Δευτέρα, 7 Μαΐου 2018

Ουίλλιαμ Μπάτλερ Γέητς-Τζων Κιτς- Κίπλινγκ


                     Λίνα Κάσδαγλη
     ΤΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΜΕΤΑΦΡΑΣΜΕΝΑ

        Παρατηρώ με τις ελάχιστες και υποτυπώδεις γνώσεις που έχω στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, ότι πάμπολλα ανώνυμα από την ελλάδα άτομα, άγνωστα σε μένα,-πάνω από 400-(αν δεν είναι λιγότερα τα άτομα που μπαίνουν και βλέπουν το συγκεκριμένο άρθρο, ίσως μπαίνουν πολλές φορές τα ίδια άτομα στο ίδιο κείμενο, το αντιγράφουν, το διαβάζουν ή παίρνουν τα στοιχεία που τους ενδιαφέρουν) αναζητούν και βλέπουν εξακολουθητικά κείμενα και κριτικές-ιδιαίτερα αυτά που έχουν πλούσια και χρήσιμη εργογραφία και βιβλιογραφία- που έχω δημοσιεύσει παλαιότερα σε περιοδικά και εφημερίδες και που έχω μεταφέρει στο bloc αλλά και νεότερα καινούργια. Τι θέλω να πω. Τα άτομα αυτά, βλέπουν σταθερά το κείμενο «Το κακορίζικο ποιητικό Αηδόνι του Αγγλικού ρομαντισμού» που δημοσίευσα παλαιότερα στο περιοδικό «Οδός Πανός» τχ. 143/1,3,2009 που ήταν αφιερωμένο στον άγγλο ρομαντικό ποιητή Τζων Κητς, βλέπε «Αφιέρωμα στον Άγγλο ποιητή Τζων Κητς» Κείμενα-Επιμέλεια-Μεταφράσεις Χριστίνα Σταθοπούλου. Σίγουρα, για να μην υπερβαίνω και τις ατομικές μου δυνατότητες, ενδιαφέρονται για τις δεκάδες ή και εκατοντάδες πληροφορίες που παραθέτω στις έρευνές μου και που αποτελούν, μια έγκυρη μικρή πηγή πολύτιμων στοιχείων για αυτούς οι αυτές που ενδεχόμενα θα ήθελαν να ασχοληθούν με τον τάδε ή δείνα έλληνα ή ξένο συγγραφέα ή καλλιτέχνη. Είναι η δική μου προσφορά στην ελληνική γραμματεία, ακόμα και τώρα που οι συνθήκες άλλαξαν, τα τεχνικά μέσα τελειοποιήθηκαν και ο κάθε ενδιαφερόμενος έχει την δυνατότητα να αντλήσει πληροφορίες είτε από το διαδίκτυο είτε από αλλού. Οι εποχές που είμασταν αναγκασμένοι να μεταβαίνουμε αυτοπροσώπως στα διάσπαρτα της πόλης αρχεία, τις δημοτικές βιβλιοθήκες, τις εθνικές βιβλιοθήκες, τα αρχεία των εφημερίδων και των περιοδικών ή και σε ιδιωτικά αρχεία συγγραφέων και καλλιτεχνών και να παρακαλούμε (να «ζητιανεύουμε» ας μην μας φοβίζει το ρήμα ακόμα και ανορθόγραφα να το γράφαμε) να μας αφήσουν να αντιγράψουμε με μολύβι ή στυλό μέσα σε φύλλα τετραδίων ή σε κόλλες αναφοράς τις πληροφορίες που χρειαζόμασταν για συγγραφείς παλαιότερων εποχών, τα ακριβή στοιχεία για τα έργα τους, ώστε να αποκτήσουν τα μελετήματά μας την αναγκαία εγκυρότητα και να μην είναι αντιγραφές από άλλες μη ορθές πηγές, έχουν περάσει και ευτυχώς. Εκατοντάδες εργατοώρες  ξοδέψαμε εμείς οι κουλτουριάρηδες νέοι και νέες της γενιάς του 1980 που ασχολούμασταν με πάθος και μεράκι με την έρευνα και την συλλογή και ταξινόμηση των διαφόρων στοιχείων. Δεν θα αναφερθώ στα χρηματικά έξοδα, γιατί οι πάντοτε καλοθελητάδες των καιρών, οι βολεμένοι από τον δημόσιο ή άλλο κορβανά αμειβόμενοι, θα σου πουν: «ας μην ασχολιόσουνα. Δεν στο ζήτησε κανένας. Δεν σε υποχρέωσε κανένας. Δικό σου πρόβλημα. Σου άρεσε και το έκανες». Αυτή είναι η αδήριτη της ζωής και του ελληνικού πολιτισμού αλήθεια στην χώρα μας εδώ και αρκετές δεκαετίες, όχι τώρα με την οικονομική κρίση και την πτώχευση. Όμως, τα ίδια αυτά άτομα, οι μεγαλόσχημοι της πνευματικής εξουσίας, δεν θα παρέλειπαν να σου ζητήσουν να τους στείλεις τις πληροφορίες που χρειάζονταν για τις δικές τους εργασίες, να έπαιρναν τα στοιχεία που είχες με κόπο, έξοδα και ξοδεύοντας προσωπικό σου χρόνο συγκεντρώσει, να σου ζητήσουν να φωτοτυπήσεις παλαιά κείμενα και να τους τα στείλεις-και ας μην είχες φράγκο στην τσέπη-για να σε τιμήσουν με την φιλία ή παρουσία τους μία φορά το χρόνο και βλέπουμε. Αυτή η παθογένεια δεν είχε να κάνει ούτε με την οικονομική κρίση ούτε και με τον πνευματικό κορεσμό μιας εποχής στην πατρίδα μας. Είχε να κάνει πιστεύω-και μπορεί να λαθεύω-με το ότι η τέχνη γενικότερα δεν ήταν μια ασχολία συνάντησης των ανθρώπων, μια αφορμή για να γνωρίσεις τον ή την άλλη ή τους άλλους και να ανταλλάξεις θέσεις και απόψεις σας. Ότι γίνεται μάλλον σήμερα στα ηλεκτρονικά τιτιβίσματα ή και γιατί όχι στις μεγάλες πολυπληθείς αθλητικές συγκεντρώσεις. Παρευρισκόμασταν στην παρουσίαση του καινούργιου βιβλίου του τάδε συγγραφέα γιατί έτσι το επέβαλε το εκδοτικό μάρκετινγκ, μας άκουγε για ελάχιστα λεπτά και μετά, απορία ψάλτου βήξ. Και η ζωή συνεχίζονταν με σημαίες και ταμπούρλα όλων των εκδοτικών και κυκλοφοριακών αποχρώσεων.
Γιατί τα αναφέρω αυτά, υποψιάζομαι αδιάφορα για τους περισσότερους, εντός και εκτός Ελλάδος, που έχουν την καλοσύνη να βλέπουν τα άτακτα (ορισμένες φορές), ανορθόγραφα (ενίοτε), φλύαρα (σίγουρα), αλλά παθιασμένα ριγμένα στο χρόνο που σου παράσχει δωρεάν το ιντερνέτ (;) δεν νομίζω μια και ο ΟΤΕ κοστίζει, κείμενα και σκέψεις, αντιγραφές και αποδελτιώσεις εφημερίδων και περιοδικών, στοιχείων και πληροφοριών άλλων συγγραφέων και δημιουργών, που συγκέντρωσες στο διάβα των δικών σου ερευνών, μα για να αντιγράψω μία ακόμη μετάφραση ενός ποιήματος του άγγλου ρομαντικού ποιητή John Keats, που εξακολουθώ να αγαπώ και να διαβάζω, μην τολμώντας να διανοηθώ να τον μεταφράσω (παρά τα δεκάδες σχεδιάσματα και απόπειρες που κατά καιρούς έκανα σε Ωδές του και κυρίως, σε Σονέτα του).
Οι αντιγραφές αυτές εδώ στην ιστοσελίδα μου είναι η μικρή δική μου προσφορά στα άτομα εκείνα από την ελλάδα και το εξωτερικό που κοιτούν το μπλοκ μου. Και η ενδεχόμενη παρηγοριά προέρχεται από τους άγνωστούς μας μαθητές των Βελγικών Σχολείων που έκαναν διαδήλωση για να διδάσκονται τα αρχαία ελληνικά, και δεν κατέβηκαν στους δρόμους ούτε για να πάρουν την πρέζα τους, ούτε για να καπνίσουν το τσιγαριλίκι τους, ούτε για να τα σπάσουν και να τα κάνουν λίμπα αντιδρώντας στο σάπιο και διεφθαρμένο καπιταλιστικό σύστημα και οικονομικό κατεστημένο που εκμεταλλεύεται τους ανθρώπους. Ούτε πάλι επειδή σπούδασαν και πήραν δύο και τρία πτυχία υποχρεούται η εκάστοτε πολιτεία να τους διορίσει σε δημόσια θέση και αξιώματα. Οι εποχές σίγουρα άλλαξαν, καθώς και οι ιστορικές συνθήκες το ίδιο και οι οικονομικές. Αλλά πιστεύω ότι, η κίνηση και η διαμαρτυρία αυτή των Βέλγων μαθητών και μαθητριών είναι η καλύτερη ανταπάντηση στην πολιτιστική συνεισφορά των εξεγερμένων νέων του Μάη του 1968 μισό αιώνα μετά. Η ιστορία συνεχίζεται γνωρίζοντάς την και όχι αγνοώντας την. Η εξέγερση του Μάη του 1968 άνοιξε πολλά πολιτιστικά αυλάκια και της τέχνης ρεύματα στις κατοπινές ανθρώπινες συνειδήσεις. Άλλαξε τον κόσμο μας, έστω και αν εμείς εδώ στην Ελλάδα, δεν μπορούσαμε να γευτούμε τις αλλαγές μια και βρισκόμασταν κάτω από δικτατορικό καθεστώς. Μικρά παιδιά του δημοτικού ακούγαμε για την εξέγερση από τους παράνομους ραδιοσταθμούς του BBC, της Ντώιτσε Βέλλε και άλλων σταθμών. Έπρεπε να έρθει η μεταπολίτευση για να πληροφορηθούμε και να διαβάσουμε περισσότερα για το νεανικό αυτό επαναστατικό πολιτικό, πολιτιστικό, κοινωνικό κίνημα. Μπορεί οι εκπαιδευτικές αντιδράσεις των σχολιαρόπαιδων του Βελγίου να μην έχουν την ίδια βαρύτητα με αυτές του Μάη του 1968 όμως είναι μια πνευματική ανάσα που έρχεται από το μέλλον, όχι γιατί αφορά τον πολιτισμό της χώρας μας,-αστεία πράγματα ο ανέξοδος πατριωτικός μας κομπασμός και φρούδος εθνικισμός-αλλά γιατί τα κείμενα των αρχαίων ελλήνων αποτελούν μια παγκόσμια κλασική διαχρονική παράδοση. Μια παράδοση, που δεν δημιουργήθηκε από έλληνες για έλληνες μόνο, αλλά για να μας μιλήσουν για τα αιώνια προβλήματα που απασχολούν τον Άνθρωπο, την Μοίρα του, την Πορεία του, πέρα από τόπο και χρόνο. Μια γραμματεία που δεν έχει αρχή, μέση και τέλος. Αλλά πορεύεται μέσα στον χρόνο και γονιμοποιεί τον Άνθρωπο καθιστώντας τον ενεργό πολίτη, σκεπτόμενο ψηφοφόρο, συνειδητό υποκείμενο του Κόσμου.
     Την ποιήτρια και μεταφράστρια από την Κόρινθο Λίνα Κάσδαγλη, είχα την τύχη να την γνωρίσω από κοντά το καλοκαίρι του 2002. Γνώριζα το έργο της καθώς είχα συναντήσει εργασίες της στο δικό μου αναγνωστικό και ερευνητικό σεργιάνι. Μορφωμένη, ευγενική, καλοσυνάτη, πρόσχαρη, ευδιάθετη, καταδεκτική, μια καλοκάγαθη γιαγιά των ελληνικών γραμμάτων. Μια πολυσχιδής γυναικεία προσωπικότητα που προέρχονταν από ένα οικογενειακό περιβάλλον εκπαιδευτικών που εμφύσησε σε αυτό το όμορφο κορίτσι την αγάπη της για τα γράμματα, την εκπαίδευση, την καλαισθησία και τον πολιτισμό. Όταν για πρώτη φορά με προσκάλεσε στο σπίτι της να μιλήσουμε και να με γνωρίσει, θυμάμαι άρχισε να μου κάνει διάφορες ερωτήσεις. Όταν της ανέφερα ότι γνώριζα το έργο της, πριν συναντηθούμε από κοντά, ήξερα ότι είχε ασχοληθεί με τυπογραφικές και φιλολογικές επιμέλειες βιβλίων, ότι είχε μεταφράσει στα ελληνικά σημαντικά βιβλία, ότι είχε συνεργαστεί με τον φιλόλογο και πεζογράφο Γιώργο Ιωάννου στην συγγραφή εκπαιδευτικών βιβλίων μετά την μεταπολίτευση, ότι μετέφραζε ξένους ποιητές και έγραφε και η ίδια ποιήματα, ποιητικές της συλλογές κυκλοφορούσαν από τις αρχές της δεκαετίας του 1950, βλέπε «Ηλιοτρόπια» 1952, «Οι δρόμοι του μεσημεριού» 1962 κλπ. Στην πρώτη μας συνάντηση μιλήσαμε κυρίως, για ένα κοινό μας πρόσωπο και μια πόλη. Τον φιλόλογο και συγγραφέα Γιώργο Ιωάννου, που μου μιλούσε πάντα θετικά για το πρόσωπό της και την βαθειά καλαισθησία της, την αγωγή της και τον ζήλο της για τα γράμματα και το λιμάνι της πόλης μου τον Πειραιά, μια και η Λίνα Βλάχου- Κάσδαγλη είχε παντρευτεί τον συγγραφέα Εμμανουήλ Χ. Κάσδαγλη που είχε γεννηθεί στον Πειραιά. Το πόσο φλυαρήσαμε σε αυτή την πρώτη μας συνάντηση δεν περιγράφεται. Δεν ξέρω, αλλά η δική μου γενιά (γενιά του 1980, δηλαδή που έχει γεννηθεί μετά το 1956 σύμφωνα με τους γραμματολόγους) ένιωθε άνετα και έκανε παρέα με μεγαλύτερά της άτομα. Δεν ένιωθε άβολα, δεν ένιωθε άσχημα, δεν θεωρούσε ότι έχανε τον χρόνο της κάνοντας παρέα ή συντροφιά με άτομα μεγαλύτερης ηλικίας από αυτήν. Μάθαινε κοντά τους, αποκτούσε εμπειρίες, άκουγε ιστορίες, διδάσκονταν. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν ζούσαμε, δεν διασκεδάζαμε, δεν τσιλημπουρδίζαμε, δεν οικοδομούσαμε παρέες εφηβικές, νεανικές, φοιτητικές, με συνομηλίκους μας ή συνομήλικες μας. Αλλά, δεν φοβόμαστε να συνομιλήσουμε και να συναναστραφούμε με πολύ μεγαλύτερης ηλικίας άτομα από εμάς. Γιαυτό αναφέρω ότι, όταν συνάντησα την ποιήτρια Λίνα Κάσδαγλη (ήταν γεννημένη 29/3/1921, ένα χρόνο πριν την Μικρασιατική Καταστροφή) ένιωσα αμέσως μια οικειότητα μαζί της, ή μάλλον μου έδωσε εκείνη αυτό το δικαίωμα, καθώς συζητούσαμε με τις ώρες. Και τι δεν είπαμε. Για πρόσωπα κοινά γνωστά μας, για αγαπημένα μας βιβλία, για ποίηση, για πολιτική, για θεατρικές παραστάσεις, για το πρώτο λιμάνι. Ήταν σαν να άκουγα την «θεία Λένα» στο ραδιόφωνο να μου αφηγείται παλαιές ιστορίες για πρόσωπα, γεγονότα, καταστάσεις, καλλιτεχνικά συμβάντα που είχαμε παρακολουθήσει, βιβλία που είχε διαβάσει και εξακολουθούσε να διαβάζει και τις άρεσαν. Μαγεύτηκα ακούγοντας ένα μεγάλης σχετικά ηλικίας άτομο να μου ανοίγει την καρδιά του και να μου μιλά με άνεση για τα πάντα. Μια γυναίκα, παντρεμένη με εγγόνια και ίσως και δισέγγονα, που, δεν έπαψε να ασχολείται με τα γράμματα, να διαβάζει και να παρακολουθεί θεατρικές παραστάσεις, να έχει άποψη για τα κοινά, να θέλει να μετέχει σε διάφορες πνευματικές εκδηλώσεις και συζητήσεις, να ετοιμάζει μεταφράσεις, να ασχολείται με την ποίηση. Όσο άβολα και αν αισθανόσουνα εξαιτίας της μεγάλης διαφοράς ηλικίας απέναντί της, οι κουβέντες της, σε έκαναν να θέλεις να είσαι συνεχώς δίπλα της και να την ακούς. Δεν σε κούραζε, δεν βαριόσουνα, δεν κοίταζες το ρολόι για να φύγεις, ο χρόνος σαν να είχε σταματήσει, μπορεί στο παρελθόν, ναι! αλλά σε ένα κοινό παρελθόν που δεν το έζησες, δεν το γνώρισες, αλλά αναβίωνε μπροστά σου μέσα από τα λόγια, το ύφος, τις λέξεις, τις εκφράσεις του προσώπου μιας εξαιρετικά ευαίσθητης και καλλιεργημένης ύπαρξης. Δεν έπαυε να τονίζει θυμάμαι, ότι ήταν Διαπλασόπαιδο. Είχε εμφανιστεί δηλαδή για πρώτη φορά στο παλαιό περιοδικό «Διάπλασης των Παίδων» του Γρηγορίου Ξενόπουλου. Διατηρούνταν τόσο ζωντανή μέσα της-παρά τα χρόνια που πέρασαν-αυτή η συγγραφική της περιπέτεια μα και παιδική αγωγή, που έβλεπες το πρόσωπό της να λάμπει όταν σου μιλούσε για εκείνη την περίοδο. Συναντηθήκαμε δύο φορές ακόμα και πάλι στο σπίτι της στην οδό Καβαλόττι. Παρότι είχα αγοράσει στο εμπόριο την συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων της, Λίνα Κάσδαγλη ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, εκδόσεις Άγρα 2002, δέχτηκα να μου χαρίσει με αφιέρωση τον συγκεντρωτικό αυτόν τόμο από σεβασμό και εκτίμηση. Σε εκείνη οφείλω την πληροφορία ότι ο συγγραφέας Εμμανουήλ Χ. Κάσδαγλης είχε γεννηθεί στον Πειραιά. Λέγοντάς μου όμως, ότι δεν είχε καμία άλλη σχέση με την πόλη. Επίσης, μου γνώρισε και ποιήτριες από την Ρόδο όπου κατοικούσε ένα από τα παιδιά της, αν θυμάμαι σωστά, η επίσης ποιήτρια Ρένα Κάσδαγλη.
     Οι τομείς με τους οποίους ασχολήθηκε συστηματικά και με μεράκι αλλά και με μεγάλη καλαισθησία η ποιήτρια Λίνα Κάσδαγλη ήσαν αρκετοί. Δεν θα σταθώ ούτε στην εκπαιδευτική της προσφορά, ούτε στις επιμέλειες των βιβλίων που έκανε, ούτε και στην ποιητική της παρουσία, που δεν είναι της παρούσης, και που σίγουρα ανήκει στην ιστορία των γυναικείων ποιητικών ιχνών της εποχής της. Υπάρχει μια ενδιαφέρουσα κριτική από την πεζογράφο και βιβλιοκριτικό Νατάσα Κεσμέτη, δες περιοδικό Η Ευθύνη 12/2002. Και που οι ιστορικοί της ελληνικής λογοτεχνίας έχουν καταγράψει την συνεισφορά της στον χώρο της λογοτεχνίας και της εκπαίδευσης. Ένας ποιητικός λόγος που κινείται μέσα στην ατμόσφαιρα της εποχής που τον γέννησε, τελευταία της συλλογή εκδόθηκε το 1975 με τίτλο «ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΕΝΙΑΥΤΟΥ», ποίηση μιας άλλης εποχής, που σε αγγίζει μάλλον, όπως σε αγγίζουν τα μελαγχολικά δειλινά στο ακρωτήριο του Σουνίου. Ο ρεμβασμός ενός κόσμου και μιας αλήθειας ζωής, που συναντάμε ίσως μόνο πλέον, στις σελίδες των παλαιών ποιητικών και πεζογραφικών βιβλίων. Δεν γνωρίζω αν η ποιήτρια Λίνα Κάσδαγλη θα συναριθμείται στις γυναικείες Αθηναϊκές ποιητικές φωνές ή σε αυτές που προέρχονται από την Κόρινθο, σίγουρα πάντως θα προσμετράτε.
     Στο προσωπικό αυτό σημείωμα, μεταφέρω τις τρείς μεταφράσεις της των Άγγλων ποιητών: William Butler Yeats, ΤΑ ΜΕΤΑΞΙΑ Τ’ ΟΥΡΑΝΟΥ, του John Keats, LA BELLE DAME SANS MERCI, και Rudyard Kipling, ΑΝ…, που μετέφρασε στα ελληνικά το 1947 το 1948 και το 1955 αντίστοιχα. Δεν τα φορτώνω με φιλολογικούς σχολιασμούς μια και δεν είναι αυτή η πρόθεσή μου. Ήθελα να δώσω μία ακόμη μετάφραση του ποιήματος του Τζων Κιτς που είχα υπόψη μου, σαν μια ακόμη μαρτυρία στην γενική βιβλιογραφία που δημοσίευσα για τον άγγλο νεαρό κακότυχο ρομαντικό ποιητή. Έναν ρομαντικό ποιητή μιας άλλης εποχής, που ακούγοντας το Σοφόκλειο Αηδόνι να κελαηδεί μέσα στα αρχαία σπαράγματα και αρχιτεκτονικά θραύσματα της αρχαίας ελλάδας, έκανε το έργο του-ή μέρος αυτού ηχείο για να ακουστεί η μελωδική φωνή του. Το αηδόνι, ως σύμβολο ποιητικό, που προέρχεται μάλλον κυρίως από το έργο του τραγικού ποιητή Σοφοκλή, μπόλιασε τις ποιητικές δημιουργίες πολλών μεταγενέστερων ευρωπαίων δημιουργών.
Τις μεταφράσεις των ποιημάτων των άγγλων ποιητών τις αντιγράφω από τον τόμο Λίνα Κάσδαγλη ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, εκδόσεις Άγρα 2002, για διευκόλυνση όσων ενδιαφέρονται για διεξοδικότερη έρευνα. Σελίδες 191-195.

William Butler Yeats
ΤΑ ΜΕΤΑΞΙΑ Τ’ ΟΥΡΑΝΟΥ
Αν είχα τα ολοκέντητα των ουρανών μετάξια
με το χρυσό, με τ’ ασημένιο ξομπλιασμένα φως
τα γαλανά, και τα χλωμά και τα σκούρα μετάξια
από τη νύχτα, απ’ τ’ μισόφωτο, απ’ το φώς,
κάτω απ’ τα πόδια σου όλα τα μετάξια θα ‘χα στρώσει,
μά εγώ ο φτωχός, έχω μονάχα τα όνειρά μου.
Κάτω απ’ τα πόδια σου έχω τα όνειρά μου στρώσει.
Πάτα ελαφρά, γιατί πατάς απάνω στα όνειρά μου.
--
John Keats
LA BELLE DAME SANS MERCI
Ώ, τι να σε σκοτίζει, αρματωμένε ιππότη,
και γυρνάς μοναχός, δίχως μιλιά;
Τα βούρλα μαραθήκανε στη λίμνη
και δεν λαλούν πουλιά.
--
Ώ, τι να σε σκοτίζει, αρματωμένε ιππότη,
κι άραχνος είσαι κι έτσι λυπημένος;
Της βερβερίτσας το κελάρι είναι γεμάτο
κι ο θέρος τελειωμένος.
--
Πάνω στο μέτωπό σου βλέπω κρίνο
απ’ τη λαχτάρα υγρό κι από τον πυρετό,
πάνω στα μάγουλά σου χλωμό ρόδο
γοργά μαραίνεται κι αυτό.
--
Κάποια κυρά μές στα λιβάδια βρήκα
πεντάμορφη-νεράϊδας κόρη, ωιμένα!
Κι είχε μακριά μαλλιά κι ελαφρό πόδι
και μάτια αλαφιασμένα.
--
Της έπλεξα στεφάνι στο κεφάλι
ζώνη, βραχιόλια από μυριστικά’
με κοίταξε την ώρα της αγάπης
και βόγκηξε γλυκά.
--
Την έβαλα στο αργοπορημένο άλογό μου
και τίποτ’ άλλο δεν έβλεπα όλη μέρα,
γιατί έγερνε στο πλάι κι έλεε τραγούδια
νεράιδας στον αέρα.
--
Ρίζες γλυκές μου βρήκε κι άγριο μέλι
και σαν του μάννα τη δροσιά καρπό’
και σε μια γλώσσα χωρίς άλλο ξένη μου είπε,
«Αλήθεια σ’ αγαπώ».
--
Στη νεραϊδοσπηλιά της ύστερα με πήρε
κι έκλαψε εκεί, αναστέναξε βαριά,
κι έκλεισα εκεί τ’ αλαφιασμένα της τα μάτια
με τέσσερα φιλιά.
--
Κι εκεί με νανουρίσματα μ’ αποκοιμίζει
κι εκεί ονειρεύτηκα-άχ, τι πόνος στην καρδιά!
το στερνό, το στερνό από τα όνειρά μου
στην κρύα του λόφου πλαγιά.
--
Είδα ωχρούς βασιλιάδες και ρηγάδες,
ωχροί ήτανε πολεμιστές, σαν πεθαμένοι’
μού φώναξαν: «Η ωραία Κυρά που δε λυπάται
την ψυχή σου έχει σκλαβωμένη».
--
Μές στο σούρουπο τ’ άσαρκά τους χείλη
για μήνυμα φριχτό άνοιγαν πλατιά,
και ξύπνησα και βρέθηκα εδώ πέρα
στην κρύα του λόφου πλαγιά.
--
Γι’ αυτό περνάω τις μέρες μου εδώ πέρα
και γυρνώ μοναχός, δίχως μιλιά,
τα βούρλα κι ας μαράθηκαν στη λίμνη,
κι ας μην λαλούν πουλιά.
--
Rudyard Kipling
ΑΝ…
Αν μπορείς να κρατάς το μυαλό σου σωστό, δίχως πάθος,
κι όταν οι άλλοι το χάνουν, κι απάνω σου ρίχνουν το λάθος,
αν μπορείς στον εαυτό σου να ‘χεις πίστη τόσο μεγάλη
πού να μην πειραχτείς όταν δεν σ’ εμπιστεύονται οι άλλοι,
αν μπορείς να προσμένεις χωρίς ποτέ να κουραστείς,
αν μπορείς μές στο ψέμα να ζεις, δίχως ψεύτης να γίνεις,
και στο μίσος, χωρίς την καρδιά σου στο μίσος να δίνεις,
και ποτέ μπρος στους άλλους περίσσια ικανός μη δεχτείς’
--
Αν μπορείς, τ’ ακριβό τ’ όνειρό σου να μη σε κυριέψει,
και να σκέφτεσαι, δίχως να κάνεις σκοπό σου τη σκέψη,
αν μπορείς ν’ ανταμώσεις το Θρίαμβο και τη Συμφορά
και στους δύο εκείνους πλάνους τη ράχη σου απαλά να γυρίσεις,
αν αντέχεις την ίδια αλήθεια που είπες μιά φορά
απ’ τους σκλάβους παγίδα γι’ ανόητους να την αντικρίσεις,
ή τα πράγματα που έφτιαξες με ιδρώτα, μπρός σου σπασμένα
να τα δείς, και ν’ αρχίσεις ξανά μ’ εργαλεία σκουριασμένα’
--
Αν μπορείς ό,τι κέρδισες ένα σωρό να το στήσεις
και να παίξεις της ζωής σου το μόχτο μια σου ριξιά,
και να χάσεις, και πάλι εξαρχής μοναχός ν’ αρχινίσεις,
κι ούτε λέξη να βγάλεις, αν όλα δεν ήρθαν δεξιά,
αν μπορείς την καρδιά σου να βιάσεις, τα νεύρα, τους μύς σου
να κρατάν στον αγώνα, η πνοή σου όταν φεύγει και σβήνει,
να κρατάν, κι αν εντός σου πιά τίποτα δεν έχει μείνει
παρά η θέληση μόνο πού λέει και προστάζει: «Κρατήσου»’
--
Αν μπορείς με τα πλήθη να σμίξεις χωρίς να ξεφτάς,
σε ρηγάδες μπροστά μιάν ακέραια ανθρωπιά να κρατάς,
αν ποτέ δε σ’ αγγίξει ούτε φίλου ούτε εχθρού προσβολή,
αν για σε μετράν όλοι, κανένας τους όμως πολύ,
αν μπορείς τ’ ανελέητο λεπτό που περνάει να γεμίσεις
δευτερόλεπτα εξήντα που αξίζουν βαθιά να τα ζήσεις-
όλη η γή είναι δική σου, και με όσα είναι ο κόσμος μεστός,
και θα γίνεις-απ’ όλα πιο πάνω-γιέ μου, άντρας σωστός.                                       
     Αυτά είναι τα τρία από τα ποιήματα που έχει μεταφράσει η ποιήτρια Λίνα Κάσδαγλη. Και που σίγουρα είναι από τις πρώτες γυναικείες ποιητικές φωνές που γνώρισαν στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό ποιήματα του Γέητς, του Κιτς, του Κίπλινγκ. Μια παράλληλη συνεξέταση των συγκεκριμένων μεταφραστικών ποιητικών μονάδων του αγγλοσαξονικού ποιητικού λόγου και αίσθησης, με άλλες αποδόσεις από ομοτέχνους της, της εποχής της, θα μας δείξει αν η Κάσδαγλη σαν μεταφράστρια κόμισε καινούργια πράγματα στον ελληνικό ποιητικό λόγο και την ελληνική γλώσσα. Πάντως ο λόγος της ρέει, το ύφος της είναι καθαρό, οι λέξεις που χρησιμοποιεί είναι αναγνωρίσιμες και από τους πιο άγευστους της αγγλικής ποίησης έλληνες αναγνώστες, έχει ρυθμό η γραφή της, δεν μπουκώνει, και με δυό λόγια τα ποιήματα αποπνέουν μια γυναικεία διάθεση τρυφερότητας και ευαισθησίας. Κάτι που αναγνωρίζουμε και στον καθαυτό ποιητικό τους λόγο. Πιστεύω, ότι η ποιήτρια δεν επέλεξε τυχαία να μεταφράσει ή να συμπεριλάβει τα ποιήματα αυτά στην συγκεντρωτική έκδοση των συλλογών της. Είναι ποιητικοί δείχτες του προσωπικού της ποιητικού βαδίσματος. Το πέρασμά της από την Διάπλαση των Παίδων, και η επιρροή της φιλοσοφίας και ατμόσφαιρας του περιοδικού αυτού καθώς και των άρθρων-συμβουλών του Γρηγορίου Ξενόπουλου στις παιδικές και εφηβικές του συνειδήσεις έχει την σημασία του. Δεν πρέπει επίσης να παραγνωρίσουμε ότι οι μεταφράσεις-οι δύο πρώτες 1947 και 1948-γίνονται σε μια δύσκολη ιστορική και πολιτική περίοδο στην χώρα μας. Η Ελλάδα έχει απελευθερωθεί από τον Ναζιστικό ζυγό και πριν προλάβει να ανακάμψει από τα πολλαπλά τραύματα που της επέφερε η Γερμανική Κατοχή, μπήκε στην περίοδο του εμφύλιου και αδελφοκτόνου σπαραγμού. Το τρίτο ποίημα του άγγλου ποιητή «ΑΝ» που μεταφράζει το 1955 και τα μηνύματα σε προσωπικό αλλά και συλλογικό επίπεδο αυτό μεταφέρει και εκφράζει στον ποιητικό του σχεδιασμό, πιο οφείλει να είναι το κοινωνικό και το πολιτικό ήθος του νέου σε ηλικία ανθρώπου, δηλαδή στο τι θα πρέπει να έχει υπόψη του αν θέλει να οικοδομήσει την ατομική του ταυτότητα, να μετατραπεί από έφηβος σε άντρα, επίσης θεωρώ ότι δεν έγινε τυχαία. Εξάλλου, το ποίημα του Κίπλινγκ μας θυμίζει με άνεση ποιητικές στιγμές του Αλεξανδρινού ποιητή Κωνσταντίνου Π. Καβάφη. Δεν εννοώ την θεματολογία του, αλλά τα κεντρικά του μηνύματα φιλοσοφίας ζωής και στοχασμού. Το «ΑΝ» μας θυμίζει τα διδαχτικά ποιήματα του Κωνσταντίνου Π. Καβάφη. Σαν έμπειρη φιλόλογος και σαν εκδότρια παιδικού περιοδικού γνώριζε τι έπρεπε να επιλέξει για να μεταφράσει. Θυμάμαι τις γνώσεις και τις τεκμηριωμένες απόψεις της όταν την ρώτησα για τα παιδικά περιοδικά της εποχής μου, τα λογοτεχνικά και μη. Οι θέσεις της ήσαν ξεκάθαρες όσον αφορά την παιδαγωγία των νέων ελλήνων και ελληνίδων. Αντίθετα ήσαν αρκετά διαφορετικές οι απόψεις του καθηγητή και ποιητή Γιώργου Ιωάννου-φυσικά έζησαν σε διαφορετικές εποχές και συνθήκες-και απείχαν πολύ από τις θέσεις του πειραιώτη καθηγητή των αγγλικών ποιητή επίσης Ανδρέα Αγγελάκη που έζησε ένα μέρος της ζωής του στην μεγάλη και νέα ήπειρο την Αμερική, και επηρεάστηκε από το φιλελεύθερο πνεύμα της και τις παιδαγωγικές της αρχές.
     Το έργο της Λίνας Κάσδαγλης αξίζει να μελετηθεί σαν μια σοβαρή και υπεύθυνη εικόνα των νέων ελλήνων και ελληνίδων την περίοδο μετά τον Γρηγόριο Ξενόπουλο. Είναι ίσως η πιο αυθεντική φωνή του κυρίου Φαίδωνα στα εκπαιδευτικά μεταπολεμικά πράγματα. Αυτό όμως, είναι ένα άλλο κεφάλαιο προς εξέταση.
O Sorrow,
Why dost borrow….
Που θα έλεγε ο Endymion με τη φωνή του John Keats.
Επιπρόσθετα, για τους έλληνες λάτρεις της ποίησης του άγγλου ρομαντικού ποιητή και το παρακάτω κείμενο δημοσιευμένο το 1955:   
A MASK AND LOCKET FROM SPAIN
by Lord Gorell

More than 19 years after the death of John Keats, his friend, Charles Armitage Brown, was told by London booksellers that the projected Life would prove a most losing speculation-just as 4.1/2 years before John Taylor, most sympathetic of publishers, had the world cared nothing for Keats and feared that even 250 copies of his Poems would not sell. So slow was growth of his fame: slower still has been that of his sister, Fanny.
     Though, as students know, Sir Sidney Colvin and both the Buxton Formans in due course paid tributes to her, still it is in the main true to say that it was not until 1936 that she was established at all in the heart of the world. And yet she-even as her great brother-was recognized by those who knew her in her life as remarkable.
      To-day at any rate all real lovers of Keats know how just that recognition was: the story of the preservation by her all her life long-and it was a very long life, continued until December 16, 1889-of  her 48 letters from her everloved brother is one of the most unusual and most touching in literature.
     And this devotion was confined to her generation: her daughter, her grand- daughter, and her great-son all carried it on, and, even as was the case with George and Keats’s friends, never sought to sell, but always to give. The last proof has been the gift to Keats House by the great grand-son, Dr. Ernesto Paradinas Brockmann, of the matrix of a mask and an oval locket, the last owner of both of which had been Dona Elena Brockmann Llanos, who in 1935, when Marie Adami went to see her in her house in Madrid, desired that on her death they should come home, come, that is, to Keats House, Hampstead. Dr. Paradinas Brockmann duly honoured that desire, and Professor Manuel Garcia Blanco formally handed them over at the Institute of Spain in London on November 29, 1948.
      The locket, which formed one of the illustrations in Marie Adami’s account of Fanny Keats and her Letters (John Murray, 1936) is alone a gift of great interest and also beauty: it has Keats’s richly auburn hair twisted gracefully upon a ground of mother of pearl, with the monogram JK impearled on a blue back –ground (and blue, it will be remembered, is the colour of Heaven). The matrix: ah, now that, what shall be said of that? Surely, that the handing over in the way described by Spain to England was the end of the great story, completing all that it is reasonable to think can ever now be completed in connexion with John Keats. But it is not the end, not quit. The matrix had traditionally been held to be that of a mask of the poet.  When, however, an impression was taken, it was seen that this was unlike the other masks that we possess. The Curator of Keats House therefore brought it to the notice of two eminent surgeons, Professor F. Wood Jones, F.R.S., of the Royal College of Surgeons, and Mr. T. B. Layton, D.S.O., M.S., of Guy’s Hospital, and they, after measuring it against the known life-mask of Keats, have pronounced it to be that of a different person. It is their opinion that the mask rather than one taken after death.
     The question then arises, who is it? Is it Fanny Keats y Llanos? Personally, I think that it is.
     It bears, as all can see, a very striking likeness to Tom as portrayed by Joseph Severn, and it will be remembered that Tom and Fanny were extremely alike; almost the last  words Keats ever penned was his sentence about Fanny, she walks about my imagination like a ghost-she is so like Tom Moreover, H. Buxton Forman has placed it on record as, follows, I certainly thought, he say of Fanny, that she had a look, even in old age, of Severn’s water-colour sketch of Tom.
      The identification are difficult, but deeply interesting. I for one vote for Fanny, and I like to think that the mask was made, possibly, even probably, with Severn’s assistance, and perhaps at his suggestion, from the life in 1863 in Rome; it may have been by the very same firm of mask-makers that Severn had employed for the death-mask of John. In any event, it is exceedingly like Fanny as we know her from her portrait to have been in 1863.
     However this may be, the matrix-and the locket-remain most valued indeed greatly loved English possessions now for always.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς 7 του Μάη του 2018

ΥΓ. Τελικά είμαστε πολύ τυχεροί σαν έλληνες ψηφοφόροι πολίτες. Έχει και τα καλά της η κουτσουρεμένη αστική δημοκρατία μας. Φαντάζεστε να εναλλάσσονταν στην προεδρία της ελληνικής δημοκρατίας και στην πρωθυπουργία από το 2000 ο δημοκράτης και ορθόδοξος πρόεδρος της ελληνικής δημοκρατίας και ο «άθεος» πρωθυπουργός μας, όπως συμβαίνει με τον δημοκράτη και ορθόδοξο πιστό ηγέτη της νέας Ρωσίας τον σύντροφο τσάρο Βλαδίμηρο; Αν υποψιαστώ ότι κάτι τέτοιο έχουν σκοπό, θα αλλάξω υπηκοότητα να ψηφίσω τον ξανθομάλλη της πέραν του ατλαντικού ηπείρου ηγέτη. Αλλά και αυτοί οι Αμερικανοί, μόνο τον Μπιλ Κλίντον ήξεραν να καθίσουν στο σκαμνί, ίσως για να πικάρουν την Χίλαρυ, ενώ τώρα…