Τρίτη 2 Ιουλίου 2019

Τέχνη και Πολιτική


Μπορεί να γίνουν οι άνθρωποι του πνεύματος υπηρέτες δύο Αφεντάδων;

         Το θέμα της συνεργασίας, σε πιο βαθμό, με ποιόν τρόπο και για πόσο διάστημα, των ανθρώπων του πνεύματος και του πολιτισμού, των καλλιτεχνών με την εκάστοτε εξουσία, (πολιτική, κυβερνητική, θρησκευτική, οικονομική) απασχολούσε και προβλημάτιζε το «σινάφι» θα γράφαμε των διανοουμένων παγκοσμίως. Έχουν δημοσιευτεί εκατοντάδες άρθρα και έχουν εκδοθεί δεκάδες βιβλία για το αν πρέπει ένας ποιητής, ένας μυθιστοριογράφος, ένας άνθρωπος των γραμμάτων και των τεχνών να μετέχει σ' ένα κόμμα, σε ένα κυβερνητικό σχήμα, να ενταχθεί σ' έναν πολιτικό-κομματικό φορέα εξουσίας. Το ερώτημα τίθεται ιδιαίτερα, για τους πιο προβεβλημένους δημιουργούς, τους περισσότερο αναγνωρίσιμους, τους διάσημους και πολυδιαφημιζόμενους στο ευρύ κοινό,- ο δημιουργός και το όποιο έργο του. Στο μεγάλο κοινό που αρέσκεται συνήθως στην μίμηση, προτιμά το θέαμα και δεν έχει σταθερή και διαρκή σχέση με τον χώρο της τέχνης, της γνώσης, του βιβλίου, της ανάγνωσης, των πλαστικών τεχνών. Δεν θέλει να κουράζει «το μυαλουδάκι του» όπως συνηθίζεται να λέγετε: «αμάν βαριά φιλοσοφία» όπως έλεγε ο στίχος παλαιότερου γνωστού τραγουδιού του Μανώλη Ρασούλη. Θέλει άρτο και θεάματα για να ψυχαγωγηθεί και να ξεδώσει και όχι να προβληματιστεί. Ένα βιβλίο του είναι «άχρηστο» ενώ μια οθόνη τηλεόρασης «χρήσιμη». Ζούμε στην Κοινωνία του Θεάματος έγραφε ο Γκυ ντε Μπορ, και μας υπενθυμίζουν εδώ και έναν αιώνα περίπου οι κοινωνιολόγοι, οι φιλόσοφοι, οι στοχαστές, οι πολιτικοί αναλυτές.
Οι καλλιτέχνες από τον χώρο της μουσικής, του κινηματογράφου, του θεάτρου, των τηλεοπτικών σίριαλ, του αθλητισμού- τραγουδιστές, ηθοποιοί, αθλητές-είναι περισσότερο αγαπητοί και αποδεκτοί από την μεγάλη μάζα των ψηφοφόρων (όπως αντίστοιχα οι δημοσιογράφοι και οι τηλεπαρουσιαστές) παρά ένας καταξιωμένος συγγραφέας. Οι ψηφοφόροι-ακόμα και οι φιλότεχνοι ή οι φιλαναγνώστες- εμπιστεύονται  περισσότερο τις επαγγελματικές αυτές κατηγορίες, άτομα που προέρχονται από τους χώρους του θεάματος, ιδιαίτερα της τηλεόρασης, παρά από τα περιβάλλοντα του πνεύματος, της επιστήμης, του βιβλίου. Και αυτή η όχι ίσως λανθασμένη πολιτική διαπίστωση, επιβεβαιώνεται, αν δούμε τις εκλογικές συμπεριφορές των συμπολιτών μας τις τελευταίες δεκαετίες στην χώρα μας, μετά την μεταπολίτευση του 1974. (ανοίγοντας μικρή σχετική παρένθεση, να σημειώσουμε ότι το εκλογικό σώμα ανεξαρτήτου φύλου και ηλικίας προτιμά να εκλέξει άντρες υποψηφίους παρά γυναίκες. Έχει περισσότερη εμπιστοσύνη στην αντρική παρουσία, πολιτική κρίση και δράση, παρά στην γυναικεία). Και επανερχόμενος.
Ποιος θυμάται σήμερα τον καθηγητή και συγγραφέα Κωνσταντίνο Τρυπάνη που διετέλεσε υπουργός στην κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή, και ποίοι ακόμα και από τον ίδιο πολιτικό χώρο που συστεγάστηκε διαβάζουν το έργο του; Ποιος θυμάται τον καθηγητή και συγγραφέα Δημήτριο Νιάνια που διετέλεσε βουλευτής, ευρωβουλευτής και υπουργός Πολιτισμού το 1978; Ίσως μόνο οι παλαιότεροι, να θυμούνται ότι κρατούσε σε λήκυθο την στάχτη της Μαρίας Κάλας πάνω σε πολεμικό πλοίο και την σκόρπιζε στο Ιόνιο Πέλαγος σύμφωνα με την επιθυμία της μεγάλης ελληνίδας ντίβας. (παράξενη και προκλητική εικόνα για τα τότε κοινωνικά και θρησκευτικά δεδομένα της ελλάδας). Η περίπτωση του φιλόσοφου και νομικού Κωνσταντίνου Τσάτσου που συμμετείχε ενεργά στα πολιτικά πράγματα της χώρας, μετέχοντας σε διάφορα κυβερνητικά πόστα κατά διαστήματα, εξετάζεται-φωτίζεται μέσα στον πολιτικό χρόνο, κάτω από άλλες πολιτικές συνιστώσες και σχολιαστικές αποτυπώσεις, όπως και εκείνη του πρώην πρωθυπουργού και διανοούμενου, συγγραφέα Παναγιώτη Κανελλόπουλου. Ο μεν πρώτος, ο Κωνσταντίνος Τσάτσος, συνήθως οι γενιές πριν την δικτατορία, τον θυμούνται ή και τον μνημονεύουν, έχοντας υπόψιν τους τα σατιρικά σκίτσα με τα οποία τον σατίριζε και τον σκιτσάριζε ο παλαιός σκιτσογράφος Φωκίων Δημητριάδης, τις περιβόητες Κότες του, στην δεκαετία του 1960. Όταν παραστάθηκαν από το Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν, οι Αριστοφανικές Όρνιθες, ο οποίος σαν υπουργός τις απαγόρευσε. Ο καθηγητής της νομικής, πολιτικός και φιλόσοφος Κωνσταντίνος Τσάτσος έμεινε στην επιθεώρηση της πολιτικής σκηνής, από τα σατιρικά σκίτσα του παλαιού σκιτσογράφου. Ή για να είμαστε δίκαιοι, στα μετά την μεταπολίτευση χρόνια, όταν σαν πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας επισκέφτηκε την Γαλλία και μίλησε στους Γάλλους επισήμους σε άπταιστα «αρχαία» γαλλικά, όπως έγραψαν οι εφημερίδες της εποχής, που ούτε οι ίδιοι οι γάλλοι επίσημοι πολιτικοί και δημόσιοι φορείς δεν μιλούσαν. Υπήρξε ένας έλληνας πολιτικός με μεγάλη επιστημονική κατάρτιση και φιλοσοφικές γνώσεις. Ο οποίος άφησε πίσω του σημαντικό επιστημονικό έργο, αλλά, και ένα βιβλίο-προσωπικές αναμνήσεις-που εκθειάζει τον Εθνάρχη που στάθηκε πάντα στην πολιτική του σκιά. Και όμως, οι πολιτικές του παρακαταθήκες, δεν αναφέρονται και ίσως δεν σχολιάζονται πολιτικά, σήμερα, από κανέναν ομοϊδεάτη του πολιτικό. Η δε πολιτική προσωπικότητα του άλλου συντηρητικού πολιτικού, που προέρχεται από την ίδια πολιτική δεξαμενή, του πολυγραφότατου συγγραφέα, άοκνου εργάτη του πνεύματος και του πολιτισμού, του πρώην πρωθυπουργού Παναγιώτη Κανελλόπουλου, του κοινωνιολόγου και πολιτικού (είναι ο παλαίμαχος πολιτικός της άλλης πολιτικής παράταξης που αρνήθηκε την πρόταση του Ανδρέα Παπανδρέου να γίνει πρόεδρος της ελληνικής Δημοκρατίας όταν του προτάθηκε), η πολιτική του σταδιοδρομία σκιάστηκε από ορισμένα πολιτικά λεγόμενά του. Μνημονεύεται πολιτικά κυρίως, μάλλον για ορισμένα πολιτικά του λεχθέντα, πολιτικές του ρήσεις, στα μετά τον εμφύλιο πόλεμο χρόνια. Όταν μιλώντας για την Μακρόνησο, τόπο εξορίας και βασανιστηρίων των αριστερών και κομμουνιστών ελλήνων, την απεκάλεσε «ο νέος Παρθενών», ή πάλι, δείχνοντας τον ελληνικό στρατό σε ξένο στρατιωτικό παράγοντα, του είπε: «ιδού ο στρατός σας» όπως έγραψαν οι ιστορικοί της εποχής και οι μεταγενέστεροι. Οι πολιτικοί του ομοϊδεάτες και οι πολιτικοί του αντίπαλοι, παραγνωρίζουν συνήθως τις δεκάδες μελέτες που συνέγραψε και το πλήθος βιβλίων που εξέδωσε κατά την διάρκεια της πολιτικής του σταδιοδρομίας. Βιβλία, μελέτες και πολιτικά και ιστορικά συγγράμματα που διαπραγματεύονται θέματα της φιλοσοφίας, της ιστορίας, της λογοτεχνίας, του ευρωπαϊκού πολιτισμού, της παιδείας. Σπάνια περίπτωση διανοούμενου για τα ελληνικά δεδομένα. (Από βιβλία μελέτες για την αρχαία ελλάδα μέχρι μελέτημα για την Γαλλική Επανάσταση. Και από πολιτικές και ιστορικές αναμνήσεις μέχρι φιλοσοφικές πραγματείες και ποιήματα. Το πολύτομο έργο του Η Ιστορία του Ευρωπαϊκού Πνεύματος, παραμένει ακόμα σταυμός για τα ευρωπαϊκά πολιτιστικά πράγματα και παράδοση,όχι μόνο για τις εκατοντάδες πληροφορίες και τα στοιχεία που μας παράσχει, αλλά και για τις εύστοχες κρίσεις του για πρόσωπα και έργα του παγκόσμιου πολιτισμού. Ο έλληνας πολιτικός και επιστήμονας, Παναγιώτης Κανελλόπουλος, υπήρξε ένας εγκυκλοπαιδιστής, ένας έλληνας Αντρέ Μαλρώ. Και όμως, μάλλον, λησμονήθηκε η προσφορά του, και έμειναν οι άστοχες πολιτικές του ατάκες, που πέρα από την πολιτική τους αστοχία και το βεβιασμένο του πολιτικού αποφθέγματος, δεν ζημίωσαν και κανέναν.
Ιδιαίτερη περίπτωση αποτελεί ο πολιτικός και σημαντικός ιστορικός Σπυρίδων Μαρκεζίνης, ο οποίος υπήρξε ένας ιστορικός αδέκαστος, έντιμος στις ιστορικές του κρίσεις και αποτιμήσεις. Ο Μαρκεζίνης σαν ιστορικός αναλυτής κρατά τις αναγκαίες ιστορικές- ιδεολογικές ισορροπίες όταν σχολιάζει πρόσωπα και γεγονότα. Οι κρίσεις και οι θέσεις του, και στις δύο σειρές των ιστορικών εργασιών του, Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος και εκείνη της Σύγχρονης, αποτελούν αναγκαίο ανάγνωσμα για όσους αγαπούν την ελληνική ιστορία. Σιμά με τα ιστορικά έργα του Διονυσίου Κόκκινου και του Δημήτρη Φωτιάδη για την Ελληνική Επανάσταση. Η συνεργασία του ιστορικού και πολιτικού Σπυρίδωνος Μαρκεζίνη με το τότε χουντικό καθεστώς, σαν μια απόπειρα πολιτικής γέφυρας συνεργασίας των στρατιωτικών με το παλαιό πολιτικό προσωπικό, για την σταδιακή αποκατάσταση με ομαλό τρόπο και μεταβίβαση από την στρατιωτική δικτατορία στην κοινοβουλευτική δημοκρατία στην χώρα μας την κρίσιμη χρόνια του 1973, δεν τελεσφόρησε. Ο ίδιος και η κυβέρνησή του ανατράπηκε καθώς και το στρατιωτικό καθεστώς που είχε ενδυθεί προεδρικό μανδύα μετά την κατάργηση της Βασιλείας στην χώρα. Η πτώση της κυβέρνησης του δοτού πρωθυπουργού, έφερε και τα γνωστά αποτελέσματα της Κυπριακής Τραγωδίας που υφιστάμεθα σαν ελληνισμός ακόμα και στις μέρες μας. Του ιστορικού και πολιτικού αμαυρώθηκε η πολιτική του φήμη, ενώ υπήρξε, ένας πολιτικός της προ δικτατορικής περιόδου με σημαντική πολιτική προσφορά, ιδιαίτερα στον οικονομικό τομέα. Ποιος διαβάζει στις μέρες μας τα πολύτομα βιβλία της ελληνικής Ιστορίας του ιστορικού Σπυρίδωνος Μαρκεζίνη και εμπιστεύεται τις κρίσεις του; Ακόμα και αυτοί που αγαπούν την Ιστορία μένουν στις «Αναμνήσεις» του που αναφέρονται στην συνεργασία του με το τότε δικτατορικό καθεστώς. Για τους ελάχιστους που έχουν διαβάσει το έργο του, αναφέρω ότι πολλές ιστορικές αναλύσεις και επισημάνσεις του θυμίζουν  ερμηνευτική οπτική αριστερού ιστορικού. Κάτι που ξαφνιάζει. 
Διαφορετική τύχη είχε ο ιστορικός λόγος και τα πολιτικά κείμενα και γραπτά του παλαιού ηγέτη της ΕΔΑ κυρού Ηλία Ηλιού, ο οποίος διετέλεσε για χρόνια ηγέτης της ανανεωτικής αριστεράς στον τόπο μας. Τα πολιτικά του σχόλια και οι κρίσεις, οι πολιτικές του παρεμβάσεις στις δημόσιες αγορεύσεις του, μνημονεύονται από τα αριστερά μη «ορθόδοξα κουμμουνιστογενή» έντυπα και πρόσωπα, ακόμα και στις μέρες μας. Βλέπε πολιτικά πρόσωπα της απερχόμενης κυβέρνησης. Η μνήμη του παραμένει ακόμα πολιτικά ζώσα. Είναι ο πολιτικός της αριστεράς που έχαιρε σεβασμού και εκτίμησης ακόμα και από πολιτικούς της συντηρητικής παράταξης. Ο καθηγητής σε αμερικάνικο πανεπιστήμιο, οικονομολόγος και πρώην πρωθυπουργός Ανδρέας Παπανδρέου, μάλλον ελάχιστα μνημονεύεται-σαν συγγραφέας μελετών οικονομικού περιεχομένου-από το μεγάλο κοινό των υποστηρικτών του πρώην ΠΑΣΟΚ. Οι ερευνητικές του οικονομικές εργασίες και ερμηνευτικές, αγνοούνται από την μεγάλη μάζα των πρώην οπαδών του κινήματος. Ο ιδρυτής του Σοσιαλιστικού Κινήματος στην χώρα μας δεν απασχολεί τους ψηφοφόρους σαν οικονομολόγος συγγραφέας, τον θυμούνται ως τον ιστορικό πολιτικό ηγέτη της Αλλαγής στην χώρα μας μετά το 1981. Ο επονομαζόμενος Εθνάρχης, (κατά πολιτική μίμηση του Ελευθερίου Βενιζέλου) ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, δεν μας άφησε ούτε απομνημονεύματα, ούτε γραπτά κείμενα. Ότι γνωρίζουμε για την πρώτη του οκταετία σαν πρωθυπουργός και την δεύτερη σαν πρωθυπουργός και πρόεδρος της ελληνικής δημοκρατίας το πληροφορούμαστε από το Αρχείο και το Ίδρυμα Κωνσταντίνου Καραμανλή και τις αφηγήσεις των άμεσων συνεργατών του. Συνεργατών, που στάθηκαν πάντα στην σκιά του Σερραίου ηγέτη. Μια ισχυρή πολιτική ελληνική προσωπικότητα των χρόνων μας, όπως και εκείνη του Ανδρέα Παπανδρέου, που διαμόρφωσαν τις τύχες της χώρας και της έδωσαν τον πολιτικό και κοινωνικό προσανατολισμό της που έχει ακόμα και σήμερα. Θρυλική πάντως θα μείνει η φωτογραφία του, που είδαμε στις εφημερίδες, να περπατά με το βιβλίο του Πλάτωνος «Σοφιστής» στο χέρι, από τις εκδόσεις Ζαχαρόπουλος, που τότε εξέδιδαν έλληνες αρχαίους συγγραφείς, σε πολύ ωραίες και φτηνές οικονομικά εκδόσεις. Να υπενθυμίσουμε ότι οι αρχαίοι συγγραφείς, όπως πχ. το έργο του Ηροδότου ήταν μεταφρασμένο και στην απλή δημοτική κάτω από την μεταφραστική εποπτεία του Βάσου Βασιλείου, μετά την «κανονική» μετάφραση και σχολιασμό. Είχαμε δηλαδή την επιλογή ανάγνωσης δύο μεταφράσεων.Το 1976 έχουμε την Εκπαιδευτική Μεταρρύθμιση του κυρού πρωθυπουργού Γεωργίου Ράλλη, που όλοι επικρότησαν. Το δε μονοτονικό, λέγονταν ότι το «επέβαλαν» για λόγους οικονομικούς τα μεγάλα εκδοτικά συμφέροντα. Όπως και νάχει, η εφαρμογή της Δημοτικής στο δημόσιο, μας έβγαλε από την ιστορική μας γλωσσική και ιδεολογική «σχιζοφρένεια».
Με τα λεχθέντα και μνημονευθέντα έχουμε την μία πλευρά του ζητήματος από την πλευρά των διανοούμενων-συγγραφέων πολιτικών. Δεν αναφέρω τα Απομνημονεύματα που δημοσίευσαν πολιτικοί μετά την αποχώρησή τους. Βλέπε του στρατάρχη Παπάγου, του Γεωργίου Ράλλη, του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, του αρχηγού του Δημοκρατικού Στρατού Μάρκου Βαφειάδη (που διετέλεσε βουλευτής) ή και συζύγων πολιτικών, όπως της Δήμητρας Λιάνη- Παπανδρέου κλπ.  Από την άλλη μεριά, οι καθεαυτό καλλιτέχνες, πνευματικοί άνθρωποι, συγγραφείς, ποιητές, καθηγητές πανεπιστημίου που συνεργάστηκαν κατά διαστήματα με την όποια εξουσία, δεν μας έχουν αφήσει-από όσο γνωρίζω- απομνημονεύματα για να γνωρίζουμε τι δυσκολίες αντιμετώπισαν κατά την διάρκεια των βουλευτικών ή ευρωβουλευτικών τους ή κυβερνητικών τους καθηκόντων. Τι προσωπικά διλήμματα αντιμετώπισαν και πως τα επέλυσαν αν τα επέλυσαν. Σε ποιο βαθμό και πόσο απεμπόλησαν προσωπικές τους αρχές, αξίες και οράματα για να διατηρήσουν την κοινοβουλευτική τους ιδιότητα, την συμμετοχής τους ένα κυβερνητικό σχήμα. Ούτε η τελευταία Ελληνίδα Θεά, η ηθοποιός και μακροβιότερη υπουργός πολιτισμού η Μελίνα Μερκούρη μας άφησε αναμνήσεις της πολιτικής της θητείας και άσκησης της κυβερνητικής της εξουσίας. Να θυμηθούμε ακόμα και τις υπογραφές στήριξης ποιητών και συγγραφέων σε νεοϊδρυθέντα κόμματα ή σχηματισμούς, όπως αυτή του νομπελίστα μας ποιητή Οδυσσέα Ελύτη στο κόμμα του πρώην πρωθυπουργού κυρίου Αντώνη Σαμαρά. Ή οι πάμπολλες υπογραφές καλλιτεχνών στήριξης προς το ΚΚΕ είτε το παλαιό ΚΚΕ εσωτερικού κλπ.
     Είναι πιστεύω ανοιχτό ακόμα το ζήτημα της συνεργασίας ή μη των πνευματικών ανθρώπων, των συγγραφέων, των καλλιτεχνών με την εκάστοτε πολιτική και κομματική εξουσία του τόπου τους και της εποχής τους, και στο πως διαχειρίζονται, καθένας ξεχωριστά, τα γρανάζια της κομματικής γραφειοκρατίας και εξουσίας που σαν αδηφάγα σκοτεινή μήτρα χωνεύει τους πάντες και τα πάντα. Πως δηλαδή κατορθώνουν να μην καπελώνεται κομματικά ή και πολιτικά η συγγραφική προσφορά τους, η πνευματική τους δημιουργία, από τους κομματικά «εγκάθετους» χειροκροτητές υποστηρικτές, που ενδεχομένως να μην γνωρίζουν ούτε καν το έργο τους ή και να τους είναι αδιάφορο. Η στράτευση ενός συγγραφέα σ' έναν κομματικό χώρο, δεν μπορεί μάλλον να αντιμετωπιστεί συλλογικά και γενικά, αλλά κατά περίπτωση, για κάθε δημιουργό, ξεχωριστά και ιδιαίτερα. Γιατί οι δημιουργοί, όπως οι υπόλοιποι φορολογούμενο ενεργοί πολίτες, είναι και αυτοί στον ιδιωτικό ή οικογενειακό τους βίο πολιτικά ενεργοί. Οι όποιες επιπτώσεις της πολιτικής ή κομματικής κυβερνητικής εξουσίας αφορά και τους ίδιους σαν δραστήρια και εργαζόμενα άτομα. Μπορούμε λοιπόν να θέσουμε το ερώτημα, κατά πόσο «έβλαψε» αν «έβλαψε» το ωκεάνειο ποιητικό έργο του Γιάννη Ρίτσου η διαρκής του στράτευση με την κόκκινη ιδεολογία; Παρά του ότι ο Γιάννης Ρίτσος, υπήρξε ένας απλός στρατιώτης του Κόμματος, δεν έγινε ποτέ βουλευτής ή ευρωβουλευτής. Το ίδιο ισχύει και για το ποιητικό έργο του Τάσου Λειβαδίτη, του Κώστα Βάρναλη, της Σοφίας Μαυροειδή Παπαδάκη, της Ρίτας Μπούμη Παπά, του Ζήσιμου Σκάρου, και άλλων αριστερών και κομμουνιστών διανοούμενων και συγγραφέων. Από την άλλη ιδεολογική πλευρά της πολιτικής, αξίζει να αναρωτηθούμε αν «μειώθηκε» ή «ζημιώθηκε» η πολιτική χρήση του έργου του Ίωνος Δραγούμη, του Περικλή Γιαννόπουλου, της Πηνελόπης Δέλτα, από την χρήση ή την κατάχρηση των λόγων και των γραπτών τους από εθνικιστικά κόμματα ή παρατάξεις. Αν δηλαδή θα συμφωνούσαν οι συγγραφείς που ανήκουν στον συντηρητικό πολιτικό χώρο, στην χρήση των έργων τους για σύγχρονους εθνικιστικούς πολιτικούς σκοπούς ή άλλες σκοπιμότητες; Και αν όχι, πως μπορεί να διαφυλάξει ένας διανοούμενος ή πνευματικός άνθρωπος το έργο του από τέτοιου είδους πολιτικές ή κομματικές πρακτικές και ιδιοποιήσεις; Μπορεί το έργο σημαντικών προσώπων της ελληνικής διανόησης να παραμείνει απομωνομένο μέσα στις Βιβλιοθήκες και τα Σπουδαστήρια των Πανεπιστημιακών Σχολών μόνο για ερευνητικές εργασίες των φοιτητών; Είναι ένα ερώτημα που αξίζει νομίζω να ερευνηθεί και για τα δύο κυρίαρχα πολιτικά ιδεολογικά στρατόπεδα στην πατρίδα μας. Το λεγόμενο προοδευτικό και το λεγόμενο συντηρητικό. Ας φέρουμε στην σκέψη μας το έργο του ιστορικού της Λογοτεχνίας Δημητρίου Τσάκωνα και το πώς παραγνωρίστηκε, εξαιτίας της συνεργασίας του, του κυρού καθηγητή με το χουντικό καθεστώς. Νομίζω διετέλεσε υπουργός πολιτισμού. Ή την περίπτωση του Θεοφύλακτου Παπακωνσταντίνου, ενός παλαιού αριστερού που συνεργάστηκε με την χούντα. Στην χώρα μας, οι δύσκολες και αντίξοες παρατεταμένες χρονικά πολιτικές και ιστορικές καταστάσεις, παρέσυραν σε μια δίνη αντιπαραθέσεων και τον χώρο του πνεύματος, της τέχνης και των προσώπων που την εξέφρασαν και εξακολουθούν να την εκφράζουν. Βλέπε σήμερα, την περίπτωση του επαγγελματία συγγραφέα Βασίλη Βασιλικού, του γιού του πεζογράφου Γιώργου Χειμωνά, του επίσης πεζογράφου Θανάση Χειμωνά που έθεσε υποψηφιότητα στον χώρο του παλαιού Πασοκ και του Ποταμιού. Του ηθοποιού Κώστα Μαρκουλάκη, που υποστήριξε την Νέα Δημοκρατία και τον νυν πρωθυπουργό κύριο Κυριάκο Μητσοτάκη. Του ηθοποιού Αλέξη Γεωργούλη ή της Βάνα Μπάρμπα κλπ. Την ομιλία του φιλόσοφου Στέλιου Ράμφου στο συνέδριο της νυν νικητήριας κυβερνώσας παράταξης. όπως αντίστοιχα της μυθιστοριογράφου Ρέας Γαλανάκη και άλλων καλλιτεχνών που υποστήριξαν την προεκλογική καμπάνια του Σύριζα και τον πρώην πρωθυπουργό κύριο Αλέξη Τσίπρα. 
Η Ελληνική Ιστορία,-τα αντίξοα πολιτικά και ιστορικά γεγονότα ορθότερα- ίσως «καπέλωσε» την λογοτεχνία, την τέχνη στην ελλάδα, ή ήταν πάντα πιο ενδιαφέρουσα από την αναπαράστασή της ή τον σχολιασμό της, την αποτύπωσή της, από την λογοτεχνία και τις άλλες μορφές τέχνης. Οι εικαστικοί δημιουργοί ίσως στάθηκαν τυχερότεροι, αναφέρομαι στο έργο του Πάμπλο Πικάσο και την περιβόητη «Γκουέρνικα». Ή πάλι η στράτευση πολλών Ρώσων συγγραφέων με το τότε σοβιετικό-κομμουνιστικό καθεστώς, σκίασε το εύρος της δημιουργίας τους. Το χειραφέτησε κομματικά σε σημείο ασφυξίας. Βλέπε σοσιαλιστικός ρεαλισμός, περίπτωση Μαγιακόφσκυ κλπ. Ποιος διαβάζει σήμερα την Ιστορία του αρχαίου ιστορικού Θουκυδιδη, στην μετάφραση του πολιτικού Ελευθερίου Βενιζέλου; Οι νεότεροι θυμούνται τον Κρητικό πολιτικό που διεύρυνε τα ελληνικά σύνορα και μεγαλωσε τα γεωγραφικά όρια της ελλάδας. Ή πάλι, ποιος ασχολείται με τις λογοτεχνικές μελέτες του αγωνιστή της αριστεράς Νίκου Μπελογιάννη, όλοι μνημονεύν και θυμούνται την δολοφονία του και διαβάζουν τα βιβλία και τις μελέτες της συζύγου του Έλλης Παπά. Και δικαίως.
     Θέλω να πω με τα παραπάνω, ότι στην πατρίδα μας, βρισκόμαστε ακόμα εν θερμώ, για να ξεκαθαρίσουμε και να κρατήσουμε μια ξεκάθαρη θέση για τα πολιτικά και ιστορικά αυτά ζητήματα, παράλληλα με τα πνευματικά. Για την στράτευση ή μη δηλαδή ενός διανοούμενου με την εκάστοτε εξουσία. Κυβερνητική, βουλευτική, ιδεολογική. Μπορεί να είναι Υπηρέτης δύο Αφεντάδων ο πνευματικός άνθρωπος, ο διανοούμενος, ο συγγραφέας, ο καλλιτέχνης; Για να δανειστώ τον τίτλο από το γνωστό θεατρικό έργο του Κάρλο Γκολντόνι. Μπορεί σύγχρονοι Βολταίροι και διαφωτιστές συγγραφείς να συμβουλεύουν με τα γραπτά και τις επιστολές τους αυτοκράτορες και βασιλείς; Κυβερνήτες; Σήμερα προέδρους της δημοκρατίας και πρωθυπουργούς; Πόσο χρειάζονται, αν χρειάζονται οι Πολιτικοί όλων των παρατάξεων, τις συμβουλές ή την συμμετοχή στο κομματικό τους ψηφοδέλτιό, ενός διανοούμενου, ενός μουσικοσυνθέτη, ενός ποιητή, ενός φιλοσόφου; Και αν ναι, πόσοι θα τους ακούσουν ή θα τους συμβουλευτούν, και για ποιόν σκοπό; Σε ποιόν έλληνα πολιτικό είναι σήμερα χρήσιμη η ατομική και συγγραφική παρουσία ενός Κορνήλιου Καστοριάδη, ενός Κώστα Παπαϊωάννου, ενός Οδυσσέα Ελύτη, ενός Παναγιώτη Κονδύλη, ενός Χρήστου Γιανναρά, ενός Τάσου Βουρνά, ενός Απόστολου Βακαλόπουλου, μιας Ελένης Γλύκατζη Αρβελέρ, ενός Κώστα Αξελού, ενός Βασίλη Ραφαηλίδη, ενός Μάνου Χατζιδάκι; Ενώ μνημονεύουν συχνά τα λόγια του Αντόνιο Γκράμσι. Τι μπορεί ουσιαστικά να προσφέρει η παρουσία ενός λογοτέχνη ή ποιητή, ενός καλλιτέχνη σε ένα κόμμα, σε μια πολιτική κοινοβουλευτική ομάδα, σε μια κυβερνητική εξουσία, με τα δεδομένα στεγανά και κομματικά όρια;
      Ανοιχτά ερωτήματα λίγο πριν τις επικείμενες βουλευτικές εκλογές, χωρίς να γνωρίζουμε με σαφήνεια τα πολιτικά προγράμματα των κομμάτων που διεκδικούν την εξουσία και χωρίς να εκφέρουν πολιτική γνώμη οι έλληνες διανοούμενοι, συγγραφείς ή ποιητές, πέρα βέβαια από την υποστήριξη την προσωπική του καθενός στο ένα ή άλλο κόμμα.
Αν δεν χρειάζονται οι ποιητές και η ποίηση σε αυτούς τους δύσκολους καιρούς όπως αναρωτιόντουσαν παλαιότερα οι ίδιοι οι ποιητές, τότε μήπως και η παρουσία των διανοουμένων και πνευματικών ανθρώπων στα ψηφοδέλτια ή στα βουλευτικά έδρανα είναι απλά διακοσμητική; Ίσως κάνω λάθος. Μήπως οφείλει να παραμένει ο καθένας στα του οίκου του; Και αν ναι, πότε οφείλει να έχει δημόσιο λόγο και παρέμβαση μέσα στην Κοινωνία ένας διανοούμενος, ένας συγγραφέας;
     Αδιάφορα μάλλον ερωτήματα και προβληματισμοί ενός αρθρογράφου μιας μικρής ιστοσελίδας, που διδάχτηκε όπως και όλοι της γενιάς του, να αγαπούν τον πολιτισμό, την ιστορία, την ποίηση, το βιβλίο και τους ανθρώπους τους. Να είναι πολιτικοποιημένος, έστω και με λανθασμένες θέσεις και ερμηνείες, παρά κομματικοποιημένος ή απολιτίκ. Να έχει άποψη. Δηλαδή να μετέχει στα Κοινά και των δύο χώρων. Εξάλλου, αυτό είναι το δίδαγμα της ανάγνωσης και της τέχνης ευρύτερα. Να μας καταστήσει ενεργούς και συνειδητούς πολίτες, ή λαθεύω;
     Σταθερός υπηρέτης λοιπόν, αντιγράφω δύο ακόμα κείμενα του ποιητή Τίτου Πατρίκιου που αφορούν δύο παλαιότερες εκλογικές αναμετρήσεις, και που νομίζω, ότι ο νηφάλιος λόγος του, το ήρεμο ύφος του, η καθαρότητα της σκέψης του, η απλή του γλώσσα, μας βοηθούν όχι στο τι θα ψηφίσουμε ή τι πολιτικό ή κομματικό σχηματισμό θα επιλέξουμε αλλά, στο να προβληματιστούμε και να σκεφτούμε μία εβδομάδα πριν τις κάλπες. Και αυτό δεν είναι λίγο. Πέρα από τις ενδεχόμενες αρνήσεις ή καταφάσεις μας στις θέσεις που εκφράζει ο Ποιητής.                        


ΔΙΑΣΩΣΗ ΙΣΤΟΡΙΚΗΣ ΜΝΗΜΗΣ
ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ, ποιητής,
εφημερίδα «Η Καθημερινή» 3/10/1993

     Αυτές οι εκλογές είναι σαν όλες τις άλλες. Δίνουν τη δυνατότητα στον πολίτη να εκφράσει την επιδοκιμασία ή την αποδοκιμασία του σε μια κυβέρνηση. Προσωπικά θα ήθελα να εκφράσω την αποδοκιμασία μου στην κυβέρνηση και να ασκήσω το συνταγματικό μου δικαίωμα, ώστε να απομακρυνθεί από την εξουσία. Το ιδιαίτερο στοιχείο των εκλογών είναι ότι οι ιδέες και οι θεσμοί αλλάζουν με πολύ πιο αργούς ρυθμούς από την υλική πραγματικότητα. Οι εκλογές αυτές είναι οι τελευταίες μιας περιόδου που καλύπτει τα 35 χρόνια. Μιας περιόδου που έχει λήξει, χωρίς να έχει λήξει η πολιτική της έκφραση. Ας σκεφτεί κανείς τι έχει γίνει από το 1989 μέχρι σήμερα. Αλλά ενώ οι αλλαγές είναι ιστορικές, τα πολιτικά προγράμματα παραμένουν ίδια. Νομίζω όμως πως αυτή η ουσιαστικά συντηρητική στάση έφτασε στο τέλος της. Και αυτό το τέλος εκφράζουν οι σημερινές εκλογές.
      Πιστεύω πως η συσπείρωση πνευματικών ανθρώπων έχει σημασία και αποτελεσματικότητα σε εποχές μεγάλων κρίσεων και πολύ ισχυρών καταπιεστικών καθεστώτων. Όπως η κατοχή παλιότερα ή η περίοδος της δικτατορίας. Τότε οι συσπειρώσεις πνευματικών ανθρώπων και έγιναν και υπήρξαν τελεσφόρες. Όταν όμως το πολίτευμα λειτουργεί ομαλά και οι θεσμοί έχουν εμπεδωθεί, οι συσπειρώσεις του είδους είτε είναι αναποτελεσματικές, είτε καταλήγουν σε συντεχνιακές συμπαρατάξεις που έχουν περισσότερο ενδιαφέρον για τις ιδιαίτερες διεκδικήσεις των πνευματικών ανθρώπων, παρά για τη γενική ανόρθωση του τόπου. Άλλωστε όταν μιλάμε για πνευματική ανόρθωση του τόπου θα πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας ότι συνδυάζεται με ένα γενικότερο ανοδικό ρεύμα σε όλους τους τομείς της ζωής.
     Όσο για την ανάμειξη του πνευματικού ανθρώπου στα κοινά, είναι προφανές ότι ένας άνθρωπος του πνεύματος εκφράζεται δημόσια κι αυτή η δημόσια έκφραση του δημιουργεί ευθύνες και ένα έστω ελάχιστο ρόλο στην κοινή ζωή. Όταν η ενασχόλησή του με τα κοινά παίρνει χαρακτήρα ένταξης ή και ολοκληρωμένης αφοσίωσης, έχει σπουδαιότητα μόνο όταν αντιστρατεύεται τις κατεστημένες εξουσίες. Όταν, αντίθετα, ευθυγραμμίζεται με τις εξουσίες τότε μετατρέπεται σε απλό υπηρέτη της εξουσίας. Στο παρελθόν είδαμε πολύ συχνά ανθρώπους του πνεύματος οι οποίοι εντάχθηκαν στους εξουσιαστικούς μηχανισμούς και έγιναν γρανάζια τους.
     Βαθμολογώ μηδενικά την επίδοση της προηγούμενης κυβέρνησης στον τομέα του πολιτισμού. Η εικόνα που έχουμε για τον πολιτισμό ως κρατική λειτουργία είναι ότι ενδιαφέρει μόνο τα γυναικόπαιδα. Και βεβαίως τις γυναίκες και τα παιδιά μπορεί να τα βάζουν πρώτα στις βάρκες όταν βουλιάζει το πλοίο, αλλά είναι τελευταίοι στη σειρά, όταν πρόκειται να καταρτιστεί ένας προϋπολογισμός. Και κάτι χειρότερο: στους υπάρχοντος προϋπολογισμούς βλέπει κανείς πόσο μονομερής είναι η κατανομή των κονδυλίων. Σχεδόν τα πάντα πηγαίνουν στις οπτικοακουστικές δραστηριότητες και ελάχιστα για το βιβλίο. Παρά τις μεγαλόσχημες διακηρύξεις που γίνονται, δεν βλέπω κανένα κρατικό όργανο να ενδιαφέρεται για την προαγωγή του σημερινού πολιτισμού, ούτε για τη διάσωση της ιστορικής μας μνήμης. Οι άνθρωποι που βρίσκονται σε θέσεις-κλειδιά του πολιτισμού, για το μόνο που δεν ενδιαφέρονται είναι οι μνήμες. Ενώ χωρίς μνήμες ο πολιτισμός μιας χώρας, ίσως και η ίδια η χώρα είναι καταδικασμένη σε θάνατο.
     Εάν έκανα την παραμικρή σύσταση η ευχή στην κυβέρνηση που θα προκύψει από τις εκλογές θα έδειχνα μια τέτοια αφέλεια που θα γελούσαν όχι μόνον οι φίλοι μου, αλλά κι εγώ ο ίδιος. Το να ασκεί κανείς διαχείριση ή διοίκηση στο χώρο του πολιτισμού δεν είναι ασήμαντο. Όταν όμως αυτή τη λειτουργία την αναλαμβάνει ένας πνευματικός άνθρωπος, θα πρέπει να ξέρει πως κατά το διάστημα που την ασκεί δεν μπορεί ταυτόχρονα να λειτουργεί και ως πνευματικός άνθρωπος. Δίνω δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα: ούτε ο Μαλρώ, στη Γαλλία, θα μπορούσε να είναι συγγραφέας όσο ήταν υπουργός Πολιτισμού, ούτε η Μελίνα σ’ εμάς θα μπορούσε να είναι ηθοποιός….
--
ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ:
«Πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι για τη σύγκρουση»
Συνέντευξη στην ΗΡΩ ΜΑΥΡΟΕΙΔΗ, εφημερίδα Η Αυγή 29/10/1989
     ΜΙΑ εβδομάδα μόλις χωρίζει από τις εκλογές, ενώ βρισκόμαστε αντιμέτωποι με την ανάγκη επιλογής, μέσω των συγκεκριμένων πολιτικών χωρών, των διαφορετικών λόγων, του συντηρητικού και του «αυριανικού» από τη μια μεριά και του λόγου που έχει στο κέντρο του τον πολιτισμό (με μια ευρύτερη έννοια) από την άλλη. Σήμερα, λοιπόν, φιλοξενούμε στις στήλες μας τον Τίτο Πατρίκιο, ποιητή, διανοούμενο και αγωνιστή, ο οποίος μας μιλάει γι’ αυτόν τον άλλο λόγο, τον λόγο του πολιτισμού, που οφείλει η Αριστερά να εκφράζει, ώστε να συσπειρώσει γύρω από τις ιδέες της την πραγματικά δημοκρατική κοινωνία.
      Ξεκινώντας την κουβέντα μας ανατρέχουμε πρώτα στα προηγούμενα χρόνια και ζητάμε από τον Τίτο Πατρίκιο να μας πει πως εκτιμά ο ίδιος, ως άνθρωπος του πολιτισμού, τα όσα έγιναν στον τομέα αυτό από τη μεταπολίτευση μέχρι σήμερα.
-«Θα απαντήσω σε πολύ γενικές γραμμές, διότι δεν είναι δυνατόν μέσα σε μια στιγμή να ανασκοπήσει κανείς και να εκτιμήσει μια ολόκληρη δεκαπενταετία. Και μάλιστα, πολύ περισσότερο, όταν δεν έχει άμεση σχέση με τις διοικητικές πλευρές αυτών των πραγμάτων, οι οποίες είτε μας φαίνονται τεχνικές είτε γραφειοκρατικές, είναι πάρα πολύ σημαντικές, καθώς η πολιτική χωρίς διοικητική εφαρμογή κάποιων γενικών ιδεών, δεν μπορεί να υπάρξει.
     Θα ‘λεγα λοιπόν ότι εκείνο που είχε τις επιπτώσεις του στο χώρο του πολιτισμού ήταν το γενικότερο δημοκρατικό άνοιγμα μετά την πτώση της χούντας. Υπήρξε μια τομή ανάμεσα σ’ εκείνο που γίνονταν πριν το 1967 και σ’ αυτό που άρχισε να γίνεται μετά το 1974, όπου εξαφανίστηκαν λίγο-πολύ οι στενές, σεχταριστικές, πολλές φορές εμπαθείς συμπεριφορές απέναντι σε κάθε στάδιο ανοίγματος και προόδου.
     Από την άλλη μεριά όμως, επειδή η δεκαπενταετία αυτή είναι ένα διάστημα αρκετά μεγάλο, ώστε να μας επιτρέπει να δούμε κάποιους σταθερούς μέσους όρους, μπορούμε να παρατηρήσουμε και να την ανάδειξη μέσα σ’ αυτό μιας σταθερότητας κάποιων αντιλήψεων, που ενώ απορρέουν από τα εκάστοτε κόμματα, τα οποία κυβερνούν τη χώρα, είναι αντιλήψεις βαθύτερες μέσα στην ελληνική πραγματικότητα. Ενώ, δηλαδή, η κηδεμονευτική στάση από τη μεριά του κράτους χαλαρώνει, οι παροχές, τις οποίες αυτό δίνει και τις όποιες επιζητούν οι ίδιοι οι ενδιαφερόμενοι στο χώρο του πολιτισμού, δείχνουν μια (ανεπιτυχή) πρόθεση χειραγώγησης, έστω και χαλαρότητας. Διότι πάντα, όταν το κράτος δίνει, κάτι ζητάει σε αντάλλαγμα. Και εκείνο που ζητάει σε αντάλλαγμα, νομίζω, σ’ όλη αυτή την περίοδο, είναι μια έμμεση αίτηση συναίνεσης του κόσμου του πολιτισμού απέναντι στις εκάστοτε κυβερνήσεις».
-Με ποιους τρόπους συγκεκριμένους εκφράστηκε αυτή η αίτηση από τους διαχειριστές της πολιτιστικής πολιτικής των προηγούμενων κυβερνήσεων;
-Πιστεύω πως κάθε υπουργός πολιτισμού, και μέσα στην κυβέρνηση στην οποία λειτουργεί, εκφράζει την προσωπική του αντίληψη των πραγμάτων. Οι υπουργοί πολιτισμού της περιόδου της Νέας Δημοκρατίας δεν έχουν κατά την γνώμη μου, παρουσιάσει κάποιο έντονο προφίλ. Ήσαν άνθρωποι που είχαν περισσότερο μια διαχειριστική των πραγμάτων πολιτική, χωρίς κάποιες σημαντικές αποφάσεις, οι οποίες θα τροποποιούσαν. Η μόνη σημαντική απόφαση ήταν το άνοιγμα, οι μη αποκλεισμοί.
      Η οκταετία του ΠΑΣΟΚ σφραγίστηκε από την προσωπικότητα της Μελίνας Μερκούρη, μια προσωπικότητα δημοκρατική, μετριοπαθή, ανεκτική, η οποία όμως έριξε το βάρος του θεάματος. Πράγμα, που συνδυαζόταν με μια γενικότερη τάση της εποχής. Νομίζω ότι ο παραγκωνισμός του βιβλίου και αυτού του χώρου του πολιτισμού που σχετίζεται με τα γράμματα συνδυάζεται στην μεν οκταετία του ΠΑΣΟΚ ακριβώς με την προσωπικότητα της Μελίνας Μερκούρη, στην δε επταετία της Νέας Δημοκρατίας με τις γενικότερες πολιτιστικές εκφράσεις, που ανοίγονταν στην κοινωνία του θεάματος.
     Όταν όμως μιλάμε για μια συστηματική πρακτική η οποία απορρέει από ορισμένες προγραμματικές αρχές, τότε θα μπορούσαμε να έχουμε την απαίτηση αντίδρασης σ’ αυτές τις κυριαρχούσες τάσεις επιβολής του θεάματος ως εικόνας, ως έκφρασης. Και αυτό είναι κάτι, που δεν υπήρξε στα προηγούμενα δεκαπέντε χρόνια.
     Ένα άλλο στοιχείο που θα ‘θελα να επισημάνω σχετικά με την προηγούμενη δεκαπενταετία, είναι η σημαντική σε έκταση και σε βάθος αποκέντρωση. Μέσα στο διάστημα αυτό έχουμε όλο και μεγαλύτερη αναζήτηση πολιτιστικών πρωτοβουλιών, ακόμα και χρηματοδοτήσεων και σχεδιασμών, από τομείς περιφερειακούς- την τοπική Αυτοδιοίκηση, συλλόγους, ενώσεις κ.λπ.
      Όμως κι εκεί θα δούμε να επαναλαμβάνεται το ίδιο σχήμα, όπου το βάρος πέφτει στο θέαμα, στο ακρόαμα, στην ψυχαγωγία, ακόμα και στην πανηγυρική πλευρά των πραγμάτων. Όχι όμως και στην πλευρά του βιβλίου, της ανάγνωσης, της πολιτιστικής επαφής μέσω της σκέψης ή ακόμα και της συναισθηματικής έντασης, η οποία προέρχεται μέσα από το λόγο και όχι μέσα από το θέαμα.
Αυτό που προέχει, λοιπόν, είναι να αλλάξουν ορισμένες νοοτροπίες, διότι εκείνες είναι που εκφράζουν τελικά στάσεις πολιτισμού. Βεβαίως, οι νοοτροπίες δεν μπορούν ν’ αλλάξουν με μια διοικητική απόφαση, μ’ έναν κυβερνητικό προγραμματισμό».
-Πιστεύετε ότι η Αριστερά μπορεί  να συμβάλει στο να αλλάξουν αυτές οι νοοτροπίες;
-Μπορεί και μάλιστα ριζικά. Όμως πρέπει να είμαστε προσεκτικοί και να πάρουμε υπ’ όψη μας την ιστορική πείρα που έχουμε από την εφαρμογή μιας τέτοιας πολιτικής της Αριστεράς στις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού. Διότι η Αριστερά δεν είναι κάτι το αφηρημένο, το μελλοντικό, το οραματικό. Βρισκόμαστε στο τέλος του 20ου αιώνα κι έχουμε πίσω μας 70 χρόνια αριστερής πρακτικής. Βλέπουμε, λοιπόν, ότι η πρακτική αυτή στο χώρο του πολιτισμού, ξεκινώντας πολλές φορές με τις πιο καλές προθέσεις, οργανώνοντας, χρηματοδοτώντας, εξασφαλίζοντας όλους τους επαγγελματικούς δυνατούς όρους για τους ανθρώπους που εργάζονται στο χώρο του πολιτισμού, από την άλλη μεριά επέβαλε καταναγκασμούς τέτοιους, οι οποίοι οδήγησαν σε φοβερό μαρασμό τον ίδιο τον πολιτισμό. Πρέπει λοιπόν να έχουμε μια στάση κριτική και τολμηρή απέναντι στα πράγματα όταν μιλάμε για την πολιτική της Αριστεράς.
     Μιλώντας για τον σχεδιασμό στον πολιτισμό και τις πολιτισμικές πολιτικές, είμαστε υποχρεωμένοι να φύγουμε από τις μακροπρόθεσμες πολιτικές και να μπούμε στις βραχυπρόθεσμες. Άρα, σ’ εκείνες οι οποίες εντάσσονται και αφορούν την σύντομη ζωή του καθενός μας ή της γενιάς μας.
Η προσήλωση στα οράματα που αφορούν το μέλλον και τα ρόδινα χρόνια που θα έρθουν μαζί με μια ιδανική πολιτεία, έχει κατά την γνώμη μου, σ’ ένα μεγάλο βαθμό, μια ιδιοτέλεια της εξουσίας, η οποία εν ονόματι του οράματος προσπαθεί να καλύψει εκείνο που πράττει στο παρόν.
-Ποια είναι, λοιπόν, η αριστερή πρόταση;
-‘Θα έλεγα ότι η αριστερή πρόταση είναι εκείνη η πρόταση που μπορεί να κατευθύνει ισόρροπα τις παρεμβάσεις, οι οποίες θα προσφέρονται στη συνεχή, ακόμα και ανατρεπτική κριτική. Τότε μόνο θα μπορέσει να αποκατασταθεί η ισορροπία των δύο λειτουργιών της εξουσίας με τις δικές της λογικές και της τέχνης και της λογοτεχνίας, οι οποίες έχουν  τις δικές τους λογικές. Η σύγκρουση είναι μέσα στα πράγματα και πρέπει να είμαστε τουλάχιστον προετοιμασμένοι γι’ αυτό.
-Για να εφαρμοστεί μια πολιτιστική πολιτική, δεν αρκεί ωστόσο μια ιδεολογική προετοιμασία, αλλά χρειαζόμαστε και οικονομικούς πόρους.
-Οι πόροι, βεβαίως, είναι πάντα λίγοι. Όπως λέει ο Καβάφης σ’ ένα ποίημά του: «Του ταλαίπωρου κράτους μας ήταν μεγάλη η πτώχεια». Λοιπόν, νομίζω ότι η φτώχεια δεν είναι πάντα τόσο μεγάλη όσο μας αρέσει να λέμε όταν αυτό μας συμφέρει. Βεβαίως, δεν υπάρχουν πολλά διαθέσιμα λεφτά. Ας σκεφτούμε, ωστόσο, ότι τα κονδύλια που κρύβει μια μόνη κακή κρατική επένδυση (κι ας γίνεται με τις καλύτερες προθέσεις), θα μπορούσαν να καλύψουν δέκα ετήσιους προϋπολογισμούς για τον πολιτισμό. Πιστεύω, λοιπόν, ότι μέσα στην υπάρχουσα φτώχεια υπάρχει η δυνατότητα ανακατανομής εξόδων και δαπανών, που μπορεί να εφαρμοστεί αν αλλάξουν οι βαθιά ριζωμένες νοοτροπίες και αντιλήψεις.
-Πώς μπορεί η Αριστερά, όμως να επιβάλει το δικό της λόγο σ’ αυτές τις νοοτροπίες του κατεστημένου;
-Πιστεύω ότι αυτό που έχει να κάνει κυρίως η Αριστερά είναι να πείσει ότι πέρασε από το ποσοτικό σύναγμα των ανθρώπων σε κάποιες ποιοτικές αναδιαρθρώσεις. Διότι δεν φτάνουν μόνο οι μεγάλες ποσότητες στον χώρο της τέχνης. Χρειάζονται και οι ποιότητες, όχι ατομικές, αλλά του προϊόντος.
Η Αριστερά, λοιπόν ως εξουσία, θα πρέπει να είναι έτοιμη να αποδεχτεί την ιδιαιτερότητα του χώρου του πολιτισμού, αποδεχόμενη συγχρόνως και την δυνατότητα της σύγκρουσης με την ίδια την εξουσία που περικλείει αυτός ο χώρος.
……………………………………………………………………….
Τίτος Πατρίκιος, συνέντευξη στην Ηρώ Μαυροειδή, εφημερίδα Η Αυγή 29/10/1989.
Σημειώσεις:
     Νομίζω ότι και οι δύο δημόσιες παρεμβάσεις του ποιητή και μεταφραστή Τίτου Πατρίκιου, στην αστικών πολιτικών προδιαγραφών εφημερίδα Η Καθημερινή, και στην εφημερίδα της ανανεωτικής αριστεράς Η Αυγή, δύο διαφορετικών ιδεολογιών και πολιτικής δημοσιογραφικά έντυπα, σοβαρής όμως δημοσιογραφικής εμβέλειας και ποιότητας δημόσιου λόγου και κριτικής, σε διαφορετικές χρονικές εκλογικές αναμετρήσεις, που η χώρα ταλανίζονταν κοινωνικά και πολιτικά, από διάφορα υπαρκτά ή ανύπαρκτα σκάνδαλα, δηλώνουν με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο την ποιότητα και καθαρότητα της σκέψης και της ανάλυσης του ποιητή πρωτίστως Τίτου Πατρίκιου. Αν διαβάσουμε τις κατά καιρούς δημόσιες δηλώσεις, συνεντεύξεις, σχόλια, άρθρα και παρεμβάσεις του αριστερού πολίτη και ποιητή Τίτου Πατρίκιου, θα διαπιστώσουμε ότι ο Πατρίκιος, έφερε στην πολιτική και καλλιτεχνική επιφάνεια το ερώτημα, κατά πόσο οφείλει και σε ποιόν βαθμό επιβάλλεται ένας Ποιητής, Συγγραφέας, Διανοούμενος, να μετέχει ενεργά στα πολιτικά και κομματικά κοινά του τόπου του, να εκφέρει σαν σκεπτόμενο  άτομο έναν ανεξάρτητο και ελεύθερο, ακηδεμόνευτο πολιτικό λόγο, διαφορετικό ακόμα και από το κόμμα και την ιδεολογία που υποστηρίζει. Πως μπορεί ένας πνευματικός άνθρωπος να συμβάλλει ενεργά στην καλυτέρευση των κοινωνικών συνθηκών στην χώρα του ακολουθώντας και υποστηρίζοντας ένα κομματικό κυβερνητικό σύστημα εξουσίας, χωρίς να απεμπολήσει την ελευθερία της σκέψης του και την ανεξαρτησία της φωνής του. Κρατώντας την ατομική του ιδιαιτερότητα. Να μείνει αχειραγώγητος ακόμα και από τον ιδεολογικό χώρο από τον οποίο προέρχεται, υποστηρίζει και ακολουθεί. Σε αντίθεση με τον ποιητή Γιάννη Ρίτσο, που παρέμεινε με την θέλησή του ένας στρατευμένος ποιητής, ένας υπηρέτης, απλός στρατιώτης του κόμματος, της κομμουνιστικής ιδεολογίας που ακολούθησε και πίστεψε, ο Τίτος Πατρίκιος, δείχνει να προέρχεται από την στόφα του διανοούμενου, που στέκεται κριτικά απέναντι στην ιδεολογία που υποστηρίζει. Δεν είναι θα λέγαμε ιδεολογικός «αυλοκόλακας». Ο Πατρίκιος, έχει ζήσει τα αποτελέσματα της κομματικής εξουσίας και επιβολής στον χώρο του πολιτισμού, την τέχνη γενικότερα, και αυτή η πολιτική της εξουσίας πρακτική είναι φυσικό να τον κάνει επιφυλακτικό απέναντι στους μεγάλους οραματισμούς της αριστεράς στον χώρο του πνεύματος και της τέχνης και να τον ενοχλεί. Γνωρίζει ότι και οι άνθρωποί της-σαν σύνολο και σαν ξεχωριστή πολιτική μονάδα-διακατέχονται από εξουσιαστικές σκοπιμότητες, τάσεις ιδεολογικής παρέμβασης, κάτι που αποβαίνει σε βάρος της τέχνης, της ίδιας της καλλιτεχνικής δημιουργίας, της ελευθερίας της σκέψης του δημιουργού. Γιαυτό μιλά για την ανάγκη να αντισταθεί η αριστερά στην ίδια της την εξουσία που προβάλλει προς τα έξω και αποζητά και εκείνη με την σειρά της, την κηδεμονία του πολιτιστικού χώρου. Τέχνη και εξουσία δεν συμβαδίζουν, και όπου και όποτε συμβάδισαν, έφεραν φρικτά αποτελέσματα τόσο στον χώρο της τέχνης όσο και στην εδραίωση του πλέον φρικτού προσώπου της πολιτικής εξουσίας. Η Τέχνη, είναι ένας διαβρωτικός μηχανισμός κατάλυσης κάθε μορφής και είδους εξουσίας ή μονολιθικής ιδεολογίας. Η Τέχνη, δεν μπορεί να μπει σε ιδεολογικά καλούπια, αν αυτό γίνει, τότε χάνει την ανεξαρτησία της, την ελευθερία της, την επαναστατική της δυναμική. Μετατρέπεται σε θεραπαινίδα της όποιας κατεστημένης εξουσίας, ακόμα και της πλέον προοδευτικής. Ο καλλιτέχνης είναι ένας εν δυνάμει μικρός θεός. Ποιεί τον Κόσμο από την αρχή. Τον πλάθει με το προσωπικό του όραμα, την φαντασία, την σκέψη του, τα όνειρά, το δημιουργικό του έργο και παρουσία. Ένας συγγραφέας οικοδομεί έναν «παράδεισο» για τους ανθρώπους-αναγνώστες και τους προσκαλεί να κατοικήσουν μέσα σε αυτόν, έστω και για μικρό χρονικό διάστημα. Δεν τους προσκαλεί να ξεκινήσουν έναν ταξικό πόλεμο μεταξύ τους.  Η Τέχνη, είναι επαναστατική γιατί είναι ειρηνοποιός. Καταλαγιάζει ψυχές και συνειδήσεις, δεν τις εξωθεί σε αμάχη. Η επαναστατική της ορμή προέρχεται μέσα από τις συνειδήσεις των ανθρώπων που μετέχουν σε αυτήν ή ενστερνίζονται τον οραματισμό της. Η αριστερή τέχνη οφείλει να έχει ανθρωπιστικό πρόσημο και μόνο, γιαυτό είναι τέχνη προοδευτική. Δεν είναι διχαστική ιδεολογία μέσω της τέχνης. Είναι πρόσκληση  και στάση άρνησης σε κάθε μορφής εξουσία. Ακόμα και αν αυτή την εκφράζει ο λεγόμενος αριστερός χώρος, και επίσης, από την άλλη πολιτική πλευρά, αν προέρχεται από τα σπλάχνα της πλέον σοβαρής και ακραιφνούς συντηρητικής ή εθνικιστικής πρόθεσης και παράταξης.
Η Τέχνη, έχει την δική της αυτόνομη φωνή. Δεν μπορεί να είναι φερέφωνο καμιάς πολιτικής ή κομματικής σκοπιμότητας, κυριαρχίας ή κυβερνητικής πρακτικής. Διαφορετικά, είναι κύμβαλο αλαλάζων προς χρήση και κατάχρηση των όποιων κυβερνητών και εξουσίας. Οι διανοούμενοι άραγε πρέπει να είναι;
Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς, Δευτέρα 1 Ιουλίου 2019                




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου