Σάββατο, 17 Μαρτίου 2018

IVAN GOLL, Chansons Malaises


IVAN GOLL
ΜΑΛΑΙΣΙΑΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΙΚΟ ΔΟΚΙΜΙΟ
Ε. Χ. ΓΟΝΑΤΑΣ
«Κείμενα» Αθήνα 1979
Σελίδες 56 δραχμές 60
ΓΙΑ ΤΑ ΜΑΛΑΙΣΙΑΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΟΥ IVAN GOLL ΔΟΥΛΕΨΑΝΕ:
Ο Κ. ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ ΣΤΑ ΚΛΙΣΕ, Η Μ. ΤΣΑΜΟΥΡΑ ΣΤΗ ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΣΙΑ ΚΙ Ο ΣΤ. ΚΥΡΙΤΣΗΣ ΣΤΟ ΤΥΠΩΜΑ.-Ο Ε. ΓΟΝΑΤΑΣ ΤΑ ΣΕΛΙΔΟΠΟΙΗΣΕ & ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΕ ΤΗΝ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΣΗ ΚΑΙ ΤΑ ΣΤΟΛΙΔΙΑ
ΤΥΠΩΘΗΚΑΝ 2020 ΑΝΤΙΤΥΠΑ ΜΕ ΔΥΟ ΜΕΛΑΝΙΑ:
300 ΑΡΙΘΜΗΜΕΝΑ ΑΝΤΙΤΥΠΑ (1-300) ΣΕ ΧΑΡΤΙ CHAMOIS ΕΥΡΩΠΑΙΚΟ 140 ΓΡΑΜΜΑΡΙΑ
1700 ΑΝΤΙΤΥΠΑ ΣΕ ΧΑΡΤΙ ΓΡΑΦΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟ 100 ΓΡΑΜΜΑΡΙΑ
20 ΑΡΙΘΜΗΜΕΝΑ ΑΝΤΙΤΥΠΑ (Ι-ΧΧ) ΣΕ ΧΑΡΤΙ ΓΙΑΠΩΝΕΖΙΚΟ ΧΕΙΡΟΠΟΙΗΤΟ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΤΟ ΕΜΠΟΡΙΟ
ΚΕΙΜΕΝΑ ΓΕΝΑΡΗΣ 1979
ΣΗΜΕΙΩΣΗ
     Οι βινιέτες του εξωφύλλου και της σελίδας 53 είναι αυτούσια παλαιά ινδικά σχέδια σε σμίκρυνση. Η βινιέτα της σελίδας 51 (ο θεός Βισνού πάνω στο μυθικό πουλί Γκαρούντα, το υποζύγιό του) και όλα τ’ άλλα στολίδια του βιβλίου προέρχονται από σχέδια αρχαίων ινδικών αναγλύφων. Το πορτραίτο της σελίδας 6 είναι αυτοπροσωπογραφία του ποιητή (1949) και  η υπογραφή του από ανέκδοτο αυτόγραφο (1934)
     Αυτά είναι τα τεχνικά στοιχεία της έκδοσης που μας δίνονται στην πρώτη εκδοτική κυκλοφορία της ποιητικής συλλογής του γάλλου ποιητή Ιβάν Γκόλ, (Σαίν Ντιέ-ντε Βοζ 29/3/1891-Νεϊγυ του Σηκουάνα Γαλλία 27/2/1950) στα ελληνικά. ΜΑΛΑΙΣΙΑΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ, CHANSONS MALAISES γραμμένα το 1934 ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΜΑΝΥΑΝΑ ΕΝΟΣ ΚΟΡΙΤΣΙΟΥ ΤΗΣ ΜΑΛΑΙΣΙΑΣ. Μια έκδοση που μας πρόσφεραν με μεράκι και αγάπη, τυπογραφική καλαισθησία και αρτιότητα οι εκδόσεις και το τυπογραφείο Κείμενα του αείμνηστου Φίλιππου Βλάχου, που στεγάζονταν τότε, στην οδό Μαυρομιχάλη στο κέντρο της Αθήνας, απέναντι σχεδόν από τις εκδόσεις Νεφέλη του Γιάννη Δουβίτσα και τις εκδόσεις Βιβλιοφιλία του συλλέκτη Κώστα Σπανού. Μια ερωτική ποιητική συλλογή σαράντα άτιτλων ποιημάτων, που αγαπήθηκε και συζητήθηκε όχι μόνο από τους ακραιφνείς λάτρεις του ποιητικού λόγου όπως μας δείχνουν και οι κατοπινές επανεκδόσεις της. Τα ΜΑΛΑΙΣΙΑΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ εκδόθηκαν ξανά το 1988 από τις επίσης καλαίσθητες εκδόσεις και το τυπογραφείο «ΣΤΙΓΜΗ» του Αιμίλιου Καλιακάτσου με ένα σχέδιο-πορτραίτο του ποιητή Ivan Goll από το ζωγράφο Marc Chagall. Σελίδες 56 σε επιμέλεια του μεταφραστή και μικρές αλλαγές στο συνοπτικό σημείωμα που συνοδεύει την έκδοση. Οκτώ από τα Chansons Malaises περιλαμβάνονται  και στην έκδοση Ιβάν Γκόλ ΠΟΙΗΜΑΤΑ (1920-1950) Επιλογή-Μετάφραση-Επίμετρο-Σημειώσεις Ε. Χ. Γονατάς, «στιγμή» 2003, σελίδες 39-46. Την ερωτική ποίηση του Ιβάν Γκολ την γνωρίσαμε για πρώτη φορά από τους δύο τόμους «ΠΟΙΗΤΙΚΑ ΠΡΩΤΗ ΥΛΗ»- ΚΕΙΜΕΝΑ 1959 και 1961. Ο πεζογράφος και μεταφραστής Επαμεινώνδας Χ. Γονατάς ανάμεσα στις άλλες ξένες παρουσιάσεις του μας μεταφέρει και τον ευαίσθητο λόγο του γάλλου ποιητή.
     Η μετάφραση αυτή των ποιημάτων από τον ποιητή και συγγραφέα Επαμεινώνδα Χ. Γονατά είναι ακόμα και σήμερα μετά την παρέλευση τόσων δεκαετιών επίκαιρη, σύγχρονη, διαθέτει άρωμα φρεσκάδας και είναι ακόμα και σήμερα γλωσσικά λειτουργική. Δύσκολα μάλλον θα βρεθεί κάποιος άλλος έλληνας συγγραφέας και μεταφραστής να αποπειραθεί να την συναγωνιστεί, τουλάχιστον, κατά την προσωπική μου αναγνωστική επάρκεια. Είναι οι τυχερές εκείνες στιγμές ενός ποιητή μιας άλλης χώρας που στην συνάντησή του με την ποιητική φωνή ενός ξένου ομόλογού του ανακαλύπτει την δική του αλλόγλωσση ευαισθησία και τρυφερότητα. Είναι η χρονική στιγμή ενός δημιουργού που έτυχε να συνταξιδέψει και να συνομιλήσει μ’ έναν άλλο ποιητικό του σύντροφο ισότιμα και ισόκυρα, πέρα από τα σύνορα που θέτει η γλώσσα εκάστου. Είναι το κοινό περπάτημα σε εμπειρίες και καταστάσεις ερωτικής ευφορίας και μυστικές αισθήσεις, γαλήνιων στιγμών και φουρτουνιασμένου πάθους που βιώνει μοναδικά και ανεπανάληπτα η ερωτευμένη ύπαρξη (άντρας ή γυναίκα, μικρός ή μεγάλος) όταν έρχεται αντιμέτωπος με το αινιγματικό και αναπάντεχο αυτό φαινόμενο της ζωής των ανθρώπων. Το ερωτευμένο σώμα δεν χρειάζεται τα κλειδιά της γλώσσας για να ταυτιστεί με το άλλο ερωτευμένο σώμα, η γλώσσα απλά του παράσχει την ελπίδα της αιωνιότητας καθώς ακόμα και το ερωτευμένο κορμί γερνά και λησμονιέται. Το σώμα διαθέτει τους δικούς του μηχανισμούς ερμηνείας αποδοχής και απόρριψης από το άλλο σώμα. Κάθε σώμα έχει την δική του ερωτική ταυτότητα που επαναλαμβάνεται σε κάθε νέα του ερωτική έξοδο. Η γλώσσα με τα δικά της μυστικά και κώδικες ζωγραφίζει την εξόδιο ερωτική ακολουθία των σωμάτων που απεικονίζει. Ανθρώπινο σώμα και ανθρώπινος λόγος συναντώνται μέσα σε ένα ποιητικό λιβάδι, μόνον όταν εξακολουθεί να παραμένει άγνωστο και ανεξερεύνητο το ερωτικό πεδίο συνάντησης των δύο σωμάτων> Αν κατορθωθούν να ερμηνευτούν γλωσσικά οι μυστικές ερωτικές αισθήσεις πλησιάσματος δύο σωμάτων σημαίνει ότι ο έρωτας έκλεισε τον κύκλο του. Άφατη εμπειρία η ερωτική. Αναφής ο έρωτας, ψηλαφητή, μόνο η σύζευξη των σωμάτων. Η γλώσσα μεταφέρει πάνω της το βαρύ φορτίο της αέναης αναζήτησης πλήρωσης, αλλά το ερωτικό παιχνίδι παίζεται με τα σώματα