Κυριακή, 6 Μαΐου 2018

Η σημασία του επάθλου Παλαμά στον Γιώργο Σεφέρη


Ο Γιώργος Σεφέρης του Νίκου Γκάτσου

Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ «ΕΠΑΘΛΟΥ ΠΑΛΑΜΑ»
του Νίκου Γκάτσου

      Το «Έπαθλο Παλαμά» είναι η πρώτη φιλική χειρονομία του επίσημου Κράτους προς τη νεώτερη Ελληνική λογοτεχνία, μια χειρονομία πού θάπρεπε να είχε γίνει εδώ και πάρα πολλά χρόνια αν δεν εμπόδιζαν την εκδήλωσή της ολόκληρες δεκαετηρίδες αμάθειας, συντηρητισμού, ρομαντικής αρχαιολατρείας, γλωσσικών προκαταλήψεων, σκεπτικισμού και δειλίας, από μέρος των υπευθύνων. Αλλά για να είμαστε δίκαιοι, και να μην θέλουμε πάντοτε, όπως το συνηθίζουμε αρκετά στην Ελλάδα, να ρίχνουμε ολόκληρη την ευθύνη στο απρόσωπο Κράτος, πρέπει να τονίσουμε πώς, μαζί με την αδράνεια κα την αρνητική διάθεση που χαρακτηρίζουν πολλούς από τους ίδιους τους λογοτέχνες μας και κριτικούς, εκείνοι που έχουν την μεγαλύτερη ευθύνη για τη χαμηλή τη δημόσια θέση της νέας Ελληνικής λογοτεχνίας μέσα στα γενικά πλαίσια της εθνικής μας δραστηριότητας, είναι οι τυπικά επίσημοι εκπρόσωποι της πνευματικής μας ζωής, δηλαδή το Πανεπιστήμιο κι η Ακαδημία Αθηνών. Όσοι έτυχε να περάσουν τα φοιτητικά τους χρόνια στις αίθουσες της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου, θα θυμούνται ακόμη την αδιαφορία και το μίσος που έδειχναν οι περισσότεροι καθηγητές για κάθε πνευματική εκδήλωση του σύγχρονου Ελληνισμού, πού δεν ήταν σύμφωνη με τους κανόνες της αρχαίας αττικής γλώσσας. Ο φανατισμός δεν τους έκανε να αρνιούνται μόνο βάρβαρους ποιητές, όπως είταν γι’ αυτούς ο Διονύσιος Σολωμός, ο Αντρέας Κάλβος ή ο Κωστής Παλαμάς, αλλά και βάρβαρα κείμενα της Αλεξαντρινής Κοινής, όπως είταν κατά την γνώμη τους τα Ευαγγέλια. Όσο για την Ακαδημία, το γεγονός ότι πέρσι προτίμησε ν’ αποκλείσει από τις τάξεις της τον Άγγελο Σικελιανό και το Νίκο Καζαντζάκη, κι ακόμη το ότι είχε αγνοήσει το Γιάννη Βλαχογιάννη, το Γιάννη Γρυπάρη, το Μιλτιάδη Μαλακάση, και τόσους άλλους, είναι αρκετό για να δείξει πόσο περιφρονεί κατά βάθος τη σύγχρονη Ελληνική λογοτεχνία. Άς μην ξεχνάμε, άλλωστε, πως με κανένα τρόπο δεν εννοεί να συμπληρώσει τις έδρες της τάξης Γραμμάτων όπως προβλέπει ο οργανισμός της αφήνοντας έτσι εκτεθειμένο το κύρος της στα μάτια του πνευματικού μας κόσμου.
      Το Υπουργείο Παιδείας, θέλοντας με το «Έπαθλο Παλαμά» να τιμήσει την μνήμη ενός μεγάλου ποιητή που η επιβλητική του φυσιογνωμία κυριάρχησε για πενήντα ολόκληρα χρόνια στον πνευματικό ορίζοντα του Έθνους, κάνει ένα σημαντικό βήμα προς τα εμπρός. Αναγνωρίζοντας άμεσα την αξία της σύγχρονης Ελληνικής ποίησης, δημιουργεί την πρώτη βάση για μια πλατύτερη μελλοντική επαφή ανάμεσα στους λογοτέχνες και το κοινό, και παράλληλα δίνει την πιο κατάλληλη απάντηση στους ανίδεους, αν όχι κακόβουλους, δημοσιογράφους και κριτικούς, που οχυρωμένοι τόσα χρόνια πίσω από τη σοβαροφάνεια της ημιμάθειας, συκοφαντούσαν και συκοφαντούν ακόμη τη νεώτερη ποίηση με χαρακτηρισμούς που υπερβαίνουν τις περισσότερες φορές τα όρια της ευπρέπειας.
      Το «Έπαθλο Παλαμά» δόθηκε φέτος στο Γιώργο Σεφέρη, έναν ποιητή που με την αναμφισβήτητη αξία του έργου του έχει οριστικά επιβληθεί στη συνείδηση της νεώτερης λογοτεχνικής γενιάς. Ο χαρακτήρας και τα όρια του σημειώματος τούτου δεν μου επιτρέπουν να προχωρήσω σε ουσιαστικώτερη ανάλυση της καθαυτό ποιητικής σημασίας του Σεφερικού έργου, αλλά νομίιζω πώς μια μικρή αναδρομή στο παρελθόν δε θα είταν εδώ έξω από τη θέση της, γιατί θα μας έδειχνε ακριβώς το σημαντικό ρόλο που έπαιξε ο Σεφέρης στην εξέλιξη της σύγχρονης Ελληνικής ποίησης: Γύρω στα 1930, οι νέοι ποιητές,, έχοντας κουραστεί από το πνεύμα και την τεχνοτροπία της κεντρικής ποιητικής γραμμής της παράδοσης-που αρχίζει από το Κρητικό θέατρο και τα Δημοτικά τραγούδια για να φτάσει ιστορικά στο απόγειό της με τον Κωστή Παλαμά-και νιώθοντας την ανάγκη μιας ανανέωσης, παράδερναν ανάμεσα σε τρείς κύριες διαφορετικές κατευθύνσεις: τον Καρυωτακισμό, τον Καβαφισμό, και τον κοσμοπολιτισμό. Ο Κώστας Καρυωτάκης, και προπαντός ο Κωνσταντίνος Καβάφης με την ισχυρή του προσωπικότητα, μπορεί να είταν αληθινοί ποιητές, αλλά επειδή στην καθολική αντίληψη της ζωής, που είναι η ουσία της ποίησης, χωρίς να έχουν τίποτα το κοινό αναμεταξύ τους, στάθηκαν και οι δύο, νομίζω έξω από το μεγάλο δίδαγμα της Ελληνικής ποιητικής παράδοσης στο βαθύτερο νόημά του, μένουν αγαπημένα μοναδικά παραδείγματα (το ένα σημαντικό, το άλλο μέτριο)-αλλά παραδείγματα προς αποφυγήν. Η φωνή τους είναι βέβαια γνήσια και πειστική, αλλά κατά έναν τρόπο απελπιστικής μοναξιάς και στειρότητας, που δεν αφήνει περιθώριο για κανενός είδους συνέχεια. Αυτό ακριβώς δεν καταλάβαιναν οι νέοι της εποχής εκείνης που ακολουθούσαν το δρόμο του Καβάφη και του Καρυωτάκη, νομίζοντας ότι ανανεώνουν την ποίηση, ενώ πραγματικά δεν έκαναν τίποτε άλλο παρά να την οδηγούν μαζί με τον εαυτό τους στο αδιέξοδο. Από την άλλη μεριά, η μανία του κοσμοπολιτισμού που είχε τότε κυριέψει αρκετούς νέους ποιητές, και μερικούς μάλιστα με κάποιο ταλέντο, είταν τόσο απίθανη και τόσο ξένη προς την Ελληνική ζωή, που καταντούσε στο τέλος ένας αφόρητος επαρχιωτισμός, δικαιολογημένος ωστόσο μέσα στη γενική ποιητική κατάσταση της νέας γενιάς, γύρω στα 1930.
