Δευτέρα 28 Μαΐου 2018

Fernando Pessoa, Αποσπάσματα ενός ασάλευτου ταξιδιού


Fernando Pessoa
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΕΝΟΣ ΑΣΑΛΕΥΤΟΥ ΤΑΞΙΔΙΟΥ
Εισαγωγή-μετάφραση: Αντώνης Φωστιέρης,
Περιοδικό η λέξη τχ. 157/5,6,2000, σ.348-345
     Συνεχίζοντας την αντιγραφή στοιχείων και πληροφοριών για τον πορτογάλο ποιητή Φερνάντο Πεσσόα,-μια εμμονή που δεν ξέρω από πού προήλθε-αντιγράφω την εισαγωγή και την μετάφραση ενός ακόμη ποιητή και μεταφραστή της γενιάς του 1970, του συνεκδότη του περιοδικού «η λέξη» Αντώνη Φωστιέρη.
     Του ποιητή από την Αμοργό, που χωρίς εκείνος να το γνωρίζει-μια που δεν του το εκμυστηρεύτηκα ποτέ-πάντοτε ένιωθα μια μεγάλη ταραχή και συγκίνηση όταν τύχαινε να μιλήσω μαζί του ή να διαβάσω τα ποιήματά του, ή μεταφράσεις του ή κείμενά του στο περιοδικό που εξέδιδε μαζί με τον συγγραφέα αεικίνητο πάντα (σαν τον Θανάση Βέγγο) Θανάση Νιάρχο. Μια συγκίνηση και μια ταραχή, που δεν προέρχονταν από την ενασχόλησή μου με την ποίηση, την έρευνα, ή τα πολιτιστικά πράγματα του τόπου μας. Προέρχονταν από κάτι το πολύ προσωπικό, κάτι του ιδιωτικού μου βίου. Και τώρα που έχουν περάσει τα χρόνια, μπορώ να το εκμυστηρευτώ, έστω και ακροθιγώς. Από το αγαπημένο αυτό νησί την Αμοργό, τόπο καταγωγής του ποιητή Αντώνη Φωστιέρη, ήταν το πρώτο πρόσωπο για το οποίο σκίρτησε η τότε νεαρή καρδούλα μου. Ε. Δ. Μεγάλος νεανικός έρωτας μάλλον και από τις δύο πλευρές. Αξέχαστες στιγμές που έχουν αποτυπωθεί στην σωματική μου μνήμη. Γιατί, όσοι δεν το γνωρίζουν, το ανθρώπινο σώμα έχει μνήμη και θυμάται τα πάντα. Μπορεί στην διάρκεια του χρόνου να γέρνει, να βασανίζεται, να γερνά, να ταλαιπωρείται, όμως η μνήμη η ανθοφορούσα των εφηβικών χρόνων είναι διαρκώς παρούσα Το ζεστό βλέμμα, τα υγρά χείλη, οι πόροι του σώματος, οι οσμές του κορμιού, ο ιδρώτας του, τα ξαφνικά αγγίγματά του, το ιδιαίτερο ερωτικό βάρος που έχει κάθε σώμα είναι εσαεί παρόν. Τα πρόσκαιρα λόγια των συναντήσεων του έρωτα, έπεα πτερόεντα. Όμως το κορμί του Άλλου προσώπου-του Ξένου προσώπου, που γίνεται δικός όταν σε ή το αγγίζεις, δε το λησμονεί ούτε το δικό σου κορμί ούτε η ποίηση.
      Την ίδια πάνω κάτω χρονική περίοδο, με έναν αρκετά στενό μου φίλο, τον αρχιτέκτονα και μετέπειτα ποιητή Α. Σ. Π. ζήσαμε μέρες αλησμόνητες στο νησί της Αμοργού που είχαμε πάει για διακοπές. Οι είκοσι πάνω κάτω μέρες που ζήσαμε εκεί, δίπλα στο εκκλησάκι της Αγίας Άννας στην παραλία, μέσα σχεδόν στην θάλασσα, μέσα σ’ ένα μικρό δωμάτιο που ένας αμοργιανός ψαράς έβαζε την βάρκα του, είναι μνήμες που ούτε το κορμί ούτε η σκέψη αφήνει πίσω της. Επισκεφτήκαμε το μοναστήρι της ιεράς Μονής της Χοζοβιώτισσας, αυτήν την μοναχική κάτασπρη «αετοφωλιά» που αγναντεύει το πέλαγος, την λαξευμένη στο βράχο, την κρεμασμένη από τους λυγμούς του τοπίου της πίστης των απλών ανθρώπων σαν περιδέραιο στις ψυχές τους, γνωρίσαμε τον τότε ηγούμενο και τους φιλόξενους μοναχούς, και εκείνοι, με συγκατάβαση μας επέτρεψαν όταν άκουσαν που είχαμε κατασκηνώσει, μας επέτρεψαν να μπαίνουμε μέσα στο περιβόλι που διατηρούσαν κοντά στο εκκλησάκι της Αγίας Άννης και να κόβουμε ότι ζαρζαβατικό είχαν σπαρμένο και να το τρώμε. Αυτό το κάτασπρο μικρό εκκλησάκι της Αγίας Άννας που δεν φοβήθηκε την μοναξιά του πελάγους και στέκει βιγλάτορας των πελαγίσιων ονείρων  των επισκεπτών του. Που συνομιλεί με τα δελφίνια που στήνουν τρελό χορό γύρω του. Που συνομιλεί από μακριά με το μοναστήρι τις ξάστερες νύχτες και εξομολογείται τις κρυφές ελπίδες των επισκεπτών που ανάβουν το κερί των πόθων τους. Και τα πρωινά, όταν το μεγάλο πολυκάντηλο ο ήλιος της δικαιοσύνης αρχίζει την καθημερινή του περατζάδα πάνω στο στερέωμα, οι δυό πανάρχαιες μητέρες της πίστης η Παναγιά η Χοζοβιώτισσα και η αγία Άννα η θαλασσινή αρχίζουν να υφαίνουν στον αργαλειό των ελπίδων και της παρηγοριάς την μοίρα των σωμάτων. Χωρίς ενδοιασμούς, χωρίς αναστολές, χωρίς τι πρέπει και τι δεν πρέπει τα σώματα μέσα στην πανάρχαια προαίρεσή τους να ερωτευτούν το ένα το άλλο, να αγγίξουν το ένα το άλλο. Το Σώμα του έρωτος που είναι και Σώμα της πίστης μαζί και μνήμη θανάτου μαζί, και λιώνει καθώς αγγίζει το άλλο Σώμα όπως το κερί μέσα στο μανουάλι στον αιώνιο κύκλο του Χρόνου της παρηγοριάς. Που δεν γνωρίζει που αρχίζει η αλήθεια της ζωής και που τελειώνει η αλήθεια της ανθρώπινης σωματικής μνήμης. Ονειρικές εμπειρίες αποτυπωμένες με το κοντύλι της αγάπης πάνω στις φλέβες που ρέουν ασταμάτητα και ποτίζουν τα κορμιά με αντοχή και κουράγιο. Νύχτες που ο φλοίσβος της θάλασσας σκέπαζε τους ερωτικούς ψιθύρους του σώματος και το ασημένιο φως της σελήνης φώτιζε ότι ο χρόνος αγνοούσε. Αμοργός του Νίκου Γκάτσου και των πρώτων ερώτων μου, όταν ακόμα υπήρχε μόνο ένα(;) τηλέφωνο στη χώρα και έπρεπε να περπατήσεις σχεδόν δυό ώρες αν χρειάζονταν να τηλεφωνήσεις στην πρωτεύουσα. Όμορφο νησί, καλοκάγαθοι νησιώτες, φιλικοί ψαράδες, γυναίκες με το τσεμπέρι και τα χέρια έτοιμα να σε ελεήσουν με μια φέτα ψωμί, με δυό ελιές και μια ντομάτα, να σε δροσίσουν με ένα ποτηράκι κόκκινο κρασί και ένα καλό κατευόδιο. Θερμές ελληνικές ψυχές νησιωτών που δεν κάτεχαν και πολλά από τρόπους ευγενείας αλλά ήταν μια ανοιχτή αγκαλιά. Ελληνικές ανθρώπινες υπάρξεις που διαισθανόντουσαν τα πάντα σε σένα και στο πρόσωπο που ήταν δίπλα σου, και έδειχναν κατανόηση, άνοιγαν φιλικές συζητήσεις, σου εξομολογούνταν τις δικές τους σωματικές χαρές και πόθους. Ένας κόσμος και μια ελλάδα μιας άλλης εποχής και ατμόσφαιρας. Ενός χρόνου πέτρα πίστης λαξευμένη πάνω στα φτερά του έρωτα της νιότης. Πως λοιπόν να ξεχάσω αυτό το υπέροχο νησί και τους ανθρώπους του. Όταν οι δύο πρώτοι εφηβικοί μου έρωτες συνδέθηκαν με την ερωτική ατμόσφαιρα αυτού του νησιού και τα πεζούλια με τα κατάξανθα στάχυα, τους μικρούς περιφραγμένους αμπελώνες, τις με ροζιασμένους κορμούς ελιές, τις φορτωμένες με γινωμένα σύκα συκιές, τα κουρασμένα πεύκα που στον ίσκιο τους έβρισκες ανάπαψη από την οδοιπορία της περιήγησης, τον ήχο των φωνακλάδικων τζιτζικιών, των πεντακάθαρων αμμουδιών του, των ζεστών χειρονομιών των κατοίκων του. Αυτής της μυστικής ενατένισης του κόσμου που σου προκαλούσε η ιερά σκέπη της Παναγιάς της Χοζοβιώτισσας καθώς έψαυες το σώμα του Άλλου κορμιού και εκείνο χάιδευε το δικό σου. Καθώς αγνάντευες το γαλάζιο πέλαγος και ένωνες τα όνειρά σου με αυτά των κάτασπρων γλάρων που γουργούριζαν τον δικό τους έρωτα.
Το Σώμα εξακολουθεί να θυμάται τα πάντα.
     Ας ξαναγυρίσω όμως στον ποιητή και μεταφραστή Αντώνη Φωστιέρη, που πρόσφατα στην δημόσια τηλεόραση παρουσίασαν την ποιητική του διαδρομή και την συνεισφορά του στον χώρο της ποίησης και στα γράμματα στα μετά την μεταπολίτευση χρόνια με την έκδοση του λογοτεχνικού περιοδικού «Η ΛΕΞΗ» και των ετήσιων τόμων που εξέδιδε «ΠΟΙΗΣΗ».
     Ο ποιητής Αντώνης Φωστιέρης μεταφράζει 50 «ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΕΝΟΣ ΑΣΑΛΕΥΤΟΥ ΤΑΞΙΔΙΟΥ» του ποιητή Φερνάντο Πεσσόα, μάλλον από τα γαλλικά, δεν το αναφέρει άμεσα, αλλά μας δηλώνει την γαλλική έκδοση του βιβλίου. Η μετάφραση αυτή, είναι μία ακόμη συνεισφορά της ποιητικής γενιάς του 1970 και των δημιουργών της στον πορτογάλο ποιητή. Κάτι που μας δείχνει ότι, παρότι έχουν περάσει πάνω από εβδομήντα χρόνια από τον θάνατό του, ο λόγος του παραμένει επίκαιρος και κεντρίζει το ενδιαφέρον των δημιουργών, και σίγουρα αυτό, ενός πολύ νεότερό του μεταγενέστερου έλληνα ποιητή. Ίσως πάλι, μια και η ποίηση του Αντώνη Φωστιέρη ακολούθησε άλλα μονοπάτια από αυτά του Φερνάντο Πεσσόα, είναι μια ιδιαίτερη φωνή μέσα σε εκείνες της αντρικές και γυναικείες φωνές της γενιάς του 1970, στα ποιητικά μονοπάτια του πορτογάλου ποιητή να τον οδήγησε αυτός ο συσχετισμός που γίνεται μεταξύ του πορτογάλου και του αλεξανδρινού ποιητή Κωνσταντίνου Π. Καβάφη και του συνειδητά επαναλαμβανόμενου παιχνιδιού και των πολλαπλών προσωπείων που χρησιμοποίησε στην ποιητική του διαδρομή ο πορτογάλος ποιητής. Μπορεί πάλι, να βρίσκει εκλεκτικές συγγένειες που θα μας έλεγε και ο Γκαίτε, μεταξύ των θεωρητικών απόψεων για την τέχνη που διατύπωσε ο Φερνάντο Πεσσόα και τον ρόλο που διαδραματίζει μέσα στην κοινωνία ο ποιητής με αυτές που πρεσβεύει και ο έλληνας ποιητής Αντώνης Φωστιέρης. Για τον ρόλο της ποίησης αλλά και για τον ρόλο του ποιητή, που σποραδικά έχει εκφράσει μέσα στο ποιητικό του corpus ο ποιητής Αντώνης Φωστιέρης και συστηματικότερα σε συνεντεύξεις και κείμενά του. Ο Πεσσόα τις ιδέες και τις απόψεις του, τις θέσεις και κρίσεις του, τις ρίχνει μέσα στο ποιητικό του μπαούλο είναι διάσπαρτες, φανερές ή λιγότερο φανερές μέσα στα ποιήματά του. Που λειτουργούν σαν σκηνή θεάτρου και αυτός είναι ο υποκριτής που υποδύεται τους ρόλους. Ο ποιητής-ηθοποιός που αλλάζει προσωπεία, με άποψη και θέση. Θεωρεί ότι η ανθρώπινη εμπειρία είναι υπέρτερη της λογικής, της ανθρώπινης σκέψης. Ο ποιητής είναι πολλά πράγματα μαζί και τίποτα από όλα αυτά. Είναι ο άγιος και ταυτόχρονα ο αμαρτωλός, ο κουρσάρος ταξιδευτής και ο νοσταλγός νέων εμπειριών. Ο ποιητής είναι οι πολλαπλές μεταμφιέσεις των ρόλων του. Ο ποιητής Αντώνης Φωστιέρης κρατά μια ισορροπία στην μικρή εισαγωγή του απέναντι στον Πεσσόα. Ούτε τον επαινεί όπως έπραξε ο ποιητής και μεταφραστής Χάρης Βλαβιανός, ούτε τον απορρίπτει όπως έπραξε ο ποιητής Νάσος Βαγενάς. Και οι τρείς αυτοί δημιουργοί της γενιάς του 1970 με διαφορετική ποιητική διαδρομή ο καθένας και αυτόνομη πορεία, αποδέχονται το παιχνίδι, το θεατρικό αυτό παιχνίδι του Πεσσόα και ο καθένας ανάλογα με την ατομική του ποιητική ιδιοσυγκρασία και θεωρητική ποιητική ταυτότητα επιλέγει το μέρος του Πεσσόα που τον ενδιαφέρει ή μας μιλά για το φαινόμενο Πεσσόα που πήρε διαστάσεις στα μετέπειτα του θανάτου του ποιητή χρόνια.
     Τα αποσπάσματα που μεταφράζει ο Φωστιέρης και που κατά κάποιον τρόπο αποτελούν τα ποιητικά “minima moralia” του πορτογάλου ποιητή εστιάζονται τόσο στον ρόλο του ποιητή μέσα στην κοινωνία όσο και στο τι θεωρεί σπουδαίο στην άρθρωση της δικής του μυθοπλασίας του κόσμου. Ορισμένα είναι ανιαρά άλλα ενδιαφέροντα, σε άλλα στέκεσαι με προσοχή, σε άλλα ανοίγεις συνομιλία μαζί τους, άλλα τα προσπερνάς, όλα όμως έχουν την σημασία τους μέσα στην απλοϊκότητά τους και την θυμοσοφία τους. Η μεταφραστική γλώσσα του Αντώνη Φωστιέρη είναι καθαρή δεν έχει σκοτεινά σημεία, δεν αφήνει περιθώρια παρανοήσεων, το πρωτεύον μήνυμα των αποσπασμάτων φανερώνεται μέσα από τις μικρές και λαγαρές προτάσεις του έλληνα μεταφραστή. Μικρές προτάσεις, διατήρηση των σημείων στίξεων, λέξεις καθημερινής χρήσης όχι απλουστευτικές, λέξεις που ταιριάζουν στον ερωτηματικό τόνο των ρήσεων. Πολλά από τα αποσπάσματα αυτά διαθέτουν μια εντονότερη ποιητικότητα από ορισμένα άλλα, όπως το νούμερο 47, 44, 11 κλπ. Είναι μικροί πυρήνες σκέψεων και συλλογισμών που λίγο θέλουν να γίνουν μικρές ποιητικές μονάδες. Τα αποσπάσματα διατηρούν το καθένα την αυτοτέλεια της συνομιλία τους με τον χρόνο και την μοίρα, τον ίδιο τον ποιητή και εμάς που απευθύνεται, και όλα μαζί, σχεδιάζουν το πάζλ της ρέουσας ταυτότητας του προσώπου του Πεσσόα στην δεδομένη στιγμή. Εύστοχες ρήσεις, εύστοχα μεταφρασμένες από έναν έλληνα ποιητή, που σε όλη την διάρκεια της ποιητικής του διαδρομής κράτησε την σοβαρότητα του ρόλο του ποιητή μέσα στην ελληνική πραγματικότητα και εμπλούτισε τα πνευματικά και καλλιτεχνικά πράγματα της χώρας τις τελευταίες δεκαετίες κρατώντας στιβαρά το τιμόνι της έκδοσης ενός λογοτεχνικού περιοδικού για τόσο μεγάλο διάστημα. Ενός περιοδικού που ήταν ανοιχτό σε όλα σχεδόν τα ρεύματα της τέχνης έστω και αν ορισμένες φορές «ελίτιζε», εννοώ, διέθετε ένα αστικό ατσαλάκωτο χρώμα και μια ατμόσφαιρα περισσότερο μη μου άπτου από όσο χρειαζότανε σε σχέση με άλλα της ίδιας εποχής λογοτεχνικά περιοδικά που εκδίδονταν. Οι συνεργάτες του ήσαν πάντα σταθεροί και με συγκεκριμένη ταυτότητα για τα ποιητικά, λογοτεχνικά, θεατρικά, μεταφραστικά, εικαστικά και άλλα καλλιτεχνικά συμβάντα της εποχής μας, και με συγκεκριμένη αισθητική.
     Ίσως αξίζει στο μέλλον να εξεταστεί η Θεοσοφική πλευρά του πορτογάλου ποιητή Φερνάντο Πεσσόα, με εκείνες των ελλήνων δημιουργών θεοσοφιστών ή τεκτόνων που γνωρίζουμε εκ των υστέρων, όπως του αριστερού ποιητή Νίκου Καρβούνη, του εθνικού μας ποιητή Διονυσίου Σολωμού, του πεζογράφου Νίκου Καζαντζάκη, του ιεροφάντη Άγγελου Σικελιανού, της συγγραφέως Σοφίας Άντζακα, του μεταφραστή Κίμωνα Φράιερ, και άλλων ελλήνων συγγραφέων νεότερων ηλικιακά και μη, που στο έργο και την εν γένει δημιουργία τους περνούν τα μηνύματα και τις δοξασίες αυτές. Ας μην μας διαφεύγει ότι το κίνημα της Μπλαβάτσκυ μεσουράνησε για δεκαετίες πάνω από τον πνευματικό και πολιτικό ουρανό της Ευρώπης. Όπως η ευρωπαϊκή-αμερικάνικη και η ελληνική γενιά των Beat ποιητών και καλλιτεχνών μεταγενέστερα, επηρεάστηκαν από τις ανατολικές θρησκείες, από τα νεότερα ρεύματα του αποκρυφισμού, το φαινόμενο της ψυχεδέλειας, τις διάφορες παραισθησιογόνες ουσίες και άλλες σύγχρονές μας πνευματιστικές εκδηλώσεις και στάσεις ζωής που εισέβαλαν πανηγυρικά στον δυτικό κόσμο, και μπόλιασαν το έργο τους. Ας θυμηθούμε το μικρό βιβλιαράκι του θεατρικού συγγραφέα Σπύρου Μελά, τα βιβλία του Λόψα Ράμπα (το τρίτο μάτι), του Έριχ φον Ντένικεν, τα βιβλία του νοτιαμερικανού Κάρλος Καστανιέτα και άλλων. Που ευρωπαίοι, βορειοαμερικανοί και έλληνες ποιητές ερωτοτρόπησαν μαζί τους και διάβασαν το έργο τους Το προσφάτως εκδοθέν μελέτημα της φιλολόγου Μορφίας Μάλλη για την περίπτωση του ποιητή της γενιάς του 1970 Λευτέρη Πούλιου είναι χαρακτηριστικό και μας προσθέτει νέα στοιχεία για τα ρεύματα αυτά και το στίγμα που άφησαν στο έργο του Λευτέρη Πούλιου, ενός ακόμα ποιητή της γενιάς του 1970. Όπως διαπιστώνουμε, μπορεί το γενικό και το επιμέρους πλαίσιο της ποιητικής αυτής γενιάς να έχει οικοδομηθεί, αλλά έχουμε αρκετά ακόμα να ανακαλύψουμε σε μια σχολαστικότερη έρευνα για τα ενδιαφέροντά της, τις αναγνωστικές της επιλογές, τα διαβάσματά της, τις μεταφραστικές της προσεγγίσεις, την απόπειρα (;) θεμελίωσης μιας κεντρικής ποιητικής θεωρίας που θα σταθεί ισότιμα ίσως δίπλα στο έργο των δυτικοευρωπαίων δημιουργών. Ίσως, να μην είναι και τόσο επαρχιώτικη η ποιητική φωνή των ελλήνων και ελληνίδων δημιουργών. Αυτό όμως, είναι ένα άλλο ανοιχτό ερώτημα προς εξέταση. Τα δύο νόμπελ άνοιξαν τον δρόμο αλλά πόσοι προηγήθηκαν και ποιοι και πόσοι ακολούθησαν και ποιοι;      
     Ας διαβάσουμε την εισαγωγή του ποιητή Αντώνη Φωστιέρη και ας ενσκήψουμε πάνω στα αποσπάσματα του Φερνάντο Πεσσόα που με ευστοχία μετέφρασε στα ελληνικά ο έλληνας ποιητής. Σήμερα εν έτει 2018, που ο λόγος των ποιητών δεν είναι παρά ένα ακόμα ανώνυμο τουίτ στον διαφημιστικό και δημοσιογραφικό κουρνιαχτό των ημερών μας.

Fernando Pessoa
Εισαγωγή-μετάφραση: Αντώνης Φωστιέρης
Περιοδικό Η ΛΕΞΗ τχ. 157/5,6,2000, σ.348-355
     Ο Fernando Pessoa γεννήθηκε το 1888 στη Λισαβώνα. Σε ηλικία πέντε ετών έμεινε ορφανός από πατέρα και από το 1905 έζησε με την μητέρα και τον πατριό του στο Ντάρμπαν της Νότια Αφρικής παρακολουθώντας τα μαθήματα σε αγγλικό σχολείο. Επιστρέφοντας στην Πορτογαλία γράφεται στην Φιλοσοφική Σχολή, την οποία σύντομα εγκαταλείπει, για να γίνει αρχικά τυπογράφος και αργότερα υπάλληλος εμπορικών οίκων. Ενδιαφέρεται έντονα για την λογοτεχνία, την κίνηση ιδεών, τον αποκρυφισμό, την αστρολογία. Οι προτιμήσεις του στρέφονται προς τον γαλλικό συμβολισμό, τη γερμανική φιλοσοφία, την αγγλοσαξωνική θεοσοφία.
Επηρεάζεται από τον Σοπενχάουερ και τον Νίτσε, κυρίως όμως από τον Μαξ Νορντάου, που τον εντυπωσιάζει σε τέτοιο βαθμό ώστε φοβάται μήπως τρελαθεί. Εξίσου γοητεύεται από τον Μαρινέτι και τα κηρύγματα του φουτουρισμού, στον οποίο προσχωρεί, δημοσιεύοντας μάλιστα το δικό του φουτουριστικό μανιφέστο, το «Τελεσίγραφο».
     Στις 8 Μαρτίου 1914 περιέρχεται σε κατάσταση έκστασης, και γράφει, όρθιος και απνευστί, περίπου τριάντα ποιήματα, που τους δίνει τον τίτλο «Ο φύλακας των κοπαδιών» και τα παρουσιάζει με το όνομα Alberto Caeiro. Έκτοτε ο Pessoa εμφανίζεται με τη μάσκα διαφόρων ονομάτων (περίπου δεκαπέντε), τα οποία αποδίδει σε φανταστικά πρόσωπα, με συγκεκριμένα όμως χαρακτηριστικά: ο Caeiro είναι ο σοφός δάσκαλος, ο Alvaro de Campos ριζοσπάστης φουτουριστής, ο Ricardo Reis νεοκλασικός μοντερνιστής κ.ο.κ. (Περίεργες συμπτώσεις: Στο δοκίμιο «Ένας άγνωστος του εαυτού του», πού του αφιέρωσε το 1961, ο Octavio Paz μας πληροφορεί ότι στα πορτογαλικά η λέξη pessoa σημαίνει «πρόσωπο» και προέρχεται από τη λατινική persona, δηλαδή «μάσκα ηθοποιού»). Η ετερωνυμία του  Fernando Pessoa διαφέρει ουσιωδώς τόσο από την ανωνυμία όσο και από τη συνήθη ψευδωνυμία, όπως άλλωστε διευκρινίζει και ο ίδιος: «Το ψευδώνυμο έργο είναι το έργο το οποίο έγραφε «αυτοπροσώπως» ο συγγραφέας, μείον την υπογραφή του. Το ετερώνυμο είναι εκείνο που έγραψε ο συγγραφέας «έξω από τον εαυτό του». Είναι το έργο ενός ανθρώπου που τον έπλασε ο ίδιος εξ ολοκλήρου, σαν τα λόγια οιουδήποτε θεατρικού ήρωα,που χάραξε με το δικό του χέρι».
     Το 1918 δημοσίευσε δύο λιγοσέλιδες ποιητικές συλλογές στα αγγλικά, τον «Αντίνοο» και τα «Τριανταπέντε Σονέτα».  Το βασικό όμως βιβλίο, γραμμένο στα πορτογαλικά, είναι «Το Μήνυμα», ένας επικός ύμνος στους εθνικούς αγώνες της χώρας του, που κυκλοφόρησε λίγο πριν τον θάνατό του, το 1935. Τα έργα του, τα οποία μάλιστα εξέδιδε ιδίοις αναλώμασι, δεν βρήκαν ιδιαίτερη απήχηση από τους συγχρόνους του. Ο μεγάλος όγκος των χειρογράφων του παραμένει αδημοσίευτος σε ένα μπαούλο, και μόνο μετά θάνατον μπόρεσε να εκδοθεί, να σχολιασθεί και να εκτιμηθεί.
     Από το ποιητικό και δοκιμιακό έργο του Pessoa, τις σημειώσεις και την αλληλογραφία του, ο φίλος και μελετητής του Remy Hourcade ανθολόγησε και μετάφρασε στα γαλλικά μια σειρά από στίχους, σκέψεις και αφορισμούς, που δημοσίευσε με τίτλο «Αποσπάσματα ενός ασάλευτου ταξιδιού». Αφορισμούς που κυμαίνονται από την άκρα πρωτοτυπία ως την απλή κοινοτοπία, από την οξυδέρκεια ως την αφέλεια, από την αναζήτηση της καθαρής αλήθειας ως την παραίτηση από κάθε πρόσληψη πραγματικότητας, από τη μαχητική πίστη στη δημιουργικότητα ως την αποδοχή της πλήρους ματαιότητας. Στοιχεία μιάς κατάφωρης ιδεολογικής αντιφατικότητας, αλλά και μιάς ποιητικής εντιμότητας, πού του επιβάλλει να είναι απόλυτα ειλικρινής απέναντι στην αίσθηση της εκάστοτε συγκεκριμένης στιγμής-έστω και αν το σύνολο αυτών των διαφορετικών αληθειών κινδυνεύει να φανεί τελικά, ψευδώς, ως ψεύδος. Δική του άλλωστε είναι αυτή η αποκαλυπτική φράση: «Ο ποιητής είναι ένας υποκριτής, που υποκρίνεται τόσο καλά, ώστε κάνει να φαίνεται αληθινός ο πόνος που νιώθει στ’ αλήθεια». Και μια άλλη, γενικότερης ισχύος: «Μισώ το ψέμα, διότι αποτελεί ανακρίβεια».

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΕΝΟΣ ΑΣΑΛΕΥΤΟΥ ΤΑΞΙΔΙΟΥ
1
Η λογοτεχνία, όπως κάθε μορφής τέχνης, αποτελεί μαρτυρία πως η ζωή δεν αρκεί.
2
Ολόκληρη η τέχνη είναι μια μορφή λογοτεχνίας, αφού ολόκληρη η τέχνη πάντα λέει κάτι. Υπάρχουν δύο τρόποι να πείς αυτό που θέλεις: μιλώντας και σιωπώντας. Οι τέχνες εκτός της λογοτεχνίας είναι οι προβολές μιάς εκφραστικής σιωπής.
3
Ποιητής είναι εκείνος που πηγαίνει πάντα πιο πέρα απ’ αυτό που μπορεί να κάνει.
4
Ο μείζων ποιητής εκφράζει εκείνο που νιώθει πραγματικά, ο μέτριος ποιητής εκείνο που αποφασίζει να νιώσει, και ο ελάσσων εκείνο που πιστεύει ότι πρέπει να νιώσει.
5
Τυχαίνει να υποστηρίζω πως τα ποιήματα είναι μια ύπαρξη, ένα ζωντανό πλάσμα που, με σαρκική οντότητα και σωματική παρουσία, ανήκει σ’ έναν άλλο κόσμο, όπου η φαντασία μας το προβάλλει.
6
Την ζωή την κοιμόμαστε, αιώνια τέκνα του Πεπρωμένου.
7
Ο Κόσμος δε φτιάχτηκε για να τον σκεφτόμαστε
( Η σκέψη είναι ασθένεια των ματιών)
Αλλά για να τον βλέπουμε και να τον ακολουθούμε.
9
Ορατό αίνιγμα εσύ του χρόνου, αυτό το ζωντανό μηδέν  που μέσα του βρισκόμαστε!
10
Καμιά φορά, τη νύχτα, κλείνω τα μάτια και βλέπω να εμφανίζονται μια σειρά μικροί πίνακες, φευγαλέα αλλά ευκρινείς (τόσο ευκρινείς όσο ο εξωτερικός κόσμος) μέσα τους πρόσωπα παράξενα, σχέδια και σήματα συμβολικά, αριθμοί (ναι, έχω δει ακόμη και αριθμούς). Και πότε πότε-αίσθηση πολύ περίεργη-έχω ξάφνου την εντύπωση ότι ανήκω σε κάτι άλλο.
11
Στο τέλος της σημερινής ημέρας μένει εκείνο που έμεινε στο τέλος της χτεσινής, εκείνο που θα μείνει στο τέλος της αυριανής: η ακόρεστη αγωνία, η ακατανόμαστη, να είσαι πάντα ο ίδιος και πάντα ένας άλλος.
12
Κάθε αληθινή συγκίνηση αποτελεί ψεύδος για το πνεύμα, εφόσον του διαφεύγει
13
Όχι τα πράγματα, αλλά η αίσθησή μας για τα πράγματα.
14
Με πονάει το κεφάλι μου και το σύμπαν.
15
Τη μέρα δεν είμαι τίποτα. Τη νύχτα είμαι εγώ.
16
Αυτό που προσδίδει στα όνειρα μια μετριότητα είναι ότι όλος ο κόσμος κάνει όνειρα.
17
Στα χείλια μου φύτεψαν τα φιλιά όλων των συναντήσεων,
Μές στην καρδιά μου ανεμίσαν τα μαντήλια όλων των αποχωρισμών.
19
Ούτε διαβάζω, ούτε σκέφτομαι, ούτε ύπνος με παίρνει,
Νιώθω εντός μου τη ζωή να κυλάει, ποτάμι στην κοίτη του,
Κι έξω, πέρα εκεί, μια μεγάλη σιγή
Σαν θεός που κοιμάται.
21
Ο μύθος είναι το τίποτα που είναι το πάν.
23
Σήμερα, ξαφνικά, είχα μια αίσθηση παράλογη και σαφή: συνειδητοποίησα, σε μια έκλαμψη, πώς δεν ήμουν κανείς.
25
Πού να ξέρω τι υα γίνω, εγώ που δεν ξέρω ποιος είμαι;
Είμαι αυτό που σκέφτομαι; Μα σκέφτομαι πώς είμαι τόσα πράγματα!
26
Δεν ανήκω πιά σε μένα. Είμαι ένα κομμάτι του εαυτού μου, που φυλάγεται σε μουσείο εγκαταλειμμένο.
27
Ίσως η δόξα να ‘χει γεύση θανάτου και ματαιότητας, ο θρίαμβος να ΄χει άρωμα σήψης.
28
Τα πάντα είμαστ’ εμείς κι εμείς είμαστε τα πάντα. Τι σημασία όμως έχει, αν τα πάντα είν’ ένα τίποτα;
29
Το πνεύμα μου είναι φτιαγμένο εξ ολοκλήρου από δισταγμούς και αμφιβολίες. Για μένα τίποτα δεν είναι, ούτε μπορεί να είναι βέβαιο. Όλα ταλαντεύονται γύρω μου, κι εγώ μαζί. Είμαι η ίδια η αβεβαιότητα. Τα πάντα μου φαίνονται ασαφή και ευμετάβλητα. Τα πάντα μυστηριώδη και σημαίνοντα. Το κάθετί είν’ ένα «άγνωστο» σύμβολο του Αγνώστου.
30
Εκτός από τα διανοητικά ζητήματα, στα οποία έχω καταλήξει σε συμπεράσματα που τα θεωρώ σίγουρα, στα άλλα αλλάζω γνώμη δέκα φορές τη μέρα. Η γνώμη μου παραμένει αμετακίνητη μόνο σε θέματα που δεν αφήνουν περιθώρια συγκίνησης.
31
Καλλιεργώ το μίσος της πράξης σαν άνθος θερμοκηπίου.
32
Σας γράφω για να σας πω ότι δεν μπορώ να γράψω.
33
Πότε λοιπόν θα τελειώσει αυτό το δράμα δίχως θέατρο
Ή αυτό το θέατρο δίχως δράμα;
Πότε θα γυρίσω σπίτι;
Πού; Πότε; Πώς;
34
Είμαι η ζωντανή σκηνή, απ’ όπου περνάνε πολλοί ηθοποιοί και παίζουν πολλά έργα.
35
Αυτό που παρακολουθώ είν’ ένα θέαμα σε άλλη σκηνή. Αυτό που παρακολουθώ είμαι εγώ. Θέ μου, Θέ μου, ποιόν παρακολουθώ; Πόσοι είμαι; Ποιος είμαι; Τι είναι αυτό το κενό ανάμεσα σε μένα και σε μένα;
36
Υπάρχω μόνο μεταμφιεσμένος.
37
Ο Θεός είν’ ένα τεράστιο Κενό,
Όμως ανάμεσα σε τι και σε τι;
39
Το τεχνητό είναι το μέσον που μας επιτρέπει να προσεγγίσουμε το φυσικό.
40
Το τεχνητό είναι ο τρόπος να απολαμβάνουμε το φυσικό. Όποιος δεν γνώρισε ποτέ σκλαβιά, δεν μπορεί να νιώσει τι θα πεί ελευθερία.
41
Το μόνο κρυφό νόημα των πραγμάτων
Είναι πώς δεν έχουν κανένα κρυφό νόημα.
43
Ομορφιά είναι το όνομα που δίνουμε σ’ αυτό που δεν υπάρχει,
Αυτό που δίνω στα πράγματα ως αντίτιμο
Για τη χαρά πού μου χαρίζουν.
Δεν σημαίνει τίποτα.
44
Γράφω στίχους πράγματι συμπαθητικούς;
Στίχους που λένε πώς τίποτα δεν έχω να πώ,
Στίχους που το λένε και το ξαναλένε,
Στίχους, στίχους, στίχους, στίχους…
Κι όλ’ η αλήθεια, όλ’ η ζωή, έξω απ’ αυτούς κι έξω από μένα!
45
Η ειλικρίνεια είναι το μέγα εμπόδιο που ο καλλιτέχνης οφείλει να υπερπηδήσει.
46
Κάθετί που βλέπουμε, πρέπει πάντα να το βλέπουμε για πρώτη φορά, γιατί πραγματικά είναι η πρώτη φορά που το βλέπουμε.
47
Το χώμα είναι από ουρανό.
Το ψέμα δεν έχει φωλιά.
Κανείς ποτέ δεν χάθηκε.
Όλα είναι αλήθεια, όλα είναι δρόμος.
48
Όχι, δε θέλω τίποτα.
Σας το ‘πα, τίποτα δε θέλω.

Μην προσπαθείτε απ’ αυτό να βγάλετε συμπέρασμα
Το μόνο τελικό συμπέρασμα είν’ ο θάνατος.
49
Ο θάνατος είναι η στροφή του δρόμου,
Πεθαίνω σημαίνει δεν φαίνομαι πιά.
50
Η ζωή δεν είναι αναγκαία. Αναγκαία είναι η δημιουργία.
                                       Fernando Pessoa
         Αυτές είναι οι 50 (παράλειψα ορισμένες που δεν αφαιρούν τίποτα από την γενική ατμόσφαιρα που κινούνται αυτές οι ρήσεις) θυμοσοφίες του ποιητή Φερνάντο Πεσσόα. Της λαϊκής οντολογίας του ανθρώπου Πεσσόα. Ορισμένες στιγμές έχεις την αίσθηση ότι έχουν κάτι από την Ηρακλείτεια ατμόσφαιρα αυτό το διαρκώς ευμετάβλητο της ζωής και του κόσμου, της ροής του χρόνου. Άλλες πάλι θυμίζουν αμυδρά την αποφατικότητα του λόγου ορισμένων νηπτικών θρησκευτικών συγγραφέων όταν προσπαθούν να θεμελιώσουν την εικόνα του Θεού, μέσα από αρνητικά επιχειρήματα. Στον Πεσσόα αυτό γίνεται με ερωτηματικό τρόπο, με κέντρο αναφοράς το ανθρώπινο Εγώ, που δεν ταυτίζεται ούτε με τον Εαυτό του. Είναι σαν τον ρέοντα χρόνο των πινάκων του ισπανού Σαλβαντόρ Νταλί, τα ρολόγια που ρέει η ύλη τους μέσα στην οπτική συνείδηση του Κόσμου. Άλλες φορές θυμίζουν την θέση των εικαστικών ότι οφείλουμε να παρατηρούμε τα πράγματα γύρω μας σαν να είναι η πρώτη φορά, με την αφέλεια ενός μικρού παιδιού. Βλέπε τις απόψεις του ισπανού Πάμπλο Πικάσο. Το «πεθαίνω σημαίνει δεν φαίνομαι πιά», δεν είναι αυτό το πλατωνικό κατ εικόνα που χάνεται, που διαλύεται που ακούμε στη νεκρώσιμη ακολουθία του Ιωάννη Του Δαμασκηνού, και αναμένουν τον επαναφανέρωσή του στην ανάσταση οι πιστοί; Το «η ζωή δεν είναι αναγκαία. Αναγκαία είναι η δημιουργία», δεν θυμίζει τις Καβαφικές θέσεις περί τέχνης και δημιουργίας; Που επαναπαύεται ο αλεξανδρινός ποιητής, και πάλι μέσα στην Τέχνη δεν ξαναγυρίζει;  Σίγουρα ενστερνίστηκε ο πορτογάλος ποιητής τον Σαιξπηρικό λόγο «Όλος ο Κόσμος μια Σκηνή…». Και αυτήν την Σκηνή την συνεχώς μεταβαλλόμενη εκφράζει στα αυτοβιογραφικά και εξομολογητικά ποιήματά του. Δεν γνωρίζω την βιβλιοθήκη του Φερνάντο Πεσσόα για να είμαι σίγουρος για τα διαβάσματά του και τις μυστικές επιρροές του,-όμως πολλά λεγόμενά του έχουν πίσω τους αναγνώσματα και θέσεις παλαιότερων δημιουργών και στοχαστών, μας ερμηνεύουν αυτήν την μοναδική του πολλαπλότητα που συνεχώς μας μιλά, μια στάση του που μας επισημαίνει διαρκώς ότι η ζωή είναι να είσαι άλλος. Με βεβαιότητα μπορούμε να γράψουμε ότι την εποχή που έζησε και δραστηριοποιήθηκε καλλιτεχνικά, αυτός ο ποιητής και υποκριτής που μας λέει ο ιταλός θαυμαστής του Αντόνιο Ταμπούκι, που έζησε το προσωπικό του όνειρο μέσα στην πολλαπλότητά του, ο Κόσμος μας βρίσκονταν σε μια διαρκή αναταραχή, τα πάντα άλλαζαν, εισερχόμασταν στους νέους αιώνες, ο πρώτος μεγάλος πόλεμος έφερε και αυτός τις τεράστιες αλλαγές που προσδοκούσαν οι άνθρωποι, έστω και αν γέμισαν τα χαρακώματα με ανθρώπινα πτώματα. Οι τριγμοί της πτώσης του παλαιού κόσμου ήσαν πιά φανεροί. Οι νέες εφευρέσεις, οι ανακαλύψεις της επιστήμης, οι εξελίξεις στην τεχνολογία, τα άγνωστα και πρωτόγνωρα ταξίδια σε μέρη τόσο διαφορετικά από αυτά της Ευρώπης και τις συνήθειες των κατοίκων της, διαμόρφωσαν τις νέες συνειδήσεις των κατοίκων της γηρεάς και αποικιοκρατικής ηπείρου και των νέων χωρών της αμερικανικής. Η ρευστότητα ήταν τόσο έντονη μέσα στις νέες στοές του χρόνου της ιστορίας που οι καλλιτέχνες δεν μπορούσαν να μην επηρεαστούν είτε σαν άτομα είτε σαν καλλιτεχνικές μονάδες. Μια αναταραχή που ακόμα και σήμερα που υπερβήκαμε τα κράσπεδα της νέας χιλιετίας φέρνει φοβερές αναστατώσεις στο παγκόσμιο στερέωμα. Το Εγώ του Κόσμου μας είναι πλέον πλαστικό και όχι ποιητικό. Στην απομάγευσή του βοήθησαν και οι καλλιτέχνες.
     Η Ιστορία νίκησε την Τέχνη, ή και οι δύο απλά καταγράφουν το πεπρωμένο της ανθρώπινης φυλής;

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πρώτη γραφή σήμερα εξακολουθώντας να διαβάζω την ποίησή του.
Πειραιάς, 28 Μαΐου 2018

ΥΓ. Διαβάζοντας το έργο του «ΑΝΤΙΝΟΟΣ» και στις δύο ελληνικές μεταφραστικές εκδοχές του. Διάβασα επίσης, το «Όνειρο του Φερνάντο Πεσσόα, του ποιητή και υποκριτή» του ιταλού συγγραφέα Αντόνιο Ταμπούκι, σε μετάφραση από τα ιταλικά και σημείωμα του Θωμά Λιναρά, δες περιοδικό «ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ» τχ. 41/42, Δεκέμβριος 1997, τόμος 10ος, σ.7-           
                  


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου