Κυριακή, 13 Μαΐου 2018

Ο Θαλασσογράφος Κωνσταντίνος Βολανάκης


Με αφορμή την Έκθεση για τον Κωνσταντίνο Βολανάκη

    Μάρτης γδάρτης και κακός παλουκοκαύτης λέει η παλαιά ελληνική παροιμία, αλλά και ο Φλεβάρης κι αν φλεβίσει καλοκαίρι θα μυρίσει. Παράξενος ο Αττικός ουρανός τους τελευταίους δύο μήνες, σκαμπανεβάσματα ζέστης και υγρασίας με πολλές βροχές. Για αρκετές μέρες η Αθήνα και η πόλη του Πειραιά σκεπάστηκε από την Αφρικάνικη σκόνη. Τα μάτια τσούζουν, κοκκινίζουν, δακρύζουν.  Οι εργαζόμενοι και οι εργαζόμενες παρακολουθούν ανελλιπώς τα δελτία του καιρού των βραδινών και των πρωινών ειδήσεων πριν φύγουν για την δουλειά τους. Ελάχιστοι τολμηρότατοι χειμερινοί κολυμβητές-άντρες και γυναίκες μεγάλης ηλικίας-άρχισαν τα πρώτα μπάνια τους στις παραλίες της Πειραϊκής ακτογραμμής. Τους βλέπω και τους ζηλεύω, η σκέψη μου πεταρίζει στον Πειραιά του προηγούμενου αιώνα, της προηγούμενης χιλιετίας, όταν ακόμα το πρώτο λιμάνι της χώρας ήταν σχεδόν έρημο, αραιοκατοικημένο, και τα Μακρά του Τείχη τα περπατούσαν βοσκοί και ψαράδες, ξωμάχοι της ζωής, φτωχοί βιοπαλαιστές. Να θυμηθώ τον ποιητή και δημοσιογράφο Νίκο Χαντζάρα με το τσιγάρο στο χέρι, θεριακλής μέχρι το τέλος της ζωής του να σουλατσάρει στην παραλία αναζητώντας ερωτική συντροφιά στα ωραία βλέμματα των τσοπανόπουλων για να έχει να θυμάται όταν θα δημοσιεύει τα χρονογραφήματά του στις πειραϊκές εφημερίδες. Τον λυρικό ποιητή της Φρεαττύδας Λάμπρο Πορφύρα με το μικρό του μπαστουνάκι και το καβουράκι, να περπατά στην έρημη παραλία και να σκαλίζει τα πειραϊκά χώματα επισκεπτόμενος τα ταβερνάκια-μπακάλικα του καιρού του να πιεί το κρασάκι του, να γευτεί τους μεζέδες του πάνω στην απλωμένη λαδόκολλα του βαρελιού-τραπεζιού, να ανοίγει κουβέντα για τα τελευταία αρχαιολογικά ευρήματα της ιστορίας της πόλης μας με τους ανώνυμους γείτονές του. Βλέπω με τα μάτια του Πειραϊκού ονείρου τον Άγγελο Κοσμή, να καταγράφει πληροφορίες για περιοχές του Πειραιά των παιδικών του χρόνων-όταν ήρθε σχολιαρόπαιδο ακόμα από το νησί του-και να γράφει τις αναμνήσεις του, να αφηγείται γεγονότα για γνωστούς Πειραιώτες πνευματικούς δημιουργούς της εποχής του, να γεμίζει τις σελίδες των αναμνήσεών του με αλησμόνητες περιγραφές. Τον ιστορικό Αλέξανδρο Μελετόπουλο να συλλέγει πληροφορίες για τον αρχαίο Πειραιά για να μας καταγράψει τα δικά του Πειραϊκά. Ακούω τον αντίλαλο της βαριάς και σκοτεινής μουσικής μελωδίας των ρεμπέτηδων νέων του μεσοπολέμου που κρύβονταν στις σπηλιές της Πειραϊκής για να καπνίσουν τον λουλά τους. Το κουδούνι του Θεάτρου Σκιών των πειραιωτών Καραγκιοζοπαιχτών που γυρνούσαν από αλάνα σε αλάνα για να διασκεδάσουν τους μικρούς και μεγάλους μπόμπιρες πειραιώτες. Και σε κάποιο σημείο της πόλης του παλαιού Πασαλιμανιού, στέκει ο πειραιώτης θαλασσογράφος Κωνσταντίνος Βολανάκης, ο Κρητικός που πολιτογραφήθηκε Πειραιώτης και ζωγραφίζει, ζωγραφίζει, ζωγραφίζει διαρκώς, (να ζήσει την οικογένειά του) ότι το βλέμμα του συγκρατεί, ότι οι αντένες της εικαστικής του ευαισθησίας παρατηρούν, ότι η ζωγραφική του θεματολογία αναζητά και επιθυμεί να διατηρήσει στον χρόνο από αυτό το λιμάνι που αναπνέει την θαλάσσια δροσιά του, από αυτήν την πόλη που πατά τα νοτισμένα με αρμύρα χώματά της, αγγίζει τις αρχαίες πέτρες της, βλέπει τα μαγευτικά ηλιοβασιλέματά της, κολυμπά στις δαντελωτές παραλίες της, ίσως και να ψαρεύει στους μικρούς κολπίσκους της. Εδώ κατοικεί ο ποιητής ζωγράφος, ο θαλασσογράφος της πόλης και της χώρας ολάκερης, ο φτωχός οικογενειάρχης που ενώνει τα χρώματα της φαντασίας του με αυτά των χρωμάτων της πόλης. Βαδίζει στην παραλία και αφουγκράζεται τα τριξίματα των ξύλων των μικρών ψαρόβαρκων που στέκουν αρόδο και αγναντεύουν προς την νήσο Αίγινα, αγγίζει με τα βαμμένα από χρώματα χέρια του τα πανιά και τα ιστία των καϊκιών που συνομιλούν μεταξύ τους, χαιρετά γνωστούς και αγνώστους Πειραιώτες, και εκείνοι τον αντιχαιρετούν και τον θαυμάζουν, τον δείχνουν στα μέλη των οικογενειών τους υπερηφανευόμενοι, συνομιλούν μαζί του με οικειότητα, είναι ένας από αυτούς, ο φημισμένος καλλιτέχνης, τους απλούς καθημερινούς φτωχούς Πειραιώτες που γνωρίζουν από καλαισθησία, και εκείνος, δεν παύει να τους ρωτά για τα εκατοντάδες μυστικά της θάλασσας, για τις περιπέτειες των ναυτικών, για την καραβοτεχνία που ασκούν με μεράκι και όνειρο απλοί αγράμματοι μάστορες της βιοπάλης, για την προσωπική τους σχέση με τα ιστιοφόρα και τα πλεούμενα σκαριά που είναι συνέχεια του βίου τους, όπως και του καραβογράφου. Του ζωγράφου με τον χρωστήρα πάντα στο χέρι, που τελειοποίησε και οργάνωσε δίνοντας άλλη προοπτική στην θαλασσογραφία και την θεματολογία της, κάτι που δεν πρόλαβε στις σύντομες ενασχολήσεις του με αυτήν, ο νεαρός Σπετσιώτης ευειδής νέος Ιωάννης Αλταμούρας. Το όμορφο παλικαράκι που χάθηκε νεότατο βυθίζοντας στο δια βίου πένθος την ζωγράφο μητέρα του.
     Τίποτα της πόλης του δεν είναι ξένο για τον Κωνσταντίνο Βολανάκη, τίποτα δεν του είναι άγνωστο σε αυτό το λιμάνι που κατοικεί και δημιουργεί, όλα βρίσκονται μέσα στον εικαστικό του θαλάσσιο ορίζοντα, υπάρχουν αρμονικά και ισορροπημένα μέσα στους πίνακές του. Αισθητοποιήθηκαν και έγιναν θέμα μέσα στα κάδρα του. Η πόλη του Πειραιά βρήκε τον εικαστικό εκφραστή της και ο ζωγράφος της έμεινε πιστός μέχρι το τέλος της ζωής του με όποιο κόστος. Ένα βάδισμα κοινό, μια κοινή αίσθηση ζωής και ονείρου που η θαλάσσια ατμόσφαιρα της πόλης του Πειραιά σκέπει ανθρώπους, τοπίο, εικαστικά βλέμματα και αναμνήσεις. Μια συμπόρευση μνήμη ιστορίας της πόλης, της ζωής του καλλιτέχνη και της εικαστικής δημιουργίας. Παραστάσεις ενός Πειραιά που κατακτούσε επάξια την κοινωνική του συνείδηση και χάρασσε τα ίχνη της ταυτότητάς του στον χρόνο.
     Επισκέφτηκα την Έκθεση που διοργανώνεται αυτό το διάστημα στο Ίδρυμα του πειραιώτη επιχειρηματία, φιλότεχνου και εικαστικού Βασίλη Θεοχαράκη και Μαρίνας Θεοχαράκη στην οδό Βασιλίσσης Σοφίας 9 στο Σύνταγμα για τον Κωνσταντίνο Βολανάκη (Ηράκλειο Κρήτης 17/3/1837-Πειραιάς 29/6/1907). Έναν από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της περιβόητης Σχολής του Μονάχου. Ένα ζεστό και φιλόξενο περιβάλλον που χαίρεσαι κάθε φορά που το επισκέπτεσαι και θαυμάζεις τις εικαστικές του προτάσεις, τα αφιερώματα σε γνωστούς εικαστικούς δημιουργούς. Απολαύσαμε αρκετές δεκάδες έργα του θαλασσογράφου από την συλλογή του επίσης φιλότεχνου επιχειρηματία Πάνου Λασκαρίδη. Την επιμέλεια της Έκθεσης είχε ο κύριος Τάκης Μαυρωτάς ο οποίος είναι και ο Διευθυντής του Εικαστικού Προγράμματος του Ιδρύματος Βασίλη και Μαρίνας Θεοχαράκη. Το πρόγραμμα της Έκθεσης και οι πληροφορίες που αντλούσε από αυτό ο επισκέπτης στηρίζονταν σε κείμενα του κυρίου Τάκη Μαυρωτά και του Πειραιώτη ομότιμου καθηγητή πανεπιστημίου και εικαστικού κριτικού και μελετητή κυρίου Μανόλη Βλάχου.
     Ο Πειραιώτης φιλόλογος κριτικός και συγγραφέας Μανόλης Βλάχος έχει εργαστεί πάνω στην εικαστική δημιουργία του θαλασσογράφου πειραιώτη αρκετές φορές συστηματικά και εμπεριστατωμένα, αναδεικνύοντας πολλές πτυχές του έργου και της ζωής του. Βλέπε κείμενό του στο «Οι Έλληνες Ζωγράφοι» τόμος 1ος εκδόσεις Μέλισσα 1974, την σημαντική του εργασία «Ελληνική Θαλασσογραφία» 1993, και φυσικά, την διδακτορική του διατριβή στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης πάνω στον πειραιώτη θαλασσογράφο «Ο ζωγράφος Κωνσταντίνος Βολανάκης 1837-1907»  που εκδόθηκε το 1974 από τις εκδόσεις «Ολκός». Μια εργασία σταθμός στην έρευνα και την μελέτη πάνω στην ζωή και το έργο του Κωνσταντίνου Βολανάκη που στηρίχτηκαν οι μεταγενέστεροι μελετητές. Συμπληρωματικά αναφέρω ότι το 1977 από τις εκδόσεις «ΑΔΑΜ» κυκλοφόρησε και το βιβλίο του καθηγητή Στέλιου Λυδάκη «ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΒΟΛΑΝΑΚΗΣ». Οι δύο αυτές μελέτες των Μανόλη Βλάχου και Στέλιου Λυδάκη που κυκλοφόρησαν με διαφορά σχεδόν εικοσιπέντε χρόνια η μία από την άλλη, καλύπτουν όλα τα κενά του έργου του πειραιώτη καραβογράφου και δηλώνουν το αμείωτο ενδιαφέρον ειδικών και μη για τον ζωγράφο και την εικαστική του περιπέτεια. Επίσης, σε γνωστή σειρά της δημόσιας τηλεόρασης το περασμένο Σάββατο που καταγράφει την ιστορία των εφοπλιστικών οικογενειών και των ελλήνων και ελληνίδων καραβοκύρηδων μετά την απελευθέρωση, ο Μανόλης Βλάχος και ο επιμελητής της Έκθεσης Τάκη Μαυρωτάς έδωσαν συνέντευξη και μας μίλησαν για τον Κωνσταντίνο Βολανάκη με την ευκαιρία της διοργάνωσης της Έκθεσης στο Ίδρυμα Βασίλη και Μαρίνα Θεοχαράκη αυτήν την περίοδο.
     Έχοντας γράψει ήδη και δημοσιεύσει σε περιοδικό άρθρο για τον Κωνσταντίνο Βολανάκη και έχοντας δημοσιεύσει και ένα πληροφοριακό κείμενο επίσης σε πειραϊκή εφημερίδα, περασμένα στην ιστοσελίδα μου παλαιότερα, και άλλα σκόρπια κείμενα, αντιγράφω ορισμένα ενδεικτικά σύντομα άρθρα για τον θαλασσογράφο που αποδελτίωσα σε παλαιότερη έρευνά μου για αυτόν και που αριθμούν πάνω από εκατό μικρές ή μεγάλες αναφορές. Κείμενα που φωτίζουν την εικαστική του διαδρομή, άλλα επαινετικά άλλα όχι, που μας δίνουν μια ολοκληρωμένη εικόνα για την δημιουργία του και τις εικαστικές αναζητήσεις του ίδιου και των καλλιτεχνών της εποχής του
      Μια μικρή συμβολή ενός σύγχρονου των ημερών μας πειραιώτη προς έναν αυθεντικό εκπρόσωπο της πειραϊκής εικαστικής παράδοσης στην χώρα μας με την ευκαιρία της Έκθεσης.
Α). Κωνσταντίνος Δ. Βολανάκης (1883-1903). Εγεννήθη εις το Ηράκλειο της Κρήτης το 1837, οπόθεν, εις νεαράν ηλικίαν, έφυγε και εγκατεστάθη εις την Τεργέστην, ασχοληθείς εκεί εις το εμπόριον. Κινούμενος όμως από κλίσιν προς την τέχνην, μετέβη εις το Μόναχον και εσπούδασε Ζωγραφικήν υπό τον Κάουλμπαχ και τον Πιλόττι, συνεργασθείς με τον δεύτερον μετά το πέρας των σπουδών του. Ακολούθως, ειργάσθη κατά διαστήματα εις την Βιέννην, εις τους Παρισίους, εις το Λονδίνον, εις την Ελβετίαν καθώς και εις την Τεργέστην. Επεδόθη κυρίως εις την θαλασσογραφίαν και εις την απεικόνισιν ναυτικών θεμάτων. Επιστρέψας εις την Ελλάδα, διωρίσθη τον Σεπτέμβριον του 1833 καθηγητής της Στοιχειώδους Γραφικής εις το Σχολείον των Τεχνών, αναλαβών αργότερον την Αγαλματογραφίαν. Εδίδαξε μέχρι του Νοεμβρίου του 1903, οπότε ασθενήσας παρητήθη, και απέθανεν εις τον Πειραιά το 1907. Αφήκε πολλά έργα αρίστης τέχνης, ιδίως θαλασσογραφίας και τοπία, εκ των οποίων τα κυριώτερα είναι, «Μετά την τρικυμίαν», «Το πλοίον της γραμμής Κάϊζερ εις την ναυμαχίαν της Λίσσας», «Μετά την ναυμαχίαν του Τράφαλγκαρ» «Η ναυμαχία της Σαλαμίνος», «Πυρπόλησις της τουρκικής ναυαρχίδας υπό του Κανάρη», «Απόβασις του Καραϊσκάκη εις το Φάληρον». «Πανηγύρι της Τήνου», «Πανηγύρι του Μονάχου», «Η έξοδος του Άρεως», «Ο λιμήν του Πειραιώς» κλπ.
Κώστας Η. Μπίρης, ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΜΕΤΣΟΒΙΟΥ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟΥ, Αθήναι 1957, σ.522-523
Β) Η Ιστορία της Θαλασσογραφίας. Οι Έλληνες θαλασσογράφοι.
     Από τα νεώτερα βιβλία είναι και «Οι ζωγράφοι και σχεδιασταί της θαλάσσης» του Λ. δε Βεϋράν, εκδοθέν εις Παρισίους. Ο συγγραφεύς παρακολουθεί τον ειδικόν αυτόν κλάδον της ζωγραφικής εις τας ιστορικάς αυτού φάσεις και αναφέρει τας προόδους της θαλασσογραφίας και τους ικανώτερους αυτής ερμηνευτάς εις όλα τα πολιτισμένα κράτη όλων των Ηπείρων.
Μερικαί ιδέαι και κρίσεις του συγγραφέως εκ της εισαγωγής του βιβλίου έχουν αρκετόν ενδιαφέρον, ώστε να ημπορούν ν’ αναγνωσθούν από ευρύτερον κύκλον, δια τον οποίον είναι προωρισμένον βιβλίον. «Η μόρφωσις ενός θαλασσογράφου, λέγει ο συγγραφεύς εις την εισαγωγήν, είνε από τας πλέον τραχείας και τας πλέον επιπόνους. Διά να ζωγραφήση κανείς την θάλασσαν πρέπει να έχη ταξιδεύση καθ’ όλας τας εποχάς, να περάση ημέρας και εβδομάδας εις το πέλαγος, να κάμη μελέτας μεταξύ του ουρανού και του ύδατος και όταν συλλέξη ό,τι απαιτήται, ημπορεί, επιστρέφων εις το εργαστήριόν του, να κάμη έργα ομοιαλήθη……………
     Μία από τας μεγαλειτέρας δυσκολίας του επαγγέλματος είναι να σχεδιασθή πλοίον τελείου σχήματος, να δοθή το σχήμα εις τα ιστία, να κατασκευασθούν καλά άρμενα αναλόγως των εποχών. Το πλείστον της αρματωσιάς χαράσσεται συνήθως επιπολαίως. Οι καλλιτέχναι δεν γνωρίζουν την χρήσιν όλην των σχοινιών και των ιστών. Επίσης απαιτείται να γνωρίζη ο ζωγράφος να τοποθετήση το πλοίον του εις την θάλασσαν. Εις πόσας εικόνας το πλοίον καλυμένον από την γραμμήν της θαλάσσης ομοιάζει με παιδικόν άθυρμα τοποθετημμένον επάνω εις καθρέπτην, διότι το ύδωρ δεν βρέχει, δεν ευρίσκεται μέσα εις την θάλασσαν, αλλ’ επί της επιφανείας. Είνε δυσκολώτερον να παρασταθή η ανοιχτή θάλασσα με καλοκαιρίαν ή κακοκαιρίαν ή να ζωγραφηθούν γραφικαί ακταί.
     Οι μεγάλοι διδάσκαλοι του είδους του υπήρξαν οι Ολλανδοί. ‘Εζων εις τα καϊκια των, εις την θάλασσά των. Τα εργαστήρια των εγκαθιστών επάνω εις αυτό το μοδέλο και το είχαν διαρκώς εμπρός εις τα μάτια των……………
Ο κ. Βολωνάκης εζωγράφησε μιάν ωραίαν «Ναυμαχίαν της Σαλαμίνος». Οι στόλοι των Ελλήνων και των Περσών ευρίσκονται εις σύγχυσιν. Συντρίμμια ναυαγίων καλύπτουν την επιφάνειαν της θαλάσσης. Ο καλλιτέχνης δίδει την αίσθησιν αρχαίας ναυμαχίας. Αναφέρομεν επίσης του ιδίου της Ναυμαχίας της Λίσσης».
……………………
Περιοδικό Πινακοθήκη τόμος Α, αριθμός 11/1902, σ. 256. Το άρθρο είναι Ανώνυμο.
Γ).  Ο Βολανάκης είναι σχεδόν αποκλειστικά θαλασσογράφος. Πρώτος έχει ασχοληθεί με το είδος αυτό στη χώρα μας, αν εξαιρέσουμε τον Αϊβαζόφσκυ που ήταν ξένος, μα που δούλεψε όμως αρκετά στην Ελλάδα. Αργότερα ο Ιωάννης Αλταμούρας και ο Βασίλης Χατζής ειδικεύτηκαν κι αυτοί μ’ επιτυχία στη θαλασσογραφία.
     Με τα άλλα είδη ο Βολανάκης σχεδόν δεν ασχολήθηκε. Ελάχιστες είναι οι προσωπογραφίες που άφησε, καθώς και οι άλλες συνθέσεις, όπως το περίφημο «Τσίρκο» της Εθνικής Πινακοθήκης. Τα θαλασσινά έργα του Βολανάκη περιλαμβάνουν ναυμαχίες, θαλασσινά τοπία, ακτές με βάρκες και λιμάνια, κλπ. Αγαπούσε ιδιαίτερα τις ήρεμες θάλασσες, τους γραφικούς κολπίσκους, μορφές που προσθέτουν μια ζεστή νότα στο τοπίο. Όπως οι Ολλανδοί έτσι και ο Βολανάκης, αφιερώνει το μεγαλύτερο μέρος του πίνακα στην απεραντωσύνη του ουρανού, ενός ουρανού που διηγείται τις ποικίλες μεταλλαγές της ημέρας, σε κλιμακωτά γαλάζια, ροδαλά και χρυσαφιά. Κανείς όπως αυτός δεν μπόρεσε να αφηγηθεί με τόση πυκνότητα και λυρισμό το τραγούδι της ελληνικής θάλασσας, την ανεξάντλητη ποικιλία της, τη σαγηνευτική γοητεία της. Οι εξαιρετικές, καθαρά ζωγραφικές αρετές του Βολανάκη γίνονται ακόμα πιο έκδηλες σε πίνακες σαν το «Τσίρκο», όπου ελευθερώνεται από τα ρεαλιστικά δεσμά και με ένα ποιητικό τόνο προαναγγέλλει τον εμπρεσιονισμό. Θα άξιζε να μελετηθεί με περισσότερη προσοχή το έργο του για να εξακριβωθεί η πορεία της δουλειάς του, που στην καινούργια αυτή τεχνική τον τοποθετεί σαν πρόδρομο των νεώτερων τάσεων.
     Πολλά από τα τελευταία έργα του Βολανάκη είναι σε κατώτερο ζωγραφικό επίπεδο από τη συνηθισμένη εργασία του. Πράγματι, κάτω από την πίεση των καθημερινών αναγκών, υποχρεωνόταν συχνά να φτιάχνει πίνακες της σειράς. Ο άνθρωπος που είχε γνωρίσει τις μεγαλύτερες τιμές στο Μόναχο και τη Βιέννη, κατέληξε πολλές φορές , για να ζήσει, να δουλεύει μεροκάματο σε έναν Πειραιώτη κορνιζά.
Τώνης Σπητέρης, περιοδικό Νέα Εστία τχ. 683/15-12-1955,σ 445-446, «Η ελληνική τέχνη»
Δ). Ας σημειώσουμε σ’ αυτά αντιπαραβάλλοντας το θερμό αίσθημα του Λεμπέση, που αγωνίζεται να υπερβεί τα ακαδημαϊκά πλαίσια, όπως και τις εξαιρετικές χρωματικές και συνθετικές αρετές των θαλασσογράφων Βολανάκη και Αλταμούρα, όπως και του τοπιογράφου Πανταζή.
Στρατής Δούκας, Μαρτυρίες και κρίσεις, εκδόσεις Κέδρος 1977, σ. 81. «Η πρώτη μεταπολεμική πανελλήνιος και ο Γύζης»
Ε). Ο Βολανάκης όστις ως υπόδειγμα έχει την τέχνην των Κάτω Χωρών, πλάττει χειροτεχνικώς ωραίαν, μετ’ αγάπης εκτελουμένην τέχνην, την οποίαν λίαν ευφήμως αναφέρομεν, αλλ’ ήτις μένει τόσον μακράν όλων των σύγχρονων ζωγραφικών προθέσεων και της σημερινής αναπτύξεως της τέχνης, ώστε εις ημάς μόνον αρχαιογραφικόν ενδιαφέρον δύναται να εξεγείρη.
Έρνεστ Χάρτ, περιοδικό Παναθήναια Έτος Α-8/Φεβρουάριος. Τόμος Α΄, Οκτώβριος 1900-Μάρτιος 1901, «Δύο Καλλιτεχνικαί Εκθέσεις.
ΣΤ). Ο Κωνσταντίνος και η Μάρθα Ελευθερουδάκη είχαν έφεση στις τέχνες. Η κυρία Μάρθα ήταν πιανίστα κονσερτίστα. Ο κύριος Κωνσταντίνος μάζευε πίνακες, γιατί ήξερε ν’ αναγνωρίζει την καλή ζωγραφική.
Δεν υπήρχε τοίχος στο σπίτι τους που να μην φιλοξενεί από ένα μεγάλο Βολανάκη και δύο τρείς μικρότερους. Στο γραφείο βιβλιοθήκη κρέμονταν, αν θυμάμαι καλά, τέσσερεις πίνακες του Γύζη. Όλους αυτούς τους πίνακες η κυρία Μάρθα τελικά τους κληροδότησε στην Εθνική Πινακοθήκη.
