Τρίτη, 1 Μαΐου 2018

Πάρεργες ζωγραφικές εικόνες και χειρονομίες του Γιάννη Ρίτσου


«Πάρεργες» ζωγραφικές εικόνες και χειρονομίες του ποιητή Γιάννη Ρίτσου

     Επέστρεφε συχνά μνήμη αιχμηρή του σώματος του παρελθόντος και χάραξε τα ίχνη σου μέσα στον μέλλοντα χρόνο, τώρα που ο καιρός σταφίδιασε τα εφηβικά σώματα, σκίασε τις πολλαπλές εμπειρίες του βίου, διέλυσε τις σχέσεις και τις στενές φιλίες των ανθρώπων, λησμόνησε πράξεις και οράματα της άνοιξης των συγκινήσεων. Μόνο η αίσθηση του βλέμματος της μνήμης παραμένει εναργή, για σώματα ξένα που σου προσφέρθηκαν και άγγιξες, για χείλη πετροκέρασο που φίλησες, για μάτια μαβιά που στάθηκες και θαύμασες, για εξομολογήσεις ήχων αιώνιας συντροφικότητας που χάθηκαν στα κύματα του χρόνου. Λόγια που άκουσες, χέρια που σε μάλαξαν, ρίγη ζωής παλαιών προσδοκιών. Υψώματα ηδονής, χειρότευκτα ικμάδας νιότης ανερμήνευτης τότε. Πταίσματα του παρελθόντος που κοσμούσαν τον βίο θεραπευτήρια του χρόνου που κάλπαζε αθόρυβα. Όψεις προσώπων που αποτυπώθηκαν μέσα σου, οικεία φωταγωγία της ζωής σου. Καπνοί τσιγάρου που γέμιζαν το δωμάτιο με τους πίνακες και σχημάτιζαν το είδωλο της ύλης. Ο εστιάτωρ Έρως έστρωνε το τραπέζι με ευδοκία και τέχνη. Αγγελιοφόροι της άνοιξης με του Μάη στεφάνια στα χέρια, ηδύλαλοι προστάτες σωματικής πανδαισίας, στεφάνωναν όσους πιστούς της Ποίησης. Της αειπάρθενης αιώνιας μήτρας που ελεεί τα πάντα και συγχωρεί τους πάντας.
Επέστρεφε πρόδρομη μνήμη του Ποιητή ζωγράφου.
       Πρώτη του Μάη σήμερα, εορτή των αισθήσεων, της φύσης και της μνήμης.
Ευτύχησε η γενιά μου (γενιά του 1980) να γνωρίσει παράλληλα με το ποιητικό σύμπαν του Γιάννη Ρίτσου και το ζωγραφικό. Όταν τέλη του ξανθού Απρίλη του 1979 φουρτουνιασμένοι έφηβοι τότε, είδαμε για πρώτη φορά την εικαστική του δημιουργία στην φημισμένη γκαλερί «Νέες Μορφές». Η χώρα γιόρταζε τα εβδομηντάχρονα του ποιητή της Ρωμιοσύνης. Ο εκδοτικός οίκος «Κέδρος» οργάνωσε έκθεση για να τιμήσει τον ποιητή, να γνωρίσουν οι νέοι και οι νέες της Ελλάδας την «πάρεργο» όπως ο ίδιος ο ποιητής ονομάζει εικαστική του δημιουργία. Εικονοπλαστική αποκάλεσαν πολλοί κριτικοί την ποιητική του δημιουργία, «φρέσκο» αν δεν με απατά η μνήμη οι Γάλλοι. Όπως και νάχει, η άλλη πλευρά του ποιητή Γιάννη Ρίτσου,-του εικαστικού-είναι εξίσου ενδιαφέρουσα όπως και η ποιητική του. Είναι η προσωπική του ανθρωπογεωγραφία και τοπιογραφία συμπληρωματική της ποιητικής του. Λάδια, ακουαρέλες, μελάνια, σκίτσα με μολύβι, μεταξοτυπίες, ξυλογραφίες, σχέδια, χαρακτικά και φυσικά, πέτρες, ρίζες, σχέδια του ίδιου του ποιητή. Ογδόντα πέντε πίνακες άγνωστοι μέχρι τότε σε εμάς τους νέους και τις νέες λάτρεις του έργου του, εκθέτονταν στην γκαλερί «Νέες Μορφές» σιμά και τα δικά του ζωγραφικά ίχνη. Τριάντα πέντε ζωγράφοι έλληνες και ξένοι, άγνωστοι μας πολλοί, παρουσίαζαν έργα τους που βασίζονταν στο έργο του, που είχαν πηγή έμπνευσης την ποιητική του δημιουργία. Πίνακες και σκίτσα που κοσμούσαν τις ποιητικές συλλογές του, τις πρώτες εκδόσεις του, από τον «Επιτάφιο» του 1936 και την ξυλογραφία του Λυδάκη που τον κοσμούσε μέχρι τον πειραιώτη Γιάννη Τσαρούχη και τις εικαστικές του σπουδές πάνω στην σκηνική «Φαίδρα». Από τις μεταξοτυπίες του Δημήτρη Περδικίδη για τη «Ρωμιοσύνη» και ένα σχέδιο του Μίνου Αργυράκη για τα «18 λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας», αν η μνήμη δεν λαθεύει και οι σημειώσεις που κράτησα δεν με προδίδουν, έως τις εξαιρετικές ακόμα και σήμερα ξυλογραφίες του χαράκτη Τάσσου και το χαρακτικό της Βάσως Κατράκη, κοινή η πορεία πολιτικών αγώνων και αγάπης για τον ποιητή. Και από τις ξυλογραφίες της Ζιζής Μακρή που είναι εμπνευσμένες από το έργο του «Το δέντρο της φυλακής και οι γυναίκες» ως τα σχέδια της Τζένης Δρόσου για το «Μια πυγολαμπίδα φωτίζει τη νύχτα» και τα χαρακτικά του Δημήτρη Παπαγεωργίου (;) για την «Σονάτα του Σεληνόφωτος» και ξένων καλλιτεχνών από την Ιταλία, την Κούβα,την Τσεχοσλοβακία,-νομίζω και από άλλες χώρες-το εικαστικό πανηγύρι προς τιμήν του ποιητή, ήταν ένα μαγευτικό μάθημα για εμάς του τότε νέους.
 Έλαμπε ο ποιητής μέσα στην λυγερή κορμοστασιά του, ένα αχνό φωτοστέφανο τον σκέπαζε που δεν προέρχονταν από το τσιγάρο που κρατούσε στο χέρι αλλά από την αύρα της αγάπης του κόσμου. Κυπαρίσσι της ποίησης και της ζωγραφικής, έμπλεος χαράς και ευγνωμοσύνης άγγιζε τους πάντες, «ευλογούσε» τους πάντες με το καθαρό βλέμμα του, την σταράτη φωνή του, την θερμότητα των χεριών του. Η ίδια του η παρουσία ανάμεσά μας ήταν ένας πίνακας που φιλοτεχνήθηκε από όλους μας, αυτούς που παρευρίσκονταν και αυτούς που απουσίαζαν, αυτούς που τον λάτρευαν και αυτούς που τον βασάνισαν. Αυτήν την ανοιξιάτικη του Απριλίου μέρα, ο ποιητής άφησε τον χρόνο να σμιλέψει τον μύθο του.
