Κυριακή, 4 Μαρτίου 2018

ΤΟ ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΚΩΣΤΗ ΠΑΛΑΜΑ


ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ-ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ
         Αθήνα 1898 – Λονδίνο, Αγγλία 9/5/1980

ΤΟ ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΚΩΣΤΗ ΠΑΛΑΜΑ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΓΑΛΛΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ
ΛΕΑΝΔΡΟΥ Κ. ΠΑΛΑΜΑ
ΑΘΗΝΑ
ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟ «ΕΣΤΙΑ» 1931
Σελίδες 32, διαστάσεις 14,5Χ20, Ευρώ 6

     Καθώς ανατρέχω συχνά στο ποιητικό έργο του Κωστή Παλαμά, ξαναδιάβασα το μικρό μελέτημα του ποιητή και πολιτευτή Αλέξανδρου Εμπειρίκου-Κουμουνδούρου, «ΤΟ ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΚΩΣΤΗ ΠΑΛΑΜΑ» που εκδόθηκε πριν 87 σχεδόν χρόνια από τις εκδόσεις «ΕΣΤΙΑ». Μια συνοπτική ερμηνεία του μέχρι τότε έργου του ποιητή γραμμένη στα γαλλικά και μεταφρασμένη από τον γιό του ποιητή, ποιητή Λέανδρου Κ. Παλαμά.
     Τον πολιτευτή και διπλωμάτη, συγγραφέα και ποιητή Αλέξανδρο Εμπειρίκο-Κουμουνδούρο (1898-9/8/1980) τον συνάντησα στις αναγνωστικές μου διαδρομές, όταν έδωσα παλαιότερα μία διάλεξη για την λογοτεχνία στην Αίθουσα Μαρία Φαλαγγά στην Αθήνα, εκεί θυμάμαι κάποια κυρία, είχε την καλοσύνη να μου προσφέρει ένα μικρό βιβλιαράκι της Μαρίας Φαλαγγά-Γεωργίου: Αλέξανδρος Εμπειρίκος-Κουμουνδούρος. Η ζωή του το έργο του και μεταφράσεις ποιημάτων του» Το μικρό αυτό μελέτημα είχε εκδοθεί από το τυπογραφείο και τις εκδόσεις Μαυρίδη 1984. Τον γνωστό εκδοτικό οίκο που εκδίδει και τον ετήσιο τόμο «Φιλολογική Πρωτοχρονιά» από τα τέλη της δεκαετίας του 1940. Θυμάμαι το είχα διαβάσει με ενδιαφέρον-για να πω την αλήθεια-εξαιτίας του επιθέτου Εμπειρίκος που έφερε στην σκέψη μου την γνωστή εφοπλιστική οικογένεια από την Άνδρο και φυσικά τον υπερρεαλιστή ποιητή και φωτογράφο γνωστό σε όλους μας Ανδρέα Εμπειρίκο και το έργο του. Στο μικρό αυτό μελέτημα της είχα διαβάσει και ποιήματα του ποιητή Εμπερίκου μεταφρασμένα από την Μαρία Φαλαγγά.  Η ποιήτρια και δοκιμιογράφος Μαρία Φαλαγγά-Γεωργίου υπογράφει και το εκτενές άρθρο-λήμμα για τον Αλέξανδρο Εμπειρίκο, δίνοντάς μας χρήσιμες και απαραίτητες πληροφορίες, στην «Λογοτεχνία των Ελλήνων» τόμος 6ος σελίδα 431-433, των εκδόσεων Χάρη Πάτση χ.χ. που μαζί με την κατοπινή μελέτη της, στηρίχτηκαν οι μεταγενέστεροι μελετητές του έργου και της ζωής του Αλέξανδρου Εμπειρίκου-Κουμουνδούρου. Στο ίδιο λήμμα δημοσιεύονται και τα ποιήματα του ποιητή «ΓΙΓΑΝΤΕΣ ΣΤΥΛΟΙ», «ΣΤΗΝ ΑΝΔΡΟ», «Ο ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΑΠΟΛΛΩΝΑ» «ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ» και μέρος του προλόγου του από την μελέτη του «ΚΡΗΤΙΚΗ ΣΧΟΛΗ» μεταφρασμένα επίσης από την Φαλαγγά. Σποραδικά συναντούσα το όνομά του σε παλαιά τεύχη του κλασικού περιοδικού Νέα Εστία από κρίσεις του Κωστή Παλαμά, του Κλέωνος Παράσχου, του Μιχαήλ Στασινόπουλου, χωρίς όμως να έχω κατορθώσει να βρω βιβλία του και να τα μελετήσω. Σε βιβλιοθήκη δημόσια που ανέτρεξα είχαν άγνοια. Η ενασχόλησή του με την κρητική ζωγραφική πάντα εξιτάριζε τη σκέψη μου. Έφερνε τηρουμένων των συγγραφικών αναλογιών στο νου μου τον πεζογράφο και κριτικό Παντελή Πρεβελάκη και τις μελέτες του για θέματα εικαστικού ενδιαφέροντος. Τον βρήκα ξανά μπροστά μου όταν διάβασα το δίτομο έργο του πρώην προέδρου της ελληνικής δημοκρατίας, φιλόσοφου και συγγραφέα, μεταφραστή και πολιτικού Καντιανού Κωνσταντίνου Τσάτσου «ΛΟΓΟΔΟΣΙΑ ΜΙΑΣ ΖΩΗΣ», εκδόσεις «ΟΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΩΝ ΦΙΛΩΝ»-Αθήνα 2001, του συγγραφέα, ποιητή, μεταφραστή και εκδότη πολιτισμένου ατόμου Κώστα Τσιρόπουλου, που εξέδιδε μέχρι πριν μερικά χρόνια το γνωστό περιοδικό «Ευθύνη». Στους δύο τόμος των προσωπικών του αναμνήσεων ο Κωνσταντίνος Τσάτσος,-σύζυγος της ποιήτριας Ιωάννας Τσάτσου αδερφής του ποιητή Γιώργου Σεφέρη-με  ευαισθησία, τρυφερότητα και συγκίνηση, αντικειμενική ματιά, έχοντας πλέον την απόσταση και τη σιγουριά του χρόνου με το μέρος του, που τον χωρίζει από τα συμβάντα και τα άτομα που καταγράφει, με βλέμμα καθαρό, διάθεση στοχαστική, λόγο σπαθάτο και ύφος κρυστάλλινο, μας μιλά όπως μας δηλώνει και ο τίτλος του έργου, για το ταξίδι της ζωής του μέσα στον χρόνο, σε τόπους και πρόσωπα του οικογενειακού και φιλικού του περιβάλλοντος που συνδέθηκε μαζί τους και διαμόρφωσαν κατά κάποιον τρόπο και την προσωπική του πορεία. Μας μιλά για το οικογενειακό της καταγωγής του δέντρο, για παλαιές του παιδικές και εφηβικές φιλίες, για γυναικείες παρουσίες, για άτομα από τον χώρο της πολιτικής και της τέχνης. Για πρόσωπα που ταίριαζαν στην ιδιοσυγκρασία και φιλοσοφία του χαρακτήρα του και ανήκαν στον στενό φιλικό του κύκλο και σε αυτά που τον πίκραναν. Μέσα σ’ αυτή την μικρή πινακοθήκη των φιλικών του προσώπων, ο Κωνσταντίνος Τσάτσος (που οι παλαιοί των θυμούνται από την γνωστή γελοιογραφία του Φωκίωνος Δημητριάδη εξαιτίας της παράστασης των «Ορνίθων», αλλά και οι νεότεροι από την εξαιρετική συνέντευξη στην δημόσια τηλεόραση που έδωσε στον συγγραφέα Νίκο Δήμου) σκιαγραφεί και το πορτραίτο ζωής και τον χαρακτήρα του παιδικού του φίλου ποιητή και δοκιμιογράφου Αλέξανδρου Εμπειρίκου-Κουμουνδούρου, χωρίς να παραλείψει να αναφερθεί και στο συγγραφικό του έργο. Η προσωπικότητα του χαρακτήρα του μας παρουσιάζεται στον πρώτο τόμο του έργου και το σχετικό κεφάλαιο που φέρει το όνομά του «Αλέξανδρος Εμπειρίκος» στις σελίδες 138 έως 146 κυρίως, υπάρχει ακόμα ασπρόμαυρη ένθετη ολοσέλιδη φωτογραφία του. Είναι η δεύτερη μάλλον πηγή πληροφοριών του ποιητή Αλέξανδρου Εμπειρίκου-Κουμουνδούρου, της οικογένειάς του και του έργου του που γνωρίζω, και μάλιστα από πρώτο θα γράφαμε χέρι, από ένα πρόσωπο που τον γνώρισε και συναναστράφηκε από κοντά. Τα στοιχεία της ιδιοσυγκρασίας του ατόμου Αλέξανδρου Εμπειρίκου-Κουμουνδούρου που μας παρέχει ο εξομολογητικός-φιλοσοφικός λόγος του Κωνσταντίνου Τσάτσου καλύπτουν εν μέρει τα κενά για τον Αλέξανδρο Εμπειρίκο μέχρι τον βιολογικό του θάνατο τον Μάϊο του 1980.
     Ο πρώην πρόεδρος της ελληνικής δημοκρατίας μας μιλά για τον χαρακτήρα του φίλου του ακριβοδίκαια, με αγάπη και νοσταλγία. Τον περιγράφει σαν έναν δύσκολο και δύστροπο χαρακτήρα, γυναικά, σαρκολάγνο, κάπως μονόχνοτο και μπερμπάντη. Έναν πλούσιο έλληνα που προέρχονταν από ευκατάστατη γνωστή εφοπλιστική οικογένεια και που το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του το πέρασε στο εξωτερικό δημιουργώντας την δική του οικογένεια. Παντρεύτηκε δύο φορές, ασχολήθηκε με την πολιτική και πέθανε στο εξωτερικό. Δεν παρέλειψε όμως να μας μιλήσει και για την ευαίσθητη πλευρά της προσωπικότητας του παιδικού του φίλου, τις συναντήσεις τους, την αλληλογραφία που διατήρησαν έως το τέλος του επίγειου βίου του εύπορου ποιητή. Ο εξομολογητικός και φιλικός λόγος του Κωνσταντίνου Τσάτσου στέκεται και στο έργο του, χωρίς να προβαίνει σε λεπτομερειακές αναλύσεις του ή ειδικές ερμηνείες. Η  θέση του συγγραφέα ότι: «Υπάρχουν μερικοί άνθρωποι που είναι μοίρα τους να μένουν πάντα απομονωμένοι, και ζωντανοί και νεκροί» σελίδα 145, εικονογραφεί με τον καλύτερο τρόπο την άγνοια που έχουν οι περισσότεροι έλληνες για τον ποιητή και συγγραφέα αυτόν. Δυστυχώς δεν έχω πλέον στην βιβλιοθήκη μου το μελέτημα της Μαρίας Φαλαγγά ώστε να κάνω τις σχετικές συγκρίσεις ή συμπληρώσεις για τον ποιητή, ούτε από ότι θυμάμαι ένα μελέτημα που κυκλοφορούσε κάποτε στο εμπόριο για την Οικογένεια των Εμπειρίκων. Οι γνώσεις μου περιορίζονται στα μάλλον ελάχιστα λήμματα που υπάρχουν για αυτόν στις εγκυκλοπαίδειες σε ορισμένα λογοτεχνικά λεξικά και σε σπάνια παλιότερη κριτικογραφία και σχολιογραφία. Και ακόμα, στο μικρό μελέτημά του για τον ποιητή Κωστή Παλαμά που συνάντησα και αγόρασα σε πολύ χαμηλή τιμή παλαιότερα σε παλαιοπωλείο.
     Ας δούμε τι αναφέρει σχετικά ο Κωνσταντίνος Τσάτσος:
«Για τον Αλέξανδρο έγραψα στο κεφάλαιο που το χαρακτήρισα σαν μυθολογική περίοδο της ζωής μου. Γνωρισθήκαμε όταν ήμουνα εγώ δέκα και αυτός ένδεκα χρονών, στα θρανία του Σχολείου του Μακρή. Όπως όμως θα παρατήρησαν οι αναγνώστες μου, ως τα δεκαπέντε χρόνια μου η γνωριμία μας ήταν από τις συνηθισμένες παιδικές γνωριμίες, όπου δεν δημιουργείται δεσμός ψυχικός. Μόνο τότε αναπτύχθηκε η φιλία μας πού στάθηκε προσδιοριστικός σταθμός για μένα, αλλά νομίζω και για εκείνον. Κατά κάποιον τρόπο η φιλία αυτή βοήθησε να πλασθούμε, να γίνωμε αυτό που γινήκαμε. Από τα δεκαπέντε ως τα δεκαεννιά μας χρόνια είχαμε επιτυχή μια τέτοια ψυχική ταύτιση, τέτοια ομοφωνία σκέψης, που ίσως μόνο μια φορά αργότερα είχα την ευτυχία να γνωρίσω»… Και συνεχίζει: «Οι χαρακτήρες μας ήταν εντελώς διαφορετικοί. Αυτός αψύς, τραχύς, σκληρός, που εύκολα μισεί και δύσκολα αγαπά. Ήταν χαρακτήρας μονοκόμματος. Και όταν το ίδιο του το συμφέρον του επέβαλε, όπως συνηθέστατα στη ζωή, να γίνει πιο ελαστικός, και τότε έμενε άτεγκτος. Και όταν, πιεζόμενος από τη νοημοσύνη του προσπαθούσε να καμφθή στις πρακτικές ανάγκες της ζωής, το έκανε τόσο ωμά, τόσο αδέξια, ώστε λες καλύτερα να μη το έκαμε. Θα νόμιζε κανείς ότι σε ένα τέτοιο σκληρό και στεγνό χαρακτήρα, τα αισθήματα δεν είχαν τόπο. Η αλήθεια είναι πως υπήρχαν λίγα, και πού δύσκολα γεννιούνταν. Αλλά όσα ριζοβολούσαν σ’ αυτή την πέτρινη καρδιά, αποκτούσαν την διάρκεια και τη σκληράδα της συκιάς. Πολλά και μεγάλα συγχρόνως αισθήματα δεν χωρούν και στην πλατύτερη καρδιά. Τα αισθήματα στις τέτοιες καρδιές δεν σκορπούν σαν άστρα παντού τριγύρω τους το φως, αλλά αφήνοντας μεγάλα σκοτάδια, μόνο σε διαλεχτά σημεία συγκεντρώνουν τις αχτίδες των». Και παρακάτω: «Κατά το 1930 ο Αλέξανδρος πολιτεύθηκε. Βγήκε με το πρώτο βουλευτής Μεσσηνίας ως Αλέξανδρος Κουμουνδούρος και έγινε επί Τσαλδάρη Υπουργός-Διοικητής Ηπείρου». «Ο Αλέξανδρος ήταν έντονα σεξουαλικός τύπος, αλλά όχι ερωτικός όπως ήμουνα εγώ. Και την πρώτη και τη δεύτερή του γυναίκα τις απατούσε με μια σειρά από πρόσκαιρες περιπέτειες. Χρειαζόταν το σαρκικό στοιχείο, χωρίς έρωτα».
     Νομίζω ότι οι ενδεικτικοί αυτοί προσωπικοί χαρακτηρισμοί του Κωνσταντίνου Τσάτσου που παραθέτω από το βιβλίο του «Λογοδοσία μιας ζωής» μας δίνουν με τον εμφανέστερο τρόπο την εικόνα του πολιτικού άνδρα και τον χαρακτήρα του συγγραφέα Αλέξανδρου Εμπειρίκου-Κουμουνδούρου. Ο Κωνσταντίνος Τσάτσος δεν παραλείπει να αναφερθεί και στο συγγραφικό έργο του παιδικού του φίλου. Σημειώνει σε άλλο σημείο του κειμένου του:
«Η πιο σημαντική του προσφορά στην πατρίδα του είναι οι δύο τόμοι για την κρητική λογοτεχνία και την κρητική ζωγραφική της Αναγέννησης.
