Σάββατο, 26 Μαΐου 2018

Φερνάντο Πεσσόα


                Fernando Pessoa (1888-1935)

«Πλασιέδες-είμαστε όλοι μας-του σύγχρονου φιλανθρωπισμού!
Ηλίθιοι φθισικοί και νευρασθενικοί και λυμφατικοί,
Πού τους λείπει το κουράγιο των αντρών με βία και τόλμη,
Με την ψυχή σαν κότα δεμένη από το πόδι!»

       Διαβάζω ξανά και ξανά την «Θαλασσινή Ωδή» του ποιητή Φερνάντο Πεσσόα σε μετάφραση και εισαγωγή της Μαρίας Παπαδήμα όπως δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «ΠΟΙΗΣΗ» τεύχος 11/Άνοιξη-Καλοκαίρι 1998, σ.3-, με τον γενικό τίτλο Fernando Pessoa «Γίνε πολλαπλός σαν το σύμπαν», καθώς αντιγράφω στην ιστοσελίδα το κείμενο του ποιητή και μεταφραστή Χάρη Βλαβιανού από την εφημερίδα «Ελευθεροτυπία» της 24/3/2000. Του πορτογάλου ποιητή και στοχαστή, αποκρυφιστή και πανθεϊστή, του «αγγλομανούς» και του ονειροπόλου, του μυστηριώδη και του αλλοπαρμένου, του κοσμοπολίτη και του φοβερά μοναχικού, ο στίχος του «Τα παιδικά μου χρόνια, παιχνίδι που μου το ΄σπασαν!» που αναφέρει στην «Θαλασσινή Ωδή» είναι νομίζω δηλωτικό της ταυτότητάς του σαν άτομο και του σύντομου βίου του. Γεννήθηκε στην Λισαβώνα στις 13 Ιουνίου 1888 και απεβίωσε στις 30 Νοεμβρίου 1935 στην πόλη που πολύ αγάπησε και ύμνησε και πέρασε όλη του σχεδόν την ζωή, την πρωτεύουσα της χώρας του. Έζησε μόλις 47 χρόνια, και όμως μας κληροδότησε ένα πλούσιο και πολύπλοκο στην τεχνική του και στην φόρμα του έργο, ένα διαφορετικών προοπτικών και οραματικών σχεδιασμών έργο που ακόμα και σήμερα παρά την αναγνώριση της συμβολής του στο διεθνές ποιητικό στερέωμα διχάζει τους ερευνητές και σχολιαστές του. Ή τον αποδέχεσαι όπως σου μαρτυρούν οι ποιητικές του κάθε φορά διαφορετικές καταθέσεις ή τον αγνοείς. Ο ποιητής Φερνάντο Πεσσόα δεν σηκώνει ημίμετρα, χλιαρές αμφισβητήσεις, αμφίσημες διατυπώσεις, εξ απαλών ονύχων προσεγγίσεις, πρέπει να εισχωρήσεις στο μπαούλο των ποιητικών του εκπλήξεων για να τον αγαπήσεις, να θαυμάσεις την πολυστροφία της φαντασίας του, την αφοσίωσή του στην γυμνή ανθρώπινη περιπέτεια βίου, στην διαρκή του εμβάθυνση στις διαφορετικές persones της ψυχής του ανθρώπου, στην προσήλωσή του στην καταγραφή των μικρολεπτομερειών της ζωής των ανθρώπων που μπλέκονται αβίαστα με τα όνειρά τους. Του δημιουργού που ζει διαρκώς μέσα σε ένα θαύμα της φύσης του αστικού και μη τοπίου. Ο Πεσσόα, παρατηρεί διαρκώς τον χώρο γύρω του, βλέπει άτομα και εικόνες της πόλης, αφουγκράζεται τους μυστικούς θιάσους των ανθρώπων που περιπλέκουν την πραγματικότητα με την φαντασία τους, οσμίζεται μυρωδιές ονείρων ανθρώπων και χώρου. Γράφει για θαύματα που δεν έζησε και γι’ αυτά που υλοποίησε μέσω της φαντασίας του. Ο Πεσσόα φτιάχνει έναν κόσμο γεγονότων και προσώπων μέσα στον κόσμο, μια αλήθεια μέσα στην γυμνή αλήθεια του κόσμου και της ζωής. Ποιος είναι άραγε ο πορτογάλος αυτός ποιητής που γνωρίζουμε σαν Πεσσόα, είναι το ανοιχτό ερώτημα που μας θέτει ένας από τους μελετητές του, ο μεξικανός ποιητής Octavio Paz, «Μυστηριώδης σαν το φεγγάρι το καταμεσήμερο, σιωπηλό φάντασμα του πορτογαλικού μεσημεριού’ ποιος είναι ο Πεσσόα;» από τα στοιχεία που παραθέτει στην εισαγωγή της η Μαρία Παπαδήμα. Ο Φερνάντο Πεσσόα παραμένει ακόμα και σήμερα ένα αίνιγμα, ένα μυστήριο, για τους βιογράφους του, όπως αναπάντητο μένει ακόμα το ερώτημα που βρίσκονται θαμμένα τα οστά του δολοφονημένου από τους φαλαγγίτες ισπανού λυρικού ποιητή Φεντερίκο Γκαρσία Λόρκα, του άλλου μεγάλου ποιητικού κεφαλαίου της Ιβηρικής χερσονήσου. Γράφει ο ίδιος για τους μελλοντικούς βιογράφους του:
«Αν σαν πεθάνω, θελήσετε να γράψετε τη βιογραφία μου,
Τίποτα πιο απλό.
Δεν έχει παρά δύο ημερομηνίες-της γέννη-
σης και του θανάτου μου
Ανάμεσα στο ένα και στο άλλο όλες οι μέρες
είναι δικές μου»
     Με αυτόν τον καθαρό και λιτό τρόπο ο Φερνάντο Πεσσόα μας δίνει το στίγμα της ατομικής του περιπέτειας και των ταξιδιών της φαντασίας του. Αυτός ο κατά κάποιον τρόπο διπλανός άγνωστός μας είναι ο ποιητής Πεσσόα που δημιούργησε συνειδητά και εξακολουθητικά τις πολλαπλές και διαφορετικές ετερώνυμες προσωπικότητές του και τις ποιητικές τους ιστορίες. Πάνω από 70 είναι τα προσωπεία των πολλαπλών αναγνώσεων του έργου του, το καθένα με την δική του διαδρομή, το δικό του ιδιαίτερο συγγραφικό στυλ, τις ξεχωριστές απόψεις, ο Πεσσόα εφηύρε και οικοδόμησε μια ποιητική συντεχνία από διάφορες persones και αυτό δεν πέρασε ούτε περνά απαρατήρητο από τους διαρκείς αναγνώστες του.
     Το κείμενο του ποιητή και μεταφραστή Χάρη Βλαβιανού κινείται σε διαφορετική τροχιά εξέτασης του έργου του πορτογάλου δημιουργού από αυτό του ποιητή και μεταφραστή Νάσου Βαγενά, και αυτό είναι λογικό, μια και το προηγούμενο κείμενο που παρέθεσα του Βαγενά εστιάζει το ενδιαφέρον του σε θέματα γλώσσας και ποιητικής προβληματικής. Το παρόν κείμενο του Χάρη Βλαβιανού όπως με ευκολία αναγνωρίζουμε εξετάζει μόνο την περίπτωση του ποιητή Φερνάντο Πεσσόα. Είναι ένα κείμενο επαινετικό, που δεν στηρίζεται όμως στην υπερβολή της κρίσης, ενός ιδιοσυγκρασιακού πλησιάσματος και βλέμματος αναφορών, αλλά στην τεκμηρίωση και την συσχέτιση με δημιουργούς και ποιητές που αποτελούν σημεία κομβικά στην εξέλιξη του ποιητικού λόγου. Ο Βλαβιανός εξετάζει πολύπλευρα τον Πεσσόα, τον εντάσσει μέσα στο χρονικό και ποιητικό περιβάλλον που ανήκει, τον συσχετίζει με σημαντικούς ποιητές του αγγλοσαξονικού χώρου και παράδοσης δίνοντάς μας ταυτόχρονα και τον ιδιαίτερο βηματισμό της ποιητικής πορείας του πορτογάλου ποιητή. Το κατατοπιστικό και διεισδυτικό αυτό κείμενο του ποιητή Χάρη Βλαβιανού διαθέτει λυρικότητα και σαφήνεια, επιμέλεια σκέψης και βάθος κρίσης. Ο ποιητής Χάρης Βλαβιανός έχοντας εντρυφήσει εδώ και δεκαετίες πάνω στον αγγλοσαξονικό ποιητικό περιβάλλον και παράδοση, διαθέτει τα αναγκαία εκείνα εφόδια που καθιστά το εξεταστικό του βλέμμα έγκυρο και λειτουργικό. Τα στοιχεία και οι πληροφορίες που μας δίνει καθώς διαβάζει μαζί μας την ποίηση του Πεσσόα τεκμηριώνουν με τον καλύτερο τρόπο τον συλλογισμό του για την συνεισφορά του ποιητή Πεσσόα στην εξέλιξη της δυτικής ποιητικής σκέψης. Ένα κείμενο μεστό-μέσα στα πλαίσια της σελίδας μιας εφημερίδας και των ορίων της-που μας κάνει να αγαπήσουμε ακόμα περισσότερο το έργο του Πεσσόα, να ενδιαφερθούμε περισσότερο για αυτό, αλλά και μας φανερώνει τον λαγαρό λόγο, την κρυστάλλινη σκέψη, το ρέον ύφος, την σαφήνεια διατύπωσης και τον πλούτο των πνευματικών εφοδίων που διαθέτει ο αγγλομαθής έλληνας ποιητής Χάρης Βλαβιανός. Και κάτι ακόμα ίσως σπουδαιότερο, το ποιητικό ένστικτο και κρίση.               
ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΙ ΠΟΥ ΣΗΜΑΔΕΨΑΝ ΤΟΝ ΑΙΩΝΑ
               ΦΕΡΝΑΝΤΟ ΠΕΣΟΑ
                          (1888-1935)
  «Ερμηνεύοντας ένα κομμάτι του αιώνα μας»

Χάρης Βλαβιανός, εφημερίδα Ελευθεροτυπία-Βιβλιοθήκη 24/3/2000, σ.22

     Ο Φερνάντο Πεσόα ο μεγαλύτερος Πορτογάλος ποιητής μετά τον Καμόες, αλλά ταυτόχρονα δεινός πεζογράφος και στοχαστής, είναι ένας δημιουργός στο έργο του οποίου συμπυκνώνονται τα θέματα και οι τεχνικές της λογοτεχνίας του 20ου αιώνα, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τη χαώδη πολυμορφία της σύγχρονης ζωής και την πειραματική προσέγγιση της ποιητικής σύνθεσης, μέσα από τη δημιουργία μιας σειράς από alter ego, τα οποία προσδιόριζε ως «ετερώνυμα»: ήταν ο τρόπος του να διερευνήσει την ασταθή φύση της προσωπικής ταυτότητας και να υπερβεί τους περιορισμούς μιας και μόνης φιλολογικής persona. Τα ετερώνυμα χρησίμευαν στον Πεσόα ως μέσον για να εκφράσει διάφορες φιλοσοφικές απόψεις, κατορθώνοντας έτσι να επιτύχει μια πληρέστερη και πιο αντικειμενική θεώρηση της πραγματικότητας από οποιοδήποτε θα μπορούσε να προσφέρει μια και μόνη προοπτική. Εφοδιάζοντας κάθε ετερώνυμο με ένα συγκεκριμένο βίο και ένα διαφορετικό λογοτεχνικό ύφος (τα ποιήματα του Αλμπέρτο Καέιρο και Άλβαρο ντε Κάμπος είναι σε ελεύθερο στίχο, του Ρικάρντο Ρέις έχουν μέτρο αλλά όχι ρίμα και του Πεσόα του ίδιου εμφανίζουν συχνά πυκνή ομοιοκαταληξία), ο ποιητής προσπάθησε να αποσυνδέσει από τη δική του προσωπικότητα, δημιουργώντας έτσι ένα πιο απρόσωπο, αλλά περισσότερο οικουμενικό (σεξπιρικό) έργο.
     Ο Πεσόα μιλούσε άπταιστα αγγλικά και σ’ αυτή τη γλώσσα έγραψε μερικά από τα πρώιμα ποιήματά του. Αυτή η διγλωσσία του ίσως και να είναι η αιτία της πρωτοφανούς (ψυχοπαθολογική θα την έλεγε κανείς) ανομοιογένειάς του, όταν έγραψε στα πορτογαλικά. Καθώς δεν του αρκούσαν οι δύο διαφορετικές γλώσσες και λογοτεχνικές παραδόσεις-η παράδοση της αγγλικής ποίησης του ύστερου 19ου αιώνα και η μεταρομαντική ή η μοντερνιστική πορτογαλική-ο Πεσόα έγραφε τα πορτογαλικά του έργα σε διαφορετικά ιδιώματα και τα δημοσίευε με διαφορετικά ονόματα. Ακριβώς επειδή πάντοτε πιεζόταν να διαλέξει μεταξύ αγγλικών και πορτογαλικών, ο Πεσόα εκμεταλλεύτηκε την αποξένωση από τον εαυτό, που προκαλούσε η ανάγκη επιλογής ανάμεσα σε δύο γλώσσες εξ ίσου οικείες και ταυτόχρονα ξένες. Γράφοντας στη μία γλώσσα, ο Πεσόα έπρεπε να υποκριθεί πως αγνοεί τις ποιητικές παραδόσεις και συμβάσεις της άλλης, και, επιπλέον, γράφοντας στα πορτογαλικά, έπρεπε να αγνοεί κάθε φορά το ιδίωμα που ανήκε σε πέντε τουλάχιστον προσωπικότητες διαφορετικές από τη δική του.
     Ακόμα και το όνομα του Πεσόα μοιάζει να υπαινίσσεται αυτή την ιδιαίτερη μοίρα. Προερχόμενο από τη λατινική λέξη persona (μάσκα), στην καθομιλουμένη πορτογαλική σημαίνει «πρόσωπο». Στο θέμα των προσωπείων, ο Πεσόα αφιέρωσε ένα από τα ωραιότερα 35 σονέτα του, που δημοσίευσε ιδιωτικά στην Αγγλία το 1918: «Πόσα προσωπεία φοράμε, κι άλλα τόσα κάτω απ’ αυτά/ στην όψη πάνω της ψυχής μας;».
     Όταν εκφραζόταν στα αγγλικά, ο Πεσόα συνήθως αποτύπωνε τις μεταφυσικές του ανησυχίες και τις ερωτικές του φαντασιώσεις σ’ ένα ιδίωμα τόσο προσωπικό και ερμηνευτικό, όσο του Μπένλοουζ, του Μπλέικ και του Χόπκινς. Ήταν πράγματι ένας από κείνους τους «ερημίτες» της αγγλικής ποίησης: έγραψε σε μια γλώσσα που διάβαζε η φανταζόταν, αλλά σπάνια μιλούσε ή άκουγε. Όπως ομολογεί στο Σονέτο VI: «Σαν κακός ρήτορας… Ερωτοτροπώντας με τις ηδονές της Μούσας σε γλώσσα ξένη».
     Στα περισσότερα από τα πορτογαλικά ποιήματα που δημοσίευσε με το όνομά του ο Πεσόα αποκαλύπτεται μάλλον ένας ύστερος ρομαντικός ή συμβολιστής, παρά ένας μοντερνιστής. Κάποτε ελαφρώς παρακμιακός όπως και ο φίλος του, ο Πορτογάλος ποιητής Μάριο ντε Σα-Καρνέιρο (ο οποίος δανείζει το όνομά του σε ένα από τα ετερώνυμά του), ο Πεσόα άρχισε, μετά το 1910, να ενδιαφέρεται όλο και περισσότερο για τον αποκρυφισμό και, υπ’ αυτήν την έννοια, υπήρξε πρόδρομος του σουρεαλισμού. Μολονότι ήταν μεταφραστής του Πόε, ο Πεσόα θυμάται στις αναγνώσεις του τον Γουίτμαν επίσης, ποτέ όμως τόσο, όσο στην καθαρά πανθεϊστική ποίηση που δημοσίευσε με τα ονόματα Αλμπέρτο Καέιρο και Αλβάρο ντε Κάμπος. Ωστόσο, σε κανένα από τα ποιητικά έργα που δημοσίευσε με τα πολλά ονόματα δεν ήταν τόσο πληρωμένος με υποβλητικά ερωτικά οράματα όσο στην αγγλική ποίηση. Επιπλέον, η αγγλική του προσωπικότητα ήταν ολότελα διάφορη από τις ετερωνυμικές πορτογαλικές. Στο πρόσωπο του Αλεξάντερ Σερτς μοιάζει παράδοξο να διάλεξε τη γλώσσα των χρόνων της αγγλοσαξονικής του εκπαίδευσης για να γράψει το είδος της ποίησης που μερικοί Άγγλοι ποιητές τόλμησαν να γράψουν μόνο στα λατινικά, ή σαν τον Έλιοτ στα γαλλικά.
      Υπό το ετερώνυμο Αλμπέρτο Καέιρο, ο Πεσόα αποδεικνύεται ένας σύγχρονος πανθεϊστής, ένας ισορροπημένος και αισιόδοξος επίγονος του Γουίτμαν, Πάντοτε περισσότερο σαφής από τον Γουίλιαμ Κάρλος Γουίλιαμς λιγότερο μεγαλήγορος από τον Καρλ Σάντμπουργκ, ο Πεσόα είναι επίσης περισσότερο περίπλοκος στην ιδιοσυστασία και τις απόψεις από το Γάλλο επίγονο του Γουίτμαν, Βαλερλί Λαρμπό, τον ποιητή που δημιούργησε, στο πρότυπο του Αντρέ Βάλτερ του Ζιντ, το δικό του «ετερώνυμο», τον Α.Ο. Μάρναμπουθ, ένα φανταστικό ποιητή, της ίδιας φυλής με τον Προύφροκ του Έλιοτ.
     Υπό το ημι-ετερώνυμο Μπερνάρντο Σουάρες, ημι-ετερώνυμο γιατί αυτή η persona μοιράζεται κοινά βιογραφικά στοιχεία με τον Πεσόα, γράφει το «Βιβλίο της ανησυχίας» (στα ελληνικά από τις εκδόσεις «Αλεξάνδρεια» σε επιλογή κειμένων, πρόλογο και μετάφραση Άννυς Σπυράκου), ένα βιβλίο εξαντλητικής αυτοανάλυσης, χρονικό μιας ζωής που δεν βιώνεται αλλά γίνεται αντικείμενο ονειροπόλησης και στοχασμού, μαρτυρία μιας αποπνικτικής, δυσβάστακτης αγωνίας.
     Υπό το ετερώνυμο Ρικάρντο Ρέις (από τις λιγότερο γόνιμες πορτογαλικές ταυτότητες του Πεσόα)αποδεικνύεται ένας συνειδητά κλασικός, ένας αποφθεγματικός ποιητής, που ανακαλεί τις Ωδές του Οράτιου και ίσως μερικές από τις ολύμπιες διατυπώσεις του Γκέτε και του Νίτσε ακόμη, ή την αυτοκρατορική επισημότητα του Αλεξάντερ Πόουπ (στις μεταφράσεις του της Ιλιάδας και της Οδύσσειας). Ο Ρέις οργανώνει τον πανθεϊσμό σε ένα ηθικό δόγμα, εν μέρει επικούρειο, εν μέρει στωικό, συνειδητά αποκομμένο από το χριστιανισμό.
      Είναι όπως ο Αλβάρο ντε Κάμπος που ο Φερνάντο Πεσόα θα δώσει την πιο ενδιαφέρουσα πλευρά της ποιητικής του. Καθ’ υπόθεσιν Εβραίος, ένας νευρασθενικός πιστός του φουτουρισμού του Μαρινέτι, ένας ναυπηγός που έχει χάσει την πίστη του στον άνθρωπο και τη μηχανή και δεν ξέρει πιά που ανήκει ή γιατί γράφει, ο Αλβάρο ντε Κάμπος θυμίζει ήρωα του Κάφκα:
«Γιατί στ’ αλήθεια, απολύτως, κυριολεκτικά,
οι αισθήσεις μου είναι πλοίο αναποδογυρισμένο,
η φαντασία μου, άγκυρα μισοβουλιαγμένη,
οι πόθοι μου, σπασμένο κουπί,
και το νευρικό μου σύστημα, δίχτυ που στεγνώνει στην παραλία»
(«Θαλασσινή Ωδή», μτφ. Μαρία Παπαδήμα)
     Γράφοντας σε ελεύθερο στίχο και ανακαλώντας τόσο τον Γουίτμαν όσο και τον Λαφόργκ, τόσο τον Μαρινέτι όσο και τα δικά του ποιήματα που έχει ήδη δημοσιεύσει ως Αλμπέρτο Καέϊρο (στο όνομα του οποίου ο Αλβάρο ντε Κάμπος αναγνωρίζει έναν δάσκαλο), ο Πεσόα εδώ προχώρησε πολύ περισσότερο από ό,τι ο Καέϊρο και ο Ρέις. Το όραμα του αρχαίου κόσμου που είχε καλλιεργήσει ο τελευταίος είχε αποκλείσει το διονυσιακό στοιχείο και πολλά από τα ποιήματά του ο Πεσόα μάλλον τα έκρινε εκ των υστέρων τέλεια, αλλά πολύ ψυχρά. Έτσι ο καταπιεσμένος διονυσιακός Πεσόα αναδύεται περιβεβλημένος με σύγχρονο ένδυμα, από τον Αλβάρο ντε Κάμπος. Μέσα από τον Ντε Κάμπος, ο Πεσόα αποφεύγει να υποταχθεί στον Ρέϊς είναι σαν ο Διόνυσος να τον σώζει από τον Απόλλωνα. Η «Θαλασσινή Ωδή», ένα από τα αριστουργήματα της σύγχρονης ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, είναι ένα παθιασμένο δεκτικό σε μηνύματα των καιρών και ευαίσθητο ταξίδι στο σύγχρονο κόσμο. Αρχίζει εξωστρεφώς και καταλήγει στην πλήρη ενδοστρέφεια’ αρχίζει αποφασισμένος «να τα νιώσει όλα με κάθε τρόπο που υπάρχει» και καταλήγει ταραγμένος, παραδομένος στην ιδεοληψία και τον ψυχαναγκασμό, να αναρωτιέται αν είναι πραγματικός κι αν ο αγώνας άξιζε τον κόπο. Είναι σημαντικό, με αυτή τη έννοια, το γεγονός ότι ο Πεσόα δημοσίευσε με την υπογραφή του Άλβαρο ντε Κάμπος το μεγάλο του προφητικό μανιφέστο, όπου όριζε τη λογοτεχνία του μέλλοντος, την ποίηση μιάς εποχής στην οποία το άτομο θα έπαυε να έχει οποιοδήποτε νόημα, στην οποία η ύπαρξή του θα ήταν ολότελα αδιάφορη. Σήμερα, ζώντας σ’ έναν κόσμο που καθημερινά ειρωνεύεται τις αρχές της ατομικότητας πάνω στις οποίες θεμελιώθηκε η παραδοσιακή αντίληψη για τη λογοτεχνία, αρχίζουμε να καταλαβαίνουμε τον μηδενισμό και την απελπισία που στοίχειωσαν τα οράματα του Μπερνάρντο Σουάρες ή του Άλβαρο ντε Κάμπος:
Δεν είμαι τίποτα
Ποτέ δεν θα ‘μια τίποτα.
Δεν μου επιτρέπεται να θέλω να είμαι κάτι.
Κι όμως πέρα απ’ αυτό,
κουβαλάω εντός μου όλα τα όνειρα του κόσμου.
(«Το Καπνοπωλείο»)
ΧΑΡΗΣ ΒΛΑΒΙΑΝΟΣ, εφημερίδα «Ελευθεροτυπία»-Βιβλιοθήκη 24/3/2000
       Και αποσπάσματα από την «ΘΑΛΑΣΣΙΝΗ ΩΔΗ» σε μετάφραση Μαρίας Παπαδήμα από το παραπάνω περιοδικό

                       ΘΑΛΑΣΣΙΝΗ ΩΔΗ
                                              Στον Santa Rita Pintor
Μόνος, στην έρημη αποβάθρα, τούτο το καλοκαιρινό πρωινό,
Κοιτάζω την είσοδο του λιμανιού, κοιτάζω το Ακαθόριστο,
Κοιτάζω και χαίρομαι να βλέπω,
Μικρό, μαύρο και καθαρό, ένα υπερωκεάνειο να μπαίνει στο λιμάνι.
Είναι ακόμα πολύ μακριά, ολοκάθαρο, κλασικό στο είδος του.
Αφήνει πίσω του στο μακρινό αγέρα τη μάταιη γιρλάντα του καπνού του.
Μπαίνει, και το πρωί μπαίνει μαζί του, και στο ποτάμι,
Ξυπνάει παντού η ζωή της θάλασσας,
Υψώνονται πανιά, ρυμουλκά προχωρούν,
Μικρά πλεούμενα προβάλλουν πίσω απ’ τα πλοία που σταθμεύουν στο λιμάνι.
Φυσάει μια ακαθόριστη αύρα.
Αλλά η ψυχή μου είναι μ’ αυτό που βλέπω λιγότερο,
Με το υπερωκεάνειο που μπαίνει,
Γιατί είναι ένα με την Απόσταση, με το Πρωί,
Με τη θαλασσινή ουσία αυτής της Ώρας,
Με την οδυνηρή γλυκύτητα που με κατακλύζει σα ζαλάδα,
Σα ναυτία που απλώνεται, αλλά στο μυαλό.

Κοιτάζω από μακριά το υπερωκεάνειο, με μεγάλη ανεξαρτησία ψυχής,
Και μέσα μου ένα τιμόνι αρχίζει να γυρνάει, αργά.

Τα υπερωκεάνεια που μπαίνουν με το πρωί στο λιμάνι
Φέρνουν για μένα
Το χαρούμενο και λυπημένο μυστήριο του ερχομού και της αναχώρησης.
Φέρνουν μνήμες από μακρινές αποβάθρες κι άλλες στιγμές
Της ίδιας ανθρωπότητας σ’ άλλα λιμάνια, με τρόπο διαφορετικό.
Κάθε αγκυροβόλημα, κάθε βίρα τις άγκυρες
Είναι-το νιώθω μέσα μου σαν το αίμα μου-
Ασυνείδητα συμβολικό, τρομερά
Απειλητικό γεμάτο έννοιες μεταφυσικές
Πού αναστατώνουν μέσα μου αυτόν που υπήρξα…
Ά, όλη η αποβάθρα είναι μια νοσταλγία που πέτρωσε!
Κι όταν το πλοίο αφήνει την προβλήτα
Και φαίνεται μεμιάς πώς άνοιξε ένα ρήγμα
Ανάμεσα στο πλοίο και την αποβάθρα,
Με κατακλύζει, δεν ξέρω γιατί, μια πρόσφατη αγωνία,
Μια ομίχλη από συναισθήματα θλίψης
Πού λάμπει στον ήλιο του λιβαδιού της αγωνίας μου
Όπως το πρώτο παράθυρο σαν χτυπάει η αυγή,
Και με τυλίγει σαν την ανάμνηση ενός άλλου
Πού υπήρξε μυστηριωδώς δικιά μου.

Ά, ποιος ξέρει, ποιος ξέρει,
Αν δεν έφυγα κάποτε, πρίν από ‘μένα,
Από μια αποβάθρα. Αν δεν άφησα, πλοίο στον πλάγιο
Ήλιο της αυγής,
Κάποιο λιμάνι άλλου είδους;
Ποιος ξέρει αν δεν άφησα, πρίν η ώρα
Του εξωτερικού κόσμου όπως εγώ τον βλέπω
Αρχίσει να λάμπει για μένα,
Μια μεγάλη αποβάθρα με κόσμο λιγοστό,
Σε μια μεγαλούπολη την ώρα που ξυπνάει,
Πολιτεία απέραντη, εμπορική, τεράστια, συμφορητική,
Αν αυτό είναι δυνατόν έξω από το Χώρο και το Χρόνο;

Ναι, από μια αποβάθρα, μια αποβάθρα κατά κάποιον τρόπο υλική,
Πραγματική, ορατή σαν αποβάθρα, αποβάθρα πραγματικά,
Την Απόλυτη Αποβάθρα πού το πρότυπό της μιμούμαστε ασυνείδητα
Θυμόμαστε αδιάφορα
Όταν εμείς οι άνθρωποι χτίζουμε
Τις αποβάθρες στα λιμάνια μας,
Τις αποβάθρες μας με πέτρα σημερινή πάνω σ’ αληθινό νερό,
Πού μόλις υψωθούν γίνονται ξαφνικά
Πράγματα-Πραγματικά, Πνεύματα-Πράγματα, Ενότητες Πέτρας-Ψυχής,
Κάποιες στιγμές μας που ορίζει ένα συναίσθημα-ρίζα
Όταν στον εξωτερικό κόσμο σαν να ανοίγει μια πόρτα
Και, χωρίς ν’ αλλάξει τίποτα,
Όλα προβάλλουν διαφορετικά.

Ά, η Μεγάλη Αποβάθρα απ’ όπου ξεκινήσαμε Πλοία-Έθνη!
Η Μεγάλη Αρχική Αποβάθρα, αιώνια και θεία!
Από ποιο λιμάνι; Σε ποια νερά; Και γιατί τα σκέφτομαι όλα αυτά;
Αποβάθρα Μεγάλη όπως οι άλλες, όμως Μοναδική.
Γεμάτη όπως όλες οι αποβάθρες από θορυβώδεις σιωπές της αυγής,
Που ξυπνάει το χάραμα με τη φασαρία των γερανών
Και τις αφήξεις των τραίνων με τα εμπορεύματα,
Κάτω από το μαύρο, περαστικό και ελαφρό σύννεφο
Του καπνού απ’ τις καμινάδες των κοντινών εργοστασίων
Πού σκοτεινιάζει το μαύρο χώμα με λαμπερή καρβουνόσκονη
Σαν την σκιά ενός σύννεφου που πέρασε πάνω στα σκοτεινά νερά.

Ά, οποία ουσία μυστηρίου και αισθήσεων που πάγωσαν
Σε θεία έκσταση αποκαλυπτική
Τις ώρες που χρωματίζει η σιωπή και η αγωνία
Μπορεί να γίνει γεφύρι ανάμεσα στις αποβάθρες και την Αποβάθρα!

Αποβάθρα που καθρεπτίζεται μαύρη πάνω στα ακίνητα νερά,
Φασαρία πάνω στα καράβια,
Ώ, ψυχή περιπλανώμενη και ασταθής των ταξιδευτών,
Των συμβολικών ανθρώπων που περνούν και που τίποτα μ’ αυτούς δεν διαρκεί,
Γιατί όταν το πλοίο επιστρέφει στο λιμάνι
Κάτι έχει αλλάξει στον κόσμο του!

Ώ συνεχείς αποδράσεις, αναχωρήσεις, μεθύσι του Διαφορετικού!
Αιώνια ψυχή των ναυτιλλομένων και των ταξιδιών της θάλασσας!
Σκαριά που καθρεπτίζονται αργά στο νερό,
Όταν το πλοίο βγαίνει απ’ το λιμάνι!
Να επιπλέεις σαν την ψυχή της ζωής, να ταξιδεύεις σαν φωνή,
Να ζεις τη στιγμή τρέμοντας πάνω στα αιώνια νερά.
Να ξυπνάς για μέρες παρθενικότερες από τις μέρες της Ευρώπης,
Να βλέπεις μυστηριώδη λιμάνια πάνω στη μοναξιά των θαλασσών,
Να προσπερνάς μακρινά ακρωτήρια που κρύβουν ξαφνικά απέραντα τοπία
Μέσα από αναρίθμητες έκπληκτες πλαγιές…

Ά, οι μακρινές παραλίες, οι αποβάθρες ιδωμένες από μακριά,
Κι ύστερα οι κοντινές παραλίες, οι αποβάθρες ιδωμένες από κοντά.
Το μυστήριο της κάθε αναχώρησης και του κάθε ερχομού,
Η οδυνηρή αστάθεια και ακατανοησία
Αυτού του αδιανόητου σύμπαντος
Πού το νιώθουμε περισσότερο στο πετσί μας την κάθε ώρα της θάλασσας!
Ο παράλογος λυγμός που σκορπίζουν οι ψυχές μας
Πάνω στα νερά θαλασσών διαφορετικών με νησιά στο βάθος,
Πάνω στα μακρινά νησιά πέρα απ’ τις ακτές που αφήνουμε πίσω μας,
Πάνω στα λιμάνια που πλησιάζουν ολοκάθαρα με τα σπίτια τους και τους
    ανθρώπους τους,

Για το πλοίο που σιμώνει.

Ά, η δροσιά των πρωινών όταν φτάνεις,
Και η χλωμάδα των πρωινών όταν φεύγεις,
Όταν τα σπλάχνα μας συσπώνται
Και μια ακαθόριστη αίσθηση που μοιάζει με φόβο
Ο αρχέγονος φόβος της απομάκρυνσης και της αναχώρησης,
Η μυστηριώδης αρχέγονη ταραχή μπροστά στην Άφιξη και το Καινούργιο-
Κάνει το πετσί μας να ριγεί και μας φέρνει ναυτία,
Κι όλο το ταραγμένο σώμα μας νιώθει,
Σαν να ‘ταν η ψυχή μας,
Μια ανεξήγητη επιθυμία να μπορέσει να τα νιώσει όλα αυτά διαφορετικά.
Μια νοσταλγία για κάτι αόριστο,
Μια αναστάτωση συναισθημάτων για κάποια ακαθόριστη άραγε πατρίδα;
Ποια ακτή; Ποιο πλοίο; Ποια αποβάθρα;
Πού μέσα μας η σκέψη αρρωσταίνει,
Και μένει μόνο στην ψυχή μας ένα μεγάλο κενό,
Μια κενή πλησμονή θαλασσινών στιγμών,
Και μια ακαθόριστη ανησυχία σαν πόνος ή πλήξη
Αν ήξερε πώς να γίνει…

Το καλοκαιρινό πρωινό είναι, ωστόσο, ακόμη δροσερό.
Μια ελαφριά νυχτερινή νάρκη πλανάται ακόμη στην ταραγμένη ατμόσφαιρα,
Το τιμόνι μέσα μου επιταχύνει ελαφρώς.
Και το υπερωκεάνειο ολοένα και πλησιάζει, γιατί ασφαλώς πλησιάζει,
Κι όχι πώς εγώ το βλέπω να κινείται τόσο μακριά που βρίσκεται.

Στη φαντασία μου, είναι κιόλας κοντινό και ορατό
Απ’ άκρη σ’ άκρη βλέπω τη γραμμή των φινιστρινιών του,
Και μέσα μου τρέμουν όλα, η σάρκα μου και το πετσί μου,
Εξαιτίας αυτού του ανθρώπου που δεν φτάνει ποτέ με κανένα πλοίο
Κι ήρθα και σήμερα να τον περιμένω στην αποβάθρα, ύστερα από ένα πλάγιο
    μήνυμα.

Τα πλοία που μπαίνουν,
Τα πλοία που βγαίνουν απ΄ τα λιμάνια,
Τα πλοία που περνούν μακριά
(Φαντάζομαι πώς τα βλέπω από μια έρημη παραλία)-
Όλα αυτά τα πλοία μεταφυσικά σχεδόν στην κίνησή τους,
Όλα αυτά τα πλοία με συγκινούν σαν να ήταν κάτι άλλο
Και όχι μονάχα πλοία, πλοία που έρχονται και φεύγουν.

Και τα πλοία τα ιδωμένα από κοντά, κι αν ακόμη και αν δεν είναι για να ταξιδέψεις,
Ιδωμένα από χαμηλά, απ’ τα πλοιάρια, τείχη υψηλά από λαμαρίνες,
Ιδωμένα από τα μέσα, απ’ τις καμπίνες, τα σαλόνια, τις αποθήκες,
Κοιτάζοντας από κοντά τα κατάρτια, καθώς ορθώνονται ψηλά,
Αγγίζοντας τα σχοινιά, κατεβαίνοντας τις απότομες σκάλες.
Αναπνέοντας τη μεταλλική και θαλασσινή βαρειά μυρουδιά όλων αυτών των
        πραγμάτων-
Τα πλοία τα ιδωμένα από κοντά είναι μαζί το άλλο και το ίδιο
Φέρνουν την ίδια νοσταλγία και την ίδια αγωνία αλλά με άλλον τρόπο.

Όλη η θαλασσινή ζωή! Όλα τα της θαλασσινής ζωής!
Διεισδύει στο αίμα μου όλη αυτή η λεπτή γοητεία
Και σκέφτομαι ατέλειωτα τα ταξίδια.
Ά, οι γραμμές των μακρινών ακτών που τις πλακώνει ο ορίζοντας!
Ά, τα ακρωτήρια, τα νησιά, οι αμμουδερές παραλίες!
Οι θαλασσινές μοναξιές, σαν κάποιες στιγμές στον Ειρηνικό
Όπου δεν ξέρω τι μας έμαθαν στο σχολείο
Και βαραίνει στα νεύρα μας η γνώση πώς είναι ο πιο μεγάλος των ωκεανών
Κι ο κόσμος κι η γεύση των πραγμάτων γίνονται έρημος μέσα μας!
Η έκταση η πιο ανθρώπινη, η πιο αφρισμένη, ο Ατλαντικός!
Ο Ινδικός, ο πιο μυστηριώδης όλων των ωκεανών!
Η Μεσόγειος, υπάκουη, χωρίς μυστήριο κανένα, κλασική, μια θάλασσα πού
     γλύφει
Τις πλατείες ενώ τις κοιτάζουν απ’ τους διπλανούς κήπους λευκά αγάλματα!
Όλες τις θάλασσες, όλα τα στενά, όλες τις παραλίες, όλους τους κόλπους,
Θα ήθελα να τα σφίξω όλα στην αγκαλιά μου, να τα νιώσω και να πεθάνω!

Κι εσείς, πράγματα ναυτικά, παλιά παιχνίδια των ονείρων μου!
Πλάστε την εσωτερική μου ζωή έξω από μένα!
Καρίνες, κατάρτια και πανιά, πηδάλια, σχοινιά,
Καμινάδες, έλικες, κόφες, σημαίες,
Σχοινιά, κουβούσια, καζάνια, αγωγοί, βαλβίδες,
Χυθείτε μέσα μου, σε σωρούς, φύρδην μίγδην,
Σαν το ανάκατο περιεχόμενο ενός συρταριού που χύθηκε στο δάπεδο!
Γίνετε εσείς ο θησαυρός της πυρετικής μου τσιγκουνιάς,
Γίνετε εσείς οι καρποί του δέντρου της φαντασίας μου,
Θέμα των τραγουδιών μου, αίμα στις φλέβες της εφυϊας μου,
Εσείς ο σύνδεσμός μου με τον έξω κόσμο μέσω της αισθητικής,
Δώστε μου μεταφορές, εικόνες, λογοτεχνία,
Γιατί στ’ αλήθεια, απολύτως, κυριολεκτικά,
Οι αισθήσεις μου είναι πλοίο αναποδογυρισμένο,
Η φαντασία μου, άγκυρα μισοβουλιαγμένη,
Οι πόθοι μου, σπασμένο κουπί,
Και το νευρικό μου σύστημα, δίχτυ που στεγνώνει στην παραλία!

Κάπου στο ποτάμι ηχεί μια σειρήνα, μόνο μιά,
Και τρέμει όλο το έδαφος του ψυχισμού μου.
Όλο και πιο γρήγορα γυρίζει το τιμόνι μέσα μου.
……………………………………………………………
Πέρνα, βαπόρι αργό, πέρνα και μη σταματάς…
Φύγε μακριά μου, να μη σε βλέπω πιά,
Βγές απ’ την καρδιά μου,
Χάσου στα πέλαγα, στα πέλαγα, ομίχλη ευλογημένη.
Χάσου, ακολούθησε τη μοίρα σου κι άσε με…
Κι εγώ ποιος είμαι που κλαίω και ρωτάω;
Ποιος είμαι εγώ που σου μιλάω και σ’ αγαπώ;
Ποιος είμαι που σε βλέπω και ταράζομαι;
Φύγε απ’ την προβλήτα, ο ήλιος ψηλώνει, γίνεται χρυσός,
Γυαλίζουν οι σκεπές στα κτίρια της αποβάθρας,
Η πόλη εδώθε αστράφτει ολόκληρη…
Φύγε, άσε με. Γίνε
Πρώτα το πλοίο καταμεσής του ποταμού, ορατό και καθάριο,
Ύστερα το πλοίο που απομακρύνεται, μικρό και μαύρο,
Ύστερα, σημείο ακαθόριστο στον ορίζοντα (ά, τι αγωνία!),
Σημείο ολοένα και πιο ακαθόριστο στον ορίζοντα…
Μετά τίποτα, μονάχα εγώ και η θλίψη μου,
Κι η μεγάλη πολιτεία τώρα ηλιόλουστη
Κι η ώρα πραγματική και γυμνή σαν αποβάθρα πού δεν έχει πιά καράβια,
Κι η αργή περιστροφή του γερανού σαν το διαβήτη που γυρίζει,
Χαράζοντας το ημικύκλιο μιάς άγνωστης συγκίνησης
Στην ταραγμένη σιωπή της ψυχής μου….
       ΑΛΒΑΡΟ ΝΤΕ ΚΑΜΠΟΣ, Μηχανικός
Μετάφραση Μαρία Παπαδήμα.
    Και μόνο αυτή η δεύτερή του ποιητική ωδή, η «Θαλασσινή Ωδή», αυτή η μακροσκελής θεατρόμορφη και κυματιστή ποίηση να μας είχε διασωθεί από το ογκώδες ποιητικό και στοχαστικό έργο του πορτογάλου ποιητή Φερνάντο Πεσσόα, θα άξιζε να συναριθμείται ανάμεσα στους μεγάλους ποιητές της προηγούμενης εκατονταετίας στον δυτικό κόσμο. Ποιος κάτοικος της μεσογειακής λεκάνης και όχι μόνο, που διαβάζει σποραδικά έστω ποίηση, και θα ξεφυλλίσει την ποιητική αυτή συλλογή του Πεσσόα δεν θα συγκινηθεί, δεν θα αισθανθεί κάτι μέσα του, δεν θα νιώσει τις αντένες της ευαισθησίας του να σκιρτούν, δεν θα νιώσει μια κρυφή αγαλλίαση, καθώς διαβάζει την σταδιακά εντεινόμενη ποιητική φωνή του πορτογάλου ποιητή. Αυτό το ταξίδι της ψυχής του ποιητή που σαν άλλο γλαροπούλι ακολουθεί την ρότα της αναχώρησης και της επιστροφής των καραβιών είναι κάτι μάλλον το μοναδικό, όχι μόνο στην θαλασσινή λογοτεχνία και ποίηση. Μια μυστική ανάβαση-αναχώρηση της ψυχής σε πελάγη ανεξερεύνητων ονείρων, άγνωστους ωκεανούς φαντασίας. Σαν θαλασσογράφος εικαστικός ο ποιητής Φερνάντο Πεσσόα αναδύει εκατοντάδες εικόνες και περιπέτειες, αντικείμενα της ναυτοσύνης, αρματωσιές καραβιών, περιπέτειες της ναυτοσύνης και των ναυτικών, παράλληλα με μια παραγωγή αντίστοιχων εσωτερικών του συναισθημάτων, ιδιαίτερων του ποιητή εκφράσεων, μια σύζευξη του έξω θαλασσινού κόσμου με τον μέσα του, χωρίς τίποτα να είναι ψεύτικο ή αναληθές, τίποτα το επίπλαστο ή το προσποιητό. Ο ποιητικός λόγος ακολουθεί έναν θαλάσσιο κυματισμό γαλήνης ή φουρτούνας, ανάλογα με τιε θεματικές ενότητες της ωδής. Μια αίσθηση ήρεμου παιχνιδιού βλέπουμε να διαδραματίζεται μεταξύ των εσωτερικών αναταραχών της ψυχής του ποιητή και εκείνου των προς αναχώρηση ή επιστροφή καραβιών. Μια κοινή δράση γεγονότων και αισθήσεων που εξάπτει την φαντασία μας χωρίς καμιά επίγνωση προσπάθειας. Εναύσματα ζωής θαλασσινής και ταξιδιού που ο ποιητής είναι ένας διαρκής αναχωρητής, ένας ταξιδευτής και εξερευνητής του μυστηρίου των θαλασσών και του κόσμου. Η Θαλασσινή Ωδή δομείται πάνω σε αυτό το ταξίδι ή στην αναμονή του. Τίποτα στην Ωδή αυτή δεν είναι πλεονάζον στολίδι, μπαρόκ περιγραφή, διάκοσμος για να καλύψει τα κενά του κεντρικού στόχου της σύνθεσης. Όλες οι εικόνες που μας αναδεικνύει ο Πεσσόα είναι απαραίτητες έχουν μια νοσταλγική ιερογλυφικότητα. Το εφικτό της εμπειρίας του ποιητή γίνεται και εφικτό της φαντασίας του. Τίποτα το διανοητικό δεν συναντάμε στην ποίηση αυτή που είναι βγαλμένη μέσα από τις προσωπικές εμπειρίες του Φερνάντο Πεσσόα.
Η μακροσκελής αυτή Ωδή, η τόσο τέλεια αρχιτεκτονημένη από τον Πεσσόα, που μπορεί να διαβαστεί απνευστί από έναν αναγνώστη, να παρασταθεί πάνω στο σανίδι από ελάχιστους υποκριτές, να ψιθυριστεί κατά μόνας, ή να διαβαστεί δυνατά μπροστά σε ακροατήριο διαθέτει την πλαστικότητα που έχουν τα κλασικά έργα, τον μυστικό χαρακτήρα που έχει η λεγομένη συναισθηματική ποίηση, την εικονιστική μουσικότητα που έχουν ορισμένα ρομαντικά έργα. Είναι μια ποίηση εικονιστική, μια συνεχόμενη και αυξανόμενη σειρά εικόνων που οδηγούν στον αναβαθμό της ψυχής. Ο ποιητικός λόγος οργανώνεται γύρω από ένα σταθερό μοτίβο σαν το μουσικό επαναλαμβανόμενο αυξητικά Μπολερό του συνθέτη Μωρίς Ραβέλ. Ένα σταθερό πολυμοτίβο που ανελίσσεται διαρκώς προς τα άνω χρησιμοποιώντας σταθερούς ρυθμούς και τόνους. Η αρμονία των επιμέρους επεισοδίων μέσα στην σύνολη σύνθεση βρίσκεται σε αυτή την επαναλαμβανόμενη εσωτερική της ψυχής ποιητική του έκπληξη και ενατένιση ζωής. Η ζωή του είναι ένα συνεχές ταξίδι που προέρχεται από την πραγματικότητα γύρω του. Παρατηρεί τα καράβια και τα λιμάνια και ονειρεύεται το δικό του αύριο. Τα πάντα της θάλασσας είναι προσιτά στην εσωτερική του όραση. Ένα ποιητικό Εσύ που δεν προέρχεται από τον άλλον αλλά από τα καράβια και τα διαρκή ταξίδια τους. Ένας κοσμοπολιτισμός των καραβιών που μεταφέρουν πάω τους κάθε ενδόμυχη ελπίδα του. Τα καράβια έχουν ψυχή όπως η φαντασία του διαθέτει το σκαρί της. Ένας ούριος θαλάσσιος άνεμος που καθώς δίνει ώθηση στα αραγμένα πλοία για να αρχίσουν το ταξίδι τους, ταυτόχρονα αναζωογονεί τις αισθήσεις του και του τροφοδοτεί τις προϋποθέσεις για να συνθέσει την ποιητική του Ωδή.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πρώτη γραφή σήμερα, 26/5/2018
Πειραιάς, το πρώτο λιμάνι της χώρας που αποπλέουν και εισέρχονται τα πλοία.
Θάλαττα, Θάλλατα που έλεγε και ο αρχαίος ιστορικός.