     Παράλληλα με τα έργα των άλλων καλλιτεχνών είχαμε την χαρά να δούμε από κοντά και το δικό του εικαστικό έργο, ένα έργο που φιλοτεχνήθηκε καθ' όλη την διάρκεια της εξόριστης ζωής του. Σκίτσα και σχεδιάσματα πάνω σε πακέτα τσιγάρων, πάνω σε μικρά αποκόμματα χαρτιών, κυρίως πάνω σε πέτρες, σε μικρές κροκάλες, σε βότσαλα, σε ρίζες, σε κόκαλα, σε άχρηστα μικρά χαρτιά και σελίδες βιβλίων. Υδατογραφίες και μονοτυπίες, λάδια και σχέδια ρέοντα, πίνακες τόπων, σχεδιαστικές εξιστορήσεις προσώπων, της αρχαιότητας, άντρες και γυναίκες σε στάσεις και πόζες νωχελικές, χυδαίες ορισμένες φορές προκλητικές, αισθησιακά αγγίγματα, βλέμματα ερωτικά αλλά και ασκητικές μορφές. Εικόνες ανθρώπων του προσωπικού του και μας ημερολογίου. Μια εικαστική γραφή παράλληλη και συμπληρωματική της ποιητικής του έμπνευσης. Σχόλια οπτικά ενός κόσμου που εικονίζεται στις ποιητικές του συλλογές. Συνθέσεις από σινική μελάνι που αφηγούνται ιστορίες απλών ανθρώπων, ακουαρέλες που αποτυπώνουν τον βασανισμένο βίο ζωής που συνάντησε στο διάβα της δικής του, των φυλακίσεων του, των εξοριών του. Ατομικές του εμπνεύσεις που η ευαισθησία της όρασής του συμπορεύεται με την ευαισθησία του εικαστικού του ερεθίσματος. Ένα πανόραμα εικαστικών χαρακτηριστικών στιγμών και στιγμιότυπων, που αν αναλογιστούμε ακόμα και σήμερα τις συνθήκες που γέννησαν αυτά τα έργα και τα πενιχρά μέσα που διέθετε ο ποιητής, θα απορήσουμε για την ανόθευτη αλήθεια των έργων του, θα μαγευτούμε από την χρωματική του ευαισθησία και άνεση με την οποία μας αφηγείται τις εντυπώσεις του. Η αλήθεια του, δεν προέρχεται από περίτεχνα της τέχνης μονοπάτια, από στρατευμένες αφηγήσεις, από χρόνους ξεγνοιασιάς και πολιτικής ανάπαυλας, δεν είναι φιλοτεχνημένη μέσα σε σπουδαστήρια οικονομικής ευμάρειας και εμπορικών σκοπιμοτήτων. Δεν είναι εμπνευσμένα από «ανιαρές φιλοσοφίες» σχέδια, δεν είναι τα «χρυσά μήλα» που πρόσφερε στον Ευρυσθέα ο ήρωας της Τίρυνθας, δες την συλλογή του «Επαναλήψεις» και την σύνθεσή του «Τα Μήλα των Εσπερίδων». Αλλά είναι τα «χρυσά μήλα» της τέχνης του που μας προσφέρονται απλόχερα, σε όλους μας, είναι τα απαστράπτοντα μήλα μέσα σε μια λευκή φρουτιέρα πάνω στο πλατύ τραπέζι ωραία στρωμένο με κεντητό τραπεζομάντηλο, ένα θερινό ελληνικό μεσημέρι. Μόνο που αυτό το ελληνικό μεσημέρι δεν το βίωσε ο ποιητής σε ένα νησί του παραθερισμού του αλλά, στα στρατόπεδα εξορίας του Άη Στράτη, στις σκηνές εξορίας της Μακρονήσου,  στα στρατόπεδα της Λήμνου, στο Παρθένι της Λέρου, της Γυάρου το ακρογιάλι, στον κατ’ οίκο περιορισμό στο Καρλόβασι της Σάμου και αλλού. Καθώς ο Ευρυσθέας δυνάστης της προσωπικής του ζωής και των συντρόφων του άλλαζε όνομα μέσα στην ελληνική πολιτική σκηνή και ιστορία. Η πραγματικότητα της ζωής του, του έδινε το ερέθισμα να σχεδιάσει και του ενέπνεε την καλλιτεχνική του ματιά. Το έργο του είναι η αυταπόδεικτη μαρτυρία της ζωής του. Δεν  αγάπησε τυχαία τις πέτρες, δεν διάλεγε τυχαία τις ρίζες των δέντρων, η φυσική ιδιοσυστασία της πέτρινης μορφής του αφύπνιζε τις μορφές που έκρυβε μέσα του. Η αμορφία των και το ακατέργαστο σχήμα των του πρόσφερε την καλύτερη δυνατότητα να ξεδιπλώσει τις μορφές της φαντασίας του και της ζωής του. Όπως ο γλύπτης διαπλάθει την ύλη έτσι και ο Γιάννης Ρίτσος έπλαθε την μορφή της με τα σχέδιά του, με τα σκίτσα του με τα πρόσωπα και τα σώματα που σκάλιζε πάνω τους όπως και πάνω στις ροζιασμένες ρίζες. Υπάρχει μια οργανική συνέχεια ύλης μεταξύ του υλικού που χρησιμοποιεί ο ποιητής και των τεχνικών του (μελάνι, μολύβι κλπ) υλικών και των μορφών της πέτρας που σχεδιάζει. Το πρωτόγονο της υλικής μορφής έτσι όπως συναντάται μέσα στην φύση μετατρέπεται σε ιστορικό γεγονός, σε αλήθεια ζωής, σε ερωτική πρόκληση, σε αφήγηση μυθολογικών γεγονότων. Η ακαμψία της πέτρινης ύλης αποκτά την ευλυγισία της περιπέτειας της ζωής. Θα μπορούσαμε μάλλον να μιλήσουμε για μια αισθησιακή βουλιμία που διακρίνει το έργο τόσο το εικαστικό όσο και το ποιητικό του Γιάννη Ρίτσου. Αυτό το πανόραμα των μορφών, των σκαλισμάτων δεν είναι παρά η δική του μετόπη εξιστόρησης των προσωπικών του βίου του γεγονότων. Είναι ο εξεικονισμός τόσο της ανθρώπινης συγκίνησης και εμπειρίας όσο και των εκατοντάδων μικροαντικειμένων που έχει στην διάθεσή του και στην χρήση του ο άνθρωπος μέσα στο διάβα της πρόσκαιρης ιστορίας του. Οι πέτρες όπως και οι ρίζες είναι παλαιές μορφές ζωής αρχέγονου μυστηρίου, είναι τα αποτυπώματα των παλαιών συμβολισμών του ανθρώπου των προγενέστερων χρόνων, που λειτουργούν για τον ποιητή ζωγράφο ως μέσο, ιδανικό μέσο προβολής των εσωτερικών του διαθέσεων. Είναι το υλικό που σέβεται το σχήμα του και τη δομή του και περιμένει από αυτό να συνηγορήσει στην αλήθεια της τέχνης του. Με ελληνικά υλικά παρμένα από το φυσικό περιβάλλον σπαρμένα σε παραλίες και ακρογιαλιές, θραύσματα της ιστορίας και κτερίσματα των καιρών εικονογραφεί το ελληνοκεντρικό του σύμπαν, αποτυπώνει το ελληνικό φως και τις σκιές του, τη θάλασσα και την πλαστικότητα των ελληνικών σωμάτων, μοναχικά ή σε διάφορα συμπλέγματα. Σώματα που εκπέμπουν την δική τους συγκίνηση στον χώρο, το ροδί χρώμα της ερωτικής ευωχίας και το καφέ ανοιχτό των υπαινικτικών διαθέσεων. Το γκρίζο της σταθερής αναφοράς και το μαύρο της λύπης που ο χρόνος καλλιεργεί. Ένας ελληνοκεντρικός ιδεολογικά κόσμος που ανακαλεί στην μνήμη μας τους καλλιτέχνες της γενιάς του 1930. Ο εικαστικός κόσμος του Γιάννη Ρίτσου κινείται μέσα στην ίδια ατμόσφαιρα παράδοσης και ιερότητας ζωής που κινείται το έργο του Νίκου Εγγονόπουλου, του Γιάννη Τσαρούχη, του Νίκου Χατζηκυριάκου-Γκίκα, του Οδυσσέα Ελύτη. Κοινές θεματικές αναφορές, παράλληλες ιδεολογικές αφηγήσεις, συμπληρωματικές εκφράσεις υποδήλωσης των βημάτων της ελληνικής παράδοσης. Η πλαστικότητα των σχεδιαστικών μορφών του Γιάννη Ρίτσου συμβαδίζει με την ιερότητα των προθέσεων της αιτίας που τις γέννησε. Στον εικαστικό του κόσμο διακρίνουμε μια περιπλάνηση του βλέμματος σε ότι η ελληνική φιλοσοφική και αισθητική παράδοση αποκαλεί Ομορφιά. Μια Ομορφιά της πνοής των σωμάτων που δεν ενδιαφέρει αν εικονίζεται πάνω στις πανάρχαιες φυσικές γραμμές μιας ρίζας, στις χαρακιές του χρόνου πάνω στο ξύλο, μέσα στην σκληράδα της πέτρας, στη λευκή σελίδα ενός μπλοκ ιχνογραφίας, ή στο στενάχωρο περίγραμμα ενός πακέτου τσιγάρου, σημασία έχει να αποτυπωθεί. Να απελευθερωθεί από το κουκούλι της ανωνυμίας και να αποκτήσει ταυτότητα μέσα στον χρόνο και τον τόπο μέσω της έμπνευσης του ποιητή-ζωγράφου. Μνήμες πλατωνικών καταγωγών προαπελθόντων ανθρώπινων ειδώλων που η αμηχανία του χρόνου της ιστορίας δεν τις βοήθησε να αποκαλυφτούν.
       Ο Γιάννης Ρίτσος ευλαβικά υπηρέτησε την αισθητική ομορφιά όπως και την διαρκή επανάσταση για μια αλλαγή και δυναμική ανύψωση του ανθρώπου σε ένα δικαιότερο σύμπαν. Αναζήτησε την αρχέγονη πρώτη πατρίδα του Έλληνος ανθρώπου που είναι ο «ερών νους». Τα εικονιστικά του σήματα συνιστούν την συνέχεια μιας παράδοσης που πρότυπό της έχει την αρχαία ελληνική φιλοσοφία του ειδέναι του κόσμου μας από το ανθρώπινο βλέμμα και καταλήγει στην αριστοκρατική ματιά του νησιώτη ψαρά με το ξεφτισμένο ψαθάκι με το γαρύφαλλο, και την αναλφάβητη γυναίκα του χωριού που ασπρίζει την αυλή της, βάφει μπλε τα παραθύρια και την πόρτα του σπιτιού της, τοποθετεί την γλάστρα με τον βασιλικό στο οικογενειακό της τραπέζι και λιβανίζει τον χώρο γύρω της μια και βιωματικά γνωρίζει, ότι «Οι νεκροί δεν ανασταίνονται. Υπάρχουν» όπως μας γράφει σε ποίημά του ο ίδιος ο ποιητής της Ρωμιοσύνης, εικαστικός δημιουργός Γιάννης Ρίτσος.
     Συμπληρωματικά στο σύντομο αυτό μνημονικό σεργιάνι στον εικαστικό κόσμο του Γιάννη Ρίτσου, αντιγράφω και το κείμενο του κυρίου Δημήτρη Σεβαστάκη.                                
Η ζωγραφική μιας μακρόσυρτης λύπης
του Δημήτρη Σεβαστάκη,
εφημερίδα Ελευθεροτυπία 10/11/2000

     Ένας από τους λόγους που ευκόλως μπορεί να μιλήσει κανείς για τη ζωγραφική του Ρίτσου είναι οι αντιφάσεις της. Η μορφολογική της «ασυνέπεια» σ’ απελευθερώνει. Έτσι, πολλοί ερμηνευτικοί ισχυρισμοί χωρούν γύρω και εντός, διασκευάζοντας το πρόσωπό της και τις εκδόσεις που το νανουρίζουν στο πέραν. Πριν απ’ όλα δεν σε αναγκάζει σ’ έναν προαποφασισμένα ευμενή πρόλογο. Είναι ζωγραφική, άρα μπορείς να είσαι αυστηρός μαζί της. Έπειτα η χρονική απόσταση από τον ποιητή και τα ιστορικά του συμφραζόμενα αποφασίζουν την κριτική προσέγγιση και τα-όποια-αποτιμητικά της στοιχεία. Οι παρατηρήσεις για τη ζωγραφική του Ρίτσου μπορούν να μείνουν αστοίχιστες, ξεκούμπωτες, σκορπισμένες. Ακριβώς γιατί η ίδια αναλαμβάνει την οργάνωσή τους. Ακριβώς γιατί η ίδια διατρέχεται από μια μικρή μορφή αυστηρότητας και οικονομίας.
-Πρώτον η ζωγραφική της πέτρας.
-Δεύτερον η ζωγραφική της ρίζας.
-Τρίτον (και πάντα) η ζωγραφική επί του εαυτού της.
      Δεν πιστεύω την κριτική η οποία στην πραγματικότητα απλώς κατανέμει ειδολογικά ζωγραφιές και ύφη και επομένως στο τέλος γίνεται περιγραφική και οικοκυρικά φροντισμένη. Αλλά στο Ρίτσο οι ύλες φτιάχνουν μια ιδιότυπη οφθαλμική γεωγραφία και έτσι δεν μπορείς να μην πάρεις υπ’ όψιν σου αυτή την αλλαγή διάθεσης και ζωγραφικού θυμικού, που «ακούει» και νομοθετείται απ’ τις ύλες και το ηχόχρωμά της. Κυρίως όμως εκείνο που χρειάζεται να προσημειώσει κανείς είναι η τάξη που διατρέχει όλη τη δουλειά του, ακόμα και τα, φαινομενικά, ανήσυχα έργα. Ο Ρίτσος θέλει όλα να ‘ναι στην ορθή θέση, δηλαδή ακριβή και ένστοχα (παρ’ όλο που ο ίδιος δεν βρίσκεται βυθισμένος στη νομιμόφρονα ευταξία αλλά-συχνά-στην άταχτη αυτοψηλάφηση). Ποια θέση όμως περιμένει μια αφηρημένη δυσδιάκριτη φόρμα και ποιος ο χωροθέτης εντολέας; Εννοώ, ποια ανάγκη την καθοδηγεί (και ταϊζεται απ’ αυτήν); Πώς τεκμηριώνεται εικαστικά στο τέλος;
     Ας επιστρέψω στις πέτρες. Αλλά μόλις το αποφασίσω οι ίδιες με στέλνουν στις ζωγραφισμένες ρίζες και στη συνέχεια στα «φορητά» έργα. Η μια ενότητα με ωθεί γλυκά στην άλλη. Η φαινομενική μορφολογική «ασυνέπεια» συντρίβεται ακαριαία. Οι ενότητες (οι κύκλοι, καλύτερα) επικοινωνούν. Τι ενοποιεί άραγε τη λιτή και «οριστική» εικονογράφηση των λίθων, την εξπρεσιονίζουσα επιθετικότητα των ριζών και τη μορφολογική ευρυχωρία των «φορητών» εικόνων; Και γιατί πρέπει να δανειστεί κανείς όρους και κελύφη εννοιών απ’ την ιστορία της τέχνης και της κριτικής για να στεγάσει τις εικονογραφικές (έμπειρες πάντως) απόπειρες του Ρίτσου; Ίσως γιατί-σχολαστικά-χρονολογημένες (π.χ.) οι ζωγραφιές (που μπορούν να αφηγηθούν πιο πολλά, αφού οι πέτρες, τα κόκαλα και οι ρίζες δεν αφηγούνται, αλλά αποκαλύπτουν κι έτσι χρονοποιούνται) μοιάζει να αρχειοθετούν την ίδια του τη ζωή. Μισθώνουν έτσι-όποτε θέλουν-ένα ιστορικό εργαλείο με στέρεες, δουλεμένες έννοιες, το οποίο παρακολουθεί (και αχνά νουθετεί) τα έργα (και δεν τα αποθηκεύει ιστορικά στο ομοιογενές σπίτι του Σεζάν ή στο στοχαστικό ενοικιοστάσιο του Ντίρερ). Ας αναρωτηθούμε λοιπόν με κάτι σκληρότερο στο πλάι μας: οι όροι, που θέτει ο Ρέμπραντ (π.χ.) ή ο ύστερος Μονέ ή ο τωρινός Λ. Φρόντ, μήπως συνθλίβουν την (επικουρική) αισθητική του Ρίτσου; Η μεγαλόστομη γενναιοδωρία λέει όχι. Η απορριπτική πολεμική λέει ναι, η μετρημένη ζωγραφική δικαιοσύνη λέει: φυσικά. Διότι της αφαιρούν το ζωτικό χώρο. Διότι το έργο έχει ανάγκη τους όρους του. Το έργο είναι τέτοιο μόνο όταν το ίδιο θέτει τους όρους δια των οποίων πραγματώνεται και προσλαμβάνεται. Το έργο έχει ανάγκη αυτήν την ιστορική αρτιμέλεια κι ο Ρίτσος δεν κάνει τίποτ’ άλλο απ’ το να τη διεκδικεί. Στις πέτρες, π.χ. συναλλάσσεται με τον αδιαίρετο και εσωστρεφή χαρακτήρα τους, χρησιμοποιώντας το ρέον και ριψοκίνδυνο μελάνι. Περικυκλώνει το σχήμα. Τα σώματα συμπλέκονται και γίνονται υπερσώματα. Υποσκάπτεται έτσι ο στερεότυπος αγγειογραφικός ή αγιογραφικός χαρακτήρας τους. (Ο λίθος εισακούεται). Ή στις, μορφολογικά, δυσφορούσες ρίζες, η εικόνα δεν ακουμπάει πάνω τους αλλά τις εκμεταλλεύεται, διαβάζοντας το φυσικά σχηματισμένο στοιχείο και αναπτύσσοντάς το. Μ’ αυτή την έννοια η εικόνα υποκύπτει στα μορφικά προστάγματα των ριζών. Η εικόνα χυτεύεται πάνω στην υλική και χειρονομιακή βία. Οι φορητές είναι πιο νότιες εικόνες. Πιο ευήνεμες. Επειδή δεν καθοδηγούνται τόσο απ’ την υλική τους προϋπόθεση και επομένως ο ζωγράφος αναλαμβάνει ολοκληρωτικά την αφηγηματική και πλαστική τους ουσίωση. Προτιμώ τις παραστατικές, γιατί εκεί ο Ρίτσος αναμετράται με τις ωραιοποιήσεις, τις εξιδανικεύσεις, τις μικρές εμμονές, όλα δηλαδή τα στοιχεία που απορρυθμίζουν τη ζωγραφική συνείδηση. Δεν βγαίνει πάντα νικητής. Αλλά σ’ όλες τις περιπτώσεις υπάρχει μια αργοπορημένη νίκη. Επί της ρητορικής-πράγμα που αποκαλύπτει τη βαθιά ηθική του. Ας σημειώσω κάτι άλλο: τη ζωγραφική στα πακέτα των τσιγάρων. Σχεδόν πείθεσαι ότι γι’ αυτό κάπνιζε. Η ταινία του φόρου καπνού μετατρέπεται ευφυώς σε μεταλλική, φορτωμένη πόρτα, το πακέτο την περιβάλλει σαν σπίτι. Ένας καπνικός οίκος, ανεπίκαιρος και πάντως υπομνηματικός. Αυτή, λοιπόν, η άγρια, βουλιμική παρατηρητικότητα του Ρίτσου, ο ολικός θαυμασμός του στο μικρό, στο ασήμαντο, στο αόρατο, η ισηγορία αντικειμένων και προσώπων, η μη αγωνία του να αναχθούν σε σύμβολα αλλά να κάτσουν ήρεμα στη χρήση και τη μορφή τους είναι ταλέντο η χειροτεχνική επιδεξιότητα; Ή αλλιώς ο Ρίτσος επαίρεται οφθαλμικά στη σκιά της ποίησής του με τη ζωγραφική; (κι αυτό γιατί οι μικρές εικόνες του συχνά έχουν την έπαρση του πραγματικού-ενός πιο πραγματικού απ’ το πραγματικό); Ας κλείσω εδώ χωρίς να απαντήσω, απαριθμώντας ό,τι παρέλειψα: ότι όταν το επιθυμεί γίνεται απροσδόκητος, σπιτάκια, τοπία (εξορίας συχνότατα), φιγούρες, άγιοι, με απόλυτη φειδώ στο σώμα μιας ανασκευής-ενός «λάθους»-,η οποία δεν αιχμαλωτίζεται ποτέ σε κανενός είδους εικονογραφική αισθηματολογία. Πάντα υπάρχει κάτι στο πλάι της εικόνας, που την αποτρέπει να πει αυτό που προφανώς λέει. Αυτό το κάτι είναι η εξαίσια πολυχασμένη ποιητική φύση του Ρίτσου. Κι αυτό τον χειραφετεί απ’ τα τσαρουχικά ημιθεσμιμένα ιδεώδη ή απ’ την εξόριστη αριστερή εικονογραφική βεβαιοκρατία.
     Δεν ξέρω αν απαντήθηκε το γιατί η μεγάλη ζωγραφική δεν ξεμαλλιάζει τα μικρά σχεδιαστικά και χρωματικά νεύματα του ποιητή. Το ότι ο Σεζάν δεν επιτίθεται μορφόνομα, ούτε ο Πικάσο ή ο Τζιακομέτι βυσσοδομούν. Ίσως γιατί η ζωγραφική του συνάδει απολύτως με τις μεγάλες του επιλογές, ώστε καθίσταται σχεδόν αμετάκλητη. Κάτι τόσο (και μ’ αυτή την έννοια) ακραίο φιλοξενείται εύκολα στον αυλόγυρο της Τέχνης. Οι μικρές πέτρες, οι ρίζες, οι εικόνες στα πακέτα των τσιγάρων, στα μπλοκ, όλο αυτό το ανθολόγιο χειρονομιών, νευμάτων, υπομνήσεων, συναρθρώσεων, αμφιβολιών, λειτουργούν τη μακρά ποιητική (απλώς ευδιάθετη) λύπη, η οποία αποτελεί τον Ρίτσο.
Ο Δημήτρης Αλ. Σεβαστάκης είναι ζωγράφος και λέκτορας στο τμήμα Αρχιτεκτόνων του ΕΜΠ.
Περιοδικό Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας 10 Νοεμβρίου 2000, σ.16.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς 1η του Μάη του 2018

ΥΓ. Για όσους ενδιαφέρονται για την σύζευξη του ποιητικού με τον εικαστικό κόσμο του Γιάννη Ρίτσου, και ιδιαίτερα την άποψή του σχετικά με τις πέτρες, αξίζει να διαβάσουν την συλλογή του «ΠΕΤΡΕΣ ΕΠΑΝΑΛΗΨΕΙΣ ΚΙΓΚΛΙΔΩΜΑΤΑ» εκδόσεις Κέδρος 1971/1974

Και από θέσεις του ίδιου:
«Πέτρες, κόκκαλα, ρίζες, ίσως θα είταν ένας ενδιαφέρων τίτλος για μια ποιητική συλλογή με «φιλοσοφικές» αξιώσεις. Πέτρες από τα ξερονήσια της εξορίας, κόκκαλα ζώων απορριγμένα απ’ το κύμα στ’ ακρογιάλι σαν περίεργα ακρωτηριασμένα αγαλμάτια, ρίζες απ’ τις παραθαλάσσιες καλαμιές, που οι χειμωνιάτικες φουρτούνες τις ξεθαύουν. Κι οι άνθρωποι βρήκαν τις πέτρες, τις άκουσαν, συνομίλησαν μαζί τους, τις χρησιμοποίησαν, συνεργάστηκαν με μιάν αξιοθαύμαστη κάποτε αμοιβαιότητα και ισοτιμία. Ιδίως οι εξόριστοι, οι απομονωμένοι, οι υποχρεωτικά σιωπηλοί βρήκαν καλή συντροφιά στις πέτρες, αντάλλαξαν μυστικά, δέσαν πραγματικές φιλίες με τις πέτρες. Μπορούμε λοιπόν να επιστρέψουμε στις ρίζες, να τις παρατηρούμε, να τις ερευνούμε, να τις δουλεύουμε (όσο μας επιτρέπουν)… Ύστερα να σωπαίνουμε και ν’ ακούμε πιο μέσα κλείνοντας μια στιγμή τα μάτια, ώσπου και πάλι να αισθανόμαστε να είμαστε (και ταυτόχρονα να λείπουμε)-εκεί που τα πάντα είναι, μαζί και μόνα,-αδιαίρετα στη διά του λόγου διαίρεση και επανάκτησή τους».
Αποσπάσματα των λόγων και των σκέψεων του ποιητή, δημοσιεύτηκαν σχεδόν σε όλες τις ελληνικές εφημερίδες της εποχής δηλαδή 25 και 26 Απριλίου 1979 με την ευκαιρία της Έκθεσης.