     Το έργο του καθαρά ποιητικό (λυρική ποίηση, δράμα και κριτική) αξίζει πολύ περισσότερο από πολλών άλλων που τιμήθηκαν στη Γαλλία περισσότερο από αυτόν. Έμεινε πιστός σε αυτό που επιπόλαια λένε ακαδημαϊκή μορφή ενώ στην ουσία, είχε στην ποίησή του ξεπεράσει και τον ρομαντισμό, και τον παρνασσισμό, και τον συμβολισμό. Αλλά δεν ήταν της μόδας. Δεν ανήκε σε κανένα κύκλο. Και έτσι πέρασε το λογοτεχνικό του έργο σχεδόν απαρατήρητο. Μόνο η κριτική του μελέτη για τον Λεκόντ ντέ Λίλ βραβεύθηκε από τη Γαλλική Ακαδημία. Καμιά άλλη διάκριση δεν του έγινε ποτέ. Προσπάθησα να τον κάνω αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας, αλλά και οι δικοί μας λογοτέχνες από αναβολή σε αναβολή ματαίωσαν την προσπάθειά μου. Απόκοσμος, ψυχρός εξωτερικά, δύσκολος, ξένος προς ό,τι γινόταν γύρω, ίσως και ο χαρακτήρας του να αποτελούσε μιάν αφορμή που ο Αλέξανδρος δεν τιμήθηκε όσο άξιζε για ό,τι έκανε στη ζωή του…… Και συνεχίζει: «Από χρόνια τα ποιήματα που έγραψε τα κρατούσε για τον εαυτό του. «Αφού κανείς δεν τα τιμά, αφού κανείς δεν τα διαβάζει, για ποιο λόγο να τα δίνω στη δημοσιότητα». «Η ποίησή μου είναι για τον σημερινό κόσμο ξεπερασμένη». Είχε δημοσιεύσει όμως μερικά χρόνια πριν μια σειρά παραμύθια που είχε γράψει για την κόρη του. Το σκηνικό ήταν το αγαπημένο του Αιγαίο στην εποχή της Φραγκοκρατίας».
Καταληκτικά τέλος, ο παιδικός του φίλος Κωνσταντίνος Τσάτσος κάνει τις εξής παρατηρήσεις για το πνευματικό έργο του Αλέξανδρου Εμπειρίκου-Κουμουνδούρου, επισημαίνοντας την αξία του με έναν τρόπο που μας φανερώνει την αμεροληψία του και την δίκαιη κριτική του. Ενός ανθρώπου των γραμμάτων με πολύχρονη εμπειρία και πείρα:
«Δεν με επηρεάζει η φιλία μου όταν υποστηρίζω ότι για την ποίησή του αλλά και για το υπόλοιπο έργο του έπρεπε να είχε καταλάβει,-αν υπήρχε δικαιοσύνη, αν η φήμη ανταποκρινόταν στην ουσιαστική αξία των πνευματικών ανθρώπων, αν η αξία τους κρινόταν από το ίδιο το έργο και όχι ανάλογα με τα ρεύματα των καιρών,-μια πολύ ψηλότερη θέση στα γαλλικά γράμματα. Ίσως να βρεθή αργότερα κάποιος ερευνητής που θα τον ξεθάψη από τη λήθη και θα τον τιμήση όσο του άξιζε».
      Μετά την φυσική και πνευματική του σκιαγράφηση που μας δίνει ο Κωνσταντίνος Τσάτσος, αναφέρω τα βιβλία που εξέδωσε και δημοσιεύονται στη μικρή του μελέτη για τον ποιητή Κωστή Παλαμά. Στην δεύτερη σελίδα αναφέρονται τίτλοι έργων του γραμμένων απευθείας στα γαλλικά, του δίγλωσσου έλληνα ποιητή. Κάτι που μας υπενθυμίζει την σταθερή πνευματική σχέση των ελλήνων ανθρώπων του πνεύματος με τον Γαλλικό πολιτισμό και παιδεία. Η καλλιέργεια των ελλήνων δημιουργών στους προηγούμενους αιώνες-αλλά και στους νεότερους-στηρίζονταν στην Γαλλική παράδοση, αξίες και κουλτούρα. Το Παρίσι δεν έπαψε να είναι-και δικαίως-στις συνειδήσεις των μορφωμένων ελλήνων η πόλη του φωτός. Αλλά και η Γαλλική κοινωνία αγκάλιαζε ιστορικά πάντα τους έλληνες δημιουργούς και επιστήμονες.
-POEMS DE LEGEE, (Figuiere, editeur) 1922.
-APOLLON ET LE SATYRE, avec une preface d’ Ernest Raynaud (Belles Lettres) 1923.
-POEME FUNEBRE (Editions Sansot) 1925
-L’ EMPEREUR AU NEZ COUPE (Jouve et Cie) 1929
-LES PAYSAGES VIVANTS (Messein, editeur) 1930.
-ETUDES CRITIQUES sur Paul Valery, Paul Claudel, H. de Regnier, etc. (pour paraitre prochainement)
Παρατηρούμε ότι για μία σχεδόν δεκαετία, σε τακτά χρονικά διαστήματα, εκδίδονται στην Γαλλία ποιητικές του συλλογές και μελέτες. Ακόμα, ο Κωνσταντίνος Τσάτσος, μας δίνει την πληροφορία για έναν δραματικό του διάλογο το τελευταίο του έργο «Ιωάννης Χρυσόστομος».
Στο λήμμα για τον συγγραφέα και το έργο του στο «Λεξικό Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» Πατάκης 2007 που υπογράφουν ο Αλέξης Ζήρας και η Χριστίνα Λύσσαρη δίνονται και τα παρακάτω συμπληρωματικά στοιχεία:
«Έγραψε στα ελληνικά και στα γαλλικά. Τραγούδια του Αιγαίου, (1923) (Poemes de lEgee). Απόλλων και Σάτυρος (1925) Les paysages vivants, 1930 (Ζωντανά τοπία). Της Ανατολής και της Δύσης (1943). Ανώφελα ποιήματα (1951) [πμ.]. Ρινότμητος (1929) [θεατρ]. Το ποιητικό έργο του Κωστή Παλαμά (1931). (Physionomies), 1934 Φυσιογνωμίες Leconte de Lisle (1941 Βραβείο Γαλλικής Ακαδημίας) Les etapes de Moreas, 1948 (Οι σταθμοί του Ζαν Μορεάς). La Grece dans la guerre et dans la paix. 1948 (Η Ελλάδα στον πόλεμο και την ειρήνη). La Renaissance cretoise XVIe et XVIIe siecles 1960-1967. Βραβείο Γαλλικής Ακαδημίας (Η κρητική Αναγέννηση 16ος και 17ος αιώνας).  L’ ecole cretoise. Derniere phase de la peinture byzantine, 1967 (Η κρητική σχολή. Η τελευταία φάση της βυζαντινής ζωγραφικής). Vie et institutions du people grec sous la domination ottoman 1975, βραβείο Γαλλικής Ακαδημίας (Βίος και θεσμοί του ελληνικού λαού υπό την οθωμανική κυριαρχία) (δοκ.)
Η ποίηση ποτ εξέδωσε ο νεαρός Ε-Κ, στη Γαλλία αντιμετωπίστηκε πολύ θετικά από τη γαλλική διανόηση. Πιστός του παλαμικού πνεύματος, ο ποιητής επαινέθηκε από τον Κ. Παλαμά για τα Τραγούδια του Αιγαίου, τα οποία «… φωτίζει ο ήλιος της Ελλάδας» και έχουν ψυχή «δωρική». Ως κριτικός εκτιμήθηκε για την ευσυνειδησία και το μέτρο της κρίσης του, την ευρυμάθειά του και την ευαισθησία του».
Αλλά και η ποιήτρια Μαρία Φαλαγγά-Γεωργίου στο λήμμα της που γράφει στην «Λογοτεχνία των Ελλήνων», ένα κείμενο κατατοπιστικό και εκτίμησης για  το έργο του,-που μας δηλώνει σίγουρα και την δική της αγάπη για τον Κωστή Παλαμά, μια και στηρίχτηκε σε κρίσεις του-και θέσεις που δημοσίευσε ο Κλέων Παράσχος, αναφέρει σχετικά τα εξής:
«…Πνεύμα ευρύτατο ο Αλέξανδρος Εμπειρίκος-Κουμουνδούρος, καλλιέργησε όλα σχεδόν τα είδη του λόγου με βαθειά συνείδηση της αξίας του καθενός. Δύο όμως είναι, κυρίως, τα σημαντικά είδη του έργου του: το ποιητικό και το κριτικό (δοκίμια και μελέτες). Έγραψε βέβαια και θεατρικά έργα, όχι όμως κατάλληλα για να παίζονται στο θέατρο, καθώς και κοινωνικές μελέτες τυπωμένες σε βιβλία ή δημοσιευμένες σε διάφορα ξένα περιοδικά, πάντοτε σχεδόν με ελληνικά θέματα. Όταν ο ποιητής ήταν 25 μόλις ετών, εξέδωσε στο Παρίσι την πρώτη ποιητική συλλογή του με τίτλο «Τραγούδια του Αιγαίου» σε παραδοσιακό στίχο. Η συλλογή εκείνη προκάλεσε αίσθηση στους πνευματικούς κύκλους της Γαλλίας. Ο εταίρος του Γαλλικού Ινστιτούτου και καθηγητής της ελληνικής αρχαιολογίας στη Σορβόνη Γουσταύος Φουζέρ παραλλήλισε τότε τον έλληνα ποιητή με τον Σ. Πρυντόμ, τον Λεκόν ντε Λίλ και τον Ερεντιά. «Όποιος δεν γνωρίζει το όνομα και την καταγωγή σας, του έγραψε, αδύνατο να υποψιασθή πως είσθε συγγραφεύς αλλοδαπός». «Το άσμα του νέου Εμπειρίκου, παρατήρησε ο Παλαμάς, το συνοδεύουν οι φλοίσβοι, οι σάλοι και αι τρικυμίαι των κυμάτων του Αιγαίου. Το χρωματίζουν τα σμαράγδινα νησιά του και το φωτίζει ο ήλιος της Ελλάδος. Η ψυχή της ποιήσεως αυτής θα ηδύνατο να ονομασθή δωρική». Ακολούθησαν οι ποιητικές συλλογές «Απόλλων και Σάτυρος» (Παρίσι 1925) και «Ζωντανά τοπία» (Παρίσι 1930), με ενδιάμεση έκδοση στο Παρίσι πάντοτε, του θεατρικού του έργου «Ρινότμητος» (1929) βυζαντινού χρονικού, που αναφέρεται στην περιπέτεια ομώνυμου αυτοκράτορα ύστερα από μια λαϊκή εξέγερση. Το 1934 εκδόθηκαν οι «Φυσιογνωμίες» του Εμπειρίκου, επτά κριτικές μελέτες του πάνω στο έργο του Ανρί ντε Ρενιέ, του Μπέρναρ Σόου, του Πώλ Βαλερύ, του Πώλ Κλωντέλ του Κωστή Παλαμά, που ο συγγραφέας τον θεωρεί ως τον μεγαλύτερο λυρικό ποιητή της σύγχρονης Ελλάδας. «Οι κρίσεις του Εμπειρίκου έγραψε τότε ο Κλέων Παράσχος, έχουν μια στερεότητα και μια σιγουριά που τις δένουν η ευσυνειδησία, η γνώση, η καλλιεργημένη ευαισθησία, το πλάτος της ματιάς, η προσπάθεια να μην υπερτιμήσουμε, ούτε και να υποτιμήσουμε, και που όλες μαζί πραγματοποιούν τη μόνη μορφή της αντικειμενικότητας στην κριτική. Ο Εμπειρίκος είναι ένας  κριτικός αξίας και είναι κρίμα που δεν δουλεύει για το πλούτισμα της δικής μας πνευματικής ζωής».
Στα χρόνια της Κατοχής ο Εμπειρίκος κυκλοφορεί τη βραβευμένη από τη Γαλλική Ακαδημία μελέτη του για τον Λεκόν ντε Λίλ (1941) και την ποιητική συλλογή «Της Ανατολής και της Δύσης» (1943) που ξεχειλίζει από ελληνικό φως, ελληνική ψυχή κι ελληνική θάλασσα.
Πόσον είναι ωραία η γη της Ελλάδας
στη συγκλονιστική γυμνότητά της!
που ανάμεσα στις δύο αδελφές, τη δόξα και την ομορφιά
βρίσκεται πάντα θανάσιμα αγκαλιασμένη…
Το 1948 ο Εμπειρίκος εκδίδει στη Λωζάνη τα βιβλία του «Οι σταθμοί του Ζαν Μορεάς» και «Η Ελλάδα στον πόλεμο και στην ειρήνη», σημαντικά άρθρα για τα πολιτικά ζητήματα της χώρας και την πνευματική της ζωή (Σολωμός, Βαλαωρίτης, Παλαμάς, Γρυπάρης, λαϊκή ελληνική τέχνη, Διγενής Ακρίτας, κλπ. Ακολουθούν τα «Ανώφελα ποιήματα» (1951) και η ενδιαφέρουσα μελέτη του «Η Κρητική Αναγέννηση» που εκδόθηκε το 1960 από την παρισινή Societe dEditionLes Belles Lettres” στη σειρά της Συλλογής του Ινστιτούτου Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου των Παρισίων.
Τέλος, το 1967 εκδίδεται το βιβλίο του «Κρητική Σχολή» η τελευταία φάση της βυζαντινής ζωγραφικής».
     Εύκολα αναγνωρίζουμε από τα προαναφερθέντα ότι τα ενδιαφέροντα του πολιτικού και συγγραφέα Αλέξανδρου Εμπειρίκου-Κουμουνδούρου είναι ευρεία και άπτονται πέραν της καθαρής τέχνης της ποιήσεως. Η επιθυμία του να δημοσιεύει τα κείμενά του απευθείας στα γαλλικά και όχι στα ελληνικά που είναι και η μητρική του γλώσσα, οφείλεται όπως ο ίδιος έχει δηλώσει, όχι τόσο στην μόνιμη εγκατάστασή του σε χώρες του εξωτερικού, όσο στις καλλιεργημένες γαλλίδες καθηγήτριες που του παρείχε το πλούσιο οικογενειακό του περιβάλλον. Η συγγραφική του αναγνώρισή από την ακαδημαϊκή κοινότητα της Γαλλίας από πολύ νωρίς ενίσχυσε την επιθυμία του αυτή. Αν εξαιρέσουμε τα μελετήματα και τα άρθρα που αφορούσαν γάλλους σημαντικούς δημιουργούς της εποχής του αλλά και στις μέρες μας, τα θέματα και τα πρόσωπα που διερευνά έχουν σχέση με την Ελλάδα. Κάτι που δεν τον έκανε να ξεκόψει εντελώς από την ελληνική παράδοση και φιλολογική γραμματεία όπως έπραξαν άλλοι δημιουργοί, όπως ο Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος κλπ. Βλέπουμε να ενδιαφέρεται τόσο για θέματα βυζαντινής ιστορίας όσο και για θέματα αισθητικής.
Ίσως κάποτε, θα άξιζε μια συστηματική και εμπεριστατωμένη έρευνα και μελέτη για τα πρόσωπα εκείνα από τον πνευματικό, καλλιτεχνικό και επιστημονικό ελληνικό χώρο που σταδιοδρόμησαν και δημιούργησαν στην ευρώπη και ιδιαίτερα στην φίλη χώρα Γαλλία και διέδωσαν τον ελληνικό πολιτισμό και τα γράμματα αλλά και διακόνησαν επίσης τα γαλλικά γράμματα τον περασμένο αιώνα. Όλοι αυτοί οι γαλλομαθείς και γαλλοτραφείς συγγραφείς και άνθρωποι του πνεύματος και της τέχνης που έδρασαν και δραστηριοποιήθηκαν στη Γαλλία και στην Ελβετία, και άφησαν σπουδαίο έργο πίσω τους, άγνωστα ίσως στους περισσότερους από εμάς.
      Το μικρό δεκαεξασέλιδο παλαιό βιβλιαράκι που αναφέρεται στο «Ποιητικό έργο του Κωστή Παλαμά» και μεταφράστηκε στα ελληνικά από τον γιό του ποιητή Λέανδρο Κ. Παλαμά, σε στρωτή γλώσσα, εύληπτο ύφος, καθαρή μεταφραστική γραφή, εκδόθηκε από τις εκδόσεις Εστία το 1931, το βιβλίο δεν μας παρέχει άλλες πληροφορίες για τον συγγραφέα του. Αντίθετα στο οπισθόφυλλο, υπάρχει κατάλογος εκδοθέντων βιβλίων του εκδοτικού οίκου υπό τον γενικό τίτλο ΓΙΑ ΝΑ ΓΝΩΡΙΣΟΥΜΕ ΤΟΝ ΠΑΛΑΜΑ που χωρίζεται σε δύο ενότητες. Στην Ίδια σειρά και Εκτός σειράς. Τίτλοι που μας φανερώνουν το αμέριστο ενδιαφέρον των λογοτεχνών της εποχής του μεσοπολέμου για τον ποιητή Κωστή Παλαμά αλλά και, το ξεκίνημα της συγγραφικής δραστηριότητας αρκετών αργότερα γνωστών μας δραστήριων συγγραφικά δημιουργών. Όταν κυκλοφόρησε το βιβλίο κόστιζε 5 παλαιές μεσοπολεμικές δραχμές.
Αναφέρονται οι εξής τίτλοι και οι συγγραφείς τους: Ανδρέας Καραντώνης: Εισαγωγή στο Παλαμικό έργο/--, Η Σάτιρα του Παλαμά (αργότερα)/Γιώργος Κ. Κατσίμπαλης: Το παιδί στην ποίηση του Παλαμά/--, Ο Παλαμάς και το Σπίτι/--. Παλαμική βιβλιογραφία (αργότερα)/Λιλή Ιακωβίδη: Οι Χαιρετισμοί της Ηλιογέννητης/--, Η Γυναίκα στο Παλαμικό έργο (αργότερα)/Α. Φουτρίδη: Παλαμάς και Ησίοδος/--, Η Ασάλευτη Ζωή (αργότερα)/ Δ. Π. Ταγκόπουλος: Ο Προφητικός/Ν. Β. Τωμαδάκης: Από το Σολωμό στον Παλαμά. Επίσης, Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος: Το ποιητικό έργο του Κωστή Παλαμά (εκδότης Γ. Π. Ποταμιάνος) Αθήνα 1921/Ηλίας Π. Βουτιερίδης: Κωστής Παλαμάς. Το ποιητικό έργο του (εκδοτικός οίκος Ζηκάκη) 1923 και ορισμένοι άλλοι τίτλοι.
      Οφείλουμε να επισημάνουμε ότι αναφέρονται-διαφημίζονται και άλλοι τίτλοι από διαφορετικούς εκδοτικούς οίκους, πράγμα που σημαίνει τον βαθύ σεβασμό προς το έργο του ποιητή και το αυξανόμενο ενδιαφέρον την εποχή εκείνη για την ποιητική του δημιουργία και επιμέρους της πτυχές.
Ο ποιητής Κωστής Παλαμάς υπήρξε για αρκετές δεκαετίας ο μεγάλος αειθαλής πλάτανος που κάτω από τα κλαδιά του έβρισκαν τα στηρίγματά τους οι νέοι ποιητές και οι νέοι της ελλάδας. Ήταν ο εθνικός δάσκαλος και καθοδηγητής των.
Την ίδια χρονιά με την έκδοση της μελέτης του Αλέξανδρου Εμπειρίκου-Κουμουνδούρου για τον Κωστή Παλαμά, ο μετέπειτα πρώτος νομπελίστας μας ποιητής και διπλωμάτης Γιώργος Σεφέρης θα κυκλοφορήσει την ποιητική του συλλογή «Στροφή» που θα αποτελέσει μια πραγματική τομή στην παραδοσιακή ποιητική φόρμα και παράδοση. Της εποχής του. Το ποιητικό άστρο του αγγλομαθούς ποιητή Κωνσταντίνου Καβάφη από την ελληνική περιφέρεια-την δοξασμένη Αλεξανδρινή ελληνική επικράτεια-είχε αρχίσει να ανατέλλει αργά αλλά σταθερά και να καλπάζει με την ρήξη που κουβαλούσε μέσα του προς τους νέους αιώνες, τους μετά των δύο παγκοσμίων πολέμων. Ο παμπόνηρος ομοφυλόφιλος γέρων της Αλεξάνδρειας που ο Παλαμάς είπε ότι τα ποιήματά του μοιάζουν σαν «ιατρικές συνταγές», ανέμενε να γίνει η κοινωνία περισσότερο φιλελεύθερη στα ερωτικά για να πάρει την ποιητική «ρεβάνς» Η μοναχική ιδιαίτερη φωνή του Κώστα Καρυωτάκη είχε σιγήσει τρία χρόνια πριν (1928) από την περιφέρεια-την Πρέβεζα, εξακολουθούσε όμως να καγχάζει και να στηλιτεύει τους συμπολίτες του και να ειρωνεύεται τους συνομηλίκους του και παλαιότερους άντρες και γυναίκες ποιητές. Αυτές τις ξεχαρβαλωμένες κιθάρες. Ένα χρόνο πριν τον ήχο του προσωπικού του όπλου θα εκδώσει την τελευταία συλλογή του «Ελεγεία και Σάτιρες». Ο εθνικός και πατριωτικός «μεγαλοϊδεατισμός» του επτανήσιου πολιτευτή και ποιητή Αριστοτέλη Βαλαωρίτη είχε εν μέρει διοχετευτεί στο έργο του Κωστή Παλαμά. Ενώ ο μύστης αρχαιολάτρης ποιητής, ο Ωραίος σαν αρχαίος Θεός Άγγελος Σικελιανός, θα κυκλοφορήσει το 1932 τον «Διθύραμβο του Ρόδου». Ο δε αγωνιστής ποιητής της Ρωμιοσύνης Γιάννης Ρίτσος-που είπε για αυτόν ο Παλαμάς «παραμερίζουμε ποιητή για να περάσεις» αρχές της δεκαετίας του 1930 θα εκδώσει την συλλογή του «Τρακτέρ» και «Πυραμίδες»  Όλα μέσα στην ιστορική διαδρομή αυτού του έθνους έχουν την ιστορική τους σημασία. Τα ιστορικά και πολιτικά γεγονότα αλληλοσυνδέονται με αυτά της τέχνης και του πολιτισμού. Αν εξαιρέσουμε τις ηρωικές μορφές των αγωνιστών του 1821 της εθνικής παλιγγενεσίας, ηγήτορες του λαού και εμψυχωτές του, δεν ήσαν τόσο οι πολιτικοί όσο οι ποιητές του.  
Το έργο του Κωστή Παλαμά ανδρώθηκε σε μια πολιτική και ιστορική περίοδο που η Ελλάδα αποκτούσε τη νέα της κρατική οντότητα, αναζητούσε την εδραίωση της πολιτιστικής της ταυτότητας, διεύρυνε τα γεωγραφικά της σύνορά, αγωνίζονταν να αποκτήσει μια ιδεολογία πανεθνική. Μια συγκεφαλαιωτική του έθνους των ελλήνων παράδοση που προέρχονταν από την αρχαία ελλάδα, περνούσε μέσα από την βυζαντινή αυτοκρατορία, συνεχίζονταν στην μέσα στην ιστορική παράδοση του μεσαιωνικού ελληνισμού, τα δημοτικά μας τραγούδια, οι λαϊκοί θρύλοι και δοξασίες, το έπος των αγωνιστών του 1821 και την κλέφτικη ποίηση και έφτανε μέχρι των ημερών του. Που η έστω μεταπρατική αστική τάξη της χώρας, προσπαθούσε να εδραιώσει την παρουσία της στο εσωτερικό και να αποκτήσει ο ελληνισμός μια ισχυρή κρατική οντότητα, ένα δημοκρατικό βασίλειο, έστω και αν έχανε την αυτοκρατορική της προοπτική. Μόνο που και ο  ποιητής Κωστής Παλαμάς είχε συνείδηση πλέον, ότι το όραμα της Μεγάλης Ιδέας είχε βουλιάξει (με δική μας πολιτική και στρατιωτική υπαιτιότητα) στα νερά του Αιγαίου, στα παράλια της Μικράς Ασίας μετά την Εθνική Καταστροφή του 1922. Η μοίρα ίσως αυτής της χώρας είναι, μετά πάντα από μεγάλες τραγικές ιστορικές καταστροφές να μεγαλουργεί. Μετά την Μικρασιατική Καταστροφή, ο ίδιος βασανισμένος λαός πραγματοποίησε το νεότερο έπος αυτό του 1940. Οι εξόριστοι και κατατρεγμένοι έλληνες της Ιωνίας βοήθησαν ουσιαστικά και καταλυτικά να δημιουργηθεί το νέο ελληνικό θαύμα. Ο Παλαμάς βίωσε την απώλεια συνταρακτικά σαν άτομο και σαν ποιητής, όπως και την μετέπειτα γερμανική κατοχή και πόλεμο. Δεν πρόλαβε να δει την απελευθέρωση της ελλάδας που εύχονταν, αλλά ήταν κοινωνός όλων των μεγάλων ιστορικών και πολιτικών στιγμών του Έθνους από τον δέκατο ένατο αιώνα και τον εικοστό. Η κηδεία του ήταν το εγερτήριο σάλπισμα εμψύχωσης ενός ολόκληρου έθνους. Και αυτό ο ελληνικός λαός δεν το λησμόνησε ποτέ. Έμεινε μέσα στην λαϊκή συνείδηση και στο έργο πάμπολλων ελλήνων δημιουργών ως ο εθνικός μας φάρος. Τίποτα δεν πάει χαμένο στην ανάγνωση του έργου του, ακόμα και τα χαμηλότερα σημεία της ποιητικής του δημιουργίας, έχουν την αξία και την σημασία τους μέσα στο σύνολο ποιητικό του εθνικό οραματισμό.
     Μπορεί οι μετέπειτα από αυτόν γενιές των ανθρώπων να άλλαξαν συνήθειες και να τροποποίησαν βασικές αξίες της ταυτότητάς τους, μπορεί οι πνευματικοί δημιουργοί να υιοθέτησαν άλλα μονοπάτια της τέχνης που εκφράζουν περισσότερο το ατομικό όραμα και τις αγωνίες του σύγχρονου ατόμου και όχι το συλλογικό, μπορεί η οντολογία ζωής των ελλήνων να αναζήτησε άλλες φιλοσοφικές και ποιητικές διεξόδους, όμως κατά βάθος, είτε εξαιτίας της κουλτούρας μας είτε εξαιτίας της παιδείας μας είτε εξαιτίας της μακραίωνης παράδοσής μας που φέρουμε μέσα μας με τις αρετές και τα έλκη μας, με τις καυχησιάρικες ιδεοληψίες μας και αστοχίες μας, υπάρχει έστω και λίγος Κωστής Παλαμάς μέσα στις συνειδήσεις μας, έστω και ανεπίγνωστα. Υπάρχει ένα Παλαμικό λυχνάρι που αντανακλά τις προσωπικές μας σκιές μέσα στην ιστορική μας πορεία.
     Αγαπώντας το Παλαμικό έργο, δεν θέλησα να μεταφέρω σε αυτό το σημείωμα τις σκέψεις και τις ερμηνείες της Παλαμικής δημιουργίας από σύγχρονούς μας ερευνητές και μελετητές. Επέλεξα την παλαιά αυτή μικρή μελέτη του πολιτικού και συγγραφέα άγνωστου σχεδόν σε μας Αλέξανδρου Εμπειρίκου-Κουμουνδούρου, γιατί κατά την γνώμη μου, είναι μια ερμηνεία σύγχρονη ακόμα και σήμερα-πέρα από την παρέλευση των χρόνων που γράφτηκε. Είναι ένα κείμενο καλογραμμένο, με συγκεκριμένη θέση, αγάπη για το έργο του ποιητή, με γνώσεις και βάθος του ποιητικού περιβολιού του Κωστή Παλαμά. Ο Εμπειρίκος διερευνά αρκετές πτυχές του έργου και κάνει σωστές παρατηρήσεις.  Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η στρωτή μεταφορά του κειμένου από τα γαλλικά στα ελληνικά από τον γιό του ποιητή Λέανδρο Κ. Παλαμά. Η γλώσσα της μετάφρασης είναι λειτουργική, ρέει αβίαστα και μας φανερώνει τα ουσιαστικά μηνύματα της ερμηνείας του Αλέξανδρου Εμπειρίκου-Κουμουνδούρου. Το προσωπικό του πλησίασμα και άγγιγμα του ποιητικού έργου.
Αντιγράφω αποσπάσματα από το έργο:
ΤΟ ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΚΩΣΤΗ ΠΑΛΑΜΑ
    Το ποιητικό έργο του Κωστή Παλαμά, του πιο μεγάλου λυρικού, δίχως αντιλογία, της σημερινής Ελλάδας, φανερώνεται σε μια ξεχωριστή παραγωγή, τόσο πυκνή, τόσο ουσιαστικά πολύμορφη και πολύφωνη, που θάλεγε κανείς πως ξεφεύγει, αν όχι από την κριτική, τουλάχιστον από την ταξινόμηση. Για αυτό δεν θα δοκιμάσω κάν να κοιτάξω τον θαυμαστό αυτόν συγγραφέα μέσα στη μια ή στην άλλη από τις σύγχρονες ποιητικές μας σχολές. Ο Παλαμάς παίρνει με τη σειρά τους τον ευρύ και ρητορικό τρόπο του ρωμαντικού ύφους, τη λάμψη και τη στερεότητα-αν όχι και την αλύγιστη ακρίβεια- των Παρνασσικών, κι ακόμα συχνότερα την υποβλητική και μουσική ρευστότητα του συμβολικού τρόπου και δεν είναι μόνο που ξέρει να προσαρμόζη έτσι επιδέξια τα όργανά του, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του οίστρου, σε όλα τα είδη, κάνοντάς το ν’ αντηχή από αναρίθμητες μουσικές, αλλά που ακόμα κι αυτή η ουσία του οίστρου του ποικίλλει ατέλειωτα. Έτσι το ποιητικό του έργο, ξεκινώντας από τη φυσιοκρατική σφαίρα κι από τον απλό στοχασμό τον ερμηνευμένο σε στίχους, και περνώντας από την πολιτική σάτιρα, από την ωδή, με το αισθηματικό περιεχόμενο, καθώς την εμόρφωσαν οι ρωμαντικοί κι από την αλληγορική έκφραση των συλλογισμών της διανοίας του και της παρατήρησής του, φτάνει ως τη βαθειά λυρική σκέψη, ως το ασύντριφτο μάρμαρο της επικής αφήγησης, ως το διάπυρο σάλπισμα της προφητείας. Αν και πολλαπλή  στην όψη της, ως τόσο η ενότητα της ποίησης αυτής αποκαλύπτεται όχι μόνο μέσα στη ρωμαλέα και πρωτότυπη σκέψη που εκφράζει, αλλά και μέσα στον ιδιάζοντα εκείνον τόνο της ευαισθησίας του ποιητή, που δεν άργησε να αφομοιώση και να μεταμορφώση, με κάποιο δικό του προσωπικό ρυθμό και κάποια δική του ζωή που μπόρεσε να σταλάξη μέσα τους, όλες τις παραλλαγές της μορφής και του λόγου, πού τον επλούτισε μ’ αυτές η συχνή επικοινωνία του με τη δυτική λογοτεχνία.
       Θάπρεπε λοιπόν να προσπαθήση κανείς να δείξη τον εσωτερικό άνθρωπο. Η εσωτερική προσωπικότητα του Παλαμά είναι κι αυτή πολλαπλή, το νοιώθει κι ο ίδιος ο ποιητής: «Έχω τη συνείδηση πώς ένας δεν είμαι. Είμαι όχι με το αλλά με τα εγώ μου» Και πράγματι, πρώτα είναι ο άνθρωπος του τόπου του, ύστερα ο άνθρωπος του αιώνα του, μα απάνω από κάθε τι και έξω από τα σύνορα του τόπου και του χρόνου είναι ο παγκόσμιος άνθρωπος.
………………………………..
     Η επιμονή με την οποία ο ποιητής εξορκίζει την Ελλάδα να μην αποβάλη την προσωπικότητά τη, να μην προσκολληθή δουλικά στα ίχνη των αρχαίων, αλλά «να κόψη μόνο απ’ τ’ άνθια τους για να στεφανώση τα μαλλιά της», παρουσιάζεται σα μια ακάματη ενέργεια, και στρέφεται εναντίον στην παρεξήγηση των πεπρωμένων της φυλής. Με την παρεξήγηση αυτή οι διανοούμενοι του τόπου του είχαν αποστειρωθή για αρκετό χρόνο μέσα στη λατρεία των πραγμάτων που έσβυσαν. Από την άλλη όμως μεριά προετοιμάζει την επιστροφή στη ζωή, δηλαδή στη ζωντανή λαογραφική παράδοση, ιδίως μέσα στην περιοχή του γλωσσικού ιδιώματος. Μόνον αν ποτισθή κανείς μέσα σ’ αυτές τις πηγές της ζωής, θα μπορέση να δημιουργήση κάτι νέο και θα βρεθή έτσι πλησιέστερα στην αρχαιότητα από τους ισχνούς μιμητές της.
………………….
     Έτσι στον Παλαμά οι απαιτήσεις του ανθρώπου που ανήκει στον αιώνα του, συμπληρώνουν τις απαιτήσεις του ανθρώπου που ανήκει στον τόπο του κι ό,τι υπάρχει ουσιαστικά ιθαγενές στο πνεύμα του, αποκτά με την αχανή μόρφωση της διανοίας του και την ευρύτητα του στοχασμού του, μια γενική και πλατειά απήχηση. Η φωτισμένη αυτή καθολικότητα είναι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά γνωρίσματα του έργου του Παλαμά.
………………….
      Ο ποιητής, μένοντας έξω από τη διαμάχη των λογής ποιητικών σχολών και ομάδων και ξεφεύγοντας έτσι από τις διάφορες προλήψεις και στενότητες, είναι καλλίτερα τοποθετημένος για να δεχθή ό,τι καλλίτερο υπάρχει από τις διάφορες αντίμαχες απόψεις. Κι έτσι θα δούμε να συγκεντρώνη στο έργο του τις πιο αντικρουόμενες θεωρίες. Η μεγάλη του αυτή καθολικότητα κι η εξαιρετική του τάση για την αποδοχή και των πιο αντιθέτων επιδράσεων, θα μπορούσε να μας κάνη να πιστέψουμε ότι μη μπορώντας να σταθή πουθενά, η σκέψη του πηγαινοέρχεται ανάμεσα από τα πιο αντίθετα δόγματα ή τους πιο αντίθετους τεχνικούς τρόπους η υπόθεση αυτή δεν είναι σωστή, γιατί εδώ ακριβώς, καλλίτερα από κάθε ενσυνείδητη αποδοχή και θυσία προς κάποιον ανώτερο αισθητικό σκοπό, επεμβαίνει το τρίτο εκείνο και βαθύτερο στοιχείο που αποτελεί την προσωπικότητα του Παλαμά: ο άνθρωπος όλων των αιώνων και όλων των χωρών, το πλάσμα που ζη και υποφέρει.
     Με την πλατειά ανθρώπινη πνοή του συνταιριάζει και συγχωνεύει μέσα του όλες εκείνες τις αντίμαχες τάσεις, απομακρύνοντας κάθε τι πού θα ήταν αντίθετο στην άμεση και λαχταριστή έκφραση της τραγικής ουσίας της ζωής. Αφήνει να χτυπά η καρδιά του μαζί με τη μεγάλη καρδιά του σύμπαντος: και με τον τρόπο αυτόν επικοινωνεί με το παγκόσμιο δράμα. Ενώ τόσοι και τόσοι άλλοι, προσπαθώντας να εισδύσουν μέσα στην ανθρώπινη καρδιά, απλώνονται σε λεπτομερείς αναλύσεις και καταπιάνονται, χωρίς να μπορούνε να ξεφύγουν, με τα εξωτερικά αίτια της ανθρώπινης συμφοράς αυτός την αδράχνει ολόκληρη οδηγούμενος από τον ίδιο του τον πόνο.
………………………
     Η στάση του αυτή μπροστά στον πόνο, που είναι βαθειά πηγή της έμπνευσής του δεν είναι ούτε ο στωικισμός ενός Vigny, ούτε η υπεροπτική εξέγερση ενός Byron. Μέσα από το έργο του δεν διαβαίνει η πνοή της τιτανικής ανταρσίας απ’ όπου γεννιούνται οι Κάϊν στον Leconte de Lisle, και στον Βύρωνα, οι Προμηθείς στον Shelley και στον Αισχύλο, οι Δον Ζουάν στον Moliere και οι Σατανάδες στον Milton.
Αν όμως δεν κατέχει ούτε τη μάχιμη εκείνη θέληση που παλεύει και αντιδρά στην εναντιότητα της μοίρας, ούτε την υπερηφάνεια που κάνει τον άνθρωπο να κρύβεται και να συμπτύσσεται, ως τόσο δεν είναι ούτε από τους ωραίους εκείνους κύκνους της απελπισίας που αρέσκονται στον ίδιο τους το θρήνο. Υποτάσσεται μπροστά στη δυστυχία με συντριβή προσδέχεται ότι θεωρεί ακατανίκητο.
…………………….
Και έτσι ο ποιητής, με τη μεγαλόστομη πνοή, αισθάνεται σαν αδελφός με ό,τι είναι καχεκτικό, ταπεινό, τυραννισμένο. Το πένθος, η αρρώστια, ο θάνατος, εξασκούν μια περίεργη επίδραση απάνω του. Για την άποψη αυτή σημαντικά έργα είναι ο Τάφος και ο Θάνατος του Παλληκαριού.
…………….
     Ο Τάφος που είναι μια σπαραχτική φωνή πατρικού πόνου, έρχεται να διακόψη το στοχαστικό δρόμο του ποιητή, και να τον βάλη πάλι σ’ επαφή με τα εγκόσμια πράγματα. Πέρα όμως από τη σωματική αυτή θλίψη, και πέρα από το θάνατο, εδραιώνεται και γίνεται πιο ισχυρός ο διάπυρος ιδεαλισμός του.
     Από τα Μάτια της Ψυχής μου ακόμα, που φάνηκαν πριν από  τον Τάφο, μπορούσε κανείς να βρη ποιήματα ασυνήθιστου λυρισμού. Το πραγματικό του όμως ξεκίνημα για το μεγάλο μυριόστομο και λαμπερό λυρισμό, το λυρισμό που βυθίζεται σε κύματα από εικόνες και αρμονίες, και που απλώνεται σε εύγλωττες αναπτύξεις, αναφαίνονται μόνο με την Ασάλευτη Ζωή. Ο στίχος του έχει πιά αποκτήσει έναν πλούτο και μια ευρύτητα που ήταν ασυνήθιστη στα προηγούμενά έργα του. Είναι ο δρόμος που θα τον φέρη, με την φυσική του εξέλιξη, στα προφητικά θάμπη του Δωδεκάλογου του Γύφτου και στα επικολυρικά μεγαλεία της Φλογέρας του Βασιλιά.
………………….
    Από τις τελευταίες του συλλογές θα αναφέρω ξεχωριστά τα Σατυρικά Γυμνάσματα όπου μαζί με την αυστηρή επίκριση των ατοπημάτων και των αδυναμιών του τόπου του, βρίσκει κανείς την επιγραμματική έκφραση ωραίων και δυνατών συλλήψεων για την ιδέα του καθήκοντος του πολίτη και για την ατομική αυταπάρνηση και αυτοθυσία που απαιτεί από τον καθένα μας, η εμπέδωση ενός Κράτους και μιας Κοινωνίας:
Του τυράννου συντρίφτε τους χαλκάδες.
μά με τον συντριμμό τους μη μεθήστε
πάντα η πλάση από σκλάβους κι αφεντάδες.
--
Κ’ ελεύτεροι, αλυσόδετοι θα ζήστε.
Γιατί είναι κάποιες άλλες αλυσίδες,
είναι για σας τις φέρνω γονατίστε!
--
Σας πρέπουν, λυτρωμένοι, λυτρωτήδες,
αλυσοδέσει τη χρυσή σας νιότη,
σας φέρνω τις θυσίες και τις φροντίδες
--
τόνομά τους Αλήθεια και Ωραιότη,
Ταπεινοσύνη, Γνώση, Υπακοή.
Σ’ ένα πρόστασμ’ ακούνε, στερνοί, πρώτοι.
--
του κόσμου οι νόμοι, κι άνθρωποι και λαοί.
………………………
     Το ύφασμα απάνω στο οποίο υφαίνεται η ποίηση του Παλαμά είναι πλατύ, λαμπρό και ποικιλόχρωμο. Μου φαίνεται πολύ δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να μεταφέρη και να εκφράση κανείς στη γαλλική γλώσσα τις ίδιες αξίες, τους ρυθμικούς λεκτικούς τρόπους, καθώς και τη σημασία όλων των καινοτομιών που έχει εφαρμόσει. Κι επειδή δε θάπρεπε ν’ αποσιωπήσω το κάλλος της μορφής που συμπληρώνει στον Παλαμά τα χαρίσματα της σκέψης και της πνοής, δεν θα μπορούσα να δώσω καλλίτερη ιδέα του έργου του παρά παρομοιάζοντας το με του Ουγκώ….
Παρίσι, Απρίλης 1924
     Προσπάθησα να μεταφέρω τα κεντρικότερα σημεία της ανάλυσης του έργου του Κωστή Παλαμά, από τον πολιτευτή και ποιητή Αλέξανδρο Εμπειρίκο-Κουμουνδούρο, στο μελέτημά του «ΤΟ ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΚΩΣΤΗ ΠΑΛΑΜΑ», εκδόσεις τυπογραφείο «ΕΣΤΙΑ» Αθήνα 1931, σε μετάφραση από τα γαλλικά του γιού του ποιητή Λέανδρου Κ. Παλαμά. Ο Εμπειρίκος στέκεται στα κατά την γνώμη του ουσιαστικά γνωρίσματα του Παλαμικού ποιητικού και μόνο έργου. Μας δίνει ένα πλαίσιο προσωπικών του εντυπώσεων στην διάρκεια των Παλαμικών του αναγνωσμάτων. Δεν αναφέρεται ούτε καν ακροθιγώς στο ογκώδες κριτικό του έργο, τα διηγήματά του, τις μεταφράσεις του το θέατρό του τις κριτικές του εντυπώσεις, αλλά και σε θέματα γλώσσας που απασχόλησαν τον Κωστή Παλαμά μέχρι την καθιέρωση και κοινή χρήση της δημοτικής. Δηλαδή στο γλωσσικό ζήτημα που είναι παρόν μέσα στο θεωρητικό έργο του Κωστή Παλαμά. Ζώντας σχεδόν σε όλη του την ζωή στο εξωτερικό και γαλλοτραφής ο ποιητής Αλέξανδρος Εμπειρίκος-Κουμουνδούρος, μπορεί να εκφράσει ανετότερα την άποψή του για την μετάφραση της Παλαμικής ποίησης στα γαλλικά. Την απόδοσή της με τέτοιον τρόπο, ώστε ούτε η Παλαμική ρυθμική μαγεία να χαθεί ούτε να μην γίνει κατανοητή στο γαλλικό κοινό της εποχής του η ποικιλόχρωμη ιδεολογική και ποιητική ποικιλία του έργου του. Η σύγκρισή του με τον Βίκτωρ Ουγκώ, πέρα από τις τεχνικές ομοιότητες της ποίησής τους στέκει στον ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει ένας ποιητής στην διαμόρφωση της συνείδησης ενός Έθνους. Της εθνικής δηλαδή συνείδησης. Από αυτήν την άποψη για άλλη μια φορά μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι ο έλληνας ποιητής Κωστής Παλαμάς είναι ένας Εθνικός ποιητής του γένους των Ελλήνων ή αν θέλετε όπως θα του άρεσε, της Ρωμιοσύνης.
Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς 4 Μαρτίου 2018
Πρώτη γραφή Σήμερα, 4/3/2018

ΥΓ. Σημεία των Καιρών:
Εγώ ο τάλας και ανάξιος δούλος που έχω δει την κινηματογραφική ταινία Jesus Christus Super Star πάνω από 35 φορές επειδή μου άρεσε, και την θεατρική διασκευή του μιούζικαλ, σε ποιον κύκλο της κολάσεως θα με κατατάξουν οι φιλεύσπλαχνοι και θεοφοβούμενοι χριστιανοί, με τα κομποσκοίνια και τα εξαποδώ; Όχι τίποτε άλλο μπρε καλοί μου άνθρωποι, αλλά υποφέρω και από την μέση μου και δεν μπορώ να ανεβαίνω σκάλες και σκαλοπάτια μέχρι να δω ξέφωτο. Αν μάλιστα δεν τα έχει σφουγγαρίσει προηγουμένως τα σκαλιά η κυρία κόκκινη Αλέκα μας, σύμφωνα με δική της πολιτική δήλωση. Έχει ασανσέρ στα ηδυπαθή δωμάτια της κολάσεως, ή θα μου βγει η πίστη μέχρι να φτάσω στον πυθμένα και να κάνω γκελ.
Θυμάμαι την σκηνή που αρχίζει το έργο πολύ έντονα. Ο Ιούδας ο Ισκαριώτης πάνω σε έναν λόφο στην έρημο, τραγουδά: «Αν απογυμνώσεις τον άνθρωπο από τον μύθο που τον περιβάλει τότε θα δεις πραγματικά τι θα απομείνει»
Επειδή ο όξος και η χολή είναι για άλλους καιρούς και εποχές, μήπως θα πρέπει να είναι περισσότερο προσεκτικές οι τσούπρες των σκουριασμένων και όπου φυσήξει ο πολιτικός άνεμος πολιτικών πατεράδων, που έγιναν υφυπουργοί στην συν-κυβέρνηση. Το ξίδι της μισθοδοσίας τους το πληρώνουμε εμείς οι φορολογούμενοι Έλληνες, και μάλιστα όταν επαίρονται στα τηλεοπτικά κανάλια οι σύντροφοι βουλευτές και βουλευτίνες τους ότι δεν τους φτάνει ο μηνιαίος μισθός τους, δεν βγαίνουν. Γιατί δίνουν μέρος των χρημάτων που λαμβάνουν (περί τις 7000 ευρώ) στο κόμμα τους. Καλέ άντε, δεν φτάνουν τα χρήματα της επιχορήγησης των κομμάτων από τον κρατικό κορβανά; Δηλαδή την φορολογία μας και μάλιστα σε καιρούς μνημονιακούς που κείνοι όλοι τους έφεραν με την ψήφο τους; Δεν κοστίζει η δημοκρατία ακριβά, εσείς μας κοστίζετε, πονηροί πολιτευτές όλων των παρατάξεων. Ανεμοδούρες της καταπιεσμένης σας αρχομανίας για κυβερνητική εξουσία και καρέκλες. Αυτό είναι το ηθικό σας πλεονέκτημα. Η προσκόλληση στην κυβερνητική σας εξουσία. Μην βιάζεστε, τα υλοποιήσατε όλα. Θα μείνει άνεργο το κουπεπέ παιδί του Τέρρυ Χρυσού, ο μέλλων πρωθυπουργός.
Και επί του εξωτερικού. Να δω ξανά πρωθυπουργό «ποπολο της ιταλίας», αυτόν τον βαμμένο με τρακόσια κιλά μαύρη λαδομπογιά στα μαλλιά του πολιτικό, και να δείτε τι Μπούκα Μπούκα θα κάνω μετά την ανάσταση βεβαίως-βεβαίως. Νηστεύει βλέπετε και ο Μήτσος, είναι ηθικοτάτων αρχών ο παις.