Λεωνίδας ντε Πιάν, Εμένα Κοιτάνε (Αυτοβιογραφία), εκδόσεις Καστανιώτη 1997, σ.16
Ζ). Στην Πλατεία Αλεξάνδρας και σ’ ένα μικρό δρόμο της Φρεαττύδας, διατηρείται με τη μορφή μιάς προτομής και μ’ εκείνη μιας πινακίδας, η μνήμη ενός από τους μεγάλους ζωγράφους που αποτύπωσαν καλλιτεχνικά τον Πειραιά του Κωνσταντίνου Βολανάκη.
     Τ’ όνομά του, με τις παραλλαγές Βολανάκης ή Βολωνάκης, είναι κρητικό. Η εύπορη οικογένειά του μετανάστευσε στη Σύρο και αργότερα ο αδελφός του Αθανάσιος υπήρξε ένας από τους πρώτους ιδιοκτήτες νηματουργείων στον Πειραιά.
     Τα πρώτα ελληνικής έμπνευσης έργα του περιγράφουν θαλασσινά ιστορικά γεγονότα, όπως η αποβίβαση του Καραϊσκάκη στο Φάληρο. Δουλεύοντας αρχικά στη Γερμανία, έρχεται το 1833 να εγκατασταθεί στην Ελλάδα εξαιτίας της υγείας της γυναίκας του παρά για τις για το αντίθετο παραινέσεις του φίλου του Γύζη που του γράφει:
«θα πας εις έναν τόπον όπου οι πίνακες ζωγραφικής πωλούνται εις τον Τινάνειον κήπον».
Ο Βολονάκης όμως εγκαθίσταται στον Πειραιά κι εκεί ιδρύει το 1895 το Καλλιτεχνικόν Κέντρον όπου συρρέουν πολλοί νέοι ζωγράφοι που δουλεύουν κάτω από την επίβλεψη του, δημιουργώντας σχολή έντονα επηρεασμένη από το Δάσκαλο.
Λίζα Μιχελή, Πειραιάς, γ΄έκδοση εκδόσεις Γαλάτεια 1993, σ.187
Η). Η Πεντάδα των Πατέρων της νεοελληνικής ακαδημίας Νικόλαος Γύζης (1842-1901), Νικηφόρος Λύτρας (1832-1904), Θεόδωρος Βρυζάκης (1814-1878), Γεώργιος Ιακωβίδης (1852-1932) και Κωνσταντίνος Βολανάκης από δω άντλησε τη θεωρία και την πράξη της. (Το Μόναχο, γίνεται μητρόπολη τώρα πνευματική και καλλιτεχνική της Ελλάδος. Αυτή φιλοξένησε και δίδαξε τους πρώτους έλληνες καλλιτέχνες του ηπειρωτικού έθνους).
Η ηθογραφική όμως παράδοση που δημιουργήσανε δεν είχε την πηγή της στην ανάγκη να μελετηθεί και να αγαπηθή η Ελλάδα σαν Ελλάδα, όπως έγινε πιο αργά με τους δημοτικιστές και τους εμπρεσιονιστές. Την είδανε με τα μάτια του Μονάχου και μας δώσανε έργα άψογα στο σχέδιο, ξένα όμως από την ελληνική γη. Δεν μπορέσανε να εγκλιματιστούνε στη χώρα τους και μείνανε ως το τέλος Βαυαροί στο ύφος και στην τεχνική τους.
Το Μόναχο καθυστέρησε την καλλιτεχνική ζωή του τόπου, όπως η καθαρεύουσα την πνευματική. Απομόνωσε την Ελλάδα από τις μεγάλες χρωματικές κατακτήσεις της γαλλικής τέχνης, έκοψε το νήμα της ιστορικής συνέχειας με τον Εφτανησιώτικο νατουραλισμό, έριξε τη ζωγραφική σ’ ένα χρώμα λασπερό που μόνο σε ιδιοσυγκρασίες φίνες και ανώτερες σαν τον Γύζη μπορούμε να συγχωρούμε.
Άγγελου Γ. Προκοπίου, Νεοελληνική Τέχνη, Αθήνα 1936, σ.21
Θ). Ο Βολανάκης με τον ερχομό του στην Ελλάδα φτάνει στο τέλος να εργάζεται μεροκάματο σ’ έναν κορνιζά και να φτιάχνει κεραμικά για να ζήσει. Έτσι εξηγείται γιατί ένα μεγάλο μέρος των έργων του του Βολανάκη είναι κατώτερα από το ζωγραφικό του επίπεδο.
Το «Πανηγύρι στο Μόναχο» με τις χρωματικές καθαρές πινελιές του πλήθους, σ’ έναν ζωγράφο που στάθηκε σημαία εναντίον των νέων τάσεων που έφερε ο ιμπρεσιονισμός, μας αποκαλύπτει τον ίδιο τον ιμπρεσιονισμό στη δουλειά του.
…. Θα ανακαλύψουμε πως στα «Αραγμένα καράβια» υπάρχει σε ορισμένα κομμάτια τους, μια ομοιότροπη διάθεση. Μήπως άραγε ο Βολανάκης και εδώ στάθηκε πληγωμένος, έπνιξε τη ζωγραφική του θέληση κάτω από τη θάλασσα του κοινού του, γιατί ήταν υποχρεωμένος να ζήσει.
Ο Βολονάκης στη θαλασσογραφία άφησε ένα εξαίρετο μαθητή του, τον Χατζή.
Από τους τρείς μεγάλους του Μονάχου που εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα ο πιο τυχερός ίσως υπήρξε ο Ιακωβίδης.
Το θέμα των λουλουδιών μπαίνει μαζί του στην ιστορία της ζωγραφικής μας. Στην «Παιδική συναυλία»
Ελένη Βακαλό, Κριτική Εικαστικών Τεχνών, τόμος Β΄, εκδόσεις Κέδρος 1996, σ.18
Ι). Ερχόταν τότε στο Πολυτεχνείο κάθε εβδομάδα για να διορθώνει τις τάξεις του σχεδίου ένας πολύ ηλικιωμένος ζωγράφος που λεγόταν Βολονάκης. Ήταν θαλασσογράφος γύρω στα μισά του περασμένου αιώνα είχε ζωγραφίσει πίνακες που δεν στερούνταν ζωγραφικής αξίας και ήταν μάλιστα πολλοί εκφραστικοί και γεμάτοι ποίηση τα θεματά παρίσταναν ελληνικές παραλίες κοντά στην Αθήνα και απόψεις του λιμανιού στον Πειραιά, στις παραλίες, κυρίες και κύριοι, ντυμένοι σύμφωνα με τη μόδα εκείνου του καιρού, παριστάνονταν όπως στους πίνακες του Κουρμπέ.
     Ήταν μια ζωγραφική λεία αλλά όχι γλυμμένη, που σαν ποιότητα θύμιζε λίγο τη ζωγραφική του Ιντούνο. Όταν γνώρισα τον ζωγράφο Βολανάκη, ήταν ήδη πολύ γέρος, δεν έβλεπε καλά και φορούσε χοντρούς φακούς με φασαμέν’ επιπλέον είχε αποκτήσει την κακιά συνήθεια να πίνει και περνούσε μεγάλο μέρος της μέρας του στα καπηλειά, παρέα με καροτσέρηδες κι εργάτες.
Συχνά στις ώρες εκείνες της ταβέρνας καθόταν μαζί του ένας γέρος γλύπτης, φίλος και συνομήλικός του…. Το αριστούργημά του ήταν ένα μεγάλο γλυπτό που λεγόταν Ξυλοθραύστης…..
Τζιόρτζιο ντε Κίρικο, Αναμνήσεις από τη ζωή μου, μτφ. Εμμυ Λαμπίδου-Βαρουξάκη, επιμέλεια Πέτρος Λεκαπινός, εκδόσεις Ύψιλον 1985, σ.46-47
Κ), Εμείς και οι Ξένοι
Αφορμή στο σημερινό μου σημείωμα δίνει η παρατήρηση ότι ο ζωγράφος Κ. Β. που μπορεί να καταταχθεί ανάμεσα στους πιο καλούς μας ζωγράφους, έδωσε τα καλύτερά του έργα όσο ήταν στο εξωτερικό ή τα πρώτα χρόνια ύστερα από τον ερχομό του στην Ελλάδα. Από κεί και πέρα τα έργα του είναι άνισα, φτάνει μάλιστα να πει κανείς ότι και πολλά είναι μέτρια, αν όχι και κακά, καμία φορά. Το γεγονός είναι παράξενο γιατί είναι βέβαιο ότι ξέρει τι θα πει καλή δουλειά, απέδειξε ότι ξέρει τι θα πει καλή ζωγραφική και όμως νωρίς κατέπεσε. Αντιμετώπισε προβλήματα, βρήκε λύσεις, έδωσε μάλιστα τολμηρές λύσεις, χωρίς να ξεφύγει από το πραγματικό νόημα της τέχνης. Υπάρχουν στοιχεία που πείθουν ότι αντιμετώπισε τη ζωγραφική, σαν πνευματικό λειτούργημα και θα περίμενε, επομένως, κανείς να τον δει να κινείται για νέες κατακτήσεις. Όμως το αντίθετο συμβαίνει. Αδιαφορεί, αφήνεται, αποτελειώνει τα έργα του με όσα μέσα είχε κατακτήσει άλλοτε, αλλ’ όλο ένα με περισσότερη χαλαρότητα.
Δεν είναι όμως ο μόνος ζωγράφος που ακολουθεί τον δρόμο αυτό.
Εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ 3/11/1951
Η Ελλάδα στο έργο του Σπύρου Βασιλείου
Αν στραφεί κανείς πάλι στην παλαιότερη παράδοση του τόπου μας για την «θαλασσογραφία» σταματάει δύο κυρίως ονόματα: Τον Αλταμούρα και τον Βολανάκη.
Και οι δύο είναι γνωστοί ως θαλασσογράφοι. Εξετάζοντας τους ζωγράφους αυτούς με αυστηρά καλλιτεχνικά κριτήρια, θα διαπιστώσει ότι η αξία τους βασίζεται στην καλλιτεχνική ικανότητα και όχι στην αναζήτηση του θέματος που ζωγράφισαν. Ήξεραν να θέσουν στην υπηρεσία της θαλασσογραφίας τα εκφραστικά τους μέσα για να πετύχουν ένα καλλιτεχνικό αποτέλεσμα που επεδίωξαν και το πέτυχαν…. Γιατί προτιμούσαν τις θαλασσογραφίες;
Το θέμα, στην περίπτωση αυτή, όπως άλλωστε πολύ συχνά συμβαίνει στη τέχνη, είναι εξωκαλλιτεχνικό στοιχείο του Πίνακα και εξυπηρετεί άλλα στοιχεία που συντελούν ώστε να δημιουργηθεί ένα έργο τέχνης….
Εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ 25/10/1959
Μαρίνος Καλλιγάς, Τεχνοκριτικά 1937-1982, πρόλογος-εισαγωγικό σημείωμα Άγγελος Δεληβορριάς, εκδόσεις Μουσείο Μπενάκη και εκδόσεις Άγρα 2003, σ.220,297,298.
Λ). Αρκετά χρόνια μετά από την Επανάσταση τέσσερις έξοχοι ζωγράφοι, ο Νικόλαος Γύζης, ο Κωνσταντίνος Βολανάκης, ο Ιωάννης Αλταμούρας, και πιο κοντά μας ο Νικηφόρος Λύτρας, μπορούμε να πούμε πως έπιασαν και με δύναμη ζωγράφισαν στον καμβά το όραμα και την βαθειάν ουσία του αγώνα.
Πλάϊ στον Γύζη, πρέπει να τοποθετηθεί ο Κωνσταντίνος Βολανάκης είταν κατά πέντε χρόνια μεγαλύτερός του, γεννήθηκε το 1937, ο Γύζης το 1842. Που βγήκε και εκείνος από τη σχολή του Μονάχου, με τους πίνακές του εμπνευσμένους από τον αγώνα στη θάλασσα.
«Η Πυρπόλησις της τούρκικης ναυαρχίδας» και «Η Έξοδος του Άρεως» σε ανώτατη πραγμάτωση ο πρώτος, εκφράζει με πλαστικά μέσα-εκείνα τα κόκκινα από τις φλόγες και τους τόνους των νύχτιων κυανών του ουρανού και της θάλασσας-τη μεγαλωσύνη και την έξαρση και τ’ όραμα του αγώνα μετουσιωμένο σε υψηλής πνοής έργο τέχνης-που με τη διαφάνεια των χρωμάτων και το αστρικό εσωτερικό φως, με την όλη ατμόσφαιρά του θυμίζει την τεχνική του Ταίρνερ……
Πάνος Καραβίας, περιοδικό Νέα Εστία τχ.1043/Χριστούγεννα 1970, σ.119-, «Η Ελληνική Επανάσταση εμπνεύστρια δύναμη στις τέχνες-Μια δοκιμή αξιολογημένης κατάταξης»
Μ). Η Αποβίβαση Λάδι σε μουσαμά, 61Χ 106,5
Ο Βολανάκης παθιάζεται με τις μικρογραφικές λεπτομέρειες που αφορούν στην ανατομία των κομψών ιστιοφόρων που ζωγραφίζει. Όπως επίσης παθιάζεται με τη φωταύγεια των μακρινών οριζόντων, με το διάφανο sfumato που γεννά η ένωση ουρανού και θάλασσας. Και μια σύμπτωση: ο πίνακας αυτός, έργο ωριμότητας (αλλά και κάποιων επαναλαμβανόμενων κλισέ) πρέπει να φιλοτεχνήθηκε γύρω στο 1900. Είναι η χρονιά όπου ο νεαρός Giorgio de Chirico (1888-1978) εγγράφεται στο Σχολείο των Τεχνών του Πολυτεχνείου και συναντά τον Κωνσταντίνο Βολανάκη, ο οποίος διδάσκει εκεί από το 1883 (έως το 1903), Συμμαθητές του έχει τον Δημήτρη Πικιώνη και τον Γιώργο Μπουζιάνη (που θα ξανασυναντήσει στο Μόναχο). Οι θαλασσογραφίες του Βολανάκη, επειδή σχεδόν πάντα αναφέρονται σ’ ένα ιδανικό ταξίδι και μιαν αναχώρηση, εντυπωσιάζουν τον de Chirico όπως διαβάζουμε στις «Αναμνήσεις» του…
Μάνος Στεφανίδης, Ελληνομουσείον. Έξι αιώνες Ελληνικής Ζωγραφικής, τόμος Α΄, εκδόσεις Μίλητος 2001, σ.226. (ο πειραιώτης καθηγητής κύριος Μάνος Στεφανίδης υπογράφει και το λήμμα για τον ζωγράφο στην εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος- Λαρούς-Μπριτάνικα 1984, τόμος 15ος. Σ.21.)
Ν). Τον Κωνσταντίνο Βολανάκη ο (Νικόλαος Γύζης) τον αναφέρει στα γράμματά του από την Αθήνα 17/10/1895, σ.191, 11/11/1895 σ. 197.
Μα κάτι σχετικό με τον Βολανάκη γράφει ο Γύζης και χωρίς να το γνωρίζει ο ίδιος σ’ ένα γράμμα του γραμμένο στις 25/8/1875.
«Το Τσίρκο αμερικάνικο έφθασε κατ’ αυτάς εις Μόναχον με αμερικανούς τσαρλατάνους. Παίζουν μόνο 6 παραστάσεις και ο κόσμος ποδοπατιέται με το ποιος να πρωτοειδεί. Δεν παίζουν άσχημα, έχουν και ελέφαντες μικρούς και μεγάλους, ένας μικρός χορεύει και βάλς»,
Είναι πιθανόν, θα μπορούσε να πεί κανείς πως είναι σχεδόν βέβαιο, πως η περιγραφή του τσίρκου αφορά το ιπποδρόμιο, που ζωγράφισε ο Βολανάκης στο προδρομικό του έργο, που είναι σήμερα στην Πινακοθήκη των Αθηνών.
Θεμιστοκλής Δ. Τσάτσος, Γύρω από την ζωγραφική. Αισθητικά δοκίμια, έκδοση β΄, εκδόσεις Γαβριηλίδης 2001, σ.126
Ξ). Η ταυτότητα του Κωνσταντίνου Βολανάκη
Ο Κωνσταντίνος Βολανάκης είναι ίσως ο κορυφαίος Έλληνας θαλασσογράφος του 19ου αιώνα. Με αφορμή τις υψηλές τιμές όπου έχουν φτάσει τα έργα του στην Αγορά Έργων Τέχνης, σε συνδυασμό με αριθμό πλαστών έργων που κυκλοφορούν αποδιδόμενα σ’ αυτόν μελετήσαμε γνωστά πιστοποιημένα έργα του ζωγράφου.
     Αναλύοντας μορφολογικά και τεχνοϊστορικά τα έργα, έρχονται στο φως σημαντικές πληροφορίες που κρύβονται κατά κάποιο τρόπο στην κατασκευαστική δομή τους. Ένα δείγμα της μελέτης αυτής που αναφέρεται στη θεματολογία, την παρατήρηση των δομικών στοιχείων (υλικά), τις Τεχνικές, παρουσιάζεται με δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα ανάλυσης έργων…………………
Μηνάς Χατζηχρήστου, συντηρητής έργων τέχνης εκτιμητής, και,
Σπύρος Τσίμας, συντηρητής-ζωγράφος, εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ, Νο 32, Νοέμβριος 1994, σ.22.
Ο). Από τους Έλληνες ζωγράφους ο Κ. Βολανάκης και ο Π. Τσιριγώτης, έδωσαν ορισμένες χαρακτηριστικές προσπάθειες, στις οποίες το ηθογραφικό στοιχείο, παρόλο που παίζει δευτερεύοντα ρόλο, δίνει μια νέα διάσταση στα έργα τους.
     Οι πρώτες ανάλογες συνθέσεις του Κ. Β. «Δρόμος σε χωριό», «Δρόμος με κυπαρίσσια», «Γυναίκες στο ποτάμι», (Συλλογή Κουτλίδη) χρονολογούνται στα χρόνια που ο ζωγράφος σπούδαζε στην Ακαδημία Καλών Τεχνών του Μονάχου (1864-1874).
Η Θεματογραφία τους περιλαμβάνει βασικά χωριάτικους δρόμους και γειτονιές και στις οποίες το ηθογραφικό στοιχείο εμφανίζεται άλλοτε εντονότερο και άλλοτε ασθενέστερο.
     Οι αφετηρίες των έργων αυτών βρίσκονται αναμφισβήτητα στις τοπιογραφικές αναζητήσεις των Wilhelm von Kobel (1776-1853), P. V. Hess (1792-1871), Heinrich Burkel (1802-1869), που πρώτοι αυτοί από τους Γερμανούς ζωγράφους, πρόβαλαν το ηθογραφικό στοιχείο στα τοπιογραφικά τους έργα, κατά τα πρότυπα της Ολλανδικής τοπιογραφίας του 17ου αιώνα…………….
Μιλτιάδης Παπανικολάου, Η Ελληνική Ηθογραφική ζωγραφική του δέκα του ένατου αιώνα, εκδόσεις Π. Πουρναρά- Θεσσαλονίκη 1978, σ. 167-
Π). ΤΑ ΜΑΘΗΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΒΟΛΑΝΑΚΗ ΣΤΗ ΣΥΡΟ ΚΑΙ Ο ΔΑΣΚΑΛΟΣ ΙΧΝΟΓΡΑΦΙΑΣ ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΡΙΕΖΗΣ
    Η ανεπάρκεια ων στοιχείων για τα παιδικά και νεανικά χρόνια της ζωής του Κωνσταντίνου Βολανάκη παραμένει σταθερό χαρακτηριστικό σε όλες τις μελέτες για τον μεγάλο νεοέλληνα θαλασσογράφο, έως σήμερα.
     Έτσι, ουσιαστικά άγνωστη παραμένει η περίοδος από την γέννησή του στα 1837 σε χωριό του Ηρακλείου, έως τα 1856, όταν βρίσκεται πια στην Τεργέστη λογιστής στον εμπορικό οίκο του συγγενούς του Γεωργίου Αφεντούλη. Ειδικότερα, οι πληροφορίες περιορίζονται σε αναφορές στα πρώτα παιδικά χρόνια του Κωνσταντίνου στο Ηράκλειο της Κρήτης, όπου και θα «αρχίσει τις εγκύκλιες σπουδές του» και στην κατοπινή μετακόμιση της οικογένειας στη Σύρο, όπου «θα τελειώσει το γυμνάσιο». Με τη μνεία στις «πρώτες απόπειρες» του Βολανάκη στη ζωγραφική, που προσδιορίζονται χρονικά μετά την άφιξή του στην Τεργέστη, και οι οποίες θα οδηγήσουν στην ενθουσιώδη αναγνώριση του ταλέντου του από τον εργοδότη του Γεώργιο Αφεντούλη, που έτσι θα τον προτρέψει να φύγει για σπουδές στην Ακαδημία το Μονάχου, ολοκληρώνονται τέλος τα έως σήμερα γνωστά στοιχεία για την παιδική και νεανική ηλικία του ζωγράφου………………………..
Ντενίζ-Χλόη Αλεβίζου, περιοδικό ΜΝΗΜΩΝ, τόμος 25ος/2005, σ.271-
     Αυτά είναι ορισμένα από τα ενδεικτικά κείμενα και άρθρα που επέλεξα να μεταφέρω εδώ στην ιστοσελίδα μου για τον πειραιώτη καραβογράφο Κωνσταντίνο Βολανάκη με την ευκαιρία της Έκθεσης έργων του στο Ίδρυμα Βασίλη και Μαρίνας Θεοχαράκη στην Αθήνα.
 Όπως εύκολα αναγνωρίζει κανείς, από το άρθρο «Κ. ΒΟΛΩΝΑΚΗΣ» στο πειραϊκό περιοδικό «ΑΠΟΛΛΩΝ» έτος Δ΄ αριθμός 40/φύλλο Αυγούστου του 1886, που υπογράφει ο Πέτρος Κ. Αποστολίδης, ο γνωστός πεζογράφος Παύλος Νιρβάνας σ.633- έως το μεστό αφιέρωμα «ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΒΟΛΑΝΑΚΗΣ-Ο Έλληνας θαλασσογράφος» του περιοδικού «ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ» της εφημερίδας «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 1998, σε επιμέλεια αφιερώματος της Πέγκυ Κουνενάκη, με εξαίρετες συνεργασίες των Μιλτιάδη Κ. Βολανάκη, Στέλιου Λυδάκη, Γιώργου Δρούτσα, Νέλλη Μισιρλή και Μανόλη Βλάχου, αλλά και μέχρι των ημερών μας, της διεξαγωγής της Έκθεσης, το ενδιαφέρον για τον ζωγράφο παραμένει αμείωτο και συνεχές. Πολλές εικαστικές σπουδές αρκετών μελετητών και συγγραφέων αναφέρονται στο έργο και τα μυστικά του, την τεχνοτροπία και την θεματογραφία του, στον τρόπο χειρισμού του χρωστήρα του, στην άνοδο και την πτώση της τέχνης του αλλά , και την οικονομική πρωτιά του έργου του στο εμπόριο εικαστικών αξιών.
     Αξίζει να επισκεφτούν την έκθεση πειραιώτες και μη. Αυτή και του Βίνσεντ Βαν Γκόγκ είναι καλλιτεχνικά γεγονότα που οφείλουμε να παρακολουθήσουμε.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πρώτη γραφή σήμερα 13 Μαϊου 2018
Πειραιάς 13/5/2018

ΥΓ. Μνήμη των νεανικών μας χρόνων ζωής.
Στις 17 Μαϊου συμπληρώνονται έξι χρόνια από τον θάνατο της βασίλισσας της Disco, Donna Summer (31/12/1948-17/5/2012) Hot Stuff. Η τραγουδίστρια και συνθέτρια Donna Summer υπήρξε το μεγαλύτερο ίσως μουσικό είδωλο της γενιάς μου στον χώρο της. Στο μουσικό είδος που εκπροσώπησε και τραγούδησε. Μάθαμε να χορεύουμε νύχτες ολόκληρες ακούγοντας και τραγουδώντας τα τραγούδια-επιτυχίες της. Δεν υπήρχε αίθουσα διασκέδασης στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και μετέπειτα που να μην ακούγονταν και χορεύονταν οι δίσκοι της. Αγόρια και κορίτσια, μικροί και μεγάλοι μάθαμε την μουσική Ντίσκο, αγαπήσαμε το είδος αυτό της χορευτικής μουσικής από τα δικά της τραγούδια και ερμηνείες. Μουσικός πολιτισμός, δεν είναι μόνο η σοβαρή μουσική, η έντεχνη και λαϊκή, το ροκ ή το ρεμπέτικο τραγούδι, είναι ότι μουσικά ακούσματα ερεθίζουν την φαντασία των ανθρώπων και διεγείρουν τις αισθήσεις των. Όπως και άλλα μουσικά ακούσματα έτσι και η Disco και οι εκφραστές της ανήκουν στην ιστορία την νοσταλγική των χρόνων μας. Μια ιστορία όμως που σημάδεψε την εξέλιξη της κατοπινής πορείας μας. Η Donna Summer παρά τα όσα καταμαρτύρησε εναντίων πολλών θαυμαστών της με την ιδιαίτερη ερωτική ευαισθησία και επιλογή, θα παραμείνει στις συνειδήσεις μας μια φωνή που μας άγγιξε και μας έκανε να σηκωθούμε από την καρέκλα των μεγάλων μουσικών αιθουσών και να γνωρίσουμε τις περιστροφικές δυνατότητες του σώματός μας καθώς λικνιζόμασταν ερωτικά πάνω στην πίστα στα όμματα του λάγνου κοινού.