Σάββατο, 19 Μαΐου 2018

Πορτογαλική Λογοτεχνία


ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

   «Απλώνεται μπροστά στα νοσταλγικά μου μάτια η πόλη ακαθόριστη και σιωπηλή.
 Τα σπίτια ξεχωρίζουν απ’ το αιωρούμενο σύφυρμά τους, και το φεγγαρόφωτο ρίχνει φιλντισένιες κηλίδες αβεβαιότητας, στα στατικά σκαμπανεβάσματα αυτής της πλησμονής. Υπάρχουν σκεπές και σκιές, παράθυρα και Μεσαίωνας. Δεν υπάρχει μέρος για περίχωρα. Σε ό,τι βλέπουμε αιωρείται μια λάμψη απόμακρου. Πάνω από εκεί που βλέπω υπάρχουν μαύρα κλαδιά δέντρων, και νιώθω τον ύπνο ολόκληρης της πόλης στην αποθαρρυμένη μου καρδιά. Η Λισαβόνα στο φεγγαρόφωτο και η κούρασή μου της αυριανής μέρας!».
                              [Μπερνάντο Σοάρες]
Fernando Pessoa, Ω ΛΙΣΑΒΟΝΑ, ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ!
Ανθολόγηση-Εισαγωγή-Μετάφραση Μαρία Παπαδήμα, εκδόσεις GUTENBERG 2016, σ.33.    


     Ίσως μας είναι σχεδόν άγνωστη μια και είναι ελάχιστες οι πολιτιστικές ανταλλαγές (και οικονομικές) μεταξύ των δύο κρατών τους προηγούμενους αιώνες-σε πολλούς έλληνες αναγνώστες και λάτρεις της λογοτεχνίας-η Πορτογαλική λογοτεχνική, ποιητική και δοκιμιακή γραμματεία, μιας μάλλον μικρής πληθυσμιακά χώρας με μεγάλη και σημαντική όμως ναυτική παράδοση και αγάπη για την θάλασσα. Η Πορτογαλία, παρά του ότι είχε κατακτηθεί και αυτή από τον 8ο έως τον 15 αιώνα περίπου από τους Μαυριτανούς γέννησε φημισμένους θαλασσοπόρους, δοξασμένους εξερευνητές οι οποίοι στην ανατολή των νέων αιώνων ανακάλυψαν νέες ηπείρους και άγνωστες χώρες, διατηρούσε μέχρι τα νεότερα μεταπολεμικά μας χρόνια αποικίες (δες πχ. Αγκόλα κλπ). Στην πάλαι ποτέ αποικιοκρατική αυτή χώρα «διαμορφώνεται» η γεωγραφική της φυσιογνωμία και διαπλάθεται το φρόνημα του λαού της από τα αγριεμένα και κουρσάρικα κύματα του ατλαντικού ωκεανού κυρίως και από τα άλλα δύο αρχιπελάγη που κατά κάποιον τρόπο, «απλώνουν» τα χερσαία σύνορά της. Περισσότερο μας είναι γνωστή και προσφιλής η γειτονική της παράδοση η Ισπανική, του άλλου όμορου κράτους της Ιβηρικής χερσονήσου.
Η Ισπανική κουλτούρα, η ισπανική ζωγραφική, η πεζογραφία της, οι φωνές της ποίησής της αλλά και το θέατρο (ιδιαίτερα του δολοφονημένου από τους φαλαγγίτες του Φράνκο ποιητή Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, και άλλων δημιουργών) μας είναι γνωστότερη, έχει βαθιές ρίζες δεκαετίες τώρα στα ελληνικά γράμματα, είναι πολυμεταφρασμένη και έχει εκτιμηθεί από έλληνες και ελληνίδες συγγραφείς και ποιητές παλαιότερων και νεότερων γενεών. Πολλά εθιμικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά που διαμορφώνουν την φυσιογνωμία και την ταυτότητά μας ως έθνος είναι μάλλον κοινά με αυτά των Ισπανών, σαν μεσόγειοι λαοί και οι δύο μητριαρχικοί καταβάθως, και με ένδοξη ιστορία, παρά την διαφορετική θρησκευτική παράδοση και ιστορική διαδρομή του κάθε λαού. Στην καλύτερη προσέγγιση των σχέσεων των δύο λαών ίσως να συνέβαλαν και οι δεσμοί των Βασιλικών οίκων των δύο χωρών, μια και η τέως Βασιλική οικογένεια της Ελλάδας και η νυν της Ισπανίας ενώθηκαν με γάμου δεσμά. Όπως επίσης, η σύσφιξη αυτή των σχέσεων και των πνευματικών ανταλλαγών με βεβαιότητα μπορούμε να γράψουμε ότι οφείλεται στο ιστορικό και πολιτικό γεγονός ότι αρκετοί έλληνες δημοκράτες μαχητές την περίοδο του μεσοπολέμου αυθορμήτως μετέβησαν στην Ισπανία και πολέμησαν μαζί με τους αγωνιστές του Ισπανικού Δημοκρατικού Στρατού και της Ισπανικής Δημοκρατικής Κυβέρνησης κατά την περίοδο του Ισπανικού Εμφύλιου πολέμου. (Σχετικά πρόσφατα κυκλοφόρησε βιβλίο με τα ονόματα των ελλήνων μαχητών των συμμετεχόντων στον εμφύλιο πόλεμο της Ισπανίας). Δεν θα μπορούσαμε να μην αναφέρουμε και την περίπτωση του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου ο οποίος φεύγοντας από την Κρήτη εγκαταστάθηκε στην Ισπανία και δόξασε με το εικαστικό του έργο τόσο την γενέθλια πόλη του όσο και τον νέο τόπο διαμονής τους. Συμπληρωματικά σημειώνω ότι στην σύγχρονη μας πολιτική ιστορία (των τελευταίων τριάντα χρόνων του προηγούμενου αιώνα) τόσο η Ελλάδα όσο και η Ισπανία αλλά και η Πορτογαλία, απελευθερώθηκαν και απαλλάχθηκαν με διαφορά ελάχιστων χρόνων-μέσα της δεκαετίας του 1970 από τις δικτατορίες που τους είχαν επιβληθεί. Της χούντας των συνταγματαρχών στην χώρα μας, της στρατιωτικής διακυβέρνησης του στρατηγού Φράνκο του Καουντίλιο στην Ισπανία, και της σκληρής διακυβέρνησης του οικονομολόγου εθνικιστή πολιτικού και πρωθυπουργού Αντόνιο ντι Ολιβέιρα Σαλαζάρ στην Πορτογαλία, του ιδρυτή του “Estado Novo” που κράτησε τα κυβερνητικά ηνία της χώρας του πάνω από τριάντα χρόνια.
Εμείς οι Έλληνες, γνωρίζαμε στα μέσα της δεκαετίας του 1970 περισσότερα για τα πολιτικά πρόσωπα που συμμετείχαν στην «Επανάσταση των Γαρυφάλλων» παρά για τους Πορτογάλους συγγραφείς. Στα μετέπειτα της μεταπολίτευσης χρόνια στην χώρα μας ήταν κυρίως αναγνωρίσιμοι σ’ εμάς τους πολίτες οι Πορτογάλοι Πολιτικοί Σοσιαλιστές ηγέτες παρά οι ποιητές της χώρας του Fado. Μιας λαϊκής μελαγχολικής παραδοσιακής μουσικής που μας ήταν και εξακολουθεί να είναι αγαπητή, και που σε πολλούς έλληνες έγινε γνωστή από την μαγευτική, μελωδική και ονειρική φωνή της Αμάλιας Ροντρίγκες,(αλησμόνητη θα μας μείνει η παρουσία της στο Ηρώδειο το 1991) της βασίλισσας του φάντο (Rainha do fado), μα και του μουσικού συγκροτήματος Madredeus. Κάνοντας ένα ποιητικό άλμα θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι όπως ο εθνικός ποιητής της Πορτογαλίας ο Λουίς ντε Καμόενς εργάστηκε ως ναυτικός, έχουμε και εμείς την αντίστοιχη περίπτωση του ποιητή Νίκου Καββαδία αλλά και άλλων ελλήνων ποιητών και συγγραφέων που μπάρκαραν στον ατομικό τους βίο. Θέλω να πω ότι η ναυτοσύνη και τα ζητήματα που αυτή γεννά στις συνειδήσεις των ανθρώπων, είναι ένα κοινό και σταθερό σημείο αναφοράς έμπνευσης και ζωής των κατοίκων αλλά και των πνευματικών δημιουργών τόσο της Πορτογαλίας όσο και της Ελλάδας. Και σίγουρα όπως η σκιά του αλεξανδρινού ποιητή Κωνσταντίνου Π. Καβάφη σκιάζει την φημισμένη πόλη της Αλεξάνδρειας το ίδιο και η σκιά του ποιητή Φερνάντο Πεσσόα σκιάζει την πρωτεύουσα της Πορτογαλίας την Λισσαβώνα. Εξάλλου, τα τελευταία χρόνια στην χώρα μας έχουν αρχίσει να ερευνώνται οι παράλληλες ποιητικές μάσκες των δύο ποιητών, καθώς πάρα πολλά έργα του Πεσσόα έχουν μεταφραστεί με επιτυχία στα ελληνικά.
      Από το σονέτο του πορτογάλου ποιητή Joao de Deus (1830-1897), «ΖΩΗ» που διαβάσαμε για πρώτη φορά στο περιοδικό «Πειραϊκά Γράμματα» τχ. 5/5, 1943 σ.244, έως την βράβευση του πορτογάλου συγγραφέα Ζοζέ Σαραμάγκου με το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας το 1998, και από τις διηγηματικές αφηγήσεις του κυρ Φώτη Κόντογλου για Πορτογέζους και Σπανιόλους θαλασσοπόρους κουρσάρους και εξερευνητές μέχρι την Ανθολογία Πορτογαλικής Ποίησης μετάφραση Γιάννη Σουλιώτη της σειράς Ποιητές του Κόσμου που επιμελείται η ποιήτρια Παυλίνα Παμπούδη για τις εκδόσεις «Ροές» 2008, έχει χαραχθεί στην χώρα μας μια μικρή παράδοση γνωριμίας των πνευματικών και καλλιτεχνικών δημιουργημάτων, πεζών και ποιητικών της χώρας αυτής. Τα πνευματικά ίχνη γνωριμίας της Πορτογαλικής λογοτεχνικής παράδοσης συνεχίζονται μέχρι των ημερών μας σποραδικά μεν αλλά σταθερά.
ΖΩΗ
ΑΓΑΛΙΑ αγάλια σβήστηκε το φως που εμπρός το δρόμο
μου ‘δειχνε και σ’ αυτήν εδώ τη ζωή το ακολουθούσα
και πίστευα, όσο το ‘βλεπα, χωρίς κανένα τρόμο,
τα σκαλοπάτια θαρρετά του τάφου να περνούσα.
--
Κι όταν γινόταν σκοτεινό και πιά δε με φωτούσε,
στο κάθε τι απλωνότανε μαύρο σκοτάδι εμπρός μου’
μά όταν με ξαναφώτιζε, και πάλι πλημμυρούσε
με χάϊδια και χαμόγελα η ψυχή μου μάγου κόσμου.
--
Μια της δικής μου αδελφή ψυχή, με καλωσύνη
γεμάτη, σαν τους άγγελους, μου ‘φευγε για να νοιώσω,
πώς η χαρά στον κόσμο αυτό σαν όνειρο ίσκιου σβήνει.
--
Δεν ξέρω, αν πέταξε ψηλά, δεν ξέρω, γιατί μόνο
με άφησε, ούτε τον πόνο μου ποτέ θα κατορθώσω
να πώ σ’ αυτούς, που ζούν στη γής αναίσθητοι στον πόνο!
JAO DE DEUS, (1830-1897),
ανέκδοτες μεταφράσεις του Ζέφυρου Βραδυνού, ψευδώνυμο του Νίκου Χατζηδάκη από την σειρά «ΞΕΝΙΚΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ». Κάτω από το γενικό αυτό τίτλο δημοσιεύονται μεταφράσεις Γερμανών, Ιταλών, Άγγλων, Γάλλων, Ισπανών, Σουηδών κά. Ποιητών από τον καθηγητή πανεπιστημίου, όπως αναγράφεται σε σημείωση των Πειραϊκών Γραμμάτων
      Και από τον πορτογάλο ποιητή Joaquim Teixeira de Pascoais (8/11/1877/1879-1952) και το ποίημά του «ΒΟΥΔΔΑΣ» που μας μετέφερε στα ελληνικά ο ακάματος μεταφραστής και ποιητής Άρης Δικταίος, στην ογκώδη του «ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΠΟΙΗΣΕΩΣ»- Σ’ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΟΥ ΑΠΟΛΥΤΟΥ. ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΠΟΙΗΣΕΩΣ, εκδοτικός οίκος Γεωργίου Φέξη 1960, σ. 657 και την μετάφραση του αγγλικού ποιήματος του Fernando Pessoa, ΑΝΤΙΝΟΟΣ από τον μεταφραστή και ποιητή Κώστα Λάνταβο βλέπε Fernando Pessoa, ΑΝΤΙΝΟΟΣ, εισαγωγή-μετάφραση Κώστας Λάνταβος, εκδόσεις Αρμός 2006, (δίγλωσση έκδοση) ο δρόμος γνωριμίας των Πορτογάλων δημιουργών έχει ανοίξει.
ΒΟΥΔΔΑΣ
Τον Βούδδα αχτίδες του ήλιου περιχούσαν
στο δρόμο του ξάφνου, είδε, πλαγιασμένο
σκυλί γέρικο, μπρός του, πληγιασμένο’
και στις πληγές σκουλήκια μυρμηκιούσαν.
     Μ’ αγάπη, και με μέτωπο γνοιασμένο,
στάθηκε, τις πληγές όπου βρωμούσαν
να πλύνει του σκυλιού, τι τον πονούσαν
κ’ ένιωθε αυτός εαυτόν σαν σκλαβωμένο.
      Και γνοιασμένος το δρόμο του και πάλι
πήρε ξανά. Σκεφτόταν: αν πεθαίναν
τα σκουλήκια, όμως, δίχως τροφήν άλλη;
      Και γύρισε. Απ’ τη σάρκα του έκοψε ένα
κομμάτι, τότε, και το έρριξε κάτου
στα σκουλήκια-να βρεί τη λευτεριά του…
JOAQUIM TEIXEIRA DE PASCOAIS, (1879-),
μετάφραση-πρόλογος-μεταφραστική Άρης Δικταίος, «ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΠΟΙΗΣΕΩΣ», εκδόσεις Γ. Φέξη 160, σ.657-658, «Σχολές και κινήματα του Κ΄ αιώνα»
ΑΝΤΙΝΟΟΣ
The rain outside was cold in Hadrian’s soul.
The boy lay dead
On the low couch, on whose denuded whole,
To Hadrian’s eyes, whose sorrow was a dread,
The shadowy light of Death’s eclipse was shed………….

Η βροχή έξω πάγωνε την ψυχή του Αδριανού.

Το αγόρι κείτονταν νεκρό
Πάνω στο χαμηλό ανάκλιντρο, ολόγυμνο,
Στα μάτια του Αδριανού, πού η θλίψη τους μαρτυρούσε φόβο,
Διαχέονταν το σκοτεινό φώς του μαύρου Θανάτου.

Τ’ αγόρι κείτονταν νεκρό, κ’ η μέρα έξω έμοιαζε
Νύχτα. Η βροχή έπεφτε σαν τρόμος της Φύσεως
Αρρωστημένος, την ώρα που δούλευε να τον σκοτώσει.
Μνήμη, ποια αυτός δεν έδωσε ηδονή,
Σε ποια ηδονή παρέμεινε άψυχος κι ασυγκίνητος.

Ώ χέρια που κάποτε σφίξατε τα ζεστά χέρια τ’ Αδριανού,
Πού κρύα τώρα τα βρίσκουν παγωμένα!
Ώ κόμη σφιχτοδεμένη κάποτε με κορδέλες!
Ώ μάτια τολμηρά με κάποιο όμως δισταγμό!
Ώ γυμνό θηλυκόμορφο αρσενικό κορμί ίδιο
Όπως ενός θεού πού μοιάζει στους ανθρώπους!
Ώ χείλη που άλλοτε το πορφυρό τους άνοιγμα μπορούσε
Ν’ αγγίξει σημεία της λαγνείας με ζωηρή παραλλαγή δεξιοτεχνίας!
Ώ δάχτυλα επιδέξια σε πράξεις ανομολόγητες!
Ώ γλώσσα που, σ’ επαφή με άλλη γλώσσα, άναβες αίματα.

Ώ του πάθους πλήρης κυριαρχία θρονιάστηκες
Πάνω στην αχαλίνωτη χωρίς αναστολές συνείδηση!
Αυτά τα πράγματα, δεν πρέπει να υπάρξουν κι άλλο.
Η βροχή ήσυχα πέφτει, κι ο Αυτοκράτορας
Σωριάζεται δίπλα στ’ ανάκλιντρο. Ο πόνος του θυμίζει οργή
Ενάντια στους θεούς που παίρνουν τη ζωή πού δίνουν
Και διαλύουν την ομορφιά που έπλασαν να ζήσει.
Θρηνεί και ξέρει πώς οι μέλλοντες αιώνες
Θα τον παρηγορούν ενώ αυτός θ’ απουσιάζει’
Ο Έρωτάς του κείτεται σε μια παγκόσμια σκηνή’
Χιλιάδες μάτια αγέννητα κλαίνε τη δυστυχία του.

Ο Αντίνοος είναι νεκρός, είναι για πάντα πεθαμένος,
Είναι νεκρός για πάντα, κι όλοι οι έρωτες θρηνούν.
Η Αφροδίτη η ίδια, του Άδωνη η ερωμένη,
Κοιτάζοντας τον προ ολίγου ζωντανό, να κείται τώρα πεθαμένος,
Αναθυμάται την παλιά της λύπη και την προσφέρει
Ως συνταίριασμα στου Αδριανού τον πόνο.

Τώρα κι ο Απόλλωνας στέκει περίλυπος γιατί ο κλέφτης
Του λευκού του σώματος είναι για πάντα παγωμένος.
Προσεχτικά φιλιά στο μέρος της θηλής, πού επικαλύπτουν
Την ήρεμη καρδιά, τους χτύπους της δεν αποκαθιστούν.
Ξανακοιτάζει τη ζωή του κι αισθάνεται την
Παρουσία της στις φλέβες του πορθητή του κάστρου της Αγάπης.
Μήτε η θαλπωρή, του άλλου τη θαλπωρή αξιώνει.
Τα χέρια του δεν θα ‘ναι πιά πλεγμένα
Πίσω απ’ το κεφάλι, στη στάση που του έδινε τα πάντα,
Αυτά τα χέρια ικετεύουν τώρα το σώμα που ‘χει εμπρός του.

Βρέχει, κι αυτός κείται όπως εκείνος πού
Λησμόνησε της αγάπης τις χειρονομίες όλες
Κι άγρυπνος περιμένει το θερμό τους γυρισμό.
Μά όλα τα κόλπα του και τα παιγνίδια του ανήκουν του θανάτου.
Τον πάγο το ανθρώπινο αυτόν καμμιά φλόγα δεν δύναται να λιώσει.
Αυτές τις στάχτες της φωτιάς καμμία φλόγα να κάψει δεν μπορεί.

Ώ Αδριανέ, πώς θα ‘ναι τώρα η ψυχρή ζωή σου;
Τι ωφελεί να ‘σαι ο κύριος ανθρώπων κι εξουσίας;
Η απουσία σου σ’ όλη τη θεατή σου αυτοκρατορία
Σαν νύχτα έρχεται,
Μήτε υπάρχει ελπιδοφόρο αύριο για νέες απολαύσεις.
Οι νύχτες σου τώρα χήρεψαν από φιλιά κι αγάπη’
Οι μέρες σου λεηλατήθηκαν απ’ την αναμονή της νύχτας’
Τα χείλη σου τώρα παραιτήθηκαν της ευδαιμονίας,
Το μόνο που έχουμε να πούμε είναι ότι ο Θάνατος
Ταίριαξε με τη μοναξιά, τη λύπη και το φόβο.

Τ’ αβέβαια χέρια σου ψηλαφούν, σα να ‘χουν αποδιώξει τη χαρά.
Σήκωσε το κεφάλι σου κι άκουσε τη βροχή που σταματάει,
Και ρίξε το βλέμμα σου στο αγαπημένο αγόρι.
Κείται γυμνός σ’ αυτό το νεκρικό κρεββάτι’
Ακάλυπτος απ’ το δικό σου χέρι.
Ήταν αυτός που συνήθιζε να χορταίνει το αμφιρρέπον αίσθημά σου,
Να το αφήνει αχόρταγο παρά τον κορεσμό, να σ’ εκνευρίζει
Με νέα αδιαφορία μέχρι οι αισθήσεις να γίνουν ένα κράμα.

Το χέρι και το στόμα του παιχνίδια ήξεραν, για να ξυπνούν
Την επιθυμία που η γερασμένη μέση σου πονούσε να ακολουθήσει.
Ενίοτε σου φαίνονταν όλα ψεύτικα
Το ‘νοιωθες σε κάθε νέα κίνηση αχόρταγης λαγνείας.
Και τότε ακόμα νέες μορφές του παιχνιδιού θα επινοούσε
Τη σάρκα σου να διεγείρει, και σύ θα έτρεμες και
Θα ξανάπεφτες στα μαξιλάρια σου με νεκρωμένο το μυαλό σου.

«Ωραία ήταν η αγάπη μου, μά μελαγχολική.
Κατείχε την τέχνη εκείνη, που ολότελα αιχμαλωτίζει την αγάπη,
Μένοντας αργόσυρτα λυπημένη στη μανία της λαγνείας.
Ο Νείλος τώρα τον εξέβρασε, ο αιώνιος Νείλος.
Παρά την θέλησή μας τα υδάτινα κανάλια του Θανάτου
Δεν έδωσαν στοιχεία και μείναμε με το πικρό χαμόγελο».

Καθώς σκέφτεται, το πάθος που εξέλιπε
Το ξαναζωντανεύει μια μνήμη πάθους κι αρπάζει
Απ’ το χέρι τις αισθήσεις του, η ριγούσα σάρκα αφυπνίζεται
Κι όλα ξαναγίνονται ό,τι ήσαν πρίν.
Το νεκρό σώμα σηκώνεται απροσδόκητα και εγείρεται
Κι έρχεται μαζί του να ξαπλώσει, κοντά, ακόμα πιο κοντά,

Κι ένα σερνάμενο έμπειρο-αγαπημένο κι αόρατο χέρι
Σε κάθε ρωγμή του σώματος θωπείες ψιθυρίζει
Προς το πάθος, που εξαφανίζονται και όμως μένουν
Αρκετά ως να ματώσουν τη έσχατη νευρική του ίνα,
Ώ γλυκείς και σκληροί Πάρθιοι φυγάδες!

     Και από την μετάφραση, (του συγκλονιστικού αυτού ποιήματος ερωτικού ποταμού με τις 44 στροφές και τους 361 στίχους του Πορτογάλου ποιητή με τις πάνω από 70 ποιητικές μάσκες, ετερώνυμα συγγραφικά πρόσωπα του Φερνάντο Πεσσόα, «ΑΝΤΙΝΟΟΣ» που γράφτηκε το 1915 αλλά εκδόθηκε τρία χρόνια αργότερα, το 1918, την νέα αυτή μετάφραση πραγματοποίησε ο ανθολόγος, καθηγητής και συγγραφέας Γιάννης Σουλιώτης, δες Fernando Pessoa, ANTINOOS, Introduction-Translation Yannis Souliotis, Drawings Andreas Nicolaou, Athens-Parousia 2007. Αντίνοος, εισαγωγή-μετάφραση Γιάννης Σουλιώτης, Σχέδια Ανδρέας Νικολάου, εκδόσεις Παρουσία- Αθήνα 2007, με κείμενο των ΚΟΝΣΤΑΝΣ ΤΑΓΚΟΠΟΥΛΟΥ Πανεπιστήμιο Ινδιανούπολης-Αθήνα, «Η ΜΟΝΙΜΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΚΑΙ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ» και, το κείμενο για την εικαστική ματιά του Ανδρέα Νικολάου πάνω σε αυτό το αιώνιο και πανανθρώπινο ελληνικό σύμβολο της Ομορφιάς τον Αντίνοο-Antinoo από τον ΓΙΩΡΓΟ ΣΥΡΙΜΗ Πανεπιστήμιο Yale, «Ο ΑΝΤΙΝΟΟΣ ΚΑΙ Η ΕΞΑΙΣΙΑ ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ», που αν διαβάσει ο αναγνώστης την εισαγωγή του ποιητή Κώστα Λάνταβου και την επίσης ενδιαφέρουσα εισαγωγή του Γιάννη Σουλιώτη και, θυμηθεί το κεφάλαιο “Saeculum Aureum” της γαλλίδας συγγραφέως Marguerite Yourcenar, “Memoires dHadrien”, εκδόσεις Χατζηνικολή 1976, «Ο Αντίνοος ήταν Έλληνας. Ανάτρεξα μέσα από τις αναμνήσεις αυτής της παλιάς και σκοτεινής οικογένειας, ως την εποχή των πρώτων Αρκάδων αποίκων στις όχθες της Προποντίδας. Αλλά η Ασία είχε πάνω σ’ αυτό το κάπως αψύ αίμα, την ίδια επίδραση με τη σταγόνα το μέλι που θολώνει και αρωματίζει ένα αγνό κρασί…..» και προσθέσει στις  σκέψεις του το αισθησιακό αφήγημα, τη βαθειά και τρυφερή ερωτική εξομολόγηση του έργου «Τα νερά στα μάτια σου» της δημοσιογράφου-μυθιστοριογράφου Σόνιας Ζαχαράτου, εκδόσεις ΤΟΠΟΣ 2012, θα έχει μια σύγχρονη εικόνα για την τύχη στην ελληνική και μη λογοτεχνική επικράτεια, του στην αγγλική γλώσσα γραμμένου του ποιητικού αυτού ερωτικού θρήνου του ποιητή Πεσσόα. Ένας κωμός του έρωτα που θυμίζει ποίηση της μεγάλης εβδομάδας, μια θρηνητική εξομολόγηση μπρος στην αγαλμάτινη ομορφιά, ένας μονόλογος του έρωτα της αιώνιας ομορφιάς που ανοδικά οδηγείται στην συγκατάβαση του νίκης του θανάτου, μια μονωδιακή εξομολόγηση ανοδικής ματαιότητας, ένας θρήνος αιώνιας αγάπης σαν και αυτόν του Αχιλλέα πάνω από το σώμα του νεκρού του φίλου Πατρόκλου που οδηγεί στην αθανασία μέσω της τέχνης. Μια λυγμική μακρόπνοη ωδή σε αυτό που Υπήρξε και δεν Υπάρχει πια, ένα μοιρολόι για τον έφηβο που χάθηκε στα νερά του Νείλου Χρόνου, για να αναδυθεί ξανά μέσα στον Χρόνο της Ποίησης. Αλώθηκε η Ομορφιά και αναδύθηκε η Τέχνη. Αυτό θέλησαν οι Θεοί. Οφείλουμε να μην παραγνωρίσουμε και τις αρχαίες πηγές αναφορών για τον όμορφο έφηβο Αντίνοο και το ερωτικό ειδύλλιό του με τον αυτοκράτορα Αδριανό, τα δεκάδες μικρά και μεγάλα αγάλματα με το πορτραίτο του, και φυσικά τον αλεξανδρινό ποιητή Κωνσταντίνο Π. Καβάφη, αν θέλουμε να έχουμε μια πλήρη εικόνα. Από την νέα αυτή μετάφραση του Σουλιώτη έως τις «ΕΡΩΤΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΔΑΣ ΜΟΝΑΧΗΣ» που εκδόθηκε από τις εκδόσεις Γκοβόστη το 1988, που παραστάθηκε από το θέατρο «ΦΟΥΡΝΟΣ τον Απρίλη του 1993, οι πολιτιστικοί δεσμοί των δύο χωρών έχουν ανοδική πορεία.
ANTINOOS
……………………………………………..
So he half rises, looking on his lover,
That now can love nothing but what none know…..
Μισοσηκώνεται κοιτάζοντας τον εραστή του,
Που τώρα αγαπά τόσο πολύ όσο κανείς δεν ξέρει.
Ακαθόριστα, μόλις διακρίνεται αυτό που λάτρευε άλλοτε,
Τα κρύα χείλη που περνά σε όλο το κορμί του.
Αναίσθητα σαν πάγος είναι, αλίμονο, τα χείλη του!
Δύσκολα νιώθει το θάνατο από το κρύο πεθαμένο σώμα.
Μοιάζουν κι οι δύο νεκροί ή ζωντανοί κι οι δυο σαν να ‘ναι.
Και είναι ο έρωτας ακόμα παρών και κινητήρια δύναμη,
Τα χείλη του τότε σταματούν στην κρύα χαραματιά των χειλιών του άλλου.

Αχ, εκεί, η πνοή που λείπει στα χείλη του θυμίζει
Πως πέρα απ’ τους θεούς μια ομίχλη έχει έρθει
Ανάμεσα σ’ εκείνο και σ’ αυτό τ’ αγόρι. Οι άκρες των δαχτύλων του,
Ακόμα μάταια ψάχνουνε πάνω στο σώμα, ελπίζοντας
Μια κάποια απάντηση της σάρκας στον πόθο τους που άγρυπνος παραμένει.
Αλλά του έρωτά τους το ερώτημα απάντηση δεν παίρνει.
Νεκρός είναι ο θεός, που το φιλί λατρεία του είχε κάνει!