          Στα 1931κυκλοφορεί η «Στροφή», μια λιγοσέλιδη ποιητική συλλογή, ενός άγνωστου ως εκείνη τη στιγμή ποιητή, του Γιώργου Σεφέρη. Είταν ένα βιβλίο που έφερε σε μεγάλη αμηχανία τους περισσότερους κριτικούς, γιατί απληροφόρητοι καθώς έμεναν στο βάθος αισθητικά, με δυσκολία μπορούσαν ν’ ακούσουν τον καινούργιο παλμό που δονούσε τη νοσηρή ποιητική ατμόσφαιρα της εποχής, αλλά και με δυσκολία πάλι μπορούσαν ν’ αρνηθούν την αξία του. Πολλοί, ωστόσο, μίλησαν με ανεπιφύλαχτο θαυμασμό για τη «Στροφή», κι από τους πρώτους ο ίδιος ο Παλαμάς που σ’ ένα γράμμα του προς τον ποιητή τόνιζε από τότε τη σημασία που θα είχε το έργο του την εξέλιξη της Ελληνικής ποίησης.
      Εκείνοι, όμως που ιδιαίτερα πρόσεξαν τους στίχους του Σεφέρη, είταν οι νέοι. Πνιγμένοι από τις θλιβερές αναθυμιάσεις των υπολειμμάτων του Γαλλικού συμβολισμού και από το ασφυκτικό αδιέξοδο της Καβαφικής σχολής, βρήκανε μέσα στη «Στροφή» μια ρωμαλέα και γνήσια φωνή που συνταίριαζε τα νεώτερα ποιητικά διδάγματα της παγκόσμιας πείρας, με ό,τι πιο αληθινό, πιο ζωντανό και πιο άξιο είχε η Ελληνική παράδοση. Γιατί ο Σεφέρης είταν και μένει, όπως το δείχνει ολόκληρη η πνευματική του πορεία ως τα σήμερα, ένας άνθρωπος με απόλυτα σύγχρονη ευαισθησία και στην αντίληψη και στην έκφραση, και μαζί ένας Έλληνας σ’ ό,τι πιο βαθύ και πολύτιμο μπορεί για μερικούς να σημαίνει αυτή η λέξη. Θυμάμαι, έναν καιρό που με τον Οδυσσέα Ελύτη κάναμε τα πρώτα μας βήματα στα εδάφη της μικρής λογοτεχνικής κοινωνίας του τόπου μας, με πόση γνώση ο Σεφέρης μας μιλούσε ώρες ολόκληρες για το Ρακίνα, το Δάντη, το Μπωντλαίρ, το Βαλερύ, το Ρεμπώ, τον Έλιοτ, τονίζοντάς μας παράλληλα με περισσή αγάπη και κατανόηση ότι δική μας μοναδική κληρονομιά και πνευματική μοίρα είταν ο Αισχύλος, ο Ερωτόκριτος, τα Δημοτικά τραγούδια, ο Μακρυγιάννης, ο Σολωμός, ο Κάλβος, ο Παλαμάς, ο Καβάφης. Έτσι, κάνοντας σήμερα ένα κάπως επικίνδυνο για τη γενικότητά του σχήμα, μπορούμε να πούμε πώς τα δύο βασικά συνθετικά της προσωπικότητας του Σεφέρη είναι η αγωνία της Φυλής κι η αγωνία της Ποίησης.
      Αυτή με λίγα λόγια είναι η ιστορία του «Επάθλου Παλαμά» και της φετινής απονομής του. Η βράβευση του Σεφέρη δεν αποτελεί μόνο φυσική αναγνώριση ενός έργου σημαντικού κι ενός ακέραιου πνευματικού ανθρώπου, αλλά ταυτόχρονα δικαιώνει την προσπάθεια μιας ολόκληρης γενιάς που δεν έπαψε ποτέ ν’ αντιμετωπίζει την παρανόηση, την ύβρη και τη συκοφαντία, χωρίς ούτε στιγμή να σκεφτεί πως είναι δυνατό να υποχωρήσει. Γιατί, όπως έλεγε σε περασμένους καιρούς ένας έφηβος που μια πρώιμη και πικρή εμπειρία ζωής είχε προικίσει τη γλώσσα του με σπάνια δύναμη έκφρασης: “Le combat spiritual est aussi brutal que la bataille dhommes”.

Νίκος Γκάτσος, Από μήνα σε μήνα. Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ «ΕΠΑΘΛΟΥ ΠΑΛΑΜΑ», περιοδικό ΑΓΓΛΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ, τχ. 2/6,1947, σ.59.

Σημείωση:
Το κείμενο αυτό του ποιητή και στιχουργού Νίκου Γκάτσου γράφτηκε πριν εβδομήντα ένα χρόνια, αλλά νομίζω ότι ακόμα και σήμερα που τα λογοτεχνικά πράγματα στην χώρα μας έχουν ξεκαθαριστεί, και οι συγγραφείς της περιόδου εκείνης (ποιητές και πεζογράφοι) έχουν αποκτήσει την θέση και την σημασία τους μέσα στις σελίδες της ιστορίας της ελληνικής λογοτεχνίας, έχει την αξία του τόσο για αυτά που επισημαίνει όσο και για τον δημιουργό που το υπογράφει. Ίσως σε πολλούς φανεί ένα παρωχημένο κείμενο, όμως δεν είναι έτσι κατά την άποψή μου. Γιατί πρώτα και κύρια υπογράφεται από έναν από τους σημαντικότερους ποιητές της γενιάς του 1930 και της ελληνικής ποίησης, τον Νίκο Γκάτσο. Έναν έλληνα δημιουργό που σφράγισε με την παρουσία του και το έργο του μια ολόκληρη εποχή μετά την δημοσίευση του κειμένου αυτού. Ο ποιητής Νίκος Γκάτσος τόσο με την ποιητική συλλογή του «Αμοργό» όσο και με τους στίχους του-που είναι η άλλη όψη της ποίησής του-σηματοδότησε δημιουργικά τις ποιητικές εξελίξεις για πολλές δεκαετίες στην χώρα μας, όπως και της ελληνικής μουσικής, και όπως φαίνεται-και ευτυχώς-θα εξακολουθεί να επιδρά θετικά στο ελληνικό πνευματικό και καλλιτεχνικό στερέωμα και στο μέλλον. Η συνεργασία του με τον μελωδό των ονείρων μας Μάνο Χατζιδάκι κυρίως αλλά και άλλους έλληνες μουσικοσυνθέτες δεν έφερε μόνο μια αλλαγή στα μουσικά ακούσματα της πατρίδας μας, αλλά θα γράφαμε αν δεν είναι υπερβολικό το θαύμα. Τα τραγούδια του ποιητή Νίκου Γκάτσου, δεν είναι μόνο ισάξιοι των ποιημάτων των μεγάλων μας ποιητών αλλά και ορισμένες φορές υπερβαίνουν ελληνικές ποιητικές φωνές που έχουν καταξιωθεί και έχουν γράψει ιστορία στην ελληνική λογοτεχνία. Ο Νίκος Γκάτσος είναι από τους πρώτους έλληνες ποιητές(εννοώ ηλικιακά τους παλαιότερους) που όπως ο ποιητής Κωστής Παλαμάς, διείδε την αξία των τραγουδιών στις συνειδήσεις των ανθρώπων. Ο καλός και μοντέρνος στίχος συγκινεί και επιδρά περισσότερο στις ψυχές και τις συνειδήσεις των ανθρώπων παρά ίσως μια άρτια και σύγχρονη ποιητική συλλογή. Ο ποιητικός λόγος έχει ένα περιορισμένο αναγνωστικό ακροατήριο, που αυτό θα αυξηθεί, αν κάποιος συνθέτης ενδιαφερθεί και τον μελοποιήσει ώστε να γίνει κτήμα ακόμα και στα πλέον απομακρυσμένα σπίτια της ελληνικής επικράτειας. Η περίπτωση του Μίκη Θεοδωράκη που μελοποίησε τον έντεχνο λόγο, πήρε δηλαδή τον ποιητικό λόγο των μεγάλων μας ποιητών και τον έβαλε μέσα σε κάθε σπίτι ανεξαρτήτου πολιτικού φρονήματος και οικονομικής κατάστασης ή επιπέδου γνώσεως, τον έντυσε με τις μουσικές του μελωδίες και τον έκανε τραγούδι στα χείλη κάθε έλληνα και ελληνίδας μας φανερώνει του λόγου το αληθές. Το ίδιο συνέβει και με άλλους μουσικοσυνθέτες πχ. Γιάννης Μαρκόπουλος, Δημήτρης Παπαδημητρίου, Μάνος Χατζιδάκις, Γιώργος Χατζηνάσιος, Νίκος Μαμαγκάκης και πολλοί άλλοι, έως τις μέρες μας, που ο συνθέτης Στέφανος Κορκολής μελοποίησε τον ποιητή Κωνσταντίνο Καβάφη, ο ποιητικός λόγος απελευθερώθηκε κατά κάποιον τρόπο από τα μάλλον στενά όρια του αναγνωστικού κοινού της ποίησης, άνοιξε τα φτερά του και αγκάλιασε μεγαλύτερες μάζες ανθρώπων. Τα τραγούδια του Νίκου Γκάτσου διακρίνονται για την ποιότητά τους και για τον σεβασμό απέναντι στην παράδοση που τα γέννησε. Και το γεγονός ότι ο ποιητής Νίκος Γκάτσος έγραψε μόνο μία ποιητική συλλογή και κατόπιν ασχολήθηκε μόνο με την στιχουργία για το υπόλοιπο του πνευματικού του βίου κάτι σημαίνει. Διατηρώντας και αυξάνοντας την ποιητική του ευαισθησία σαν δημιουργός. Ο ποιητής Νίκος Γκάτσος δημιούργησε θα σημειώναμε σχολή. Στις μέρες μας, μάλλον με δυσκολία θα μπορούσαμε να πούμε νε βεβαιότητα αν τα τραγούδια του Λευτέρη Παπαδόπουλου είναι γραμμένα από έναν ποιητή ή έναν στιχουργό. Το ίδιο θα υποστηρίζαμε και για τους στίχους του μουσικού Διονύση Σαββόπουλου, τους στίχους του Άλκη Αλκαίου, πολλά τραγούδια της Λίνας Νικολακοπούλου, της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου, τα τραγούδια του Βασίλη Τσιτσάνη, την ξεχωριστή στιχουργική δημιουργία του ποιητή Μάνου Ελευθερίου κλπ. Τα ίχνη μετά μάλλον τον ποιητή και στιχουργό Νίκο Γκάτσο της ποίησης και των τραγουδιών είναι κοινά. Αυτό όμως είναι ένα άλλο ζήτημα προς εξέταση.
     Ο ποιητής Νίκος Γκάτσος με την ευκαιρία της βράβευσης του μετέπειτα νομπελίστα μας ποιητή Γιώργου Σεφέρη με το «Έπαθλο Παλαμά» μας θίγει έστω και εν συντομία τα θέματα και τα προβλήματα που απασχολούσαν τον χώρο της εκπαίδευσης στην εποχή του αλλά και τον χώρο της Ακαδημίας, μας μιλά για τον διαχωρισμό μεταξύ δημοτικιστών και καθαρευουσιάνων δημιουργών που υπήρχε τότε, το πνευματικό αξιακό σύστημα της εποχής του που ήταν όχι μόνο συντηρητικό αλλά μύριζε μούχλα και που εμπόδιζε την άνθιση και φανέρωση των νέων δημιουργών, αλλά, μας κάνει και ιδιαίτερο λόγο για το φαινόμενο του Καρυωτακισμού και του Καβαφισμού και του κοσμοπολιτισμού (βλέπε περίπτωση ποιητή Κώστα Ουράνη) που ποδηγέτησαν τα ποιητικά πράγματα της εποχής του και κατόπιν. Ο Νίκος Γκάτσος εκφράζει ευθαρσώς την θέση του για τους ποιητές αυτούς του μεσοπολέμου και προγενέστερα. Δεν θεωρεί ότι η ανανέωση του ελληνικού ποιητικού λόγου μπορεί να προέλθει ούτε από τον ήχο της σφαίρας που ακούστηκε αιφνίδια στην Πρέβεζα, εννοεί τον Κώστα Καρυωτάκη και την πεσιμιστική του ατμόσφαιρα, ούτε από την μοναχική και ιδιαίτερη ποιητική περιπέτεια του ποιητή από την Αλεξάνδρεια, του Κωνσταντίνου Π. Καβάφη, που ενόσω ζούσε είχε δημιουργήσει τον δικό του κύκλο θαυμαστών και ακολούθων, με αυτόν τον τόσο προσωπικό και αποκλίνοντα ερωτικά ποιητικό του λόγο, ούτε ακόμα και από τον δάσκαλο και πρότυπο πολλών ποιητών Κωστή Παλαμά, που ο δοκιμιακός του λόγος, οι αναγνωστικές του κρίσεις και το ποιητικό μοντέλο που πρέσβευε, οι θεωρίες του περί ποίησης, έβρισκαν σύμφωνους τους νέους ποιητές της εποχής του Γκάτσου. Η αλλαγή κατά τον Νίκο Γκάτσο αλλά και των υπολοίπων ποιητών της γενιάς του 1930 προήλθε από τον ποιητή Γιώργο Σεφέρη και το έργο του «Στροφή». Ο λόγος του Γιώργου Σεφέρη είναι η νέα ευαισθησία που κομίζει ο διπλωμάτης ποιητής στα ελληνικά ποιητικά πράγματα. Ο Σεφέρης όπως ο ίδιος ο Γκάτσος μας αναφέρει μίλησε στους τότε νέους εκκολαπτόμενους ποιητές και μη για τα σύγχρονα ευρωπαϊκά ποιητικά ρεύματα και τους δημιουργούς τους. Υπήρξε κατά κάποιον τρόπο ο πνευματικός τους μέντορας. Του το αναγνωρίζει τόσο αυτός όσο και οι υπόλοιποι ποιητές της γενιάς του 1930. Μια γενιά που κόμισε έναν άλλον αέρα για πολλά χρόνια στα λογοτεχνικά πράγματα της χώρας μας και απελευθέρωσε φωνές ευαισθησίας που κουβαλούσαν μέσα τους τις νέες συνθήκες ζωής και ρεύματα της τέχνης. Άξιο λόγου είναι, ότι παρότι ο ποιητής Νίκος Γκάτσος εκφράζει τις θέσεις του για άλλους παλαιότερους ποιητές, δεν παραλείπει να μας μιλά για τους ποιητές που τους μιλά ο Γιώργος Σεφέρης χωρίς να αισθάνεται ότι διαφοροποιείται από τις απόψεις του Σεφέρη. Ο Γκάτσος στέκεται και στις δυό προσωπικές αγωνίες του μικρασιάτη ποιητή Γιώργου Σεφέρη, που τον ακολούθησαν μέχρι το τέλος του βίου του, αυτήν της αγωνίας για την Φυλή του, τον ελληνισμό στην ιστορική του εξέλιξη και διαδρομή και σε αυτήν της Ποίησης, στο προ στα που οφείλει δηλαδή να στραφεί ο σύγχρονος ελληνικός ποιητικός λόγος. Το πρόβλημα της πανάρχαιας ιστορικής μας μοίρας-της πορείας του ελληνισμού-που έλκει την καταγωγή του από τον αρχαίο τραγικό ποιητή Αισχύλο, φαίνεται ότι από πολύ παλαιά απασχολούσε με πολλούς τρόπους τον έλληνα και ποιητή Γιώργο Σεφέρη. Ένα ζήτημα και μια αγωνία που βλέπουμε να διατρέχει όλο του το έργο.
     Το κείμενο αυτό του ποιητή και στιχουργού Νίκου Γκάτσου, μας φανερώνει την ουσιαστική και βαθιά σχέση του Γκάτσου με την ελληνική παράδοση τόσο την ποιητική όσο και αυτήν του έθνους. Ο Γκάτσος όπως μας αποκαλύπτουν τα τραγούδια του είναι δεμένος με την παράδοση και τα πνευματικά επιτεύγματα του τόπου του-ιδιαίτερα τα λαϊκά στοιχεία της ελληνικής παράδοσης-δεν νομίζω να είναι τυχαία η αγάπη σε έναν ξένο λαϊκό ποιητή και δημοκράτη, τον ισπανό ποιητή Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, που ο Γκάτσος αγάπησε το έργο του-ποιητικό και θεατρικό-και το μετέφερε στην χώρα μας. Το έργο του Νίκου Γκάτσου είναι γεμάτο από στοιχεία και θέματα, εικόνες και λέξεις, ύφος και ατμόσφαιρα, που προέρχονται απευθείας από την ελληνική πνευματική παράδοση. Η ποίησή του όσο και τα τραγούδια του είναι βαπτισμένα μέσα στην ελληνική παράδοση, αποτελούν συνέχειά της άμεση ή έμμεση. Ελληνική ιστορία και ελληνική παράδοση βρίσκουν τον αντιπρόσωπό τους στο έργο του.
     Δεν έχω συναντήσει πολλά θεωρητικά ή κριτικά κείμενα του ποιητή Νίκου Γκάτσου σε παλαιά περιοδικά ή εφημερίδες, όποτε όμως τα συναντώ τα αντιγράφω και τα αποδελτιώνω όπως έκανα και με το παρόν. Τα κείμενα αυτά μας φωτίζουν την συγγραφική του πορεία αλλά και μας ολοκληρώνουν το πορτραίτο του ποιητή και στιχουργού.
Ενός έλληνα από τους πλέον αξιόλογους του προηγούμενου αιώνα. Το έργο του μπόλιασε τις συνειδήσεις εκατοντάδων επώνυμων και ανώνυμων ελλήνων και ελληνίδων και καλλιέργησε το αισθητικό και ακουστικό μας κριτήριο.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς 6 Μαΐου 2018
Πρώτη γραφή σήμερα 6/5/2018. 
Καθώς οι αστραπές των ουρανών ενώνονται με τις αστραπές των έργων του ποιητή.
ΥΓ. Ένα δημόσιο ευχαριστώ σαν ελληνική πολιτεία σε αυτούς τους μαθητές και τις μαθήτριες του Βελγίου που κατέβηκαν σε απεργία για να διδάσκονται τα αρχαία ελληνικά στα σχολεία τους, νομίζω δεν θα ήταν άσκοπο. Το ίδιο ισχύει και για το ελληνικό υπουργείο παιδείας, την ακαδημία, την εταιρεία ελλήνων συγγραφέων. Θα άξιζε η ελληνική βουλή να προσκαλέσει για διακοπές αυτούς τους μαθητές και τις μαθήτριες από το Βέλγιο. Και να τους βοηθήσει εφόσον το επιθυμούν να μάθουν αρχαία ελληνικά δωρεάν. Τόσα χρήματα ξοδεύονται για αλλού και αλλού και εδώ που μας ξάφνιασε η αυθόρμητη ενέργεια αυτών των αυριανών Βέλγων επιστημόνων και φίλων της χώρας μας.