και όχι με την περιγραφή του από τις λέξεις. Οι λέξεις είναι η επούλωση των πληγών του έρωτα καθώς αυτός σβήνει στον χρόνο. Καθώς τα σώματα γέρνουν και γερνούν αφήνοντας ένα ίχνος αδιόρατης θλίψης και πίκρας που σταλάζει καταλυτικά μέσα μας. Το μυστήριο του σωματικού βλέμματος αναζητά τα στηρίγματα του χρόνου με τον μόνο δυνατό τρόπο που διαθέτει την γλώσσα. Η γλώσσα είναι η προσωπική μας παγίδα μέσα στο πλεγμα του χρόνου και όχι το σώμα. Ο έρωτας είναι το ανοιχτό διαρκές ερώτημα της ζωής, η γλώσσα το επαναλαμβανόμενο ανοιχτό ερώτημα περί θανάτου.
     Η ελληνική μετάφραση του Ε. Χ. Γονατά διαθέτει την γλωσσική ερωτική ατμόσφαιρα του αρχαίου ιερού κειμένου του Άσματος Ασμάτων στα ελληνικά από τους εβδομήντα δύο παλαιούς μεταφραστές. Η ελληνική ερωτική απόδοση της συλλογής Μαλαισιακά Τραγούδια  στην κυριολεξία, ενώνεται με τον πρωτογενή λόγο δημιουργίας του ποιητή Ιβάν Γκολ. Και ίσως να μην ήταν υπερβολή αν έγραφα ότι η ατμόσφαιρα ερωτικής μαγεία ς που αποπνέουν τα τραγούδια του Ιβάν Γκολ διοχετεύεται αρμονικά και ισορροπημένα μέσα στον ελληνικό λόγο του ποιητή Επαμεινώνδα Χ. Γονατά. Αν δεν γνωρίζαμε τον πραγματικό δημιουργό θα νομίζαμε ότι συνθέθηκαν από τον έλληνα ποιητή.. Δεν συναντάς συχνά σε μεταφραστικές εργασίες ξένων ποιητών τέτοιες τυχερές στιγμές. Όπου η αίσθηση του ερωτικού βαδίσματος μιας γλώσσας ακολουθείτε αρμονικά από την μετάφρασή της σε μια άλλη  σύντροφο της ποίησης γλώσσα. Ακόμα και αν δεν γνωρίζεις την γλώσσα του πρωτοτύπου που γράφτηκαν αυτά τα υπέροχα εξωτικά ποιήματα, αισθάνεσαι το ρίγος της συγκίνησης, νιώθεις την κρυφή αλλά και φανερή ευωχία του ερωτικού βλέμματος, καθώς ερωτοτροπούν το γυναικείο με το αντρικό σώμα, οι αισθήσεις που σβήνουν μέσα στις άλλες αισθήσεις. Οι μεταφράσεις τέτοιας ποιότητας και υφής ποιημάτων προϋποθέτει επάρκεια και πλήρη κατοχή της ελληνική γλώσσας και των αρχαίων παραδοσιακών μυστικών της. Η ελληνική γλώσσα σε όλες τις ιστορικές της περιόδους μας άφησε έργα ερωτικά ανεπανάληπτα, μαγευτικής ατμόσφαιρας, ερωτικού κορεσμού πολύ πριν ο ερωτικός ιπποτικός λόγος της δύσης καθιερώσει και αναδείξει την δική του παράδοση. Μια αλληλουχία οριακών στιγμών ανθρώπινης σωματικής αίσθησης ενώνει τις δύο γλώσσες, ένα μυστήριο ανεύρεσης της πρωταρχικής αφετηρίας του έρωτα χωρίς την βιαιότητα που ενδεχομένως να τον φορτώσει κατόπιν η γλώσσα στην επιθυμία της να τον απεικονίσει. Το μη μεριζόμενο στοιχείο του ερωτικού συναισθήματος όπως το υφαίνει ο λόγος του Ιβάν Γκολ μεταφέρεται μυστικά και σιγαλά μέσω της μετάφρασης στα ελληνικά από τον Επαμεινώνδα Χ. Γονατά. Κοινός παρανομαστής η ποιητική αίσθηση του Κόσμου. Τα σώματά μας δεν μας ανήκουν, μας τα δανείζει κατά τακτά χρονικά διαστήματα η ίδια η ζωή για να αποκαλυφθεί το μυστήριο του Έρωτα, να αναδυθεί η ίδια η ζωή με έναν άλλον τρόπο κοινωνίας. Παίζουμε ανεπίγνωστα το παιχνίδι της Ζωής χωρίς να το συνειδητοποιούμε. Και μετά το τέλος του παιχνιδιού της επιστρέφουμε την δάνεια ύλη. Αυτή που αναγεννάτε και φθείρεται ταυτόχρονα μέσα στο ερωτικό πυρ των στιγμών. Χωρίς να ξοδεύεται η απεριόριστη ενέργειά της. Ένα τελετουργικό σωματικών αισθήσεων και αισθημάτων που η ανθρώπινη γλώσσα προσπαθεί να το κατανοήσει αποτυπώνοντας το με μικρά σχήματα γραμμάτων πάνω στο λευκό χαρτί ή πάνω σε λευκό μάρμαρο.
     Ο Επαμεινώνδας Χ. Γονατάς κατόρθωσε να μεταλαμπαδεύσει στα ελληνικά όχι μόνο την ερωτική ποιητική τυπολογία του γάλλου ποιητή, αλλά τους βαθύτερους εσωτερικούς συμβολισμούς της οραματικής του σύλληψης. Να υποδυθεί ξανά την ερωτική ταυτότητα του σώματος που εξομολογείται, που δέεται, που υμνεί, που δοξάζει, που φοβάται που ελπίζει. Ο ποιητικός λόγος μας προσφέρεται με όλο το βάρος του ερωτικού του φορτίου. Το αντρικό και το γυναικείο σώμα ακολουθούν τους ίδιους δρόμους αναφοράς και εξομολόγησης. Επιζητούν την αποδοχή του άλλου σώματος την αλληλοσυμπλήρωση τους. Ο Ιβάν Γκολ ίσως μέσα στο ποιητικό βάδισμα των αιώνων να κατόρθωσε με τον ερωτικό του λόγο να συνενώσει τα δύο συμπληρωματικά σώματα-αντρικό και γυναικείο-του Πλατωνικού Συμποσίου. Να πέτυχε να μας μεταδώσει την ενιαία πλέον ερωτική τους οντολογική ταυτότητα. Ο  ερωτηματικός λόγος της φιλοσοφίας βρήκε την πλήρωσή του στον ερωτικό λόγο της ποίησης.
     Από την άλλη, ο μεταφραστικός λόγος του Επαμεινώνδα Χ. Γονατά, στέκεται ρωμαλέα ισάξια δίπλα στο πρωτότυπο, δεν τον βλέπουμε να λυγίζει από αλλότρια βάρη, δεν τον βλέπουμε ούτε μία στιγμή να αναδιπλώνεται φοβισμένος, διστακτικός, μην τυχόν και μας αποκαλύψει πράγματα άρρητα που δεν πρέπει να αποκαλυφτούν, αντίθετα, ξεδιπλώνεται με άνεση και διάθεση αισιοδοξίας και μας μεταφέρει όλα τα ερωτικά κτερίσματα του ποιητικού ερωτικό θησαυρού του Ιβάν Γκολ. Αν δεν γνωρίζαμε ποιος έχει γράψει αυτά τα ποιήματα και σε ποια γλώσσα, θα θεωρούσαμε ότι συνθέθηκαν από τον έλληνα ποιητή. Δεν διστάζω να το επαναλάβω. Ο μεταφραστής μελίστηκε αλλά δεν διαμελίστηκε πετυχαίνοντας τον στόχο του.
     Νυμφίος ο Ποιητής Νύφη η Ποίηση αυτό μας φανερώνουν τα ΜΑΛΑΙΣΙΑΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ του Ιβάν Γκολ-και του έλληνα μεταφραστή των Επαμεινώνδα Χ. Γονατά.
Ας δούμε τι μας λέει ο Γονατάς σχετικά με το έργο:
     Ο Ivan Goll έγραψε με την ίδια δύναμη και την ίδια τελειότητα λόγου σε δύο γλώσσες. «Δεν εξουσίαζε τα γερμανικά και τα γαλλικά οι δύο αυτές γλώσσες τον εξουσιάζουν» είπαν οι μελετητές του. Κι ενώ συνήθως στους δίγλωσσους ποιητές η υπεροχή της έκφρασης στη μια ή στην άλλη γλώσσα, όσο πλησιάζουμε το έργο του τους, γίνεται γλήγορα φανερή, οι ορμητικές εμπνεύσεις των αλλεπάλληλων κύκλων της δημιουργικής αγωνίας του Goll είχαν το προνόμιο να διαλέγουν κάθε φορά το γλωσσικό όργανο με τις ιδιαίτερες αποχρώσεις, το προορισμένο να φωτίσει καλύτερα την πτυχή εκείνη της πολύπλευρης ιδιοσυγκρασίας του, παρά ζητούσε να ενσαρκωθεί σε τραγούδι.
      Τα Μαλαισιακά Τραγούδα, που ο Marcel Brion είπε γι’ αυτά σε κάποια διάλεξή του ότι «προίκισαν τη γαλλική γλώσσα με μια παράξενη αρετή μαγείας», εκδόθηκαν στο Παρίσι το Δεκέμβρη του 1934. Πολλοί κριτικοί κι αναγνώστες υπόθεσαν ότι είναι μεταφράσεις ή μιμήσεις εξωτικής ποίησης’ ο ποιητής αναγκάστηκε να δηλώσει ότι και τα 40 ποιήματα της συλλογής είναι έργο προσωπικής του έμπνευσης.
      Στις προηγούμενες και τις τελευταίες λυρικές ποικιλίες, που ο ποιητής με φανατικό πείσμα καλλιέργησε ολόκληρη τη ζωή του στον κήπο της ερωτικής ποίησης, δεσπόζει πάντα η αγωνία για την αναζήτηση, ο πόνος για την κατάκτηση της Αγάπης και το τραγικό του εκείνο θάρρος να λαξεύει χρόνια υπομονετικά το υλικό της, να τη «χτίζει» ο ίδιος κομμάτι-κομμάτι κάθε μέρα, ώσπου να λάμψει κάποτε η μορφή της. Σ’ ένα απ’ τα τελευταία του γερμανικά ποιήματα, γραμμένο στο κρεββάτι της αρρώστιας δύο μήνες πριν απ’ το θάνατό του, ο Ivan Goll επιμένει:
Έχτιζα το κεφάλι σου εκατό χιλιάδες μέρες
Να εξέχει πάνω απ’ την έρημο του καθημερινού θανάτου
      Αντίθετα με την άλλη ερωτική ποίησή του, ο ποιητής στα Μαλαισιακά Τραγούδια φαίνεται απαλλαγμένος από το δαίμονα της αναζήτησης. Με τη φωνή της Μανυάνα, σε στίχους πυκνούς που διακρίνονται για τη βιβλική τους έμπνευσή τους και το γεμάτο μεγαλείο πάθος που σφαδάζει στο βάθος τους, ψάλλει τον άνθρωπο τον απλό, τον αγρότη ή τον ψαρά της Μαλαισίας, τον εραστή τον ελευθερωμένο από την αγωνία της ενδοσκόπησης, όπως ο ίδιος πόθησε κάποια στιγμή να είναι .
     Τα Μαλαισιακά Τραγούδια έχουν εκδοθεί ιαπωνικά σε μετάφραση του ποιητή Daigaku Horiguchi, της Ακαδημίας του Τόκιο (1939 και 1956), γερμανικά σε μετάφραση της Claire Goll (1952 και 1960) και ισπανικά σε μετάφραση του A. Dario Lara (1958).
     Η ελληνική μετάφραση-βελτιωμένη μορφή της μετάφρασης που πρωτοδημοσιεύθηκε με την έγκριση της Claire Goll στις εκδόσεις «Πρώτη Ύλη» (Αθήνα 1960)-έγινε από το γαλλικό πρωτότυπο Chansons Malaises (Ed. Poesie et Cie, Paris, Decembre 1934).
      Ο Ivan Goll για πρώτη φορά παρουσιάστηκε στην Ελλάδα με 29 ποιήματα από πέντε συλλογές του σε μεταφράσεις των Δημήτρη Π. Παπαδίτσα (απ’ τα γερμανικά) και Επαμεινώνδα Χ. Γονατά (απ’ τα γαλλικά) και με σημειώματά τους για τον ποιητή και το έργο του («Πρώτη Ύλη», Αθήνα 1959).   
   
ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΜΑΝΥΑΝΑ
ΕΝΟΣ ΚΟΡΙΤΣΟΥ ΤΗΣ ΜΑΛΑΙΣΙΑΣ
Είμαι το σκοτεινό αυλάκι
Πού η βάρκα σου χαράζει στο νερό

Είμαι η υποταχτική σκιά
Πού η φοινικιά σου ρίχνει στη ρίζα της

Είμαι η μικρή κραυγή
Της πέρδικας
Πού τη βρήκαν τα βόλια σου
----
Ακούγονται οι τρυφερές κληματσίδες πού φυτρώνουν
Ακούγεται η γλυκιά ανάσα των φοινικιών
Η γαλάζια βανίλια είναι άγρυπνη
Τα λουλούδια της κανέλας αναδεύουν το άρωμά τους
Κι ο ουρανός βάνει το γιγαντένιο του αυτί
Στη γη
Ν’ ακούσει αν έρχεσαι
----
Δε σ’ αποκάλυψε
Η καταιγίδα

Η φωνή σου
Δεν ανάβρυσε απ’ το δέντρο

Κάτω στο δρόμο
Κανείς δε σε είδε

Ώ δίχως να το ξέρω
Ήσουν μέσα μου πάντα;
----
Όταν ζυγώνεις η νύχτα όλη ανατριχιάζει
Οι τοίχοι σαλεύουν
Το γιασεμί μυρίζει πιο δυνατά
Η θάλασσα ανασαίνει πιο γλήγορα
Κι ο ανάστατος άνεμος
Σιάζει τα μαλλιά μου
Όπως σ’ αρέσουν
----
Από τότε πού γεννήθηκα
Είμαι στολισμένη για τον ερχομό σου

Δέκα χιλιάδες μέρες πέρασαν
Κι όλο πηγαίνω να σε συναντήσω

Οι χώρες στένεψαν
Τα βουνά χαμηλώνουν
Τα ποτάμια λίγνεψαν

Το κορμί μου μεγάλωσε με ξεπέρασε
Απλώνεται απ’ την αυγή ως το λυκόφως
Σκεπάζει όλη τη γη
Όποιο δρόμο κι αν πάρεις
Θα περπατήσεις επάνω μου
----
Δεν ήθελα να είμαι
Παρά ο κέδρος μπροστά στο σπίτι σου
Ένα κλαδί του κέδρου
Ένα φύλλο του κλαδιού
Μια σκιά του φύλλου
Η δροσιά της σκιάς
Πού χαϊδεύει τον κρόταφό σου
Για ένα δευτερόλεπτο
----
Το κόκκινο πιπέρι μπήγει κραυγές
Δεν κρατάει πιά κρυφά τη λαχτάρα σου

Ο θάμνος της βανίλιας
Είναι ένα σύννεφο ηδονής

Μια θύελλα από κανέλα πλημμυρίζει τον κόσμο

Το δέντρο της βροχής
Μου ‘σταξε το πρώτο μου δάκρυ
----
Στητός κάτω απ’ τις εκατό λεμονιές σου
Ξέρεις να περιμένεις
Τους καρπούς να γίνουν χρυσάφι

Ορθός ανάμεσα στα χίλια βόδια σου
Τά προστάζεις
Να βόσκουν τα πιο τρυφερά λουλούδια

Ξέρεις να βασιλεύεις
Παίρνοντας το νόμο απ’ τους πατέρες
Δίνοντας το νόμο στους γιούς

Ώ κύριε της ζωής
Φιλώ το δεξί και τ’ αριστερό σου χέρι
----
Αφότου με γνωρίζεις
Γνωρίζω πιά τον εαυτό μου

Το σώμα μου το ‘νιωθα πιο ξένο
Κι από μια ήπειρο μακρινή

Δεν εξεχώριζα
Ανατολή και Δύση

Ο ώμος μου απόκρεμνος
Ξεφύτρωσε σα βράχος

Ξάφνου το χέρι σου σοφό
Μού δίδαξε ποιά είμαι

Το πόδι μου βρήκε το βήμα του
Η καρδιά μου το χτύπο της

Τώρα αγαπώ τον εαυτό μου
Όπως κι εσύ μ’ αγαπάς
----
Είμαι το λαγήνι πού ένας άξιος τεχνίτης
Το ‘πλασε ελαφρό και καλόδεχτο

Και σε περιμένω, ώ ουσία μου!
Ρίξε μου, εραστή μου
Το κρασί της δύναμής σου
Το λάδι της καλωσύνης σου
Το δροσερό νερό της πίστης σου!

Δε με νοιάζει μα σε ικετεύω άκουσέ με
Και δώσ’ μου τ’ όνομά μου!
----
Περνώντας απ’ το δρόμο των αρχόντων
Δε βλέπεις το φτωχό σαφράνι

Το πανωφόρι σου όμως κρυφά το χαϊδεύει
Και προφταίνει να πάρει
Λίγη χρυσή σκόνη
Της αγάπης του
----
Είμαι η γή
Πού οργώνεις
Να σπείρεις το ρύζι και τη χαρά

Κάτω απ’ τ’ αναγάλλιασμα των ποδιών σου
Τα λιβάδια μου χορεύουν

Ο ήλιος κυλάει απ’ το κεφάλι σου
Μά όταν απλώνεις τη σκιά
Παγώνω σά μια πεθαμένη

Μια μέρα σκάφτοντάς με
Θα βρεις τον τάφο σου
----
Ψιθύρισε ποια είμαι
Ζάλισέ με με την ίδια μου την ομορφιά
Πλάνεψέ με με το κρυφό μου το άρωμα
Η γυναίκα τη μέθη
Την πίνει στο σιντεφένιο αυτί
Βρίσκει τον εαυτό της
Μόνο βαθιά στους καθρέφτες της
----
Όταν το ηφαίστειο με τα γυριστά χείλια
Φτύνει το αίμα
Αναταράζει τη γη
Καίει τα δάση
Συντρίβει τα πουλιά
Και τρώει τον ήλιο
Δε φοβάμαι

Φοβάμαι
Τα σφιγμένα χείλη σου
Όταν σωπαίνουν
----
Είμαι το ρυάκι σου
Πού μέθυσε με δυόσμο

Σκύψε πάνω μου
Για να σού μοιάσω

Κολύμπησε μέσα μου
Να νιώσεις πώς τρέμω

Φάε τα ψάρια μου
Να μ’ αφανίσεις

Πιές με
Να με στερέψεις

Αγάπησέ με
Θα σε συντρέξω να πνιγείς
----
Δρέψε, ώ εσύ πού τά φρόντισες
Τα δυό πορτοκάλια του κόρφου μου
Τά ‘θελες γλιστερά
Ν’ αρέσουν στις φούχτες σου
Και δροσερά για τη νυχτερινή δίψα
Άνοιξέ τα
Σπάραξέ τα
Το χρυσό τους αίμα
Άς σε ποτίσει κι ας σε θρέψει
----
Κύριε, σε νιώθω να ζυγώνεις
Οι πλεξούδες σου προφητεύουν τη θύελλα
Τα μάτια σου γέμισαν αστραπές
Το τσεκούρι σου λάμπει
Και θα πελεκήσει τον ήλιο
Το χέρι σου πού κιόλας υψώθηκε
Το βελούδινο και μπρούντζινο χέρι σου
Με ξεριζώνει απ’ τη γη
Και με ρίχνει μ’ ορμή
Στους αγγέλους
----
Στο φιλί σου πιο βαθύ κι απ’ το θάνατο
Νιώθω τη λύσσα σου να ξαναμπείς στη γη
Να γυρίσεις πίσω στο χάος σου
Λυώνεις
Χάνεσαι
Σύννεφο πέφτεις
Ποτάμι τρέχεις στη θάλασσά σου

Κι η σάρκα μου σε δέχεται σαν ένα μνήμα
----
Φύτεψες μπρός στην πόρτα μου
Μια τρυφερή λεμονιά

Έχει μονάχα δυό κλαδιά
Μ’ ένα χρυσό καρπό στο ένα
Μ’ ένα ασημένιο ανθό στο άλλο

Με θές
Παρθένα ή μητέρα;
----
Αυτή τη νύχτα ένα όρνιο
Μπήκε στην κάμαρά μου

Πλατάγιζαν βαριά
Οι χάλκινες φτερούγες του

Ένιωσα στο κορμί του
Τη ζοφερή του σκιά

Κι όλο το στερέωμα
Έλυωσε πάνω μου

Μόλις άρχισε να πίνει
Το κοιμισμένο αίμα μου

Όταν ξύπνησα ένα μαύρο φτερό
Έμεινε πάνω στην καρδιά μου
----
Ο φίλος μου δουλεύει
Στη φυτεία του καουτσούκ

Χαϊδεύει ολημερίς τα λαστιχόδεντρα
Τυλίγεται στην πράσινη σκιά τους
Κι αγγίζει τα γυμνά τους κορμιά
Μα ξάφνου μπήγει το μαχαίρι του
Κι αναβλύζει το αίμα απ’ τους προδομένους κορμούς
Μετά γίνονται πάλι τρυφερά τα χέρια του
Και δένουν μ’ αγάπη
Την πληγή που κλαίει

Όλη τη νύχτα πλάϊ μου
Ξαναρχίζει τα ίδια
----
Σκεπάστηκα μ’ εφτά πέπλα
Για να με ξεσκεπάσεις
Εφτά φορές

Μυρώθηκα μ’ εφτά μύρα
Να με μυρίσεις
Εφτά φορές

Σου είπα εφτά ψέματα
Να μ’ αφανίσεις
Εφτά φορές
----
Έλεγα ότι είσαι ο ήλιος που κάνει ν’ ανθίσουν τα
ροδόδεντρα
Έλεγα πώς είσαι το πέτρινο άγαλμα που προστάζει
την πορεία των ημερών
Έλεγα ότι είσαι ο αστραφτερός βασιλιάς που θνητός
δεν τολμά να ζυγώσει
Μά όταν με το συντεφένιο μου δάχτυλο
Άγγιξα τον περήφανο ώμο σου
Έγινες ένα μικρό πολύ μικρό αγόρι
Πού κρύβει το φόβο του στη μελαψή μου μασχάλη
----
Σκαρφάλωσα στη μουσμουλιά
Για να σε δω που πηγαίνεις
Στο γαλάζιο βουνό

Σε είδα να φεύγεις μέσ’ από τα ροδόδεντρα
Νεφέλες οι άσπροι παπαγάλοι
Ανέβαιναν σα σκόνη
Γύρω απ’ τα βήματά σου

Κι όταν πέρασες το τελευταίο μονοπάτι
Είδα σ’ ένα σύννεφο μέσα
Τη σκιά σου στραμμένη σε μένα
----
Θεοί! Ξεριζώστε τα μάτια απ’ τη μορφή μου
Πού ανοίγουν διάπλατα δίχως να τον βλέπουν
Κόψτε τα χέρια μου που μείναν άδεια
Κομματιάστε τ’ άχρηστα μπράτσα μου
Σταματήστε τ’ ανήσυχα πόδια μου
Και τις γοργόφτερες κνήμες μου
Στον άσκοπο πια δρόμο τους

Θεοί ! Κάντε με να πεθάνω
Για να με φέρει στο νου του ακόμη μια φορά
----
Με πήρε ο ύπνος πάνω σ’ ένα σύννεφο
Άσπρου γιασεμιού

Το γέρικο βουνό έβαλε
Το ρυάκι του να με λικνίσει

Το φεγγάρι χόρεψε για χάρη μου
Στην κορφή των πεύκων

Ένα πουλί κέντησε με το ράμφος του
Το στερνό στεναγμό της καρδιάς μου
----
Όταν όλα μου τα πάρεις
Το δέρμα από τη σάρκα μου
Τη σάρκα απ’ τις πλευρές μου
Τον ουρανό απ’ τα μάτια μου
Τα μάτια απ’ το κεφάλι μου
Όταν δε θα ‘μια παρά μια πνοή
Για να προφέρω τ’ όνομά σου
Μπορεί τότε να νιώσω
Πως είμαι όλη δική σου
----
Κατοικώ στο σώμα μιάς νεκρής
Όλη η χαρά μου πέταξε
Τα μάτια μου ορθάνοιχτα δεν παγιδεύουν πιά το φως
Τα γόνατά μου θρύβονται σαν άμμος
Όλα μ’ αφήνουν
Τ’ αγρίμια μόνο τριγυρνάνε πάντα
Κι οσμίζονται το λείψανο της καρδιάς μου
----
Ξεφυτέψτε όλα τα λουλούδια
Ποδοπατήστε τις φτέρες
Κόψτε τις εκατόχρονες φοινικιές
Ξεριζώστε τις δάφνες της δόξας
Και φυτέψτε
Μπρός στην άδεια καλύβα μου
Το μαύρο κυπαρίσσι
Το δάχτυλο
Του θανάτου

     Μνήμη της ποίησης είσαι το Κορμί μου
Σε αυτούς τους δολοφονικούς καιρούς που ζούμε, σε χρόνους βάρβαρης θρησκευτικής και κοινωνικής ειδωλολατρίας, ίσως μόνο ο λόγος της Ποίησης μπορεί ακόμα να μας ξεδιψάσει, να μην στεγνώσουν τα αισθήματά μας πριν σβήσει ο ανθός της νιότης μας. Όπως συμβούλευε τον Έλιοτ ο πατέρας του στην ταινία. Να μην ξεραθούν τα άνθη των συναισθημάτων μας όπως θα έλεγε ο ποιητής Γιώργος Σεφέρης. Να προλάβουμε να μην αδειάσουν οι στέρνες της ψυχής μας. Θεέ μου, τι μπλε ξόδεψες για να μην σε βλέπουμε λέει ο σύγχρονός μας ευαγγελιστής ποιητής Οδυσσέας Ελύτης. Ας κλείσουμε τις τηλεοράσεις, ας απενεργοποιήσουμε τα κινητά, ας πάψουμε να ακούμε τον διχαστικό λόγο των πολιτικών και να εμπιστευόμαστε τον σκουριασμένο και γεμάτο δηλητήριο λόγο των μαυροφορεμένων ράσων του μίσους. Η ζωή μας ανήκει δεν τους την χαρίζουμε. Ας ξαναβάλουμε την ποίηση και την τέχνη στην ζωή μας. Έχει πολύ ξηρασία γύρω μας.
     Μνήμη του κορμιού μου σε λένε Ποίηση
Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς 17/3/2018