Το χέρι του υψώνει προς τον ουρανό
Και κραυγάζει στους βουβούς θεούς τον πόνο του να μάθουν.
Ας σκύψετε στην ικεσία του τα ήρεμα πρόσωπά σας
Ω υπέρτατες δυνάμεις! Απ’ το βασίλειό του θα παραιτηθεί,
Στη νεκρή έρημο χωρίς νερό θα ζήσει,
Σε μακρινούς κι άγριους δρόμους ζητιάνος ή σκλάβος,
Στην αγκαλιά του δώστε του όμως ξανά το φλογερό του αγόρι!
Ξεχάστε αυτόν το χώρο, που για τάφο του ετοιμάζετε.

Πάρτε όλη τη θηλυκή ομορφιά της γης
Και ρίξτε τα απομεινάρια της σ’ ένα σωρό θανάτου!
Αλλά, στ’ όνομα του ωραίου, Γανυμήδη, που ο Δίας βρήκε αξιότερο
ακόμη κι απ’ την Ήβη και τον διάλεξε να του γεμίζει
Την κούπα στις μεγάλες του γιορτές και με έρωτα τις καρδιές
αυτών που άδειες τις είχαν,
Χώματος σβώλος οι γυναικείες αγκαλιές, σκόνη
Ας γίνουν, ω πατέρα των θεών! Λυπήσου όμως
Αυτό το αγόρι, το κρινένιο του σώμα και τα χρυσά του τα μαλλιά!
Ίσως να ένιωσες ότι κι από το Γανυμήδη
Αυτός ήταν καλύτερος, κι από ζήλεια γι’ αυτή του την ομορφιά
Από την αγκαλιά του Αδριανού τον έκλεψες.

Έπαιζε σαν γατάκι με το πάθος, παίζοντας
Με το δικό του και μ’ εκείνο του Αδριανού, πότε το ένα
Πότε και τα δύο, πότε συγκρατημένα, πότε ελεύθερα
Τη μια αφήνοντας ελεύθερο το πάθος, την άλλη συγκρατώντας το.
Κοιτάζοντας το πάθος όχι πια κατάματα, αλλά με του ματιού την άκρη
Σκιρτώντας γύρω από την σχεδόν απρόσμενη ηδονή
Τη μια τρυφερά κρατώντας την, με λύσσα την άλλη,
Πότε με παιγνιδιάρικα φερσίματα, πότε σοβαρά, πότε κοντά
στην ηδονή γερμένος, πότε κατασκοπεύοντας
Τρόπους να βρει ηδονή να πάρει απ’ τη συγκράτησή της.

Έτσι γλιστρούσαν οι ώρες από τα πλεγμένα χέρια τους
Και οι στιγμές απ΄ τα πλεγμένα πόδια τους αθόρυβα περνούσαν,
Τα χέρια τους ήταν τη μια φύλλα νεκρά, την άλλη σιδερένιοι ιμάντες.
Τη μια κούπες τα χείλη τους, την άλλη το πιοτό τους.
Τη μια τα μάτια τους ήταν σφιχτοκλεισμένα, την ίδια ώρα ορθάνοιχτα.
Πότε πηγαινοερχόταν ασταμάτητα σαν τρελός
Κάνοντας τα παιγνίδια του τη μια φτερό, μαστίγιο την άλλη.

Αυτός ο έρωτας που σαν θρησκεία έζησαν
Προσφορά ήταν στους θεούς που οι ίδιοι έρχονται στους ανθρώπους.
…………………………
 Η νέα μετάφραση των ποιητικών κομματιών αυτών από τον Γιάννη Σουλιώτη, συνεχίζει την μετάφραση του ποιήματος του Φερνάντο Πεσσόα όπου παρέθεσα του Κώστα Λάνταβου. Δεν θέλησα να μεταφέρω τα ίδια μεταφραστικά αποσπάσματα για να μην φαίνεται ότι ήθελα να αντιπαραβάλλω τις δύο μεταφράσεις. Σκοπεύω στο μέλλον να αντιγράψω το ποίημα στο πρωτότυπο που γράφτηκε και τις μεταφραστικές δοκιμές του δύο ελλήνων δημιουργών, καθώς και τις πληροφορίες που μας παρέχουν.
     Σε αυτό το πρώτο σημείωμα για την Πορτογαλική Λογοτεχνία και Ποίηση, δεν μεταφέρω πληροφοριακά στοιχεία που δημοσιεύτηκαν σε ελληνικά έντυπα που γνωρίζω για τον πεζογράφο που βραβεύτηκε με Νόμπελ Ζοζέ Σαραμάγκου και τον ποιητή Φερνάντο Πεσσόα που θα το κάνω ξεχωριστά για τον καθένα. Μεταφέρω άλλες πληροφορίες για άλλους πορτογάλους δημιουργούς και το γενικό αξιολογικό κείμενο του Patrick Kechichian που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Το Βήμα» 12/6/1994.
-Για την μετάφραση στα ελληνικά του έργου του ποιητή Λουϊζ Μανουέλ, Μέσα στο χειμώνα των βλεμμάτων, μτφ. Βικτωρία Θεοδώρου, εκδ. Εριφύλη 1995, δες Ελένη Χωρεάνθη, εφ. Η Καθημερινή 25/2/1997.
-Για την μετάφραση στα ελληνικά του έργου του Αντόνιο Λόμπο Αντουένες, Το Εγχειρίδιο των Ιεροεξεταστών, μτφ. Αθηνά Ψυλλιά, εκδ. Καστανιώτης 1998, δες Μαίρη Παπαγιαννίδου, εφ. Το Βήμα 29/3/1998
-Για την μετάφραση του μυθιστορήματος του Αντόνιο Λόμπο Αντουένες, Το μεγαλείο της Πορτογαλίας, μτφ. Αθηνά Ψυλλιά, εκδ. Καστανιώτη 2000, δες Κατρίν Βελισσάρη, εφ. Το Βήμα Κυριακή 15/10/2000, σ.32.
-Για την μετάφραση στα ελληνικά του μυθιστορήματος του Ζοζέ Καρδόζο Πίρες, Ο δελφίνος, μτφ. Αθηνά Ψυλλιά, εκδ. Καστανιώτη 1999, δες εφ. Ακρόπολη 31/10/1999.
-Για την μετάφραση στα ελληνικά του μυθιστορήματος του Ζοζέ Καρντόζο Πίρες, Η Μπαλάντα της Αμμουδιάς των Σκύλων, μτφ. Μαρία Φερέιρα-Χιδίρογλου, εκδ. Στοχαστής 1991, δες περιοδικό ΕΝΑ τχ./ 5-6-1991, και περ. Επίκαιρα τχ./30/6/1991, και εφ. Η Καθημερινή 7/3/1991, και εφ. Το Έθνος 14/3/1991. Και εφ. Ελευθεροτυπία 27/10/1998, «Έφυγε» ο Καρντόζο Πίρες, και εφ. Η Καθημερινή, Ιχνευτές 27/10/1998 Πέθανε ο λογοτέχνης Ζοζέ Καρντόσο Πίρες.
-Για την μετάφραση στα ελληνικά του μυθιστορήματος του Έσα ντε Κέϊρος, Το έγκλημα του Πάδρε Αμάρο, μτφ. Σπύρος Παντελάκης, εκδ. Μέδουσα 1998, δες Βαγγέλης Αθανασόπουλος, εφ. Ελευθεροτυπία Παρασκευή 17/7/1998. Και Μαίρη Παπαγιαννίδου, εφ. Το Βήμα Κυριακή 22/2/1998, σ.28
-Για την μετάφραση στα ελληνικά του μυθιστορήματος του Έσα ντε Κέϊρος, Ένας λυρικός ποιητής, μτφ. Άννυς Σπυράκου, εκδ. Αλεξάνδρεια 1990, δες εφ. Η Καθημερινή 3/2/1991 και 29/3/1991 «Φυλλομετρώντας», και Η Αυγή 24/2/1991, και περ. ΕΝΑ τχ. 9/27-2-1991
-Για την μετάφραση στα ελληνικά του μυθιστορήματος του Jose Luis Sampedro, Το χαμόγελο των Ετρούσκων, μτφ. Αγγελική Βασιλάκου, εκδ. Γκοβόστη 1999, δες περ. Αντί τζ. 685/23-4-1999.
-Για την μετάφραση στα ελληνικά του μυθιστορήματος της δημοσιογράφου Ιλένα Μάρκες, Το Τελευταίο λιμάνι, μτφ. Ηλίας Ταμπουράκης, εκδ. Περίπλους 2000, δες περιοδικό Ραδιοτηλεόραση τχ. 1601/21-10-2000, σ.97.
-Για την μετάφραση στα ελληνικά της Λίντια Ζορζ, Η ακτή των ψιθύρων, μτφ. Σπύρος Παντελάκης, εκδ. Πόλις 2002, δες Κώστας Καρακώστας, Η Κυριακάτικη Αυγή 24/11/2002, σ.20.
-Για τον θάνατο του David Mourao Ferrira (1927-1996), δες Ν. Β. εφ. Η Καθημερινή 30/6/1996, «Ενάντια στον Σαλαζάρ»
-Για την μετάφραση των Διηγημάτων του Φερνάντο Ναμόρα, Μέρες ενός γιατρού, μτφ. Κώστας Ασημακόπουλος- Ντίνα Σιδέρη, εκδ. Νέα Σύνορα, δες Μ. Π. εφ. Τα Νέα ;
-στο περιοδικό η λέξη τχ. 78/10,1988, σ.744, ο ποιητής Τάκης Βαρβιτσιώτης μεταφράζει ποιήματα του Casimiro de Brito: «Ζώο εκφυλισμένο» «Μάγμα» και άλλα. Στο τεύχος τχ. 125/1,2, 1995, του ίδιου περιοδικού δημοσιεύεται το διήγημα του Miguel Torga.
-Για το θεατρικό ανέβασμα του βιβλίου «Ερωτικές Επιστολές Πορτογαλίδας Μοναχής», στο θέατρο «ΦΟΥΡΝΟΣ», οδός Μαυρομιχάλη 168, με την ηθοποιό Βαρβάρα Μαυρομμάτη βλέπε:
-εφ. Ελευθεροτυπία 3/4/1993, Ερωτικές επιστολές μοναχής, επί σκηνής. Και 10/4/1993
-εφ. Το Βήμα 11/4/1993, …. Και μια «ένοχη»
-εφ. Μυρτώ Παπαδοπούλου, Το Βήμα 11/4/1993, Γυναίκες μόνες…
-εφ. Η Νίκη 11/4/1993, Ερωτικές επιστολές Πορτογαλίδας Μοναχής
-εφ. Τα Νέα 28/11/1989, Δημοτικό Περιφερειακό Θέατρο Πάτρας. Ερωτικές επιστολές μοναχής.
-Για το λαϊκό τραγούδι της Πορτογαλίας Fado,
Δες Κείμενο-Φωτογραφίες: Νίκος Α. Βρισιμιτζής, περ. Δίφωνο τχ. 76/1,2002, σ.38-, και,
Σύλλας Κολλάτος, εφ. Η Καθημερινή Κυριακή 9/12/1990, σ.48-, βραδιές φάντο στη Λισσαβόνα.            
   
Η ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΣΕ ΑΝΘΗΣΗ
Είκοσι χρόνια μετά την Επανάσταση των Γαριφάλων
Του PATRICK KECHICHIAN
Le Monde-ΤΟ ΒΗΜΑ Κυριακή 12 Ιουνίου 1994
      «Ο Τέλειος λαός είναι εκείνος που θα συγκεντρώσει στον υψηλότερο βαθμό όλα τα προτερήματα και όλα τα ελαττώματα. Κουράγιο, Πορτογάλοι, το μόνο που σας λείπει είναι τα προτερήματα», έγραφε ο Αλμάντα Νεγκρέιρος στο φουτουριστικό μανιφέστο του, του 1909. Οι αποστροφές-προκλήσεις του είδους δεν είναι σπάνιες στους πορτογάλους συγγραφείς. Θα λέγαμε μάλιστα ότι η διάθεση κοροϊδίας των πάντων έχει αναχθεί σε τέχνη, στην οποία οι Πορτογάλοι διακρίνονται ιδιαίτερα. Σε αυτό το πνεύμα, το οποίο μοιάζει να ανακαλύφθηκε για να δώσει άλλη ώθηση στο  φανταστικό και στη λογοτεχνία, η ειρωνεία ανατρέπει τη σοβαρότητα, ρίχνει άλλο φως στην πραγματικότητα δίνοντάς της τα χρώματα του ονείρου. Ακόμη και η μελαγχολία γίνεται πιο ελαφρά , μαθαίνει να χαμογελά.
      Είκοσι χρόνια μετά την Επανάσταση των Γαριφάλων-γεγονός σημαντικό, του οποίου οι επιδράσεις εξακολουθούν να επηρεάζουν τη ζωή της χώρας-η Λισαβόνα επελέγη για πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρώπης, σε μια κίνηση η οποία αναγνωρίζει όχι μόνο την νομιμότητα, αλλά κα την επιτυχία της ενσωμάτωσής της στα ευρωπαϊκά πρότυπα. Ωστόσο υπάρχει ακόμη μια απόσταση, μια διαφορά ή οποία καταρρίπτει αυτή την τόσο εύκολα διατυπωμένη διαπίστωση: Η Πορτογαλία δεν έχει αποκτήσει όλα τα «προτερήματα» που ήθελε η Ευρώπη.  Αυτό όμως από μια άλλη άποψη είναι πολύ καλό: αυτές οι «ελλείψεις», τα «ελαττώματα», η «τελειότητα» που αναζητείται μάλλον για να διαπιστωθεί πιο έντονα η απουσία της, συνθέτουν ένα ιδιαίτερο τοπίο το οποίο δεν μοιάζει με κανένα άλλο. Στο τοπίο αυτό-και στη λογοτεχνία της οποίας αποτελεί τον χώρο-μπορεί να εκφραστεί ακόμη η πορτογαλική ταυτότητα. Μια ταυτότητα από την οποία η Ευρώπη πρέπει να μάθει ότι μπορεί να αντλήσει πλούτο χωρίς να προσπαθήσει να την αλλάξει.
     Εκείνο το οποίο προκαλεί κατ’ αρχήν έκπληξη στον αναγνώστη είναι η εμφανώς καλή υγεία της πορτογαλικής λογοτεχνίας. Θα μπορούσε μάλιστα κανείς να μιλήσει για κατάσταση αντί-κρίσης: η ποικιλία των εκδόσεων των τελευταίων είκοσι χρόνων είναι τεράστια, η περιέργεια και η επιθυμία του αναγνωστικού κοινού ικανοποιείται στο έπακρο. Μια κίνηση μεταφράσεων στα γαλλικά πολλών πορτογαλικών κλασσικών και σύγχρονων έργων δίνει μια μικρή αλλά κατατοπιστική άποψη αυτής της ποικιλίας. Ωστόσο, ο δυναμισμός και το εφευρετικό πνεύμα, που συναντάμε τόσο στο μυθιστόρημα όσο και στην ποίηση, δεν θα πρέπει να δημιουργούν αυταπάτες: οι πορτογαλικές εκδόσεις δεν πάνε και τόσο καλά.
     Παρ’ ότι η πορτογαλική λογοτεχνία έχει αναγνωριστεί στο εξωτερικό, δεν έχει τύχει ανάλογης  αναγνώρισης από την κριτική επιτροπή του Βραβείου Νόμπελ. Αυτός ο θεσμός που έχει την εξουσία-και την ευθύνη-να απονέμει κάθε χρόνο ένα μετάλλιο παγκοσμίου αξίας δεν θεώρησε ποτέ ότι άξιζε να ανταμείψει ένα συγγραφέα της πορτογαλικής γλώσσας. Μιάς γλώσσας η οποία πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι ομιλείται από 200 εκατομμύρια ανθρώπους σε όλο τον κόσμο. Ας υπενθυμίσουμε ακόμη ότι στην Πορτογαλία μόνο βρίσκονται εν ζωή λογοτέχνες τόσο σημαντικοί όσο ο Μιγκέλ Τόργκα (γεννημένος το 1907), ο Βερζίλιο Φερέιρα (1916), ο Ερμπέρτο Ελντέρ (1930), ο Αντόνιο Ράμος Ρόζα (1924), ή ο Εουζένιο ντε Αντράντε (1923). Όποιοι και αν είναι οι πολιτικοί λόγοι που υπαγορεύουν αυτή τη δυσμένεια, μας είναι δύσκολο να τους καταλάβουμε και ακόμη περισσότερο να τους παραδεχθούμε.
     Δεν πρέπει ωστόσο να βγάζουμε συμπεράσματα ευφορίας από αυτόν τον πλούτο που έχει τόσο υποτιμηθεί από τους σουηδούς ακαδημαϊκούς. Η Πορτογαλία δεν ζει μια εποχή μεγαλοφυών της λογοτεχνίας. Εν τούτοις αυτός ο δυναμισμός, αυτή η εφευρετικότητα, είναι αδιαμφισβήτητα. Υπάρχει επίσης κάτι άλλο που αντιτίθεται στα συμπεράσματα ευφορίας: ο γενικά τραγικός, δραματικός ή μελαγχολικός, συχνά σφιγμένος και  ειρωνικός τόνος της πορτογαλικής λογοτεχνίας, όχι μόνο της σύγχρονης αλλά και της παλαιότερης. Το όνομα του Φερνάντο Πεσσόα δίνει ίσως από μόνο του τον βαθμό της δυστυχισμένης άποψης των πορτογάλων συγγραφέων για τον εαυτό τους και για τον κόσμο.
     Τόσο στο μυθιστόρημα όσο και στην ποίηση οι δύο δεκαετίες που πέρασαν από την Επανάσταση των Γαριφάλων έφεραν στο φως έργα αξιόλογα και μοναδικά. Παρ’ ότι το έτος 1974σημαίνει αδιαμφισβήτητα την έναρξη μιας νέας εποχής, δεν αποτελεί και το σημείο εκκίνησης κάθε καινοτομίας. Σημαντικά έργα, προπομποί ενός μοντερνισμού ο οποίος ακόμη εμποδιζόταν, είχαν έλθει στο φως πολύ νωρίτερα. Πριν ακόμη από την άνοδο του Σαλαζάρ στην εξουσία (1928) το καλύτερο παράδειγμα είναι το αριστουργηματικό «Χούμους» (1917) του Ραούλ Μπραντάου (1867-1930). Στα τέλη της δεκαετίας του 1920, κυρίως με το περιοδικό Presenca και τους οπαδούς του νεορεαλισμού, η πορτογαλική μυθοπλασία να δηλώσει μια ταυτότητα κυρίως γήινη και αγροτική. Γεννημένος υο 1907 ο Μιγκέλ Τόργκα, ο οποίος ανήκε στον κύκλο της Presenca, παραμένει μια από τις πλέον εξέχουσες προσωπικότητες της σύγχρονης λογοτεχνίας. Ο πατριωτισμός του και η προσήλωσή του στις αγροτικές παραδόσεις, η άγρια και μοναχική του φύση, αρνούμενη να στρατολογηθεί σε οποιαδήποτε σχολή, μπορούν να προκαλέσουν αγανάκτηση ή κάποιο χαμόγελο, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι δεν αποτελούν την κινητήριο δύναμη ενός ισχυρού και πολύμορφου έργου: ποίηση, μυθιστόρημα, διήγημα, ημερολόγιο.
     Μέσα σε αυτό το ρεύμα με τα τόσο σαφή πλαίσια, όπου οι ταυτότητες υποδηλώνονται ξεκάθαρα χωρίς να μπερδεύονται, θα πρέπει να αναφέρουμε ορισμένους ακόμα συγγραφείς: τον Κάρλος ντε Ολιβέιρα (1921-1981), ο οποίος για παράδειγμα στο «Μια μέλισσα στη βροχή» (1953) επιτυγχάνει τη σύνθεση της ρεαλιστικής και της ποιητικής γλώσσας, τον Μπρανκίνιο ντα Φονσέκα (1905-1978) και το ονειρικό αγροτικό αριστούργημά του «Ο Βαρόνος» (1942), τον Ακιλίνο Ριμπέιρο (1885-1963) και το υπέροχο μυθιστόρημά του «Η κατοικία» (1957) ή τον Βιτόριο Νεμέζιο (1901-1978) από τις Αζόρες, συγγραφέα του «Κακοκαιρία στο αρχιπέλαγος» (1944), μιας σημαντικής αναπαράστασης του κοινωνικού μικρόκοσμου των νησιών. Πρέπει να τοποθετήσουμε χωριστά, χωρίς όμως και να το ξεχωρίζουμε εντελώς, το έργο του Ζοζέ Αλμάντα Νεγκρέιρος (1893-1970), ζωγράφου, μυθιστοριογράφου, ποιητή, δραματουργού, φίλου του Πεσσόα, από τους μεγαλύτερους εκπροσώπους του πορτογαλικού μοντερνισμού, που έκανε την εμφάνισή του το 1915 μέσω του περιοδικού Orpheu. Τα «Η σιδερώτρια, η νέα μέση κάτοικος της Λισαβόνας» (1917) και «Όνομα πολέμου» (1937, γραμμένο όμως το 1925) αποτελούν σημαντικά έργα δηλωτικά της πορτογαλικής λογοτεχνικής ευαισθησίας.
     «Δεν υπάρχει λογοτεχνική επανάσταση σε πλήρη ρήξη με το παρελθόν», πίστευε ο Κάρλος ντε Ολιβέιρα. Ο καλύτερος εκπρόσωπος αυτού του επαναστατικού πνεύματος, που επανασυνδέεται με μια γενεαλογία, με μια παράδοση και με κάποιους προγόνους, είναι ο Ζόρζε ντε Σένα (1919-1978). Το μεταθανάτιο και ημιτελές μυθιστόρημά του «Σημάδια φωτιάς», αλλά και οι συλλογές διηγημάτων του- «Οι μεγάλοι καπετάνιοι», «Στο όνομα του διαβόλου»-, τα δοκίμιά του ή ακόμη και τα ποιήματά του φέρνουν τα σημάδια μιας ευφυΐας ζωντανής, κοφτερής, καθόλου αφιερωμένης στην εθνική λατρεία-μάλλον το αντίθετο. Και η πιο σύγχρονη λογοτεχνία όμως δεν θέλησε να αγνοήσει αυτό το παρελθόν, μερικές φορές για να έλθει σε σύγκρουση μαζί του. Έχοντας γνωρίσει οι  περισσότεροι- καθώς στην συντριπτική πλειονότητά τους ανήκαν στην αντιπολίτευση ή και στην αντίσταση-την περίοδο της δικτατορίας του Σαλαζάρ, οι πορτογάλοι συγγραφείς χρειάστηκε να απελευθερωθούν από δύο είδη περιορισμών: από εκείνους που επέβαλλε ένα καθεστώς λογοκρισίας και από κείνους που οι ίδιοι επέβαλλαν στην τέχνη τους προκειμένου να την καταστήσουν όπλο αντίστασης και μέσο ανατροπής.
      Επειδή χρειάστηκε να πληρώνουν συχνά, οι Πορτογάλοι γνωρίζουν το τίμημα της ελευθερίας. Το πνεύμα ανεξαρτησίας, η δυσπιστία προς τις εξουσίες, η διεκδίκηση μιας μοναδικότητας, είναι οι καρποί του. Αυτή η καλή υγεία, για την οποία μιλήσαμε, βρίσκεται ακριβώς εδώ: στις πολυάριθμες, αντιφατικές, πειραματικές κατευθύνσεις που οι μυθιστοριογράφοι ή οι ποιητές, αλλά ακόμη και οι δοκιμιογράφοι, τολμούν να ακολουθήσουν. Ακόμη και όσοι συγγραφείς άρχισαν την καριέρα τους μετά το 1974-όπως ο Αντόνιο Λόμπο Αντούνες (γεν. το 1942) ή η Λίντια Ζόρζε (γεν. το 1946)-έχουν σημαδευτεί από αυτό το πνεύμα. Από την ίδια γενιά, ο Αλμέιντα Φαρία, με τη μυθιστορηματική τετραλογία του, βρίσκεται επίσης σε αναζήτηση νέων μορφών επηρεασμένος από το γαλλικό μυθιστόρημα. Τέλος ο Μάριο Κλάουντιο έχει συνδεθεί με την «Τριλογία του χεριού» του με προσωπικότητες καλλιτεχνών της Βόρειας Πορτογαλίας.
     Η πορτογαλική λογοτεχνία είναι επίσης ένα σύνολο ατομικοτήτων, έξω από κάθε σκέψη ομοσπονδίας. Ένα κοινό χαρακτηριστικό τους είναι εν τούτοις η παρουσία της ίδιας της Πορτογαλίας είτε ως θέματος είτε ως αντικειμένου. Εκτός από τον Λόμπο Αντούνες και τη Λίντια Ζόρζε, που σημαδεύτηκαν από την αποικιοκρατική εμπειρία, και οι συγγραφείς της προηγούμενης γενιάς-δηλαδή αυτοί που γεννήθηκαν στις αρχές της δεκαετίας του 1920-όπως ο Φερνάντο Ναμόρα (ο οποίος πέθανε το 1989), η Αγκουστίνα Μπέσα Λουίς, ο Ζοζέ Καρντόζο Πιρές, ή ο Ζοζέ Σαραμάγκο, αντλούν την έμπνευσή τους από την πορτογαλική ιστορία και τους μύθους. Έχει αυτό το χαρακτηριστικό κάποιο όριο; Αυτό αξίζει να συζητηθεί; Ας πούμε απλώς ότι αυτή η «πορτογαλική εμμονή» στους συγγραφείς που προαναφέραμε δεν μειώνει σε τίποτε την πρωτοτυπία τους.
      Σε αυτή τη χώρα, που με την εθνική εορτή της τιμά έναν ποιητή (τον Λουίς ντε Καμόενς), η ποίηση δεν περιορίστηκε ποτέ στον ρόλο του φτωχού συγγενούς. Ο δημιουργός των «Λουζιτανών» και ο Πεσσόα-και οι δύο ιδιαίτερα προσκολλημένοι είναι η αλήθεια στους εθνικούς μύθους και θρύλους-κυριαρχούν στο φανταστικό τοπίο της Πορτογαλίας. Για να κατανοήσει κανείς την πραγματικότητα ή ονειρική θέση του ποιητή με τις μάσκες μέσα σε αυτό το φανταστικό τοπίο, θα πρέπει να ανατρέξει στις λεπτές και πειστικές αναλύσεις του Εντουάρντο Λουρένσο, ενός από τους μεγαλύτερους σύγχρονους πορτογάλους δοκιμιογράφους.
     Τις μεγάλες προσωπικότητες του συμβολισμού του τέλους του προηγούμενου αιώνα- Σεζάριο Βέρντε, Αντόνιο Νόμπε, ή Καμίλο Πεσάνια-και τους εκπροσώπους του μοντερνισμού και της αγωνίας-εδώ θα έπρεπε να αναφέρουμε ετερώνυμους του Πεσσόα καθώς και τον φίλο του Μάριο ντε Σα Καρνέιρο (ο οποίος αυτοκτόνησε στο Παρίσι το 1916) ή τον Ζοζέ Αλμάντα Νεγκρέιρος-διαδέχτηκαν ποιητές οι οποίοι δεν αναμάσησαν απλώς το μάθημα των προηγουμένων. Από τους πιο ηλικιωμένους, που γεννήθηκαν ανάμεσα στα 1919 και το 1924-Σοφία ντε Μπρέινερ, Εουζένιο ντε Αντράντε, Αντόνιο Ράμος Ρόζα-ως τον Ερμπέρτο Ελντέρ, που γεννήθηκε το 1930, ο καθένας δημιούργησε τον δικό του κόσμο λέξεων και ευαισθησίας, χωρίς να κλειστούν στην περίπλοκη τεχνική του φορμαλισμού. Οι δύο πρώτοι είναι πιο παραδοσιακοί, οι δύο δεύτεροι-και μάλλον σπουδαιότεροι-διακρίνονται για την ανησυχία και τα υπαρξιακά τους ερωτήματα. Ας αναφέρουμε, τέλος, τον Αλ Μπέρτο και τον Νούνο Ζούντισε, εκπροσώπους μιας νεότερης γενιάς, γεννημένης μετά τον πόλεμο.
      Όπως και η Λισαβόνα, πόλη την οποία κανείς δεν παύει ποτέ να ανακαλύπτει και να αγαπά, μυστικοπαθής και γενναιόδωρη συγχρόνως, η πορτογαλική λογοτεχνία δεν προσφέρει την εικόνα μιας ορατής συνοχής. Πρέπει να την αφήσετε να σας εκπλήξει για να την αγαπήσετε μέσα σε αυτή την ίδια την έκπληξη.
Patrick Kechichian, εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ» Κυριακή 12 Ιουνίου 1994, σ.35-Β9.

«Μ΄ αυτές τις σκέψεις παρηγοριέμαι, μιάς και δεν μπορώ να παρηγορηθώ με τη ζωή. Και το σύμβολο γίνεται ένα με την πραγματικότητα όταν, διαβάτης εν σώματι και ψυχή σ’ αυτούς τους δρόμους της Μπάισα που καταλήγουν στον Τάγο, βλέπω τα φωτεινά υψώματα της πόλης να λάμπουν, σαν τη δόξα των άλλων, από το πολυποίκιλο φως ενός ήλιου που δεν βρίσκεται ούτε κάν στη δύση του.». [Μπερνάρντο Σοάρες]. Σ. 135.

Από το σπονδυλωτό βιβλίο του Φερνάντο Πεσσόα, Ω ΛΙΣΑΒΟΝΑ ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ!, εκδ. Μαρία Παπαδήμα, εκδ. Gutenberg 2016.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πρώτη γραφή σήμερα 19/5/2018
Πειραιάς 19 Μαΐου 2018
«Με φαίνεται που ο Αντίνοος μεγάλως θ’ αγαπήθη. Εν τω μηνί Αθύρ ο Αντίνοος εκοιμήθη»
“The gods came now
And bore something away, no sense knows how,
On unseen arms of power and repose”.