Κυριακή, 29 Απριλίου 2018

Γιάννης Ρίτσος Ο νοσταλγός ενός χαμένου κόσμου


            Ο νοσταλγός ενός χαμένου κόσμου

     Διαβάζω άρθρα και κείμενα που γράφτηκαν για τον ποιητή Γιάννη Ρίτσο ξανά και ξανά, μαζί με το ποιητικό του έργο, προσπαθώντας να ξεκλειδώσω το ποιητικό του σύμπαν, να κατανοήσω τις σταθερές του αναφορές που επανέρχονται με επιμονή, να ερμηνεύσω το ιδεολογικό κουκούλι που τυλίγει τον ποιητικό του λόγο, στέκομαι με προσοχή στα πάμπολλα υποστρώματα της ποίησής του, (το ποιητικό του έργο μοιάζει σαν τα γεωλογικά πέτρινα τοπία της φύσης που ο έμπειρος αρχαιολόγος με προσοχή και σχετική ακρίβεια προσπαθεί να ερμηνεύσει τις ιστορικές χρονολογικές του περιόδους), στέκομαι στον πολιτικό Ρίτσο και εκ των πολιτικών υστέρων προσπαθώ να κατανοήσω την αιτία που τον έκανε να γράψει τα προπαγανδιστικά του ποιήματα, (ίσως σε βάρος της μεγαλόπνοης ποιητικής του φωνής), συγκινούμε αφάνταστα από τον υπαρξιστή ποιητή Γιάννη Ρίτσο, διακρίνω τον κομμουνιστή ανθρωπιστή από τον «νεοχριστιανό», τον αφάνταστα λυρικό από τον μοντέρνο, τον παραδοσιακό από τον υπερρεαλιστή (συναντάμε αρκετές διάσπαρτες εικόνες υπερρεαλιστικής υφής σε συνθέσεις του), θαυμάζω τον αρχαιόθεμο και θεατρικό Ρίτσο που είναι σημείο καμπής στην εξέλιξη της ποιητικής του πορείας, ενώ δεν με αφήνει καθόλου αδιάφορο ο ελληνοκεντρικός ποιητής. Αντίθετα αναζητώ σημεία υφολογικής συγγένειας με τον ποιητή Κωστή Παλαμά. Προσπαθώ να διακρίνω τα ίχνη του παγκόσμιου έλληνα ποιητή από τον πατριωτικό, να αναγνωρίσω επιρροές από το έργο του Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι. Μαγεύομαι από τις εκατοντάδες εικαστικές εικόνες και οικείες μας ανθρώπινες παραστάσεις που βρίσκονται διάσπαρτες μέσα στις ποιητικές του συνθέσεις, αυτές τις ανάγλυφες οικογενειακές «μετώπες» των ερειπωμένων σπιτιών που κάποτε έσφυζαν από ζωή και κοινωνικές δραστηριότητες, που κατοικούσαν αρχοντικές μεγαλοαστικές οικογένειες με οραματικά μεγαλεία και φιλοδοξίες. Σπίτια με την δική τους παράδοση και πολιτιστική ταυτότητα. Διαβάζω τις ποιητικές του συνθέσεις ποταμός που σε παρασέρνουν στα δικά τους ρεύματα ευφροσύνης. Χαίρομαι την ερωτική φλέβα του ποιητή Γιάννη Ρίτσου, όπου με μαεστρία κρατά την σμίλη και σμιλεύει αρμονικά τα αντρικά γυμνά ή ημίγυμνα κορμιά σιμά με τα γυναικεία. Το βλέμμα του καθαρό και τίμιο, θωπεύει τα μέλη τα ερωτικά των ανθρώπων που ποθούν και ποθούνται, που ζητούν την προσοχή μας και έλκουν τις αισθήσεις μας καθώς τα ζωγραφίζει μέσα στις λευκές σελίδες του, πάνω σε πέτρες και ρίζες ξύλων. Ποιητής ή ζωγράφος ο Γιάννης Ρίτσος μας μαγεύει με τις παραστάσεις του, ξυπνά ναρκωμένα αισθήματα, συναισθήματα ερωτικής αγαλλίασης και πόθου. Στεκόμαστε στα υπόγεια ρεύματα απαισιοδοξίας ζωής που προέρχονται από τα βάθη του χρόνου της ποιητικής φωνής του Κώστα Καρυωτάκη, και ταυτόχρονα παρατηρούμε την φανερή ή αδιόρατη μνημονική ιστορική ματιά πλησιάσματος της ζωής του Αλεξανδρινού Κωνσταντίνου Π. Καβάφη. Την απελευθερωτική του επίδραση πάνω στην ποιητική του συνείδηση και στις ποιητικές συνειδήσεις των μεταγενέστερων δημιουργών. Υπάρχουν αρκετά Καβαφικά υποστρώματα μέσα στο έργο του ποιητή Γιάννη Ρίτσου. Συγγενικές ατμόσφαιρες και ενδοκειμενικές συνομιλίες. Ο ποιητικός του όγκος δημιουργίας, ίσως να είναι ο μοναδικός μέσα στην διαδρομή της ελληνικής ποιητικής γραμματείας, συνήθως μας αποτρέπει στο να πλησιάσουμε το έργο του, μας κάνει διστακτικούς στην δεξίωση της ποίησής του. Μας είναι ξένος ο χρόνος της δημιουργικής του «σπατάλης», ξενίζει η άλλη του επαγγελματική αφοσίωση, δηλαδή η καθημερινή συγγραφή ποιητικών μονάδων. Δεν μπορούμε να κατανοήσουμε την ανάγκη του αυτή, να νιώσουμε τον χρόνο που ξόδεψε για την τέχνη της ποιήσεως. Αναρωτιόμαστε πότε προλάβαινε και διάβαζε και αφομοίωνε τις γνώσεις και τις πληροφορίες που αντλούσε από τις προσωπικές του αναγνώσεις παράλληλα με τις σημαντικές του ποιητικές καταθέσεις. Ο Γιάννης Ρίτσος υπήρξε ένας εργάτης ποιητής θα σημειώναμε, που ποτέ δεν θέλησε ο ίδιος να συνταξιοδοτηθεί. Δούλευε ακατάπαυστα και ταυτόχρονα συμμετείχε με την ατομική του παρουσία στους κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες της εποχής του. Τέχνη και Επανάσταση ήσαν οι φάροι που φώτιζαν την ζωή και το έργο του.
Υπάρχουν ποιητικές του συνθέσεις που άμα τις διαβάσεις δεν τις ξεχνάς ποτέ, παραδείγματος χάρη αυτές της Τέταρτης Διάστασης, επανέρχεσαι σε αυτές χωρίς να μπορείς να τις εξαντλήσεις, χωρίς να αισθανθείς κορεσμό από την επαναλαμβανόμενη ανάγνωσή τους, δες πχ. Την Σονάτα του Σεληνόφωτος, δες ποιήματα από την συλλογή του τα Χάρτινα, την μεταθανάτια Αργά πολύ Αργά μέσα στην νύχτα κλπ. Αυτό το λεπτό πλέξιμο της καθημερινότητας με το όνειρο είναι που σε αφήνει ενεό, αυτό το καθημερινό κέντημα της μνήμης του παρελθόντος και των γεγονότων του με το παρόν που βιώνει είτε σαν ελπιδοφορία είτε σε απαισιόδοξη διάθεση και νοσταλγία. Κάτι που θαυμάζουμε ακόμα σε αυτόν τον αγωνιστή και βασανισμένο ποιητή είναι η καταπληκτική αίσθηση του γλωσσικού του κριτηρίου, οι λέξεις που χρησιμοποιεί από όλο το φάσμα της ελληνικής παράδοσης, ο τονισμός τους, η ρυθμολογία τους, ο ιδιαίτερος χρωματισμός τους, η βαρύτητα που κουβαλούν μέσα τους. Αν δεν κάνω λάθος, το ποιητικό λεξιλόγιο του Γιάννη Ρίτσου δεν έχει συγγενικές του έντεχνες καταβολές. Δεν συναντάμε στο έργο του λέξεις πολυσύνθετες πολυπλούμιστες σαν τα φλουριά που βλέπουμε σε παραδοσιακές ενδυμασίες, λέξεις φωτεινά πετράδια πάνω στα δαχτυλίδια που κοσμούν δάχτυλα καλλιτεχνών. Το τεράστιο υφαντό της ποίησης του Γιάννη Ρίτσου διακρίνεται για την μεγαλειώδη απλότητά του και σαφήνεια. Είναι κατανοητό στους περισσότερους κόμβους του τόσο από έναν εργάτη εργοστασίου όσο και από έναν καθηγητή πανεπιστημίου. Η ίδια συγκίνηση τους διαπερνά καθώς διαβάζουν τα έργα του. Το ίδιο ρίγος ευαισθησίας νιώθουν τραγουδώντας τις ποιητικές του συνθέσεις. Στέκονται με προσοχή σε μια φωνή και έναν δημιουργό που δεν έπαψε μέχρι το τέλος της ζωής του να μελωδεί αδιάκοπα, φλύαρα, χαροποιά, επαναλαμβανόμενα, πεισματικά, χωρίς να φοβάται το ξόδεμα και της τελευταίας του ζωτικής ικμάδας.
Δημιουργός και τεχνίτης μιας άλλης εποχής, που δεν τον έκαμψαν οι προσωπικές του βίου του δυσκολίες, οι αρρώστιες, τα προβλήματα που έζησε από την παιδική του σχεδόν ηλικία. Μια ζωή στάθηκε εξόριστος. Μοναδική του πατρίδα-παρηγοριά η Τέχνη της Ποιήσεως. Η δική του Ατλαντίδα. Όπως στάθηκε στρατευμένος στην ατομική του ζωή το ίδιο ήταν και για την τέχνη του. Η παρουσία του επισκίασε πολλούς άλλους νεότερούς του ή συνομήλικους του δημιουργούς, άλλους δίκαια άλλους άδικα, άλλοι τον αγνόησαν άλλοι το εξύμνησαν. Όμως ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος είναι ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος, μια ιδιαίτερη περίπτωση που κυοφόρησε ο προηγούμενος αιώνας των σκοτεινών πολεμικών αναταραχών, των μεγάλων επαναστάσεων και φωνακλάδικων ιδεολογιών μέσα στην ιστορία την ελληνική και την ευρωπαϊκή, την παγκόσμια. Μπορεί να μην πήρε το Νόμπελ όπως ο Χιλιανός ποιητής Πάμπλο Νερούντα αλλά, στάθηκε συνεπής με τις αξίες και τις αρχές του. Στάθηκε άοκνος παραστάτης στους κοινωνικούς αγώνες του λαού του, αψήφησε το κόστος και τις ταλαιπωρίες. Μόνος αυτός, υπερήφανος και ταπεινός ταυτόχρονα, οδηγητής και οδηγούμενος, υμνητής και εξομολόγος ατομικών και συλλογικών ανθρωπίνων βιωμάτων. Ένα αηδόνι-κόκκινο-σαν αυτό που ακούμε μέσα στο έργο του αρχαίου τραγικού ποιητή Σοφοκλή, και που ο ήχος του, συνεχίζεται μέσα στο έργο του ποιητή Γιάννη Ρίτσου.
     Μεταφέρω εδώ, ένα κείμενο του κριτικού Ευγένιου Αρανίτση που δημοσιεύτηκε στην παλαιά εφημερίδα «Ελευθεροτυπία». Κείμενα (όπως και αυτό της 13/10/1992 με τίτλο «Οι ποιητικές τάξεις» και της 18/11/1990 «ήσουν στην τόλμη σου γλυκός, ταύρος μαζί κι αηδόνι» κείμενο που ήταν αφιερωμένο στον ποιητή μαζί με αυτό του Δημήτρη Γκιώνη για τον ηθοποιό και σκηνοθέτη, τραγωδό Αλέξη Μινωτή, που έφυγαν με διαφορά μιάς ημέρας) που συνομιλούν δίκαια με το έργο του ποιητή και μας φανερώνουν έναν αναγνώστη του που σέβεται τόσο τον ποιητή όσο και το έργο του. Κείμενα δημιουργικής έρευνας της ποίησης του Ρίτσου και που ίσως, στις μέρες μας, εποχές ποιητικής αναγνωστικής αδιαφορίας εγείρουν νεότερες αναγνωστικές συνειδήσεις επαναπροσέγγισης της ποίησης του Γιάννη Ρίτσου, ταυτόχρονα μαζί με άλλους έλληνες ποιητές της γενιάς του. Καιρός να ξεσκεπάσουμε τους ποιητικούς καθρέφτες της ποίησης του Γιάννη Ρίτσου και να δούμε και το δικό μας είδωλο.               

          Μικρές αλήθειες για ένα μεγάλο όνομα

του Ευγένιου Αρανίτση
Ελευθεροτυπία 14 Νοεμβρίου 1990

      Η θλίψη για το θάνατο του ποιητή Γιάννη Ρίτσου αντισταθμίστηκε επίμονα από σχόλια σχετικά με την πολιτική του ένταξη-γεγονός που θα μπορούσε, και δικαίως, ν’ αναζωπυρώσει μια γενικότερη συζήτηση γύρω απ’ τις πνευματικές ανησυχίες και προτιμήσεις της Αριστεράς. Παρ’ όλ’ αυτά, θα ήταν πολύ πιο έντιμο να κοιτάξουμε τον άνθρωπο που έφυγε απ’ τη σκοπιά της προσωπικής λύτρωσης , δηλαδή της ίδιας του της ποίησης.
     Κατά τα άλλα, το ερώτημα που αφορά τη σχέση της ποίησης με την πολιτική ιδεολογία και δραστηριότητα είναι τουλάχιστον ανορθόδοξο, μια και κάθε ποίηση είναι πολιτική, με την ευρύτερη έννοια. Η ορθότητα αυτής της τελευταίας διαπίστωσης αποδεικνύεται αρκετά εύκολα. Η ποίηση είναι μια εσωτερική σύλληψη του κόσμου, επομένως βοηθάει (ή προτρέπει) στην κατανόησή του: αυτό σημαίνει ότι ο ποιητής ενσαρκώνει τη σχέση της κοινωνίας με τον βαθύτερο εαυτό της, εκείνον που δανείζει τη μορφή του στα όνειρα. Όλοι βλέπουμε όνειρα, όμως το όνειρο του ποιητή πηγάζει απ’ το μυστήριο του τρόπου με τον οποίο προσεγγίζει τα αντικείμενα και τα όντα. Δοθέντος του ότι η ανάγκη μιας κοινωνίας να γνωρίσει (και να δοκιμάσει) τη βαθύτερη φύση της είναι τόσο απόλυτη και επιτακτική όσο και η δημοκρατία των ανθρώπινων υποθέσεων ή το ψωμί, έπεται ότι κάθε σημαντικός ποιητής είναι πολιτικό ον, περισσότερο ίσως απ’ οποιονδήποτε άλλο.
     Δεν είναι λοιπόν απαραίτητο (εκτός αν πρόκειται για ένα συγκινητικό επικήδειο!) να ταυτίσουμε πάση θυσία τις αισθητικές αντιλήψεις του Ρίτσου με τους αγώνες του για την κοινωνική δικαιοσύνη. Όχι μόνον δεν είναι απαραίτητο, αλλά μπορεί να μας οδηγήσει σε παράδοξα συμπεράσματα, γιατί αληθεύει ότι ο Ρίτσος, στα ωραιότερα έργα του, έπλεξε το εγκώμιο ενός κόσμου ολότελα αντίθετου από κείνον που υποσχέθηκαν οι κοινωνικές επαναστάσεις. Ήταν ο κόσμος ενός μεγαλοαστικού παρελθόντος που βυθιζόταν αργά μέσα σ’ ένα ουράνιο τόξο από αναμνήσεις. Ο απόηχος της γοητείας αυτού του κόσμου (όπως ακούγεται στη Σονάτα του Σεληνόφωτος και στην Ισμήνη και στην Ελένη) έδωσε στον Ρίτσο τη δυνατότητα να φτιάξει ένα πολύ μελωδικό κύκνειο άσμα, που ο ρυθμός του είναι ένα λίκνισμα της διάθεσης μέσα σε μια ομίχλη από συγκινήσεις. Κανένα συναίσθημα δεν εξέφρασε ο Ρίτσος τόσο επίμονα όσο τη νοσταλγία.
     Θέλω να πώ ότι ο Ρίτσος ήταν ένας υπαρξιστής ποιητής, κι αυτό είναι το τμήμα του έργου του που θα μείνει αλώβητο. Τώρα που δεν βρίσκεται πια ανάμεσά μας, το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι να δούμε την αληθινή σημασία της ποίησής του.
     Ήταν ένας ιδιότυπος ποιητής, από μια άποψη. Έφερε το ταλέντο του αντιμέτωπο με την έμμονη ιδέα κάποιας λογοτεχνικής απεραντοσύνης, που δεν μπορούσε να αντισταθεί. Έγραψε άπειρα ποιήματα (κυριολεκτικά χιλιάδες σελίδες) σε βάρος της πυκνότητας του έργου και με κίνδυνο να μην επιζήσει τελικά τίποτα κάτω απ’ τον όγκο της επανάληψης και της κοινοτοπίας. Αλλά διέθετε μια εξαιρετική αγάπη για τις λεπτομέρειες,  τα αντικείμενα, τις χειρονομίες και το κάθε τι που θα μπορούσε να συλλάβει το μάτι με αδιόρατες μόνο συσπάσεις. Όσο μεγαλύτερο γινόταν το έργο, τόσο μικρότερο, κατά κάποιο τρόπο, γινόταν το αντικείμενό του. Ο Ρίτσος έψαχνε για πτυχές απειροελάχιστες, έψαχνε δηλαδή για σημάδια κρυμμένα στο ημίφως, και πραγματικά ανακάλυπτε εκείνα που αποτελούσαν τον προάγγελο των ονείρων για τα οποία μίλησα πιο πάνω. Γιατί είν’ αλήθεια ότι από ένα τίποτα μετατρέπεται ο κόσμος σε ποίημα.
      Κατά την ταπεινή μου γνώμη, το πιο ενδιαφέρον τμήμα του έργου του είναι τα σκηνικά ποιήματα που απαρτίζουν την Τέταρτη Διάσταση. Σ’ αυτό το μακρύ κείμενο οι μύθοι των Ατρειδών, οι μύθοι των βασιλιάδων του τρωικού πολέμου μετατρέπονται σε ρομαντικές και υπαρξιακές αλληγορίες της παιδικής ηλικίας του ίδιου του Ρίτσου, η οποία κυλάει από σελίδα σε σελίδα με τη μορφή της συρραφής από αναμνήσεις που συγχέονται όπως τα χρώματα στις παλιές φωτογραφίες. Μίλησα για την ιδιοτυπία του Ρίτσου, που είναι και το πρόβλημα της κριτικής στη στάση της απέναντί του: σ’ αυτά εδώ τα ποιήματα (που πολλοί διστάζουν να τ’ αποκαλέσουν ποιήματα) δεν βρίσκει κανείς την ποίηση στην καθαρή της μορφή παρά μόνο σαν μια διάθεση-είναι όμως μια διάθεση πολύ ισχυρή. Αυτή είναι η αξία του Ρίτσου και η αντίφασή του: το ποίημα ρέει με την ευκολία της προφορικής ομιλίας, αλλά πρόκειται εδώ για ομιλία που φέρνει μαζί της ένα απόηχο χαμένου παραδείσου. Μπροστά στην αίγλη αυτού του παρελθόντος, η μόνη στάση που αρμόζει είναι η αναπόληση. Παλιά αρχοντικά και ομιχλώδη δάση βυθίζονται αργά σ’ ένα ηλιοβασίλεμα που, αν και φτιαγμένο από λέξεις, έχει το χρώμα της πορφύρας.
      Σ’ αυτά τα έργα, που η ροή τους είναι συνεχής και σχεδόν αθόρυβη παρ’ ότι την υποκινεί μια πολύ λεπτή αισθητική συγκίνηση, ο Ρίτσος τελειοποίησε μια ποίηση πιο ανάλαφρη κι από πρόζα, όμως μια ποίηση που άγγιζε με το βλέμμα της το κάθε τι σαν να ήταν μαγεμένο. Το βασικό εδώ είναι η τεχνική του ποιήματος (αυτή είναι μάλλον υποτυπώδης), το βασικό είναι η ατμόσφαιρα, η σκηνογραφία. Οι λέξεις χρησιμεύουν μάλλον στην εξασφάλιση της διάρκειας κάποιας ονειρικής αποτύπωσης του τοπίου. Ο κόσμος του Ρίτσου (του ώριμου Ρίτσου, όχι βέβαια της εποχής του «Επιταφίου») αιωρείται σ’ ένα χώρο κατοικημένο από σκιές, είναι ένας κόσμος που κρατάει την αναπνοή του μπροστά σε κάποια απειλή, η οποία όμως δεν διατυπώνεται ποτέ.
     Γύρω απ’ αυτό το απειλητικό αίνιγμα, τα σκηνικά (που είναι μεγαλοπρεπή και ταυτόχρονα ετοιμόρροπα) πυκνώνουν σε έναν καταρράκτη από εικόνες. Έρημα σπίτια, διάδρομοι, σκάλες, καταπακτές, κήποι και σοφίτες, τριξίματα και ψίθυροι, χτύποι ρολογιών, βήματα που διασχίζουν άδεια δωμάτια, χειρονομίες που δεν ολοκληρώνονται, ακρωτηριασμένα αγάλματα, ρούχα που δεν θα τα φορέσει κανείς, οπτασίες που αφήνουν τα ίχνη τους πάω στην σκόνη, έπιπλα που η χρήση τους έχει ξεχαστεί, μάσκες, μεταμφιέσεις, σκεπασμένοι καθρέπτες, πρόσωπα που σβήνουν-ο κατάλογος δεν έχει τέλος, όμως όλα όσα απαριθμούνται είναι στοιχεία υποβολής και σ’ όλα υπάρχει διάχυτη υποψία ότι η ζωή όλων μας, διαδραματίζεται σ’ ένα κενό ή, καλύτερα, σ’ ένα βυθό. Τα πράγματα και τα πρόσωπα αφήνουν ένα ουρλιαχτό απελπισίας που δεν ακούγεται γιατί το απορροφά το σκοτάδι.
      Μια και μιλάμε για τη σημασία της ατμόσφαιρας, αξίζει επίσης τον κόπο να προσέξει κανείς ιδιαίτερα τις συλλογές που περιλαμβάνονται στον 10ο τόμο των «Ποιημάτων» (Επαναλήψεις, Ο τοίχος μέσα στον καθρέφτη, κ.τ. λ.) Στην πραγματικότητα ο Ρίτσος έγραψε ένα και μοναδικό έργο: το τεράστιο έπος της ζωής κάποιου που πρώτα φαντάστηκε ένα κόσμο εκπληκτικής ομορφιάς κι ύστερα ηττήθηκε απ’ το ίδιο του το κατασκεύασμα. Αν διαβάσετε τον Ρίτσο με προσοχή δεν πρέπει να εκπλαγείτε απ’ τη διαπίστωση ότι επρόκειτο για καλλιτέχνη μελαγχολικό και απαισιόδοξο, όμως αυτό ήταν ακριβώς το είδος της πείρας που η τέχνη του χρειαζόταν.
     Μοιάζει με ειρωνεία της τύχης: ο ποιητής που κατηγορήθηκε για αμετροέπεια και αφέλεια, αποδείχτηκε κάτοχος μιας ματιάς που τη χαρακτηρίζουν η οξυδέρκεια και η λεπτότητα, η φινέτσα και προσήλωση σ’ εκείνα τα ελάχιστα στοιχεία ζωής που συλλαμβάνουμε την ύπαρξή τους με τη διαίσθηση. Βέβαια ο Ρίτσος ξεκίνησε αλλιώς. Όσοι θυμούνται τον Επιτάφιο φέρνου στον νού τους έναν απλό μελωδικό ποιητή, και είναι αλήθεια ότι στη  μία απ’ τις δύο πλευρές του Ρίτσου υπήρχε η ποιότητα εκείνης της συγκίνησης που κάνει την ποίηση εξωστρεφή και εφήμερη, αλλά και αγαπητή. Παρ’ όλα αυτά ο Ρίτσος κατέληξε σε μια αναζήτηση που η φύση της ήταν σκοτεινή και ερμητική. Αυτή η αλλαγή άρχισε να συμβαίνει γύρω στο 1956.
     Καλύτερο μνημόσυνο απ’ την αποκατάσταση της αλήθειας δεν νομίζω να υπάρχει. Πολλοί πιστεύουν ότι ο Ρίτσος θα είναι πάντα ο ποιητής που εξέφρασε τη συλλογική απαίτηση για κοινωνική δικαιοσύνη, ο ποιητής που υπηρέτησε έννοιες πέρα απ το προσωπικό του συμφέρον. Η γνώμη μου είναι(και δεν απαιτώ φυσικά να εκληφθεί σαν τίποτα περισσότερο από μια γνώμη) ότι ο χρόνος θα του πλέξει άλλου είδους εγκώμια. Ξέρω ότι υπήρξε αφοσιωμένος σε μια υπόθεση κι ότι αυτό τον τιμά. Αλλά στην Ιστορία της λογοτεχνίας μπορεί κάποτε να αναφέρεται σαν ο άνθρωπος που περιέγραψε πιο εύστοχα απ’ οποιονδήποτε άλλο την ομορφιά και το μυστήριο της παιδικής ηλικίας που οι νύχτες της ήταν σπαρμένες με μάγια.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς 29 Απριλίου 2018