Σάββατο 30 Νοεμβρίου 2013

ΤΖΕΦ ΜΠΑΡΟΝ-Κάθε Πέμπτη κύριε Γ.

ΤΖΕΦ  ΜΠΑΡΟΝ

«Κάθε Πέμπτη κύριε Γκριν»

Από το Θέατρο Διαδρομή του Γιώργου Μιχαλακόπουλου


    Το Ελληνικό Θέατρο οφείλει πολλά στους Έλληνες θεατρικούς συγγραφείς και ιδιαίτερα σε αυτούς που ανδρώθηκαν μαζί του, αλλά και χαρτογράφησαν με τον θεατρικό τους λόγο την Ελληνική ιδιοπροσωπία.
Η παράδοση μακρά και ένδοξη. Οι συντελεστές πάμπολλοι και συχνά αγνοημένοι, η προσφορά τους όμως μεγάλη και σημαντική.
    Οι συνθήκες όμως άλλαξαν, οι ιδεολογίες βρίσκονται σε λήθαργο, η πολιτική του εφικτού έχει χαθεί και επικρατούν οι δημαγωγοί και οι λαοπλάνοι. Το κοινωνικό και πολιτικό κοσμοείδωλο αλλάζει με μεγάλη ταχύτητα. Οι παλαιές σταθερές της ομαδικότητας, παραχωρούν την θέση τους στο άτομο, την προσωπικότητά του και τα όποια προβλήματά της.
Η σύγχρονη πραγματικότητα της κοινωνίας αναζητά εναγώνια διεξόδους, ανακαλύπτει καινούργιους δρόμους, επιλέγει διαφορετικές κοινωνικές σταθερές, κάνει άλλες επιλογικές ζυμώσεις, πειραματίζεται πέρα από τους μέχρι πρόσφατα άρρηκτους δεσμούς της πατρίδας, της φυλής, της θρησκείας, της ερωτικής προτίμησης, της τέχνης.
     Η Καμπανέλλικη Αυλή δεν αρκεί μάλλον στην μεταμοντέρνα αδηφάγα θεατρική αγορά. Ούτε ο Κεχαϊδικος Ταβλαδώρικος κόσμος προσφέρει πλέον τις συνιστώσες εκείνες που έχουν ανάγκη οι σύγχρονοι άνθρωποι, το νέο πολυπολιτισμικό και αταξινόμητο πολιτικά και παιδευτικά κοινό. Ο Ελληνικός Τσεχωφικός μικρόκοσμος ανήκει και ευτυχώς στο παρελθόν.
      Το μελαγχολικό βάρος της Ελληνικής δραματουργίας, έχει παραχωρήσει την θέση του στις καινοτομίες, πειραματισμούς, ανατροπές, λύσεις…, που προτείνει το Παγκόσμιο θέατρο, χωρίς να αποκόβεται από τους παραδοσιακούς του δεσμούς εντελώς.
Η νοσταλγική ενατένιση αντικαταστάθηκε από την οικουμενική ονειροπόληση. Η καλπάζουσα αδηφαγία της ανοιχτής αγοράς, ώθησε και το θέατρο να μεγεθύνει τις προοπτικές του, να εμπλουτίσει την θεματογραφία του, να ανακαλύψει νέους εκφραστικούς τρόπους, να υιοθετήσει καινούργιες αισθητικές φόρμες για να κατακτήσει ένα σωστότερα ενημερωμένο και ορθότερα υποψιασμένο απαιτητικό θεατρικό κοινό.
      Ανεξάρτητα αν συμφωνούμε ή όχι, αν το αποδεχόμαστε ή μη, και σε ποιο βαθμό, η σύγχρονη θεατρική γλώσσα και στον τόπο μας, συνομιλεί με Αμερικάνικους θεατρικούς χρωματισμούς, έχει Αμερικάνικη προφορά. Ίσως, σε αυτό να μας βοήθησε και ο σύγχρονος Αμερικάνικος κινηματογράφος και η τηλεόραση και όχι μόνο.
     Ποιος μπορεί να αντισταθεί στην θεατρική κοινωνική κριτική ενός Άρθουρ Μίλλερ, στην πολιτική αγκιτάτσια και τον κοινωνικό ρεαλισμό μιας Λίλιαν Χέλμαν. Δεν μένουμε καθηλωμένοι από την χωρίς τυμπανοκρουσίες κοινωνική προβληματική ενός Νήλ Σάϊμον, δεν αναγνωρίζουμε συγγενικά στοιχεία της Καμπανελλικής Αυλής στο έργο «Η μικρή μας πόλη» του Θόρτον Ουάϊλντερ; Στα έργα του Χιούμπερτ Σέλμπυ, και σε ορισμένα έργα του Γιώργου Μανιώτη;
Ακόμα, δεν μαγευόμαστε  από τον πληγωμένο ψυχισμό ενός Τέννεσυ Ουϊλλιαμς, ενός Έντουαρντ Άλμπι ή ενός Ευγένιου Ο’ Νήλ;
      Σε αυτήν την παράδοση της Αμερικάνικης δραματουργίας και σε εκείνων που ακολούθησαν μετά τον μεσοπόλεμο, ανήκει και το έργο του Τζεφ Μπάρον, «Κάθε Πέμπτη κύριε Γκριν».
     Ο κορυφαίος υπερβατιστής και επιδέξιος Αμερικανός ρήτορας Ραλφ Γουάλντο Έμερσον γράφει στα δοκίμιά του ότι: «η φιλολογική ιστορία υπογραμμίζει την επιρροή των μειονοτήτων έστω και αν κάποτε τη μειονότητα αυτή την αποτελεί και ένα μόνον άτομο». Αυτά από τον διαμορφωτή της Αμερικάνικης συνείδησης πριν δύο αιώνες.
     Την ιστορία δύο διαφορετικών ατόμων που ανήκουν ο καθένας τους στην δική του μειονότητα με τα ιδιαίτερα προβλήματά τους, διαπραγματεύεται ο θεατρικός λόγος του Τζεφ Μπάρον.
Το έργο, είναι μια σπουδή πάνω στις ανθρώπινες σχέσεις και τις κοινωνικές συμπεριφορές των ανθρώπων.
     «Ένας υπέργηρος Εβραίος, ο κύριος Γκρίν, μετά τον θάνατο της γυναίκας του μένει κλεισμένος στο ερειπωμένο σπίτι του, αρνούμενος να επικοινωνήσει με τον έξω κόσμο, απαρνούμενος ακόμα και την ίδια του την κόρη, τα εγγόνια του, μια που αυτή παντρεύτηκε με μη Εβραίο.
Ο χρόνος γι’ αυτόν σταμάτησε πριν αρκετές δεκαετίες. Ακόμα και το μοναδικό ρολόι του, δεν δουλεύει, το τηλέφωνό του δεν λειτουργεί και αρνείται να το επισκευάσει.
Από την άλλη, ο Ρος Γκάρντινερ, ένας σύγχρονος γιάπης Εβραίος ομοφυλόφιλος, που ένα τυχαίο αυτοκινητικό ατύχημα θα τον φέρει σε επαφή με τον κύριο Γκριν. Δύο κόσμοι φαινομενικά ξένοι, με διαφορετικές αντιλήψεις, άλλες παραδόσεις, αντίθετο αξιολογικό σύστημα αναφοράς, ανόμοιο τρόπο ζωής, άλλες ηθικές καταβολές. Δύο διαφορετικές ηλικίες, δύο όμοιες μοναξιές. Με κοινή εύθραυστη ευαισθησία. Αγωνίζονται να επικοινωνήσουν μέσω μιας απλής αλλά τόσο απαραίτητης καθημερινότητας. Καθένας αντιπροσωπεύει και ένα επίπεδο εμπειριών, έστω και αν αρνούνται στην αρχή τουλάχιστον, ο ένας τον άλλον. Αναζητούν διαύλους επικοινωνίας για να έρθουν κοντύτερα. Δύο γυμνές ψυχές σε απόγνωση που τους τυλίγει το ίδιο πέπλο μοναξιάς».
     Το μεγάλο ηλικιακό χάσμα, ο διαφορετικός ερωτικός προσανατολισμός, η ανόμοια ονειρική πραγματικότητα, ο βουβός βαθύς πόνος και των δύο, αναγκάζουν τα δύο αυτά πρόσωπα να πυργωθούν στο ανασφαλές εγώ τους και να αρνηθούν την επικοινωνία.
Ιδιαίτερα ο γηραιός στεγνοκαθαριστής, που δεν έχει να περιμένει τίποτα πλέον από τους ανθρώπους. Και ο οποίος, σε όλη του την ζωή ακολούθησε πιστά τις παραδόσεις της φυλής του και αντιμετώπιζε τους αλλοφύλους του σαν ξένους και μιαρούς. Με τον ίδιον τρόπο αντικρίζει και τον νεαρό ομόφυλό του, επιτυχημένο στέλεχος και ομοφυλόφιλο Ρος Γκόρντινερ, τον κοιτάζει με την ματιά εκείνου που έχει επενδύσει πάνω στον νεαρό Εβραίο όλη την ιστορική παράδοση της φυλής του.
     Απόλυτος, ξηρός, μονόχνωτος, αιχμάλωτος ενός κόσμου που και ο ίδιος δεν αποδέχεται με σιγουριά και βεβαιότητα. Ενώ, έχει ανοιχτή την πόρτα του σπιτιού του και βρίσκεται εκτεθειμένος σε κάθε είδους κινδύνους, ο ίδιος είναι κλειδωμένος αρνούμενος ακόμα και την αμετάκλητη πραγματικότητα του θανάτου της γυναίκας του. Οι αντοχές του είναι ελάχιστες, τα ψυχικά του όμως αποθέματα καραδοκούν με αγωνία αναμένοντας μια ελάχιστη αφορμή για να αναδυθούν και να λυτρώσουν και τον ίδιο.
  Φοβισμένος και ανέμελος, κουμπωμένος με τους ανθρώπους αλλά πρόθυμος μετά από συζήτηση.
Ο ένας αξιολογεί στο όνομα της ηθικής της παράδοσης, ο άλλος εξομολογείται από εσωτερική ανάγκη. Μια κοινή εξομολογητική πορεία που μοιραία τους οδηγεί στην ψυχική λύτρωση.
     Το έργο αυτό, είναι μια μελαγχολική κωμωδία, με πολλά ερμηνευτικά επίπεδα. Με στερεή θεατρική δομή, γνώστης των θεατρικών αναγκών ο συγγραφέας, με στιλιζαρισμένη χαρακτηρολογία και χωρίς μελοδραματισμούς, με έναν ρεαλισμό που τσακίζει, μας αποκαλύπτει τον βαθύτερο, αληθινό χαρακτήρα των δύο ηρώων.
Στις εννέα συναντήσεις-Πέμπτες των ηρώων ο θεατής θα ανακαλύψει δικές του ευαισθησίες, Η θεατρική γραφή είναι άκρως ενδιαφέρουσα, χωρίς θεατρινίστικους ακκισμούς, χωρίς ανάγωγες εξάρσεις και προπάντων χωρίς διδακτισμούς.
     Ο Γιώργος Μιχαλακόπουλος σαν σκηνοθέτης, κατόρθωσε να δώσει με δωρικό τρόπο και λιτές χειρονομίες τους απαραίτητους συναισθηματικούς τονισμούς που απαιτεί το έργο. Δεν κατέφυγε ούτε στην καρικατούρα των τύπων, ούτε στην μελοδραματική ατμόσφαιρα, ούτε τον κέρδισε το ιδιαίτερο του θέματος που επεξεργάσθηκε ώστε να αφεθεί σε πιασάρικες σκανδαλιστικές λύσεις. Ισορρόπησε με αξιοζήλευτη μαεστρία και κράτησε τις δέουσες αποστάσεις. Σαν σκωτσέζικο ντουζ εναλλάσσονταν οι κωμικοτραγικές σκηνές. Σκηνοθέτησε τον εαυτό του με την ίδια αυστηρότητα και ειλικρίνεια που σκηνοθέτησε και τον νεότερό του Γεράσιμο Σκιαδαρέση.
Σαν κύριος Γκριν, ήταν ένα χάρμα οφθαλμών, έχοντας κατακτήσει την θεατρική γλώσσα, κόμισε ένα ύφος και ένα ήθος που δύσκολα αντιγράφεται. Δεν φοβήθηκε να αναμετρηθεί με τον πολύ νεότερό του ηθοποιό. Ευμετάβλητος μέσα στην σοβαρότητά του, με θαυμάσιες γκριμάτσες, μας έδωσε «χειραφετημένα» γεγονότα λόγου και εκφράσεις χωρίς άσκοπες χειρονομίες, χωρίς λιγώματα και παραπλανητικές περιπλανήσεις.
     Ο Γεράσιμος Σκιαδαρέσης από την άλλη, κάτω από την σωστή καθοδήγηση του Μιχαλακόπουλου, ζωγράφισε με ωμό ρεαλισμό που τραβούσε, τον ρόλο του, και με μια διακριτική ποιητική τραγικότητα. Ο κάπως γρήγορος τόνος της φωνής του, και το αυστηρό παρουσιαστικό του, δεν άφηνε περιθώρια για άλλου είδους σχολιασμούς. Ο υποκριτικός του κώδικας φώτισε με τον ορθότερο τρόπο την άβυσσο της ανθρώπινης ψυχής. Καταδύθηκε στην εφιαλτική απόγνωση του γηραιού κυρίου Γκριν, ως Άγγελος λυτρωτής, και στάθηκε συμπληρωματική χαρακτηρολογία στον μοναδικό ήρωα.
Ένα ωραίο ντουέτο, σε ένα θέατρο δωματίου που δεν βλέπουμε εύκολα.
      Η μετάφραση του Ερρίκου Μπελιέ ήταν άψογη, σε σωστά Ελληνικά και τους ανάλογους θεατρικούς ρυθμούς, ο λόγος έτρεχε ευχάριστα, με λιτό και αυστηρό συγχρόνως ύφος, αλλά, και ποιητική ατμόσφαιρα.
     Η μουσική επένδυση της Ηλέκτρας Παπακώστα και το ζωντανό σαξόφωνο του Ανδρέα Μουρτζούκου, συνόδευσαν την μοναδική διαδρομή με τρυφερότητα  και τον απαραίτητο θλιμμένο τόνο.
Οι φωτισμοί του Νίκου Καβουκίδη φώτισαν ορθά τον χώρο και έδωσαν τις πρέπουσες φωτοσκιάσεις της χαρακτηρολογίας.
Τέλος, τα σκηνικά και τα κουστούμια του Απόστολου Βέττα, συμπληρώνουν την ψυχική διάθεση των ηρώων και στις εννέα σκηνικές παρουσίες.
Το σκηνικό επίσης, με τον λιτό διάκοσμό του, συμπλήρωνε την μουντή ατμόσφαιρα του μέσα κόσμου των ηρώων.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πρώτη δημοσίευση, εφημερίδα, «Η Φωνή του Πειραιώς», Τετάρτη 17 Ιανουαρίου 2001, σελίδες 4,5.
Πειραιάς, Σάββατο, 30 Νοεμβρίου 2013.                         


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου