Τετάρτη, 28 Μαρτίου 2018

Ανάθεμα τα γράμματα


             Ανάθεμα τα γράμματα!....
                           (Ι-144)
Από μικρόθεν μ’ έλεγεν ο γέρων ο πατήρ μου:
«Παιδίν μου, μάθε γράμματα, και ωσάν εσέναν έχει.
Βλέπεις τον δείνα, τέκνον μου, πεζός περιεπάτει,
και τώρα διπλοεντέλινος και παχυμουλαράτος.
Αυτός, όταν εμάνθανε, υπόδησιν ούτε είχεν,
και τώρα, βλέπεις τον, φορεί τα μακρυμύτικά του.
Αυτός, όταν εμάνθανε, ποτέ του ούκ εκτενίσθη,
και τώρα καλοκτένιστος και καμαροτριχάρης.
Αυτός όταν εμάνθανε, λουτρόθυρα ούκ οίδε,
και τώρα λουτρακίζεται τρίτον την εβδομάδα.
Αυτός, ο κόλπος του έγεμε φθείρας αμυγδαλάτας,
και τώρα τα υπέρπυρα γέμει τά μανοηλάτα.
Και πείσθητι γεροντικοίς και πατρικοίς μου λόγοις,
και μάθε τα γραμματικά, και ωσάν εσέναν έχει».
     Και έμαθα τα γραμματικά, μετά πολλού και κόπου.
Αφού δε τάχει γέγονα γραμματικός τεχνίτης,
επιθυμώ και το ψωμίν και του ψωμιού την μάναν’
υβρίζω τα γραμματικά, λέγω μετά δακρύων:
Ανάθεμαν τα γράμματα, Χριστέ, και οπού τα θέλει!
ανάθεμαν και τον καιρόν και εκείνην την ημέραν
καθ’ ήν με παρεδώκασιν είς το διδασκαλείον,
προς το να μάθω γράμματα, τάχα να ζω απ’ εκείνα!
Εδάρε τότε αν μ’ έποικαν τεχνίτην χρυσοράπτην,
απ’ αυτούς όπου κάμνουσι τα κλαπωτά και ζώσι,
και έμαθε τέχνην κλαπωτήν την περιφρονημένην,
ού μη ήνοιγα το αρμάριν μου και ηύρησκα ότι γέμει
ψωμίν, κρασίν πληθυντικόν και θυννομαγειρίαν,
και παλαμιδοκόμματα και τσίρους και σκουμπρία;
παρού ότι τώρα ανοίγω το, βλέπω τους πάτους όλους
και βλέπω χαρτοσάκουλα γεμάτα τα χαρτία.
Ανοίγω την αρκλίτσαν μου να εύρω ψωμίν κομμάτιν,
και ευρίσκω χαρτοσάκουλον άλλο μικροτερίτσιν.
Απλώνω εις το περσίκι μου, γυρεύω το πουγκίν μου,
διά στάμενον το ψηλαφώ, και αυτό γέμει χαρτία.
Αφού δε τάς γωνίας μου τάς όλας ψηλαφήσω,
ίσταμαι τότε κατηφής και απομεριμνημένος,
λιποθυμώ και ολιγωρώ εκ της πολλής μου πείνας’
και από την πείναν την πολλήν και την στενοχωρίαν
γραμμάτων και γραμματικών τα κλαπωτά προκρίνω.
Την κεφαλήν σου, δέσποτα, είς τούτο τι με λέγεις;
Αν έχω γείτονα τινά και έχει παιδίν αγόριν,
να τον ειπώ ότι «μάθε το γραμματικά να ζήση» ;
αν ού τον είπω «μάθε το τσαγκάριν το παιδίν σου»,
παρακρουνιαροκέφαλον πάντες να με ονομάσουν!
Και άκουσον την βιοτήν τσαγκάρου, και να μάθης
την βρώσιν και ανάπαυσιν την έχει καθ’ εκάστην.
Γείτονα έχω πετσωτήν, ψευδοτσαγκάρην τάχα,
πλήν ένι, καλοψωνιστής, ένι και χαροκόπος.
Όταν γάρ ίδη την αυγήν περιχαρασσομένην,
ευθύς: «Άς βράση το θερμένω, λέγει προς το παιδίν του,
και: «Να, παιδίν μου, στάμενον εις τα χορδοκοιλίτσια,
αγόρασε και βλάχικον σταμεναρέαν τυρίτσιν,
και δός με να προγεύσωμαι, και τότε να πετσώνω».
Αφού δε κλώση το τυρίν και τα χορδοκοιλίτσια,
κάν τέσσερα τον δίδωσι γεμάτα εις το μουχρούτιν,
και πίνει τα και ερεύγεται. Κερνούν τον άλλον ένα,
και παρευθύς υπόδημαν επαίρνει και πετσώνει.
Όταν δε πάλιν, δέσποτα, γεύματος ώρα φθάση,
ρίπτει το καλαπόδιν του, ρίπτει και το σανίδιν
και το σουγλίν και το σφετλίν και το σφηκώματά του,
και λέγει την γυναίκαν του: «Κυρά, καθές τραπέζιν’
και πρώτον μίσσσον το εκζεστόν, δεύτερον το κρασότατον,
και τρίτον το μονόκυθρον, πλήν βλέπε να μη βράζη!»
Αφού δε παραθέσουσι και νίψεται και κάτση,
ανάθεμά με, βασιλεύ, όταν στραφώ και ιδώ τον
το πώς ανακομπώνεται κατά της μαγειρίας,
αν ού κινούν τα σάλια μου και τρέχουν ως ποτάμιν.
Αυτός γαρ εμπουκώνεται, κλώθει την μαγειρίαν,
και εγώ υπάγω και έρχομαι πόδας μετρών των στίχων.
Αυτός χορταίνει το γλυκύν εις το τρανόν  μουχρούτιν,
και εγώ ζητώ τον ίαμβον, γυρεύω τον σπονδείον,
γυρεύω τον πυρρίχιον και τα λοιπά τα μέτρα’
αλλά τα μέτρα που ωφελούν την άμετρόν μου πείναν;
Έδε τεχνίτης στιχιστής εκείνος ο τσαγκάρης’
ειπέ το Κύριε ελέησον, και ήρξατο ρουκανίζειν.
Εγώ, δε, φεύ της συμφοράς! Πόσους να πλέξω στίχους,
πόσους να γράψω κάλλιστα, πόσους να λαρυγγίσω,
να τύχω μου του λάρυγγος της άκρας θεραπείας.
     Ώρμησα τάχατε καγώ το να γενώ τσαγκάρης,
μη να χορτάσω το ψωμίν το λέγουν αφρατίτσιν,
αλλά το μεσοκάθαρον το λέγουσι της μέσης,
το επιθυμούν γραμματικοί και καλοστιχοπλόκοι.
Και τέως γυρεύων ηύρηκα και ταρτερόν οκάπου,
Και εδώκα το και ηγόρασα σουγλίν από τσαγκάρην,
και ως ήσαν τα καλίγια μου πλήρης εξεσχισμένα,
επιάσα τάχατε μικρόν να τα περισουφρώσω’
και κρούω σουγλέαν το χέριν μου και εδιέβην απεκείθε,
και ως πρήσμαν εκ του κρούσματος  γέγονα τη χερί μου,
και ολόκληρον εδιάβασα μήναν εις τον ξενώνα.
     Αν έμαθον την ραπτικήν εντέχνως επιστήμην,
Μετά βελόναν ταρτερού και ράμματα σταμένου,
και ψαλιδόπουλον μικρόν, να ήμην οικοδεσπότης’
αν γαρ εγυρίζετο ράψιμον εις τον κόσμον,
οκάποιας τέως γειτόνισσας ρούχον να παρελύθην,
και παρευθύς να μ’ έκραξεν: «Δεύρο, τεχνίτα, δεύρο,
να, κέντησον το ρούχον μου και έπαρ’ το ραπτικόν σου».
     Αν ήμην παραζυμωτής ή δουλευτής μαγκίπου,
προφρούρνια κάν να εχόρταινα, και ωσάν εμέναν είχεν.
‘Ως γαρ εδιάβαινα προχθές οκάπου, εις μαγκιπείον,
ηύρηκα την μαγκίπισσαν έσωθεν ισταμένην
και τοις χερσί κατέχουσαν άσπρον σεμιδαλάτον,
απόξυσμα τριπτούτσικον και ερουκάνιζέν το’
ένδον εισήλθον παρευθείς και προς εκείνην λέγω:
«Κυρά, κυρά μαγκίπισσα, το πώς ακούεις ούκ οίδα,
εία δές και εμέ τριπτούτσικον δαμίν να ρουκανίσω».
Απόκρισιν δ’ ουκ εδωκεν η τρισαθλία όλως,
και ως είδα το ασυνείδητον και το ανυπόληπτόν της
στενάζων και λυπούμενος άλλην διέβην ρύμην.
     Αν ήμην οξυγαλατάς, το οξύγαλον να επώλουν,
την τσούκαν του οξυγάλακτος εις ώμον μου να εβάστουν,
από ψυχής να εστρίγγιζα, περιπατών να ελάλουν;
«Επάρετε δρουβανιστόν εξύγαλον γυναίκες!»,
και εκείναι ως το χρήζουσι συντόμως να εξεπώλουν.
     Καταβλαττάς αν έμαθον και σηκωτής αν ήμην,
ως σηκωτής να εδούλευα την άπασαν ημέραν,
και το βραδύ να μ’ έδιδαν μεγάλην κομματούραν,
το άσπρον εμποτόπουλον γεμάτον κρασοβόλιν
και μονοκύθρου μερτικόν εκ τα λαπαριμαία’
και καν μετά το σχόλασμαν να έπιανα την λαπάραν,
και να την έκρουα κοπετόν, ως και το δίκαιον είχε.
     Κεντίκλας κάν αν έμαθα και τους πιπεροτρίπτας
οδοιπορών να εστρίγγιζα, περιπατών τας ρύμας:
«Κυράδες, χειρομάχισσες, καλοοικοδεσποινές μου,
Προκύψατε, βηλαρικάς επάρετε κεντίκλας,
και τους πιπεροτρίπτες μου, να τρίβετε πιπέριν!»
Και ως είν’ καλοοικοδέσποινες οκάποσες γυναίκες,
και τας κεντίκλας να έπαιρναν και τους πιπεροτρίπτας….
     Γείτοναν έχω κοσκινάν, φάρσωμα μας χωρίζει,
και βλέπω την ιστίαν του πως συχνοφακλαρίζει,
και πως πολλάκις των κρεών την τσίκναν απολύει’
πώς δ’ αύ εις την ανθρακιάν την φοβεράν εκείνην
κείμενα βλέπω, βασιλεύ, τα πλήθη των ιχθύων’
και εγώ τσικνώνω δια ψωμίν, ζητώ και ουδέν με δίδουν,
αλλ’ ονειδίζουν άπαντες και καθυβρίζουσί με,
λέγοντες: «Φάγε γράμματα και χόρτασε, παπά μου,
και τρώγε μυριεμπύρετος, εκ τα γραμματικά σου,
έκβαλε τα παπαδικά και γένου προσχεράρης».
Σοί δε συμβούλω χρώμενος, δέσποτα τι μοί λέγεις;
Ελπίζω το σόν έλεος να με χειραγωγήση,
και να εύχωμαι τα σκήπτρα σου μέσης από καρδίας,
σκήπτρα κρατήσης, κράτιστε, γης πάσης και θαλάσσης.

Σημείωση:
Τα αποκαλούμενα Προδρομικά Ποιήματα, μια και εντάσσονται τα πλείστα από αυτά στο γενικό corpus ποιημάτων που συνέγραψε ο γνωστός μας Θεόδωρος Πρόδρομος, γνωστός  βυζαντινός λόγιος και συγγραφέας της εποχής της δυναστείας των Κομνηνών (1081-1185),  είναι αυτοτελής θεματικές ιστορίες, σάτιρες ή παρωδίες που παρωδούν, σατιρίζουν, καυτηριάζουν, λοιδορούν, και εν μέρει χλευάζουν την βυζαντινή κοινωνία και τους ανθρώπους της εποχής των και καταστάσεις, κυρίως, τους ιερείς και τους μοναχούς, που ήσαν σε πληθυσμιακή αφθονία σχεδόν σε όλη την διάρκεια της βυζαντινής αυτοκρατορίας.. Σίγουρα προέρχονται ή αμυδρά μας θυμίζουν, τους αρχαίους έλληνες εθνικούς κωμικούς και ιδιαίτερα τον Αριστοφάνη, χωρίς όμως να διαθέτουν την δική του αιχμηρότητα του σατιρικού του λόγου, την πολιτική του σπιρτάδα και κοινωνική κριτική, και να οικοδομούν την τέχνη της κωμωδίας στην μεσαιωνική γεωγραφικά ελλάδα και τον  ευρύτερο χώρο της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Είναι ποιήματα λαϊκά, διαθέτουν χάρη και αυθεντικότητα, είναι απροσποίητα και έχουν αφέλεια και τονισμούς πειράγματος και σε σημεία τους παιχνιδίζουν ειρωνικά, τα οποία προέρχονται από τις απαρχές της ελληνικής μεσαιωνικής δημώδους λογοτεχνίας, όπου βλάστησαν και καρποφόρησαν τα λεγόμενα Ακριτικά Τραγούδια, και το γνωστότερο από όλα, το έπος του Διγενή Ακρίτα. Περίπου τον 11ο αιώνα μ. χ. αιώνα. Ένα διεθνής απήχησης πατριωτικό και εθνικό έπος, το οποίο αποτελεί το πρώτο γραπτό μνημείο της νεότερης ελληνικής γραμματείας. Ένα λαϊκό έπος, που διαθέτει λογοτεχνική δομή, ύφος, ταυτότητα και δράση. Τα Προδρομικά στιχουργήματα, είναι μάλλον γραμμένα στο ύφος του Θεόδωρου Προδρόμου όπως μας έχουν μιλήσει για αυτά οι διάφοροι έλληνες και ξένοι μελετητές των έργων της εποχής αυτής.  Μας έχουν διασωθεί σε αρκετά χειρόγραφα που έχουν εκδοθεί και επιμεληθεί από επιστήμονες διεθνούς εμβέλειας. Ο πρώτος που εξέδωσε δύο από τα Προδρομικά ποιήματα, είναι ο δάσκαλος του γένους ο Αδαμάντιος Κοραής στα Άτακτά του. Το ενδιαφέρον σε αυτά τα λαϊκά και αυθεντικού χαρακτήρα σατιρίσματα, βρίσκεται στην γλώσσα στα οποία είναι γραμμένα. Είναι η ενδιάμεση γλώσσα μετά την γλώσσα την ελληνική της ελληνιστικής εποχής, και η οποία έχει πλέον διαμορφωθεί και έχει αποκτήσει την δομή και την φόρμα της. Είναι μια γλώσσα καθόλου πεποιημένη, δεν θυμίζει σχεδόν καθόλου την αρχαία ή την αρχαίζουσα, έχει τους δικούς της κανόνες και ρυθμολογία, είναι πολυσύνθετη, υιοθετεί στις καταλήξεις της το τελικό  ν, χρησιμοποιεί συνήθως τις μετοχές, τις δοτικές κλπ., ανάλογα με το θέμα της εξιστόρησης που αναφέρεται υιοθετεί και το αντίστοιχο λεξιλόγιο, αλλά και δεν αποκλείει και μέσα στο σώμα της λέξεις και πτώσεις που προέρχονται από την αρχαία κλασική. Σίγουρα, πολλές από τις λέξεις των Πτωχοδρομικών ποιημάτων μας είναι άγνωστες και ίσως τις ακούμε για πρώτη φορά, ή τουλάχιστον δεν τις χρησιμοποιούν στα μεγάλα αστικά κέντρα. Αφορούν επαγγέλματα και καταστάσεις κοινωνικές της επαρχίας και της υπαίθρου.  Η γλώσσα αυτή όμως, έτσι όπως διαμορφώνεται την περίοδο αυτή της βυζαντινής αυτοκρατορίας, όταν ήδη η αυτοκρατορία έχει αποκτήσει τα ελληνικά της χαρακτηριστικά και έχει εδραιωθεί στις συνειδήσεις των ανθρώπων η ελληνική τους ταυτότητα σε συνδυασμό με την χριστιανική πίστη της καθ’ ημάς ανατολής, με ότι αυτό συνεπάγεται στην κατοπινή πορεία και εξέλιξη της ρωμιοσύνης, εμπεριέχει όλα εκείνα τα δομικά στοιχεία τα οποία θα οικοδομήσουν την νέα ελληνική γλώσσα και ντοπιολαλιά των διαφόρων ίσως περιοχών του ελληνικού χώρου. Αν συνδυαστεί δε και με τα άλλα κείμενα της δημώδους μεσαιωνικής γραμματείας έχουμε ένα πανόραμα βίου, κοινωνικών αντιδράσεων και πιστεύω των ανθρώπων της εποχής. Τα ποιήματα αυτά πέρα από τον καθαρά ευτράπελο χαρακτήρα τους, πέρα από τον παρωδικό τους τόνο, είναι στιχουργήματα με φιλοσοφία ζωής, παροιμιακής πρόθεσης, διδακτικά, αυτό που αποκαλούμε ψυχωφελή, και πάνω από όλα, καθόλου μα καθόλου πεποιημένα. Εκτός από τους μοναχούς, τα βέλη τα σατιρικά, περιλαμβάνουν και το γυναικείο φύλο με όλες τους τις κοινωνικές αντιδράσεις και εγωτικές συμπεριφορές. Το βλέμμα που καυτηριάζει τα κακώς οικογενειακά και κοινωνικά κείμενα είναι αντρικό. Πολλές από τις λέξεις των δημοτικών αυτών ποιημάτων, τις αναγνωρίζουμε στο σημερινό μας λεξιλόγιο και στην καθημερινή μας ομιλία. Πράγμα που μας δείχνει ότι, τουλάχιστον στο θέμα της γλώσσας, η συνέχεια της ιστορικής παράδοσης των ελλήνων συνεχίζεται από την εποχή των Πελασγών (;) μέχρι την εποχή των ηλεκτρονικών υπολογιστών και των τάμπλετ.
Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς, 28 Μαρτίου 2018

Σημεία των πολιτικών καιρών:
 Ημείς οι πτωχοί τω πνεύματι αυτό το κείμενο θα διαβάζαμε την εύσημον ημέρα της Ποιήσεως εάν και εφόσον μας προσκαλούσαν οι εκδοτικοί και εμπορικοί παράγοντες της ποίησης, οι εθνοπατέρες συγγραφείς του πανεπιστημιακού χώρου, της ανοθεύτου γλωσσικής καθαρότητος, να αναγνώσομεν  μακροσκελές ποίημα, και ουχί ποιημάτιον τι, προς τέρψιν του φιλοθεάμονος κοινού των Ο.  Χωρίς τόνο παρακαλώ μην μπερδευτούν με τους 72 παλαιούς μεταφραστάς.
 Άχ! πόσα χρόνια έχει να μου προσφέρει και εμέ ανήρ τις, άσπρο ευωδιάζον τριαντάφυλλο. Παρμένο από το σώμα της παράδοσης το ορθόδοξο κορμάκι της νιότης
• Τι να σας πω βρε Έλληνες απόγονοι των Κολοκοτρωναίων, του Μάρκου Μπότσαρη και του Νικηταρά του Τουρκοφάγου, μικρά τσολιαδάκια των μπρελοκ της τουριστικής ανάπτυξης, που βδελύσσεστε τον ιστορικό Θάνο Βερέμη και τον συγγραφέα Πέτρο Τατσόπουλο με τα αντεθνικά ντοκιμαντέρ τους στο Σκάϊ για την επανάσταση του 1821. Που  διαβάζετε μόνο τα Οράματα και Θάματα του μπάρμπα Γιάννη Μακρυγιάννη, Να Δω τα καημένα γαϊδουράκια των νησιών μας με POS να κόβουν απόδειξη στους τουρίστες, και να πάω να ανάψω το καντηλάκι της ποιήτριας Αλίκης Νικολαϊδου, της γραμματέως του αντιπροέδρου της επαράτου με το μυστρί, με τις τηλεοπτικές της εκπομπές στην ΥΕΝΕΔ εθνικής ανατάσεως, με τα μεγάλα άσπρα σκουλαρίκια της και το περμανάντ ξανθό μαλλάκι  της. Να κόβουν απόδειξη POS και οι ιερείς με την ομπρέλα στα νεκροταφεία, like Μαίρη Πόπινς,  αυτοί που κάνουν ευχέλαιο στα σπίτια, τα πολιτικά κόμματα και οι πολιτικοί που δέχονται δωρεές από διαφόρους φίλους τους και χορηγίες, οι καλλιτέχνες που επ’ αμοιβή συμμετέχουν σε πολιτιστικές εκδηλώσεις. Όχι μόνο να φορτώσετε τα βάρη στους καημένους τους γαϊδαράκους, αρκετούς ανθρώπινους μπόγους σηκώνουν εξασκώντας τα επαγγελματικά τους χρέη, που στο κάτω-κάτω, δεν τους αναλογούν.
• Φρυκτή και απάνθρωπη η εικόνα που είδαμε στις οθόνες των τηλεοράσεων, αυτά τα καλοκάγαθα ορθόδοξου ήθους και πατριωτικού φρονήματος νεαρά αντράκια- στρατιωτάκια, αυτούς τους τρείς ελληναράδες που βασάνισαν το μικρό και φοβισμένο σκυλάκι, και το πέταξαν πάνω από τον φράκτη και φωτογράφιζαν τις πράξεις τους. Να τους θυμίσεις το σύντροφο σκυλί του  Ομηρικού Οδυσσέα τον Άργο ή τον Φλοξ της ταινίας οι Γερμανοί ξανάρχονται. Δεν άκουσα καμιά αρά, κανένα σχόλιο, καμιά καταδίκη από τα λαλίστατα χείλη των δύο τουλάχιστον αρχιερέων. Να βγάλουν μια ανακοίνωση οι νεολαίες των κομμάτων, όπως έβγαλαν για να υπερασπιστούν τα 100 και πάνω καλόπαιδα που έκαναν φασόν αντιγραφή σε πανεπιστήμιο της Πάτρας. Και οι έλληνες αυτοί θα κάνουν οικογένεια, και θα αγαπήσουν την σύζυγό τους και τα παιδιά τους πραγματικά, ή αυτά των άλλων συγγενών τους; Θα διεκδικήσουν τα πολιτικά και εργασιακά τους δικαιώματα χωρίς βία; Θα λύσουν τις κοινωνικές διαφορές τους ειρηνικά; Ένα ακόμα παράδειγμα του ελληνικού κοινωνικού και εθνικού μας φρονήματος, της έκπτωσης των ατομικών μας δήθεν πατροπαράδοτων ανθρωπιστικών αξιών. Μπούρδες που θα έλεγε και η Σαπφώ Νοταρά. Κατά τα άλλα, μόνο αυστηρά μηνύματα ξέρουμε να στέλνουμε στους πάντες. Να κάνουμε ανέξοδες υποδείξεις και να μιλάμε για ενότητα και σύμπνοια. Η σύγχρονη των ημερών μας αποτυχία της θρησκείας, της εκκλησίας, της πολιτικής, της νομικής επιστήμης, της τέχνης, του πολιτισμού. Άχρηστα πράγματα σε πολλές μα πάρα πολλές ελληνικές της φάρας μου συνειδήσεις, καθημερινές πρακτικές και κοινωνικές συμπεριφορές που δεν συνάδουν ούτε με την ελληνική παράδοση ούτε καν με τα μεγάλα λόγια περί κλασικού μεγαλείου, περί πολιτιστικού φωτισμού των δυτικών, περί μόνης αληθινής και πραγματικής πίστης, περί διδαγμάτων ημών των ελλήνων στον κόσμο, και άλλες περίτρανες μεγαλαυχίες για εσωτερική και μόνο κατανάλωση. Η ανακοίνωση του δικηγόρου που θα τους υπερασπιστεί μας δηλώνει του λόγου το αληθές. Κρίμα σε όλους μας.
• Θα θέλαμε να γνωρίζαμε ποιοι είναι αυτοί οι έλληνες και οι ελληνίδες που πηγαίνουν στα Σκόπια να παίξουν στο καζίνο, να αγοράσουν διάφορα καταναλωτικά προϊόντα και για ιατρικές υπηρεσίες, και να ξέραμε την άποψή τους για το όνομα της γειτονικής αυτής χώρας. Και, τους 1500 έλληνες και ελληνίδες που έκαναν εμπάργκο στα τούρκικα προϊόντα και δεν μεταβαίνουν πλέον για τα ψώνια τους στην Αδριανούπολη όπως δήλωσε ευτραφής κυρία κάνοντας την «αυτοκριτική της»-για πόσο  χρονικό διάστημα αλήθεια ; -τώρα που κρατούν ομήρους ακόμα τους δύο έλληνες στρατιώτες.
• Ευχάριστη έκπληξη η επαναφορά των Δέκα Μικρών Μήτσων του κυρίου Λάκη Λαζόπουλου στον Αντένα. Άφησαν εποχή όταν για πρώτη φορά παρουσιάστηκαν. Δίδαγμα της τότε πολιτικής σάτιρας. Όλοι οι χαρακτήρες του ταλαντούχου ηθοποιού και σεναριογράφου είναι εξαιρετικοί. Κρίμα που αργότερα κατέφυγε σε μια μάλλον χυδαιολογία.. Αν υποψιαστώ ότι δεν θα είναι ισάξιας ποιότητας οι νέοι Μήτσοι θα αλλάξω κανάλι.
• Εντάξει ο πολυγραφότατος συγγραφέας κύριος Βασίλης Βασιλικός, αλλά ο αγαπημένος θεατρικός συγγραφέας Γιώργος Μανιώτης τι πιστεύει ότι θα προσφέρει στην ελληνική πολιτική σκηνή συντασσόμενος με τον κύριο Γιάνη Βαρουφάκη. Ίσως ότι ο φιλόσοφος Στέλιος Ράμφος. Την ανάδειξη στην πρωθυπουργία του Κυριάκου. .
• Ευαγγελίζου χαρά μεγάλη, τιμημένα ελληνικά νιάτα του σερβάιβορ, των τηλεπαιχνιδιών και των άπειρων εκπομπών μαγειρικής, (εν τέλει ποιος τα τρώει όλα αυτά τα φαγητά και τα γλυκά εμείς, ή τα στέλνουμε ντιλίβερι στην λεγεώνα των ξένων)  η πατρίς δεν τελεί εν κινδύνω, ο πετίτ Αλέξης από τα Ψαρρά ελάλησε. Αυτά είπε η έγκυρος ΕΡΤ και ο ανταποκριτής της Άλκης Στέας. Ευτυχείτε.