Κυριακή 7 Ιουλίου 2019

Αρθούρος Ρεμπό-Το Μεθυσμένο Καράβι


              ΑΡΘΟΥΡΟΥ ΡΕΜΠΩ
         ΤΟ ΜΕΘΥΣΜΕΝΟ ΚΑΡΑΒΙ
                            Μνήμη Γιάννη Σπάθα

     Γεννήθηκε στους Παξούς 30 Νοεμβρίου του1950, αλλά μεγάλωσε και έζησε για ένα διάστημα στην πόλη μας, τον Πειραιά. Σε ροκ μικρό μπαράκι της δεκαετίας του 1975-1985 που ψυχαγωγούμεθα οι τότε έφηβοι πειραιώτες, στην παραλία της Ζέας κοντά στο «Αυγό», υπήρχε αναρτημένη στους τοίχους η φωτογραφία του,-άγνωστος τότε σε εμάς τους εκκολαπτόμενους μικρούς ροκάδες, να παίζει κιθάρα, ενώ σε άλλα σημεία της αίθουσας, ήσαν αναρτημένες φωτογραφίες και αφίσες θρυλικών ροκ συγκροτημάτων της εποχής, όπως των Ντηπ Πέρπλ, των Σκόρπιων, των Ρολστόουν, των Πινκ Φλόιντ και πολλών άλλων. Η φωτογραφία του έλληνα κιθαρίστα Γιάννη Σπάθα ήταν σχεδόν δίπλα σε αυτήν του Τζίμι Χέντριξ, του Φράνκ Ζάπα και άλλων ξένων μουσικών μάγων της ηλεκτρικής κιθάρας. Οι ιδιοκτήτες του μπαρ, κλασικοί φανατικοί ροκάδες, μιλούσαν με υπερηφάνεια και χαρά για τον φίλο τους, τον πειραιώτη όπως έλεγαν Γιάννη Σπάθα. Αν μάλιστα ήσουν τακτικός θαμώνας και πελάτης του μαγαζιού, σου διηγούνταν παλαιές ιστορίες και μουσικά περιστατικά από τους εφηβικούς τους φίλους που σχημάτισαν το θρυλικό ροκ συγκρότημα των Socrates.  Σπουδαίος κιθαρίστας για τα ελληνικά μουσικά δεδομένα. Σπάνια περίπτωση έλληνα μουσικού, ισάξιος ευρωπαίων και αμερικανών ομοτέχνων του. Ο ήχος της κιθάρας του ήταν μαγευτικός, το παίξιμό και το ύφος του συγκλονιστικό, σε απογείωνε, σε μεθούσε, ακόμα και αν δεν ήσουν φανατικός της ροκ μουσικής. Αρκεί να διέθετες μουσικό αυτί, την πρόθεση να αφεθείς στην μαγεία των δακτύλων του, στο διαρκώς ανανεούμενο ταλέντο του, την τεχνική του δεξιοτεχνία. Και, όπως φάνηκε, σεμνός καλλιτέχνης. Θυμάμαι ακόμα με νοσταλγία και χαροποιό διάθεση όταν προς τα τέλη του 1990 αν δεν κάνω λάθος, ανηφορίσαμε μια μικρή παρέα φίλων, μια νυχτερινή μουσική βραδιά, τον φιδίσιο δρόμο προς τον Λυκαβηττό να τον ακούσουμε. Πήγαμε για αυτόν, τον παραλίγο Πειραιώτη. Το υπαίθριο θέατρο σείονταν από τους ήχους της κιθάρας του, τα τραγούδια του (και των άλλων μουσικών). Έβλεπες τον ανθό της ελληνικής νεολαίας-αγόρια και κορίτσια να συναντούν μεγαλύτερης ηλικίας μουσικόφιλους ροκάδες και όρθιοι και να χειροκροτούν, να τραγουδούν, να ακούν τους ήχους της κιθάρας του και να πετούν στα σύννεφα, με ένα κουτάκι μπύρα στο χέρι. Πανζουρλισμός, μουσική έκσταση. Είχα την τύχη να τον ακούσω άλλη μια φορά στο Ρόδο. Και πάλι ήταν μαγευτικός, η μουσική του, το παίξιμό του, το μουσικό του στιλ. Ήταν ένας μεθυστικός βιρτουόζος της κιθάρας, τα δάχτυλά του γίνονταν ένα με τις χορδές της. Οι ήχοι των χορδών ενώνονταν με τις φλέβες των δαχτύλων του, γίνονταν ένα. Είχες την αίσθηση ότι οι χορδές είναι συνέχεια των νεύρων των δαχτύλων του. Η ήχοι πήγαζαν από τους μυς της μουσικής του καρδιάς. Όταν τον έβλεπες να ερμηνεύει τα κομμάτια του, νόμιζες ότι από την μια πατούσε στη γη και από την άλλη ταξίδευε στα ουράνια. Σε προσκαλούσε σε μια μουσική πανδαισία σκληρών ήχων, απαλών ρυθμών, ποικιλία μουσικών χρωμάτων. Τυχερή η ελληνική μουσική σκηνή που γέννησε τέτοιας ποιότητας ταλέντα, στην εποχή μας. Συνεργάστηκε με αρκετούς έλληνες συνθέτες, τραγουδιστές και τραγουδίστριες.
Ταξιδεύει πλέον για τον Σείριο, την γειτονιά των μουσικών ροκ του παραδείσου. Στη μνήμη του, αφιερώνω την μετάφραση του ποιήματος ενός επίσης ροκ ποιητή, του γάλλου αντικομφορμιστή Αρθούρου Ρεμπώ, «ΤΟ ΜΕΘΥΣΜΕΝΟ ΚΑΡΑΒΙ». Η έμμετρη μετάφρασή του ποιήματος είναι του Παναγή Λευκαδίτη και δημοσιεύτηκε στο λογοτεχνικό περιοδικό «Αιολικά Γράμματα» τεύχος 112/1,2,1990, σελ.17-20.
ΑΡΘΟΥΡΟΥ ΡΕΜΠΩ
     ΤΟ ΜΕΘΥΣΜΕΝΟ ΚΑΡΑΒΙ
Καθώς αργοκατέβαινα ποτάμια ησυχασμένα
λεύτερα απ’ τους πειρατές μου ένοιωσα να ‘μια πια.
Σκούζοντας οι ερυθρόδερμοι τους πήρανε για στόχους
και τους καρφώσανε γυμνούς σε ξύλα παρδαλά.
--
Λέφτερο απ’ τα πληρώματα που κουβαλούν φορτία,
στάρια φλαμαντικά και τα μπαμπάκια τ’ Αγγλικά
σαν των ναυτών μου τέλειωσαν οι κοπετοί μ’ αφήσαν
να κατεβαίνω, οι ποταμοί, όπου ποθούσα πιά.
--
Στον θαλασσών τον πάταγο το μανιασμένο μέσα
τον άλλο χειμώνα εγώ έτρεχα πιο αλαφρό
κι από το παιδικό μυαλό και του πελάγου οι βράχοι
δεν είδαν πιο τιτανικό χορό θριαμβικό.
--
Η καταιγίδα ευλόγησε τις ναυτικές μου αγρύπνιες.
Δέκα νυχτιές πιο ανάλαφρο χόρευα από φελλό
στα κύματα που αιώνια τα λεν θυμάτων λίκνα
των φάρων λησμονώντας πια το μάτι το θολό.
--
Καθώς σάρκα ξυνόμηλου ρουφάει παιδιού στόμα
πράσινο κύμα το ελατένιο τσόφλι μου περνά
κρασιών γαλάζιων πλένοντας κηλίδες κι εμμετά
ρουφώντας τις αρπάγες μου και το τιμόνι ακόμα.
--
Κι ολάκερο πια λούζομουν σ’ αστεροπλουμισμένη
θάλασσα που ‘ναι ποίημα, που ν’ γαλάτου αφρός
πράσινο αιθέρα πίνοντας, καθώς στο κύμα ορθός
ένας πνιγμένος σκεφτικός κάποτε κατεβαίνει.
--
Εκεί που βάφοντας με μια το γαλανό, μεθύσια
κι αργοί ρυθμοί στο λαμπρό φως της μέρας, δυνατοί
πιότερο κι από τ’ αλκοόλ, πιο απέραντοι απ’ τις λύρες
κοχλάζετε σαν του έρωτα το πορφυρό κρασί.
--
Ξέρω ουρανούς π’ ανοίγονται σε λάμψεις κι άγριες μπόρες
ξέρω ρεστίες και ρέματα, το βράδυ, την αυγή
ωσάν λαός να υψώνεται απ’ άσπρα περιστέρια
κι ακόμα ό,τι θνητός στη γη επόθησε να ιδεί.
--
Είδα τον ήλιο χαμηλά στις μυστικές του φρίκες
διάστιχο, με πηξίματα να λάμπει βιολετιά,
παρόμοια τους ηθοποιούς των πανάρχαιων δραμάτων
τα κύματα είδα να κυλούν τη φρίκη τους μακριά.
--
Νειρεύτηκα την πράσινη νυχτιά σε θάμπος χιόνι
να δίνει, αργά ανεβαίνοντας φιλιά στων θαλασσών
τα μάτια, των ανήκουστων χυμών το κυλισμάτων.
το ωχρογαλάζιο ξύπνημα φωσφόρων μουσικών.
--
Μήνες πολλούς ακλούθησα, κοπάδια από γελάδια
υστερικά τα κύματα στις ξέρες να χυμούν
των Μαντόνων, δεν ήξερα, τα λαμπερά τα πόδια
το ρύγχος πως δαμάζουνε πελάγου ασθματικού.
--
Το ξέρετε; Προσάραξα σ’ απίστευτες Φλορίδες
που σμίγουν ανθρωπόμορφων πανθήρων τη ματιά
με τ’ άνθη, στους ορίζοντες τεντώναν χαλινάρια
τα ουράνια τόξα ζεύοντας κοπάδια γαλανά.
--
Τα έλη είδα να βράζουνε απέραντα σα δίχτυα
που ένας Λεβιάθαν σάπιζε στα σχίνα τους βαθιά,
τους καταρράχτες των νερών στη μέση της μπουνάτσας
και να κυλάει η άβυσσο σ’ απύθμενα νερά.
--
Πάγοι, ήλιοι από μάλαμα, σεντέφια λαμπερά ουράνια
φοβερά αράγματα βαθιά σ’ ακρογιάλια τεφρά
που δαγκωμένα από έντομα τα γιγαντένια φίδια
πέφτουν με μαύρα αρώματα απ’ τα κυρτά κλαδιά.
--
Θα ‘θελα τα παιδιά να δουν αυτά τα λατρεμένα
χρυσόψαρα που τραγουδούν στα γαλανά νερά.
Ανθένιοι αφροί λικνίσανε τα ξεκινήματά μου
κι ανέλπιστοι με φτέρωσαν ανέμοι μια φορά.
--
Ζωνών και πόλεων μάρτυρα κατάκοπο λικνίζουν
μ’ ένα λυγμό τα κύματα το δρόμο μου γλυκά
σκορπώντας μου τις μέδουσες-κίτριν’ αφρού λουλούδια
και σα γυναίκα απόμενα γονατισμένη πια.
--
Σάμπως νησί, λικνίζοντας στις όχθες τις αμάχες
και τις κοπριές ξανθόματων που κρώζανε πουλιών.
Και πήγαινα ως που ανάμεσα στα ξάρτια μου οι πνιγμένοι
κατέβαιναν να κοιμηθούν τον ύπνο των νερών.
--
Κι εγώ σκαρί χαμένο πια μεσ’ στα μαλλιά των όρμων
θυελλοδαρμένο σ’ ουρανούς πουλιά που δεν περνούν
που ούτε οι Μονίτορες μπορούν ή οι στόλοι των Ανσόρων
τη μεθυσμένη απ’ το νερό καρίνα μου να βρουν.
--
Ελεύθερο καπνίζοντας σ’ ομίχλες βιολετένιες
εγώ που ως τοίχο τρύπαγα τον πορφυρό ουρανό
εξαίσιο γλύκυσμα στους καλούς να φέρω ποιητάδες
από τον ήλιο λείχηνα, βλένες απ’ το γλαυκό,
--
που κύλαγα ολοπλούμιστο μ’ ηλεκτρικά φεγγάρια
κι οι ιππόκαμποι ξετρέχανε σανίδα εμέ τρελή
όταν οι μήνες Ιούλιοι με ρόπαλα γκρεμίζαν
τους υπερπόντιους ουρανούς σ’ απέραντο χωνί,
--
εγώ που ‘τρεμα ακούγοντας πέρα σε μύριους τόπους
των Μαελστρώμ, των Βεεμώθ το βογγητό βαθιό,
εγώ, κλώστης αιώνιος τ’ ακίνητου γαλάζιου
πια την Ευρώπη με τ’ αρχαία μουράγια νοσταλγώ.
--
Είδα αρχιπέλαγα αστρικά, νησιά που οι ουρανοί τους
μεθυστικοί ξανοίγονται για τον ταξιδευτή
-κοπάδι ολόχρυσα πουλιά-βαθιά σ’ αυτές τις νύχτες
κοιμάσαι κι εξορίζεσαι, ρώμη μελλοντική;
--
Μ’ αλήθεια θρήνησα πολύ! Μαράζι η κάθε αυγή μου
κάθε φεγγάρι πια πικρό κι ο ήλιος θλιβερός.
Έρωτα αψύ με χόρτασες τη μέθη των ληθάργων.
Ω να ‘σπαζε η καρίνα μου! Στο κύμα να χαθώ.
--
Αν της Ευρώπης τα νερά ποθώ, η σπηλιά ‘ναι εκείνη
η κρύα και μαύρη, στο μπαλσαμωμένο δειλινό
που ένα παιδί γονατιστό γεμάτο θλίψη αφήνει
σαν πεταλούδα του Μαγιού καράβι έτσι λεπτό.
--
Ω δεν μπορώ άλλο κύματα πλέοντας στις ραθυμιές σας
τα φορτηγά που κουβαλούν μπαμπάκια ν’ ακλουθώ,
μήτε από θριάμβους σημαιών και λάμψεων να διαβαίνω,
να πλέω κάτω απ’ τα φριχτά μάτια των γιοφυριών.
--
Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς, 6 Ιουλίου 2019
ΥΓ. Δεν σχολιάζω ούτε διορθώνω τα όποια λαθάκια της έμμετρης αυτής μετάφρασης, γιατί δεν θέλω να εστιαστεί η προσοχή στον γάλλο ποιητή Αρθούρο Ρεμπώ και στο ποίημά του, ή στις κατά καιρούς ελληνικές μεταφράσεις του αλλά, στην μνήμη του κιθαρίστα Γιάννη Σπάθα, που οι ήχοι της κιθάρας του ακούγονται στις γειτονιές του Πειραιά.
                            

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου