Πέμπτη 20 Ιουνίου 2019

Η Τραγωδία Σίβυλλα του Ποιητή Άγγελου Σικελιανού


       ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗ ΣΙΒΥΛΛΑ
          υπό Άγγελου Σικελιανού

      Για τους αρχαίους μεγάλους στοχαστές, που ξεκινήσανε μ’ αφετηρία το «πλήρες πνεύμα», κι όχι τους κατώτερούς του όρους, για να προσδιορίσουνε και να φωτίσουνε και στη συνείδηση των άλλων την αυθεντική υπόσταση του Ανθρώπου, η ΜΑΝΤΟΣΥΝΗ ήταν η άκρη σκοπιά, η συνισταμένη όλων των άλλων της ψυχής λειτουργιών.
     Η Μαντοσύνη αυτή δεν είναι μεταφυσική θεώρηση, αλλά η ουσιαστική απόδοση της βαθιάς αισθαντικότητας του Ανθρώπου, της αισθαντικότητας εκείνης που συναπαρτίζει μες στον Άνθρωπο αυτή την ίδια την υπόσταση του Α ν θ ρ ω π ι σ μ ο ύ του, στην αυθεντική και γενικώτατη έννοιά του.
      Γιατί υπάρχουνε δυό βαθμοί Αισθαντικότητας: ο ένας που διαβλέπει μες στη γενική πραγματικότητα, σε κλίμα ολοένα πιο μεγάλη, αλλά σχεδόν στην επιφάνεια, μύριες αποχρώσεις της ζωής, και που διαφοροποιεί ολοένα, πιο πολύ, σε μύριες αναλυτικές αξίες, το νόημά της ‘ κι’ ένας άλλος που, ριζώνοντας  στο πιο βαθύ υποσυνείδητο του Ανθρώπου, τον υποχρεώνει να αισθάνεται ενταγμένος μες σε μιάν Ολότητα που ίσως να τον ξεπερνάει, αλλά τον κάνει και να νιώθεται απόλυτα αλληλέγγυος μαζί της.
     Κι’ όσο μεν για τον πρώτο βαθμό Αισθαντικότητας, αυτός ανήκει γενικά στους περισσότερους ανθρώπους και ειδικότερα σ’ εκείνους που ζητάνε ,κατά βάση, στην ανάλυση το φως και την εξήγηση της ζωής. Ως προς το δεύτερο βαθμό, που ΄ναι και ο ύψιστος, αυτός ανήκει ipso jure στους Δημιουργούς, στους Ποιητές.
     Χάρη λοιπόν σ’ αυτό τον δεύτερο βαθμόν Αισθαντικότητας ο Προφήτης, ο Δημιουργός, ο Ποιητής διαπιστώνει μες στον ίδιο τον εαυτό του κάποια «μέθεξη» πρωταρχική όχι μόνο γενικά ή αφηρημένα με τη Φύση, με τους συνανθρώπους του, με τα όντα, με τη σύνολη Κοσμική Ζωή, αλλά πιο συγκεκριμένα και πιο υπεύθυνα μ’ αυτή την ίδια βιωμένη από τον Άνθρωπο ΙΣΤΟΡΙΑ.
     Η Ιστορία, γι’ αυτούς που τους ανήκει ο πρώτος της Αισθαντικότητας βαθμός, είναι μια αλλεπάλληλη δραματική διαδοχή γεγονότων, ανάμεσα στα οποία συνθλίβεται ή εξαίρεται μέσα τους, και πότε χάνεται στα σύννεφα συμπαρασύροντας στα γενικά σκοτάδια την ψυχή τους, πότε αστράφτει με ξεχωριστά αισιόδοξη, αλλά κ’ εφήμερα δημιουργικήν αναλαμπή.
     Αλλά για τον Προφήτη, για το Δημιουργό, για τον Ποιητή, που συμμετέχει από τα βάθη του καθολικού του υποσυνείδητου στην Ολότητα του Κόσμου, κ’ επομένως που ξέρει απόλυτα πως η Ανθρωπότητα, που διαιωνίζεται καθώς ο Προμηθέας, δεν πεθαίνει απ’ τις μεταμορφώσεις της, αλλ’ ακριβώς  α ν α γ ε ν ν ι έ τ α ι, ο ανώτερος αυτός βαθμός Αισθαντικότητας, που προείπα, είναι αυτός ο ίδιος ένα πολιτικόν αστέρι και μια δάδα πού φωτίζει στην ιστορική, τη χρονική διαδοχή των γεγονότων μ’ ένα φως απόλυτα έγκυρο, ανάμεσα από όλους τους καιρούς κι’ από όλους ανεξαίρετα τους τόπους, που κι’ αυτοί κι εκείνοι είναι οι κρίκοι μιας τεράστιας άλυσης, αδιάφορο αν αυτή η άλυση μας έχει δεσμευμένους χρονικά μέσα στον Άδη, ή μας τραβάει σταθερώτερα ολοένα προς τ’ απάνω, προς την Κοσμικήν Αλήθεια, προς την πλέρια Ελευθερία, Ισορρόπηση και Δικαιοσύνη.
     Αυτοί που διάβασαν το Δεκέμβρη του 1940 στο τεύχος 335 της «Νέας Εστίας» το άρθρο μου με τον γενικό τίτλο «Κάτω από το βλέμμα των Σιβυλλών» (1) και την εισαγωγή του, είναι σε θέση να γνωρίζουνε στις γενικές γραμμές από πού επήγασε η τραγωδία μου «Σίβυλλα» γραμμένη τον Αύγουστο και την πρώτη εβδομάδα του Σεπτέμβρη του ίδιου χρόνου. Η Αισθαντικότητά μου κατά τον χρόνο εκείνο με υποχρέωνε, σύμφωνα με τον ίδιο νόμο πού υψώνει τα πουλιά σε ανώτερα στρώματα ατμόσφαιρας για να τα προσανατολίσει με διαύγεια στον καιρό και τους ορίζοντες, να επιδιώξω μια ορισμένη ιστορική πνευματική σκοπιά απ’ όπου έβλεπα κιόλας το κινούμενο έναντί μας μέλλον. Ξαναπήρα λοιπόν τότε, τον καιρό εκείνο, τις αντικειμενικές ιστορικές σκοπιές που μου χρειαζόντανε για να κρατήσω μες στη διάρκεια τη φρουρά μου αυτή, τον Πλούταρχο, τον Παυσανία, το Δίωνα, τον Κάσσιο, το Σώπατρο, από τους δικούς μας, κι από τους Λατίνους το Σουετώνιο, το Λουκανό, τον Τάκιτο, τον Πλίνιο, το Σενέκα, καθώς και μια εκτενέστατη βιβλιογραφία από σύγχρονους ιστορικούς ερευνητές, ώστε μ’ αυτό τον τρόπο να κατοχυρώσω και μ’ αντικειμενική επίγνωση το προαισθαντικό αίτημά μου.
     Το παρελθόν ερχότανε έτσι να φωτίσει σε ανταπόκρισιν απόλυτη το τότε επερχόμενο παρόν, αλλά προπάντων την αιώνια θέση του ποιητικού αιτήματός μου, απόλυτα αλληλέγγυου μ’ ολόκληρη την εθνική μας Ιστορία κ’ υποσυνείδητα, την ώρα εκείνη, μέσα σ’ όλους μας κοινού. Γι’ αυτό και τότε, υπακούοντας σε μιαν ώθηση  εσωτερικήν ανένδοτη, διάλεξα, για να φωτίσω και στην ίδια την ψυχή μου και στους άλλους μιάν ιστορικά ομόλογη με τη δική μας εποχή, το Μύθο της «Σίβυλλας».
       Λίγα λόγια θα ‘χα να προσθέσω σχετικά μ’ αυτή την εκλογή.
    Η υπέρτερη εκείνη Αισθαντικότητα, η υποσυνείδητα και ολοκληρωτικά μέτοχη της κοσμικής καθώς κι ακέριας της ιστορικής ζωής της Ανθρωπότητας (που καθώς είπα παραπάνω ανήκει στον Προφήτη, στο Δημιουργό, στον Ποιητή) ενσαρκωνόταν μόνιμα για τους Αρχαίους από τη γυναικεία Αισθαντικότητα στην εξωχρονική κ’ εξωσεξουαλική της τοποθέτηση στον κόσμο, και η ενσάρκωση αυτή αποτέλεσε για την αρχαιότητα έναν απ’ τους επισημότερους και κεντρικότερους κοινωνικούς δημιουργικούς θεσμούς. Στην ιεραρχία των ανθρωπίνων Τεχνών η Μαντοσύνη που προανέφερα κατείχε μια καθολικά πνευματική συγχρόνως και δημιουργική πρωτοβαθμίδα.
     «Των τεχνών γάρ, τας μεν η χρεία συνέστησεν εξ αρχής και μέχρι νύν διαφυλάσσει. Τας δε ηδονή προσηγάγετο και κατέσχε. Έτσι δε, ως την πιθανότητα και την ακρίβειαν και το καθάριον  βία υπό χάριτος αύξεται»
      Πρόκειται για τη Μαντοσύνη που δεν εξαγγέλει «την κατά συμφωνίαν αλήθειαν, αλλ’ ήτις σύνδρομον έχει τω αληθεί το είναι αυτής και την ουσίαν, και τούτον εστί αυτής το είναι, η Α λ ή θ ε ι α»’ η καθαρή, η πάναγνη Αλήθεια, που δεν είναι κατασκεύασμα του νου, δεν είναι απροσδιόνυση Λογική, αλλά που συνθέτοντας σε γιγαντιαίο συγκραδασμό το Διόνυσο με τον Απόλλωνα είναι αυτή η «λελογισμένη μη-Λογική» που αναζητάνε εναγώνια οι νεώτεροι φιλόσοφοι και που είναι η αποκαλυπτική, η χρησμοδότρια σύνθεση της καθαρής ανθρώπινης ψυχής. Και είναι προπάντων η Αλήθεια που στους πραγματικούς Ποιητές λυτρώνεται βαθμιαία σ’ αστραπές διαδοχικές βαθιά τους, ώσπου αγάλι-αγάλι να μπορούν να συγκρατούν σαν σταθερό φαινόμενο αυτό που στις αρχές δεν ήτανε παρά μια έκλαμψη περιοδική της διαίσθησής του. Η Αλήθεια, τέλος, στην οποία, κατά την εποχή που δεν υπάρχουν οι Πυθίες και δεν υπάρχουν οι Προφήτες, ο Ποιητής χρωστά ν’ ανάγει τον καιρό του και το λαό του ως προς την υπέρτατην Αξία, που διεκδικεί τη σφαιρική ολοκλήρωση του Ανθρωπισμού μας και που τίποτα στον κόσμο δεν δικαιούται να την αγνοήσει, να τη συσκοτίσει ή να της ασεβήσει.
               ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ
(1)Η λέξη «Σίβυλλα» στο έργο αυτό τονίζεται πότε στην παραλήγουσα και πότε στην προπαραλήγουσα, όχι απλά για τις ανάγκες του στίχου, αλλά γιατί στην εποχή που αναπτύσσεται ο Μύθος ήταν σε χρήση ο διπλός τούτος τονισμός.
Σημειώσεις:
Συμπληρώνονται  φέτος εκατόν τριάντα πέντε χρόνια από την γέννηση και εξήντα οκτώ από τον θάνατο (Λευκάδα 14/3/1884- Αθήνα 19/6/1951) του ποιητή Άγγελου Σικελιανού. Ενός έλληνα ποιητή του προηγούμενου αιώνα, που οραματίστηκε και κατόρθωσε να οικοδομήσει τον προσωπικό του μύθο εν ζωή. Ο Σικελιανός υπήρξε για την πλειονότητα των ελλήνων ποιητών και συγγραφέων της εποχής του, ένας μεγάλος έλληνας λυρικός ποιητής, μια ίσως, ιδιαίτερη πνευματική προσωπικότητα, με καταβολές ή που προέρχονταν από την αρχαία ελληνική ιστορία, τους κοινωνικούς συμβολικούς μύθους της ελληνικής παράδοσης. Ένας εν ζωή μύθος που καλλιέργησε στον προσωπικό του βίο, τις δημόσιες εκδηλώσεις και εμφανίσεις του. Ο Άγγελος Σικελιανός (ας επαναλάβουμε κουραστικά) έζησε σαν ένας εν ζωή ζωντανός μύθος και έφυγε από τον μάταιο τούτο κόσμο επίσης σαν μύθος, παραμένοντας στην μνήμη των μεταγενεστέρων σαν θρύλος. Είναι ο μοναδικός μάλλον έλληνας ποιητής της προηγούμενης χιλιετίας, που άφησε από τα νεανικά του χρόνια πίσω του, τα καθιερωμένα πνευματικά αποδεκτά κράσπεδα του ρόλου του Ποιητή-αυτά που συνήθως προβάλει πάνω του το κοινωνικό σώμα-και με την φυσική του παρουσία και μόνο, αρχιτεκτόνησε ο ίδιος (και οι γύρω του) έναν απόκοσμο κάπως μύθο γύρω από το άτομό του. Ο Άγγελος Σικελιανός γνώριζε την τέχνη να μαγνητίζει τα πλήθη που τον άκουγαν και τον ακολουθούσαν. Δεν ήταν απλά ένας θαυμάσιος σκηνοθέτης του κοινωνικού και πνευματικού του ρόλου στην εποχή του και στην πατρίδα του, αλλά, και, ο διαρκής ερμηνευτής του. Γιατί ο Σικελιανός, δεν υπήρξε μόνο ένας σημαντικός ποιητής της ελληνικής παράδοσης, είταν ο Ποιητής-Μύστης. Ήταν ο τιτάνας Αλαφροΐσκιωτος. Ένα ποιητικό μέγεθος (στην σύνολη παρουσία του) που δεν μπορούσε να μετρηθεί με τα παραδοσιακά περί ποιητών μέτρα των υπολοίπων ελλήνων δημιουργών. Ήταν ο έλληνας Δάντης που κατάκτησε όχι μία αλλά πολλές βουνοκορφές του ελληνικού ποιητικού παραδείσιου Ελικώνα, δυναμικά και τροπαιοφόρα. Προφητικά και μυσταγωγικά.  Ήταν η ποιητική μυσταγωγική μέθεξη των καιρών του. Ο Εθνικός Ποιητής που προέρχονταν από το ένδοξο ελληνικό ποιητικό και φιλοσοφικό παρελθόν της αρχαίας ελλάδος και βάδιζε οραματικά και προφητικά προς το μέλλον. Ήταν το ηχείο των μαντικών ελληνικών φωνών του έθνους. Η βροντώδη λυρική ποιητική φωνή του έθνους των ελλήνων, μέσα από ολύμπιους κεραυνούς και καταιγίδες. Το Ηρωικό πνεύμα της Ελευθερίας της χώρας του. Η ποιητική φωτοδοσία της παράδοσης, που θέλει τους Ποιητές-Μύστες και μπροστάρηδες αγωνιστές. Η εκθαμβωτική της αρχαία μοίρα που αναβίωσε μέσα στο έργο του. Έτσι όπως φιλοδόξησε και πέτυχε να αναβιώσει μαζί με την πρώτη του σύζυγο την Εύα Πάλμερ Σικελιανού τις Δελφικές Εορτές. Όχι σαν ανάμνηση παλαιών αρχαίων κλεών αλλά σαν μια ζώσα σύγχρονη πραγματικότητα του καιρού του που θα συνεχίζονταν και στο μέλλον. Οι μαρτυρίες όσων των γνώρισαν από κοντά είναι ξεκάθαρες και δεν επιδέχονται αμφισβήτηση. Μυθική παρουσία, περίλαμπρη κορμοστασιά, φυσική του ανδρός ομορφάδα, μέτωπο καθαρό και μεγάλο, ιεροφαντική αυθορμησία, οντολογική, βροντώδη φωνή, απαγγελία υπερκόσμια, διθυραμβικός ήχος, γλώσσα συλλεγμένη από τα αρχαία προφητικά μεταλλεία, οραματικός στόχος και ποιητική προβολή, αστείρευτος της προσωπικότητάς του δυναμισμός, όλα αυτά που μαρτυρούν αυτοί που τον έζησαν από κοντά και υπήρξαν πνευματικοί του συνδαιτυμόνες, εξακολουθούν να σαγηνεύουν ακόμα, τους ελάχιστους θιασώτες και αναγνώστες του ελληνικού ποιητικού λόγου στις μέρες μας. Ο Σικελιανός, είτε εκφωνούσε τον επικήδειο του ποιητή Μιλτιάδη Μαλακάση, είτε έβαζε με τόλμη τον ώμο του κάτω από το κιβούρι του ποιητή Κωστή Παλαμά και εκφωνούσε το πασίγνωστο ποίημά του μέσα στην Κατοχή, μπροστά από τους ξένους εισβολής, ήταν η ηρωική ψυχή του ελληνικού έθνους. Ο μπροστάρης και εμψυχωτής τους. Ο υπερήφανος λόγος του, τα πανάρχαια ένδοξα μηνύματα και οι διδαχές που κόμιζε στον νέο ελληνισμό, στο σώμα της ελλάδος, ήχησε δοξαστικά, στεντόρεια, παιανικά, μυστικά μέσα στην πεντακάθαρη λαμπρότητά του, θεουργικά και μαντικά. Ήχησε σε μια χρονική περίοδο, που ο ελληνικός και ο ξένος ίσως ποιητικός λόγος, ακολουθούσε χνάρια χαμηλόφωνα, που προέρχονταν από τις πηγές του ρομαντικού λυρισμού και του συμβολισμού. Η περίπτωση του δασκάλου του γένους, του Κωστή Παλαμά, δεν συνέγειρε τα πλήθη όπως παλιά. Οι νέες ποιητικές φωνές ήταν συνήθως χαμηλόφωνες, καθόλου μεγαλόστομες, φωνές και ποιητικές οιμωγές του δωματίου, της κατά μόνας συγκίνησης, ορισμένες φορές της ατομικής περιπτωσιολογίας. Ο ποιητικός λόγος όπως και ο κόσμος, ήταν ήδη κατακερματισμένος, πολυδιασπασμένος, πολυμερισμένος θεματικά και τεχνικά. Είχε αρχίσει δηλαδή η ποίηση, να χάνει τον ηρωικός της τόνο, την πατριωτική της έξαρση, τον εθνικό της ενθουσιασμό και εμψύχωση, τον διθυραμβικό χαρακτήρα της, που προέρχονταν από το αρχαίο κλασικό παρελθόν, από την ιστορικοποίησή της. Η ελληνική ποίηση ανίχνευε ή μιμούνταν μοντέρνα χνάρια, αναζητούσε καινούργιες ευρωπαϊκές καταβολές προσέγγισης των δικών της φωνών. Νέα μονοπάτια θεματικής και στιχοποιίας, ύφους και τεχνικής. Είχε αρχίσει αναγνωστικά, να μην καλοχωνεύει τον ποιητικό λόγο της παράδοσης, να αισθάνεται άβολα με τις πατριωτικές ποιητικές φωνές που προέρχονταν από την ηρωική επανάσταση του 1821, από τα πολεμικά ανδραγαθήματα που ύμνησαν οι παλαιότεροι. Ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης βάδιζε υπερήφανος αλλά μονάχος. Ο άγνωστός μας Ανδρέας Κάλβος ανέμενε την ανακάλυψή του από τον Κωστή Παλαμά. Ο εθνάρχης της ελληνικής ποίησης Διονύσιος Σολωμός παρέμενε ένα μικρό ακόμα σημείο αναφοράς. Την δική του απόφαση να εκφωνήσει τον επικήδειο στον ποιητή Ούγο Φώσκολο επανέλαβε και ο Σικελιανός μεταγενέστερα. Οι καθαρευουσιάνικες ποιητικές φωνές περασμένων μεγαλείων έσβηναν μέσα στις ανθολογήσεις ποιημάτων. Οι δημοτικιστές και οι φωνές σαν του Κώστα Κρυστάλλη είχαν καλύτερη τύχη. Ανέτειλαν οι ποιητικοί καιροί της νέας ιστορίας και ιδεολογίας, της εθνικής αντίστασης και της μαρξιστικής αγωνιστικής ιδεολογίας. Η μεγαλόστομη φωνή του Άγγελου Σικελιανού, ο  Πινδαρικός τόνος και η χροιά της φωνής του, οι ποιητικές τους εξάρσεις, συμβολοποιούνταν στις νέες των ελλήνων συνειδήσεις σαν ένας ούριος άνεμος της παράδοσης που είχε αρχίσει να χάνεται. Και μάλιστα, των μυστικών και μαντικών ροών της.
Το ποιητικό ύφος του ποιητή, είναι συχνά πομπώδες γιαυτό ξενίζει, άλλες φορές ίσως και να απωθεί. Ανιχνεύονται «θεοσοφιστικά» στοιχεία ή «τεκτονικοί» χρωματικοί τόνοι και μυθικοί συμβολισμοί, ίσως και ένα πανάρχαιο τελετουργικό διάσπαρτο μέσα στο οικουμενικής μυητικής λειτουργίας αυτό έργο. (Όπως, αν δεν παρερμηνεύω στην μουσική σύνθεση «Μαγικός Αυλός» του Μότσαρτ). Από την άλλη, η ακραία μάλλον απόληξη του ρομαντικού κινήματος που είναι το επαναστατικό και ανατρεπτικό ρεύμα (κοινωνικό και καλλιτεχνικό) ο υπερρεαλισμός, του κινήματος ορισμένων ακραίων αλλά αποφασισμένων δυναμικών δημιουργών, έσπασε τον παλαιότερο ποιητικό καθρέφτη της ευρωπαϊκής παράδοσης του δυτικού κόσμου γενικότερα. Κομμάτιασε όχι μόνο το είδωλο του παλαιού κόσμου που αντικατοπτρίζονταν πάνω στον ποιητικό καθρέφτη των Ρομαντικών αλλά, επαναπροσδιόρισε το αξιακό σύστημα της Τέχνης και των αναφορών της. Ανέδειξε τις ιδιαιτερότητές της και τις αποκλίσεις της, ίσως τις παρανομίες και τις αιρέσεις της. Οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι που διεξήχθησαν πάνω στο γεωγραφικό σώμα της γηραιάς σκοτεινής ηπείρου, τα φριχτά και ανεξίτηλα αποτελέσματά τους στις συνειδήσεις, τις ζωές, τις ψυχές και τα σώματα των ίδιων των ευρωπαίων κατοίκων, οι μικρότερες αλλά όχι λιγότερο αιματηρές πολεμικές συρράξεις μεταξύ των κρατών, τα διαφόρων μορφών και ποικιλίας δικτατορικά καθεστώτα που επιβλήθηκαν από μοναρχίες, κοινοβουλευτικούς πολιτικούς ή στρατιωτικούς αρχηγούς, είχαν φέρει όχι μόνο την κόπωση στην γηραιά ήπειρο και τους κατοίκους της, αλλά, και την κάθε είδους αμφισβήτηση, σε πνευματικό, καλλιτεχνικό και πολιτικό επίπεδο. Απομάγευσαν τον Νέο Κόσμο καταλυτικά και ανεπίστρεπτα. Ο μεταπολεμικός ιδεολογικός και πολιτικός διπολισμός (από την μια τα κράτη του δυτικού ημισφαιρίου με την ανοιχτή οικονομία και κοινωνίες, τις καπιταλιστικές, και από την άλλη ο συνασπισμός των ανατολικών κρατών με την κλειστή-κρατικίστικης μορφής οικονομία και κοινωνίες, τις κομμουνιστικές) επέφερε το τέλος όχι ενός αιώνα ή μόνο μιας εποχής, αλλά το τέλος ενός κοσμοειδώλου των ανθρώπων και των κοινωνιών που οι πηγές του βρίσκονταν στην αρχαία ελληνική και λατινική γραμματεία και φιλοσοφία, την ιουδαϊκή θρησκευτική παράδοση και τις μυστηριακές θρησκείες και δοξασίες, προλήψεις και ηθικές αρχές της μεσογειακής λεκάνης και των χωρών της μέσης ανατολής. Κοινωνικές δοξασίες που μπόλιασαν τον μεσαιωνικό δυτικό κόσμο και παράλληλα, τον κόσμο των βυζαντινών, που ευτυχώς, παρά την Άλωση, ή ίσως και χάρις σε αυτήν, κληροδότησε στην Ευρώπη το μεγαλείο της Πλατωνικής και Αριστοτελικής σκέψης, των φωνών της Αναγέννησης και όχι μόνο. Ο Κόσμος του 20ου αιώνα είναι ο καταλύτης της παλαιάς φιλοσοφίας και κοινωνικής ερμηνείας των προηγούμενων της ανθρωπότητας αιώνων. Μιλώ πάντα για το δυτικό ημισφαίριο. Όταν οι παλαιότεροι κοινωνιολόγοι μιλούν για απομάγευση του Κόσμου, εννοούμε, μάλλον, αν δεν λαθεύω, για την αποπλατωνοποίησή του. Ο μοντέρνος και μεταμοντέρνος δυτικός άνθρωπος, ο μεταπολεμικός, βγήκε από το Σπήλαιο και δεν άναψε τους νέους οδοδείχτες της ζωής του με Πλατωνικά λυχνάρια ή Χριστιανικά καντηλέρια, αλλά, με τον Ηλεκτρικό λαμπτήρα της Επιστήμης και της Τεχνολογίας. Οι εφευρέσεις και τα επιτεύγματα της Επιστήμης και της Τεχνολογίας, άφηναν πίσω τους ή αμαύρωναν τα χνάρια της Φιλοσοφίας και της Ποίησης, των θρησκευτικών αρχών του παλαιού Κόσμου. Οι φωνές και οι φυσικές παρουσίες του Θεού Διόνυσου και του Θεού Απόλλωνα, σαν οι δύο κυρίαρχες συμπαντικές δυνάμεις του ελληνικού και του ελληνοτραφούς παλαιού κόσμου, ακούγονταν πλέον μόνο μυστικά, μόνο μέσα από συνειδήσεις ποιητών-φιλοσόφων όπως ο Φρειδερίκος Νίτσε, ή άλλους ελάχιστους ποιητές Ιεροφάντες, που προέρχονταν από τον λειμώνα των Ρομαντικών. Οι Θεοί του παλαιού κόσμου εργαλειοποιήθηκαν, μηχανικά και στεγνά, στις νέες ιστορικά εποχές. Και συμπαρέσυραν μαζί τους, την τελευταία του αρχαίου κόσμου Θεοφάνεια, αυτήν του χριστιανικού ιδεότυπου, του Ιησού. Ο Θεός δεν πέθανε γιατί έτσι προείπαν ορισμένοι Ποιητές ή Φιλόσοφοι, αλλά γιατί οι ίδιοι οι άνθρωποι που τους εφεύραν δεν τους είχαν πλέον ανάγκη. Δεν κοινωνούσαν μαζί τους ούτε και αποτελούσαν οι μυστικές αρχές και τα διδάγματά τους, λίπασμα και σπόροι σύνδεσης του κοινωνικού σώματος. Ο ινδός δάσκαλος Κρισναμούρτι, αρνήθηκε να γίνει θεός και να λατρεύεται. Οι κοινωνίες των ανθρώπων του προηγούμενου αιώνα κυρίως, έθεταν τις βάσεις για ένα νέο ξεκίνημα ανθρώπινης συμβίωσης και ερμηνείας της Φύσης. Το Σύμπαν μπορούσε πλέον με άλλους τρόπους και μεθόδους να ερμηνευτεί και να κατανοηθεί. Να κατακτηθεί. Η Ανθρώπινη Τραγωδία του αρχαίου κόσμου παραχωρούσε την θέση της στο Ανθρώπινο Δράμα της Νέας Εποχής. Ανέτειλε η Εποχή του μηχανοποιημένου ανθρώπινου πολιτισμού. Οι παλαιοί Θεοί δεν είχαν θέση ούτε και το περιβάλλον μέσα στο οποίο ανέπνεαν. Οι πανάρχαιες μαντικές φωνές, οι μυστικοί αντίλαλοι των προφητών είχαν σιγήσει. Το λάλων ύδωρ απέσβετο. Τα Μαντεία είχαν μετατραπεί σε Χρηματιστήρια της οικονομίας και των ιδεών. Ο άνθρωπος ταξίδευε στο διάστημα. Απελεύθερος από παλαιά της παράδοσης δεσμά.
     Ένας από τους τελευταίους έλληνες Ποιητές-Ιεροφάντες υπήρξε και ο Άγγελος Σικελιανός. Ο ποιητής και έλληνας που μαζί με τον ομογάλακτο πνευματικά αδελφό του συγγραφέα Νίκο Καζαντζάκη οραματίστηκαν να οικοδομήσουν μια νέα θρησκεία. Να δημιουργήσουν ένα νέο πανανθρώπινο θεϊκό αξιακό και κοινωνικό κοσμοείδωλο που θα πίστευαν οι άνθρωποι της εποχής τους. Σύμβολα παλαιά σε νέα ασκιά. Μια επαναδημιουργία παλαιών αρχών και συμβόλων, μύθων και ηρωικών μορφών με νέα ονοματολογία και αξιακό σύστημα προσδιορισμού. Η συνέχεια των παλαιών θεών και μύθων μέσα από άλλους καινούργιους, μοντέρνους δρόμους. Οι μυστικές λάσπες οικοδομής θα χρησιμοποιούνταν σαν υλικό στο νέο οικοδόμημα. Τα αρχαία ερείπια θα χρησιμοποιούνταν για την οικοδόμηση των νέων ναών πίστης. Το εγχείρημα απέτυχε ή έμεινε ημιτελές ή ξεχάστηκε ο χιμαιρικός αυτός οραματισμός τους, ή όπως διαπιστώνουμε, διοχετεύτηκε μέσα στα έργα-ποιητικά και πεζά, θεατρικά και στοχαστικά-και των δύο ελλήνων παλαιών αυτών δημιουργών. Του Άγγελου Σικελιανού και του Νίκου Καζαντζάκη. Δύο μεγάλων μορφών του ελληνικού πνεύματος. Έγινα οι δύο μοναχικοί Απόστολοι όχι όμως μιας νέας θρησκείας Προφήτες αλλά, της συγγραφικής τους τέχνης. Ακόμα και η επιτυχής προσπάθεια του Άγγελου και της Εύας Πάλμερ- Σικελιανού να αναβιώσουν την αρχαία τραγωδία εκεί αποσκοπούσε. Στην αναβίωση των αρχαίων Θεών με άλλους παραδοσιακούς θεατρικούς της τέχνης τρόπους, που ο Μύστης-Ποιητής Άγγελος Σικελιανός δεν κατόρθωσε να πετύχει στον ιδιωτικό του βίο. Μεταφέροντας το κιβούρι του νεκρού ποιητή Κωστή Παλαμά μέσα στην κατοχή, ο Σικελιανός, μεταφέρει κατά κάποιον τρόπο, το δικό του χαμένο όραμα. Όπως αντίστοιχα ο πολυμήχανος Νίκος Καζαντζάκης συνεχώς ταξιδεύει αναζητώντας το πολιτισμικό εκείνο παγκόσμιο έδαφος που θα γονιμοποιήσει με τις δικές του θεουργικές και «θεοφιστικές» ιδέες. Την απέλπιδα προσπάθεια της δικής τους φιλοδοξίας κουβάλησε στους ώμους του ο Άγγελος Σικελιανός. Ο Κόσμος, ο σύγχρονος κόσμος μας και οι άνθρωποί του, δεν χρειάζονταν πια ούτε τις προφητικές φωνές των Ποιητών-Μυστών, ούτε των Ποιητών-Δασκάλων όπως του Κωστή Παλαμά. Εξάλλου, ο ήχος της Καρυωτακικής σφαίρας, ακόμα βούιζε στα αυτιά των ελλήνων δημιουργών και αναγνωστών και διατηρούσε ζωντανό το πεδίο της απαισιοδοξίας μέσα στις συνειδήσεις τους. Ο μετέπειτα, μετά την κατοχή και απελευθέρωση επακολουθήσας ελληνικός εμφύλιος, έδειξε προς τα πού είχε στραφεί η πυξίδα των ελληνικών γραμμάτων και του ποιητικού λόγου.
 Έτσι, η ποιητική προφητική φωνή του Άγγελου Σικελιανού, έμεινε μια φωνή βοώντος εν τη ελληνική ποιητική ερήμω. Η κατοπινή ελπιδοφορία της ποιητικής λυρικής φωνής του Οδυσσέα Ελύτη, αυτός ο ελληνοκεντρικός λυρισμός και «εξελληνισμένος» υπερρεαλισμός του, συγκεφαλαίωσε τον παλαιό ποιητικό λυρισμό των ελλήνων ποιητών, μεταφέροντας στους ώμους της το ένδοξο αιματηρό βάρος της πρόσφατης ελληνικής Ιστορίας και των επιπτώσεών της. Ο έλλην άνθρωπος και ποιητής, ισοζυγιάζονταν μεταξύ των μικρασιατικών χαλασμάτων του προσφυγικού Σεφερικού λόγου και της προσδιορισμένης ιδεολογικά αντιστασιακής πολιτικής φωνής του Γιάννη Ρίτσου. Τα Σικελιανά χνάρια άρχισαν να ξεθωριάζουν και να σβήνουν. Να χάνονται μέσα στις ανθολογίες και τα μελετήματα για το έργο του. Δεν αντικατόπτριζαν μάλλον τις σύγχρονες ανάγκες της ελληνικής κοινωνίας και των ποιητών. Παρά την σχετική αύξηση της βιβλιογραφίας για τον Ποιητή-Μύστη και την συγγραφή αρκετών νέων δοκιμιακών μελετών για τον Άγγελο Σικελιανό. Οι σύγχρονοι αναγνώστες, δεν κοινωνούσαν με το έργο του, παρά σε ελάχιστες περιπτώσεις. Οι νέοι αναγνώστες και οι ποιητές της ελληνικής ποίησης, αναγνώριζαν το πρόσωπό τους, στον ηδονικό και ιστορικό λόγο του Αλεξανδρινού. Ο οποίος τους μιλούσε για την ετερότητα την σωματική και χειραφέτηση των ιδιαίτερων του καθενός μας ερωτικών επιλογών. Η ευατότητα ποιητών και αναγνωστών βρίσκονταν μέσα στους πεζόμορφους στίχους του Κωνσταντίνου Π. Καβάφη. Οι παλαιοί Θεοί με τον ηδονισμό τους και τον αισθησιασμό τους, ξανά- ανάσαιναν με την δική του ποιητική φωνή και όχι των παλαιών μυστών-ποιητών. Ο Κωνσταντίνος Π. Καβάφης σωματοποιούσε τις σωματικές επιθυμίες των ανθρώπων όπως οι παλαιοί μύθοι. Η αισθητική του, προέρχονταν από την ελληνιστική εποχή, έτσι όπως αυτή διέσωσε και διαμόρφωσε το παλαιό ιστορικό της παράδοσης Πλατωνικό αξιακό μοντέλο. Το πλαίσιο αναφοράς του αρχαίου Κόσμου, με όλα του τα παρατράγουδα και μυστήρια. Εξάλλου, ο Αριστοκλής, δεν ήθελε τους ποιητές πολίτες της Πολιτείας του. Τους ήθελε συμβολοευρέτες.
 Ο σύγχρονος Κόσμος απομαγεύτηκε ανεπιστρεπτί, δηλαδή, αποπλατωνοποιήθηκε. Κάτι, που δεν καταλαβαίνουν μάλλον, αν δεν κάνω λάθος, και οι σύγχρονοι ερμηνευτές των Ευαγγελικών αξιών και αρχών. Νηπτική Θεολογία σημαίνει επαναφορά των πλατωνικών αρχών του κόσμου των Ιδεών. Έτσι όπως τους επαναδιατύπωσε ο Πλωτίνος. Ή αν θέλετε επαναβαπτισμός στο προφητικό θεολογικό μεγαλείο του αρχαίου Κόσμου. Που σημαντικός πυλώνας του, είναι και η Ιουδαϊκή παράδοση.
Το γένος, βουλιαγμένο μές στον αιώνα,
να λυτρωθεί μονάχο του μπορεί.
Μά να ξυπνήσει πρέπει η πλέρια Μνήμη,
βαθιά του, αδάμαστη και τρομερή!
--
Κανείς δε θα ξεφύγει τη γενιά του!
το βάρος της θα σκώσει ως τη στιγμή
που, βγαίνοντας από τη λησμονιά του
στο φως που πιά δε στέκουν δισταγμοί,
της ζωής θα να ντυθεί την πανοπλία
και, μ’ ακέριο τον άγιο σκελετό
των περασμένων, θα στηθεί στη γη του
με το  κεφάλι αλύγιστο κι ορτό!
      Στίχοι 1630-1640  
     Μεταφέρω στην ιστοσελίδα μου το κείμενο του ποιητή Άγγελου Σικελιανού όπως δημοσιεύτηκε σε ένα τρίφυλλο πρόγραμμα του ΚΡΑΤΙΚΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ. ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΑΘΗΝΩΝ. ΗΡΩΔΕΙΟΝ ΗΡΩΔΟΥ ΤΟΥ ΑΤΤΙΚΟΎ 8-11-12 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1965. Στο ανέβασμα της παράστασης ΑΓΓΕΛΟΥ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΥ ΣΙΒΥΛΛΑ.
Το λίγων σελίδων αυτό πρόχειρο πρόγραμμα (χωρίς άλλα πληροφοριακά στοιχεία για την παράσταση και τους συντελεστές της) που «προσφέρεται δωρεάν» περιέχει το κείμενο του Άγγελου Σικελιανού και το κείμενο ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ του πεζογράφου Παντελή Πρεβελάκη.
«Πολλές φορές σ’ άλλον καιρό, κοιτάζοντας τον Άγγελο Σικελιανό να ζει και να κινείται ανάμεσά μας, θαύμασα το μεγαλείο και τη γοητεία που ξέχυνε η προσωπικότητά του και μακάρισα τους συγχρόνους του πούχαν εκεί μπροστά τους την αρχέτυπη μορφή του Ποιητή. «Οίος πέπνυται!» έλεγα μέσα μου, και συναιστανόμουν με συγκίνηση πώς τ’ όνομα Άγγελος Σικελιανός, που το βάνανε στα χείλη μας με την οικειότητα που η φιλία του μας επέτρεπε, είταν προορισμένο να μείνει σεβάσμια στον αιώνα…….»
     Το κείμενο του συγγραφέα και ποιητή Κρητικού Παντελή Πρεβελάκη, δημοσιεύτηκε σαν «Εισαγωγή»- «ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ ΣΤΟ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟ» στον τόμο ΑΓΓΕΛΟΥ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΥ, «ΑΝΘΟΛΟΓΗΜΑ 30 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ», εκδόσεις ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΚΔΟΣΕΩΣ ΔΙΔΑΚΤΙΚΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ ΑΘΗΝΑ 198, σελ. 5-11.
Χρήσιμο στους αναγνώστες της ελληνικής ποίησης και ιδιαίτερα της ποίησης του Άγγελου Σικελιανού, είναι και το βιβλίο του Παντελή Πρεβελάκη, «Α. ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ» Τρία κεφάλαια Βιογραφίας κ’ ένας Πρόλογος, έκδοση Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1984.
Στο γνωστό μελέτημα του ο Θεόδωρος Ξύδης, «ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ» έκδοση Β΄, εκδόσεις «Ίκαρος»-Αθήνα 1979, σημειώνει τα εξής για την Τραγωδία αυτή του ποιητή Άγγελου Σικελιανού, βλέπε σελ.156 και μετέπειτα:
«Ο Σικελιανός, ύστερ’ από τις παραστάσεις των Δελφών το 1927 και το 1930, που με δέος παρακολούθησαν οι θεατές τον «Προμηθέα Δεσμώτη» και τις «Ικέτιδες» του Αισχύλου κάτω από τις Φαιδριάδες, άρχισε να δουλεύει εντατικά επάνω σε θέματα, στα οποία έδινε τη μορφή της τραγωδίας και τα οποία από παλιότερα τον απασχολούσαν.
Τι επεδίωκε μ’ αυτό, μας το πληροφορεί ο ίδιος στους στοχασμούς του για την «Αναγέννηση της Τραγωδίας», πού αποτελούν γενική εισαγωγή στον κύκλο των τραγωδιών του……
Από καιρό ο Σικελιανός είχε αρχίσει τις τραγωδίες, που δημοσίευσε αργότερα, τη «Σίβυλλα» και τον «Δαίδαλο στην Κρήτη». Επίσης, είχε δημοσιεύσει ένα τμήμα από τον «Ασκληπιό», που τελικά δεν τυπώθηκε ολόκληρος……
Η «Σίβυλλα» γράφηκε κυρίως το καλοκαίρι του 1940, και δημοσιεύτηκε στη «Νέα Εστία» το 1944, τόμ. 35, σε 3 συνέχειες, και ανατυπώθηκε σε χωριστό βιβλίο αμέσως. Στον πρώτο τόμο της «Θυμέλης» περιελήφθησαν «Ο Διθύραμβος του Ρόδου», η «Σίβυλλα» και «Ο Δαίδαλος στην Κρήτη» (έκδοση του Γαλλικού Ινστιτούτου των Αθηνών, 1950)…..
Στην έκδοση των Απάντων του Άγγελου Σικελιανού, που η δική μου γενιά γνώρισε και διάβασε, αυτή του εκδοτικού οίκου «ΙΚΑΡΟΣ»- Αθήνα Φεβρουάριος 1971, σε Φιλολογική Επιμέλεια του κυρού, παλαιού καθηγητή πανεπιστημίου και δοκιμιογράφου Γιώργου Π. Σαββίδη, «ΘΥΜΕΛΗ» τόμος Α΄, συμπεριλαμβάνεται η Τραγωδία αυτή του ποιητή Άγγελου Σικελιανού. Ο τόμος περιέχει τον ΠΡΟΛΟΓΟ. Στοχασμοί γύρω στην ιδέα της αναγέννησης της Τραγωδίας. Ο ΔΙΘΥΡΑΜΒΟΣ ΤΟΥ ΡΟΔΟΥ. Εισαγωγή. Ο τελευταίος Ορφικός Διθύραμβος ή Ο Διθύραμβος του Ρόδου. Και την Τραγωδία ΣΙΒΥΛΛΑ. Εισαγωγή σ.61-, Σίβυλλα σ.67-145.
   Η Τραγωδία αυτή του Άγγελου Σικελιανού, πρωτοδημοσιεύτηκε στα τεύχη του λογοτεχνικού περιοδικού «Νέα Εστία» στο διπλό τεύχος 398-399/ 1,15- 1- 1944, στο τεύχος 400/1-2-1944 και στο τεύχος 401/ 15-2-1944. Δυό χρόνια νωρίτερα, στις σελίδες του περιοδικού διαβάζουμε τον «Λυρικό Βίο» του.
     Αυτά τα ελάχιστα, σχετικά με την Τραγωδία του Ποιητή-Μύστη Άγγελου Σικελιανού. Άραγε, μια νέα σύγχρονη παράστασή της, θα άρεσε και θα γινόταν ευχάριστα αποδεκτή από το φιλοθεάμον ελληνικό αναγνωστικό κοινό; Θα ήταν μια αφορμή να διαβάσουν ξανά ή για πρώτη φορά οι φίλοι της ποίησης το έργο του Ποιητή Άγγελου Σικελιανού;
Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς 20/6/2019
Πλεύσατε προς τας εκλογάς και τας παραλίας. Ο γαρ καιρός εγγύς εστί.            
     

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου