άτομα του δημόσιου χώρου και πνευματικά έργα που σημάδεψαν την εποχή και τον χρόνο. Η θητεία του στο επαναστατικό για την εποχή του κίνημα του υπερρεαλισμού, η καλή κατοχή ευρωπαϊκών γλωσσών παράλληλα με την μητρική του, και φυσικά και ο ελεύθερος χρόνος που διέθετε στον ιδιωτικό του βίο, τον βοήθησαν να γνωρίσει από κοντά και εμπεριστατωμένα πολλά από τα καινούργια ρεύματα της εποχής του να μελετήσει σημαντικούς έλληνες και ευρωπαίους δημιουργούς και να ανοίξει καθαρές συνομιλίες μαζί τους, επιθυμώντας να γνωρίσει όλον αυτόν τον νέο κόσμο που ανέτειλε στο ελληνικό κοινό και τους ανθρώπους της πατρίδας του. Ο ποιητής Οδυσσέας Ελύτης συνομιλούσε και στέκονταν ισότιμα τόσο μπροστά σε έναν σπουδαίο καλλιτέχνη της εποχής του όσο και σε έναν απλό νησιώτη βαρκάρη ενός έρημου νησιού του αιγαίου πελάγους. Με τον ίδιο σεβασμό αναφέρονταν σε έναν φημισμένο διεθνώς καλλιτέχνη και με τον ίδιο σεβασμό αναφέρονταν και σε μια υφάντρα ενός απομακρυσμένου χωριού της ελλάδας. Αναδείκνυε την αυθεντικότητα όπου και αν την συναντούσε. Δοκίμαζε τις αντοχές του τόσο στις γνωριμίες του με απλούς έλληνες στα ταξίδια του στο εσωτερικό της χώρας, όσο και στην τέχνη του κολάζ που παράλληλα με τον ποιητικό του λόγο καλλιεργούσε. Μετέφραζε σπουδαία θεατρικά έργα ενώ  έγραφε εικαστικές κριτικές σε προγράμματα εκθέσεων. Πολυτάλαντος και χρισμένος από τις Μούσες κέρδισε τον χρόνο της ζωής του εντάσσοντας τον μέσα στον κόσμο της καλλιτεχνίας. Το σωστό του αισθητήριο μπορούσε να ξεχωρίσει μια ελληνική ζεστή αριστοκρατική χειρονομία ενός έλληνα τσοπάνου όπως και την αυθεντική ευγένεια ενός γάλλου αστού. Η Ελλάδα και το φως της, οι αρίφνητες μυρουδιές της γης της, οι κορυφογραμμές της και οι δαντελωτές αμμουδιές της είναι διάσπαρτες μέσα στο πολύπλευρο έργο του. Συγχωνεύει πολλές φωνές μέσα στο έργο του ο Οδυσσέας Ελύτης, αυτός ο μύστης της ελληνικής γλώσσας και ιεροφάντης του ελληνικού λόγου.
Στο παρόν μικρό δοκίμιο τον βλέπουμε σε πολύ ανύποπτο χρόνο να μας μιλά για την ποίηση του κινηματογράφου και ιδιαίτερα για την τέχνη των κινουμένων σχεδίων και τον μαγευτικό τους κόσμο. Έναν κόσμο που άγγιξε τις αισθητικές κεραίες του ποιητή και τον έκαναν να ξεδιπλώσει τα νήματα τα φαντασίας του. Εύστοχες παρατηρήσεις, ορθές επισημάνσεις, αρμονικές  συσχετίσεις της τέχνης του κινηματογράφου με τον κόσμο της ποίησης, γνώση των μέχρι τότε δημιουργών και σημαντικών δημιουργιών της έβδομης τέχνης, παρακολούθηση εκ του σύνεγγυς των θεωριών που αναφύονταν σχετικά με την εξέλιξη και μελλοντική πορεία του σινεμά. Οι μελέτες που παραπέμπει είναι οι οδοδείχτες και των δικών του ερμηνειών και αναφορών.  Το υπέρλογο στοιχείο της ποίησης συναντά αυτό του κινηματογραφικού λόγου. Αν δεν λαθεύω, σε ορισμένα σημεία της στήριξης της θεωρίας του για την τέχνη και την μαγεία του κόσμου του Γουώλτ Ντίσνεϊ διακρίνουμε μια αδιόρατη ελεγχόμενη απαισιοδοξία όσον αφορά το μέλλον της ποίησης σε σχέση με αυτό της έβδομης τέχνης, και στο ποια τέχνη θα έχει την πρωτοκαθεδρία.  Ο λόγος του είναι απλός αλλά και καίριος. Οι απόψεις του μας αποκαλύπτουν έναν έλληνα ποιητή που μπορεί να κατανοήσει από πρώτο χέρι το τι συμβαίνει στο εξωτερικό στην εποχή του και στο τι έχει πραγματικά ανάγκη ο έλληνας καλλιτέχνης και πνευματικός άνθρωπος. Σεβασμός στην παράδοση του τόπου σου μας δείχνει ο Οδυσσέας Ελύτης δεν σημαίνει άρνηση και μη συνομιλία με το ξένο, το αλλόφυλο, αλλά ανοιχτή συνομιλία και γονιμοποίηση  και από τις δύο πλευρές. Οι ρίζες μας είναι ταυτόχρονα και ελληνικές και ευρωπαϊκές. Ο Οδυσσέας Ελύτης είναι ένας δημιουργός ανοιχτών οριζόντων τόσο προς την ανατολή όσο και προς την δύση.
Το μικρό αυτό ενδιαφέρον δοκίμιο, δεν το έχω συναντήσει ξανά σε δικά του βιβλία, το ξανασυνάντησα στο βιβλίο ανθολόγιο του Γιάννη Σολδάτου, ΣΟΥΡΡΕΑΛΙΣΜΟΣ-ΝΤΑΝΤΑΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ, εκδόσεις Αιγόκερως 1992. 
Παρά την παρέλευση τόσων χρόνων από την πρώτη του δημοσίευση στο περιοδικό ΤΑ ΝΕΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ, θεωρώ ότι ακόμα και στις μέρες μας έχει ενδιαφέροντα πράγματα να μας υπενθυμίσει όχι μόνο γιατί προέρχεται από το χέρι και την ψυχή του ποιητή Οδυσσέα Ελύτη αλλά και γιατί το ίδιο το κείμενο έχει την δική του σύγχρονη φωνή.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς 14 Φεβρουαρίου 2018
Ο άγιος Υάκινθος των Ελλήνων            

ΥΓ. Ζούμε ξανά το Βρώμικο 1989 όπως έγραφε στην στήλη του στην απογευματινή εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ», ο ποιητής- στιχουργός Λευτέρης Παπαδόπουλος. Ενώ γύρω μας ο κόσμος αλλάζει και έχουμε ανοιχτά άλυτα θέματα με τους γείτονές μας, εμείς οι Έλληνες, δηλαδή οι κυβερνώντες πολιτικοί της χώρας σαν άλλοι Φιλοκλέονες, σπιλώνουμε όλους τους πολιτικούς μας αντιπάλους. Παλαιότερα, τα βιβλία της ελληνικής σύγχρονης ιστορίας μας δίδασκαν ότι κουκούλες φορούσαν μόνο οι έλληνες συνεργάτες των γερμανών κατακτητών που πρόδιδαν τους έλληνες αντιστασιακούς πατριώτες, φορούσαν κουκούλες για να μην τους αναγνωρίσουν οι έλληνες πατριώτες και οι οικογένειές τους. Στις μέρες μας, η πολιτική ασκείται με κουκούλες και λάσπη εναντίον των αντιπάλων. Τι να πεις;
Ακούσαμε από τα πρωθυπουργικά χείλη να αποκαλεί «ετερόκλητο όχλο» τους έλληνες και τις ελληνίδες που συγκεντρώθηκαν στην πλατεία συντάγματος και τους πέριξ δρόμους του κέντρου της Αθήνας.  Έλληνες κάθε ηλικίας από διάφορα μέρη της ελληνικής επικράτειας παρευρέθηκαν και συγκεντρώθηκαν ειρηνικά, χωρίς παρατράγουδα, χωρίς φασαρίες, χωρίς δολιοφθορές και δημόσιες καταστροφές και βανδαλισμούς. Και αυτό πραγματικά ήτανε ελληνικό πολιτικό θαύμα. Το ότι τόσες χιλιάδες έλληνες και ελληνίδες κατέβηκαν στους δρόμους για να διαδηλώσουν όχι για το κόψιμο της σύνταξής τους, όχι για την ήττα της ποδοσφαιρικής τους ομάδας, όχι για να μονιμοποιηθούν στο δημόσιο, όχι για να νομιμοποιήσουν κάποιο αυθαίρετο τους, αλλά για ένα εθνικό θέμα δεν έχει καμία πολιτική και κοινωνική σημασία για την σημερινή κυβερνώσα μειοψηφία; Ναι συγκεντρωθήκαμε για μια έστω «χαμένη» διπλωματική υπόθεση. Για ένα άδειο του ονόματος της Μακεδονίας πουκάμισο, για να παραλλάξω τον στίχο του νομπελίστα μας ποιητή. Και ο πρόθυμος και αφιλοκερδής αυτός κόσμος, οι οικογένειες με τα παιδιά τους, ήταν όχλος; Έστω και ετερόκλητος; Δηλαδή εσείς οι πεφωτισμένοι που ανήκετε; Ποια είναι η χώρα που θέλοντας να ανέλθετε στην κυβερνητική εξουσία και να την διατηρήσετε με το ζόρι καταστρέψατε ζωές ελλήνων με την άφρονα πολιτική και οικονομική πρακτική σας; Αυτός ο όχλος δεν είναι που κανακεύατε για να σας ψηφίσει στις εκλογές και την περίοδο του δημοψηφίσματος; Αυτός ο όχλος δεν είναι που φορολογείται αδρά για να πάρετε εσείς τους μισθούς σας και τις συντάξεις σας; Αυτός ο όχλος δεν είναι που απευθύνεστε για να βγάλετε τους ψεύτικους ρητορικούς σας δεκάρικους και να σας χειροκροτήσουνε; Αυτός ό όχλος δεν είναι που θέλετε για οικονομικούς πελάτες των προϊόντων σας; Αυτός ο όχλος δεν είναι που θέλετε να αγοράζει τα έντυπα που σας υποστηρίζουν, να ακούει τα ραδιόφωνα και τις τηλεοράσεις που έχετε ακόμα με το πολιτικό σας μέρος; Αυτός ο όχλος δεν είναι που θα υπερασπιστεί τα σύνορά της χώρας, όταν εσείς δεν ξέρουμε που θα βρισκόσαστε; Αυτός ο όχλος δεν είναι  που ζητάτε να σας ψηφίσουν και να σας υποστηρίξουν; Ο εθνικός μας μουσικοσυνθέτης δεν ήταν ο πρώτος αν θυμάμαι καλά που επισκέφτηκε ο κύριος πρωθυπουργός; Τότε ήταν πατριώτης και εθνικό σύμβολο και τώρα συνοδοιπόρος των φασιστών και των εθνικιστών; Εσείς ποιες ομάδες υποστηρίζετε; Θέλετε να δούμε ποιες κατηγορίες παρανομούντων ελλήνων και αλλοδαπών αφήνετε ελεύθερους εν ονόματι τάχα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων; Ποιοι σας έμειναν να σας ακολουθήσουν και να σας πιστέψουν πολιτικά; Ούτε καν οι παλαιοί σας σύντροφοι; Και αν παρευρίσκονταν οπαδοί ή βουλευτές του εθνικιστικού κόμματος στην πολυπληθή συγκέντρωση, γιατί δεν παροτρύνατε και τους οπαδούς του δικού σας κόμματος να παρευρεθούν για ένα τέτοιο εθνικό ζήτημα, ώστε να βγείτε πολιτικά από τα αριστερά; Για εθνική ομοψυχία δεν μιλάτε και εσείς και ο πρόεδρος της δημοκρατίας που εκλέξατε; Όποτε σας συμφέρει γινόμαστε υπάκουοι και πειθήνιοι έλληνες ψηφοφόροι και όποτε όχι περιφερόμενος όχλος; Γιατί θα πρέπει να απολογηθεί ένας οπαδός ή ψηφοφόρος της αντιπολίτευσης ότι δεν ανήκει στον πολιτικό χώρο της χρυσής πούλιας, εσείς που εφαρμόσατε την πιο στυγνή και απάνθρωπη εθνική οικονομική πολιτική για να διατηρηθείτε στις κυβερνητικές σας θέσεις ποιόν ρωτήσατε ή ποιόν ψηφοφόρο του δικού σας έστω κόμματος σεβαστήκατε; Πορφυρογέννητοι πολιτικοί ψεύτες, λαοπλάνοι πονηροί πολιτευτές ήσαστε ότι χειρότερο πολιτικά και κοινωνικά μπορούσε να μας συμβεί μετά την φαύλη πολιτική που άσκησαν οι προηγούμενοι πολιτικοί σχηματισμοί τις τελευταίες δεκαετίες στην πολιτική σκηνή. Δεν αποτύχατε εσείς, οι τυχάρπαστοι πολιτικοί τζιτζιφιόγκοι, αλλά αυτοί που σας πίστεψαν έστω και για μία και μοναδική φορά και σας έδωσαν την εξουσία. Και μετά αναρωτιέστε τάχα μου, γιατί διατηρεί τα ποσοστά της μέσα στο ελληνικό εκλογικό σώμα η εθνικιστική παράταξη. Εσείς ήσαστε η πολιτική αιτία. Μια αξιωματική αντιπολίτευση με έναν ισχυρό και δυναμικό αρχηγό θα σας είχε οδηγήσει προ πολλού στα σπίτια σας να απολαμβάνεται τις συντάξεις σας. Αποτύχατε και μας καταστρέψατε και την τελευταία πολιτική ελπίδα. Ήσαστε το πιο σάπιο και συντηρητικό κομμάτι του ξεπερασμένου από την εποχή μας φαύλου πολιτικού κατεστημένου. Είσαστε το τρομακτικό πρόσωπο της δημοκρατίας και της πολιτικής ελευθερίας. Είθε να φερθούν ώριμα οι έλληνες ψηφοφόροι στις επόμενες εκλογές, και να μην επαναλάβουν τα λάθη των προηγουμένων. Ούτως ή άλλως για την αξιωματική αντιπολίτευση εργάζεστε και ας μην το παραδέχεστε φανερά.