Παρασκευή 14 Φεβρουαρίου 2020

ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ της Μαρίας Κέντρου Αγαθοπούλου


Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου
(Θεσσαλονίκη 1930-)
     ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ
               Ποιήματα
Εκδόσεις Διαγωνίου αριθμός 40- Θεσσαλονίκη, Απρίλιος 1981, σ. 48, διαστάσεις 15Χ 22, τιμή δραχμές 80. Τυπογραφεία Ε. Ν. Νικολαϊδη, Τσιμισκή 9 Θεσσαλονίκη. Σε 700 αντίτυπα. Γραφική επιμέλεια Κάρολος Τσίζεκ. Υπεύθυνος: Ντίνος Χριστιανόπουλος. (Στον κολοφώνα γράφει ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ (1977-1980).
Περιέχει την ενότητα 10 άτιτλων ποιημάτων αριθμημένα με αριθμούς (1-10) από το «Θαλασσινό ημερολόγιο» που δίνει και τον τίτλο στην συλλογή και τα εξής ολιγόστιχα έντιτλα ποιήματα:
Το καλοκαίρι φεύγει από πάνω μας
Όπως φεύγει το αίμα απ’ τον σκοτωμένο
ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ
1, σ. 9. 2, σ. 10. 3, σ. 11. 4, σ. 12. 5, σ. 13. 6, σ. 14. 7, σ. 15. 8, σ. 16. 9, σ. 17. 10, σ. 18.
1
Όχι πώς αρνιέμαι τη θάλασσα
Αλλά κάτι μου λέει
Πώς οφείλω να φοβάμαι
Ό,τι με περιβρέχει ασύστολα
2
Θυμάμαι το καλοκαίρι
Εκείνο το πικρό καλοκαίρι
Το σπίτι με τα παράθυρα στη θάλασσα
Το καφενείο που έγραφα ποιήματα
Το μικρό παιδί
Πού έψαχνε επίμονα στην άμμο
Γιά ένα πεθαμένο  ψάρι
Μά πιό πολύ θυμάμαι
Τη θάλασσα πού δε χάρηκα
Και τώρα δεν έχω
Ούτ’ ένα ποίημα θαλασσινό
6
Πάει καιρός που άκουσα
Μια φωνή να σπαρταράει
Στο στόμα του πνιγμένου
Κι έκανα πώς αλλού κοιτάζω
Ανάβοντας ένα μεγάλο τσιγάρο
Να κάψω τα σπλάχνα μου

Και σύ μιλάς ακόμα
Για θαλασσινά παιχνίδια
Γιά χαλάρωση
Γιά λίγη ευδαιμονία
Μές στη θάλασσα
7
Κορίτσια τρυφερά
Ξαπλωμένα στην άμμο
Μύριζαν φύκια
Και όστρακα
Τ’ αγόρια περνούσαν
Κρατώντας άνθη
Κυρτά και ακίνητα

Τρόπαια του βυθού
Δύσοσμα
Νεκρά 
Ο ΠΑΤΕΡΑΣ, σ.19
ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ 41, σ. 20
Το πιστόλι θαμένο
Στη ρίζα της κληματαριάς
Το ράδιο κρυμένο
Στο πατάρι του σπιτιού
Κι ο πατέρας καθισμένος
Στο μιντέρι της κάμαρας
Να στρίβει τσιγάρο
Με καπνό της Ξάνθης
Η ΜΗΤΕΡΑ, σ. 21
Απ’ τα μεγάλα πρόσωπα
Του πατρικού σπιτιού μας
Μονάχα η μητέρα απόμεινε
«Όλα καλά κι άγια» λέει πάντα
Και του πατέρα μας θυμάται
Τα κατορθώματα

Κι όταν με το τραίνο ταξιδεύει
Κοιτάζει απ’ το παράθυρο τα ξένα δέντρα
Κι αφαιρείται
Κι όσο βραδιάζει
Και το τραίνο την πηγαίνει μακριά
Κάθε βαθιά πληγή
Μέσα στα σπλάχνα της
Ολοένα ξεθωριάζει
ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ, σ. 22
ΠΑΡΕΛΘΟΝ, σ. 23
ΜΟΝΑΧΑ Τ’ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥΣ ΘΥΜΑΜΑΙ, σ. 24
ΧΩΡΙΣ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ, σ.25
Οι γυναίκες της μεγάλης ηλικίας
Μοιάζουν σα να μη τις άγγιξε κανείς
Έτσι που κάθονται στο σπίτι μονάχες
Ή στην εξοχή με σταυρωμένα τα χέρια

Τί να αισθάνονται τάχα
Την ώρα που νυχτώνει
Και πρέπει να κοιμηθούνε πάλι
Χωρίς να ‘ναι κουρασμένες

Λένε πώς βλέπουν όνειρα πολλά
Πώς κουβεντιάζουν με τους πεθαμένους
Γι’ αυτό φαίνονται θλιμμένες το πρωί
Έτσι που πίνουν σιωπηλά τον καφέ τους
Χωρίς σχέδια και προοπτικές
Για τη νέα μέρα
Πού προχωρεί απάνω τους
Αδιάφορα
ΑΠΟΣΤΗΘΙΣΗ, σ.26
Κάθε νύχτα
Αποστηθίζω
Τα δύσκολα γράμματα
Της μοναξιάς
Ώσπου σιγά σιγά
Με παίρνει ο ύπνος
ΚΟΣΜΟΣ, σ. 27
ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑΣ, σ.28
ΣΑΝ ΠΑΛΙΑ ΛΑΤΕΡΝΑ, σ.29
Ο αντικρινός μου γείτονας
Ανεβοκατεβάζει τις τέντες
Στο μπαλκόνι του
Γυρίζει τη μανιβέλα σαν λατέρνα
Ο σκουριασμένος μεταλλικός ήχος της
Τρυπώνει στο μυαλό μου ανελέητα
Μια σκόνη καφέ σκούρα
Κάθεται πάνω στα ποιήματά μου
Και γώ αισθάνομαι να παλιώνω
Ανεπανόρθωτα
ΤΑΚΤΙΚΗ, σ.30
Νυχτόβιο ζώο
Μαθημένο μέσα στις τρύπες
Και τα θολά ποτάμια
Τη μέρα πέφτω
Βυθίζομαι ως τα μαλλιά
Μέσα στην απραξία μου
ΕΚ ΤΟΥ ΜΑΚΡΟΘΕΝ, σ.31
Εκεί
Στο βάθος του δρόμου
Βρέχει
Δε βλέπω καλά
Αλλά νομίζω πώς εσύ
Δεν είσαι εκεί
Και εγώ δεν είμαι εκεί
Μονάχα ένα αδέσποτο σκυλί
Με μάτια ματωμένα
Από την πέτρα
ΚΑΝΕΙΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΥΣ ΚΗΠΟΥΣ, σ.32
Όλοι στο πέλαγος
Κανείς μέσα στους κήπους
Κι ένας μεγάλος ποντικός
Να ροκανίζει αδιάκοπα
Όλες τις σανίδες σωτηρίας
ΟΔΙΚΑ ΕΡΓΑ, σ. 33
ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΟ, σ. 34
Ο ΜΟΤΟΣΥΚΛΕΤΙΣΤΗΣ, σ.35-36
ΟΙ ΤΥΦΛΟΙ, σ.37
ΝΕΑ ΠΑΡΑΛΙΑ, σ.38
ΑΧΡΗΣΤΗ ΕΠΑΦΗ, σ.39
ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ, σ. 40,
Τα μάτια σου
Είναι
Σαν τσακισμένα
Μυστικά
Πού τρέφονται
Απ’ τα φτωχά ελέη
Του Θεού
Κι απ’ τη δική μου
Καταφαγωμένη αγάπη
ΕΧΕΙ ΔΙΚΟ ΤΗΣ ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ, σ.41
ΜΙΛΟΥΣΕ Η ΣΙΩΠΗ, σ. 42
Όπως το νερό σαπίζει το ξύλο
Έτσι σαπίζει το τραγούδι
Μές στο στόμα σου
Και σύ χτυπάς ακόμα
Το σπασμένο τύμπανο
Σαν ένας κουφός
Πού δεν καταλαβαίνει
Τί σημαίνει μιά παύση
Μιά τρυφερή σιωπή
Μιά μυστική καταφυγή
Στην αρμονία μου
ΑΠ’ ΤΑ ΕΡΕΙΠΙΑ, σ.43
Έστω σκοτεινό
Σε βρίσκω πάντα
Έστω διάτρητο
Απ’ την καταστροφή
Σέ ανασύρω
Μέσα απ’ τα ερείπια
Ατομικό μου ποίημα
Πράγμα ενδόμυχο
--
Βλέπε:
-Ανθούλα Δανιήλ, (1)
περιοδικό Επιστήμη και Παιδαγωγία. Έκδοση Περιφερειακού Επιμορφωτικού Κέντρου Τρίπολης, τεύχος 1/ Ιανουάριος-Απρίλιος 2002, σ. 148-153.
«Ο μοτοσικλετιστής»: ερμηνεύοντας το ποίημα της Μ. Κέντρου- Αγαθοπούλου
Ο μοτοσικλετιστής
Τι ν’ απόγινε άραγε
εκείνος ο θορυβοποιός
της νύχτας
Καβάλα στο μηχανικό του ζώο
να κραδαίνει την άσφαλτο
Χωρίς φρένο
Να παίζει ώρα ύπνου
με τις φρένες μας
εδώ μέσα
στο σακατεμένο κρανίο

Προχτές το μεσονύχτι
που κοίταζα απ’ το παράθυρό μου
το νέο φεγγάρι
άκουσα θόρυβο παράξενο
να ‘ρχεται από ψηλά
και μου φάνηκε πως τον είδα
ένας άγγελος πάνω στη μοτοσικλέτα
να διασχίζει τους δρόμους τ’ ουρανού
κι απ’ το σπασμένο καθρεφτάκι του
να με κοιτάζει περίλυπος

Βγάλε μου σε παρακαλώ
μιά ωραία φωτογραφία
να τη στείλω στο κορίτσι μου
έτσι απάνω στη μοτοσικλέτα μου
με το ένα χέρι στο χειρόφρενο
το άλλο να σιάζει τα σγουρά μαλλιά μου
Θέλω να φαίνεται καλά
το καινούργιο μου πέτσινο
το σιδερένιο κράνος
Να διακρίνεται προπάντων
ο ίλιγγος στο πρόσωπό μου
κι εκείνο του θανάτου
το αναπόφευκτο
(Το ποίημα είναι ανθολογημένο στα Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας γενικής παιδείας της Γ΄ Λυκείου, σελ. 80, και ανήκει στη συλλογή της ποιήτριας «Θαλασσινό ημερολόγιο» (1981)
Ανάλυση
      Όπως δηλώνεται από τον τίτλο, το ποίημα έχει θέμα του ένα μοτοσικλετιστή και, όπως υποδηλώνεται από την ανάπτυξή του, ένα τροχαίο δυστύχημα. Τα πρόσωπα είναι δύο: η ποιήτρια και ο ήρωάς της, τον οποίον όμως βλέπουμε με τα δικά μας μάτια και αισθανόμαστε με τα δικά της αισθήματα. Όπως προκύπτει από τη μορφή του, το ποίημα αναπτύσσεται σε τρείς στροφές.
     Στροφή 1η. Στο θέμα μας εισάγει ένα υπαινικτικό ερώτημα-απορία, ένας εσωτερικός μονόλογος, που εμπεριέχει σχόλιο, κριτική, προοικονομία για τη συνέχεια, και αφορμάται από ένα κοινωνικό φαινόμενο:
       Τι ν’ απόγινε άραγε εκείνος
        ο θορυβοποιός της νύχτας
        καβάλα στο μηχανικό του ζώο (τη μοτοσικλέτα)
       κραδαίνει την άσφαλτο (δηλαδή μαρσάρει, κάνει θόρυβο, κάνει σούζες, ο σύγχρονος καουμπόι, που αναστατώνει το χώρο
       όπου βρεθεί)
       χωρίς φρένο (να η ύβρις της υπερβολής)
       (…) παίζει με τις φρένες μας (με τα νεύρα μας και την υπομονή μας)
       εδώ μέσα στο σακατεμένο κρανίο (έχουμε και τα δικά μας βάσανα).
     Έτσι όπως στήνεται το σκηνικό, ο αναγνώστης αισθάνεται ότι μια απουσία βαραίνει την ποιήτρια.
Στροφή 2η Ο χρόνος κυλάει:
       προχτές το μεσονύχτι
        πού κοίταζα απ’ το παράθυρό μου
Η ποιήτρια μοιάζει κάπως με την Αρετή στο ποίημα «Του νεκρού αδελφού», που κοιτάζει τον ουρανό και περιμένει τον Κωνσταντή, κι εκείνος τελικά έρχεται με «το σύννεφο άλογο και τ’ άστρι χαλινάρι και το φεγγάρι συντροφιά». Εκεί λοιπόν που η παρατηρήτρια κοιτάζει το νέο φεγγάρι, μας πληροφορεί:
       Άκουσα θόρυβο παράξενο
        να ‘ρχεται από ψηλά
        και μου φάνηκε πως τον είδα
        ένας άγγελος πάνω στη μοτοσικλέτα
        να διασχίζει τους δρόμους τ’ ουρανού
        κι απ’ το σπασμένο καθρεφτάκι του
        να με κοιτάζει περίλυπος
Μια τοπική ανταπόκριση, του κάτω (το παράθυρο) με το πάνω (δρόμους τ’ ουρανού), φέρνει στην επιφάνεια μια οπτική ανταπόκριση (μου φάνηκε πως τον είδα) και, τέλος, μια συναισθηματική ανταπόκριση, ανάμεσα σ’ αυτήν, που μένει άγρυπνη, και σ’ εκείνον, που την «κοιτάζει περίλυπος». Υπαινικτικά δίνεται μια απάντηση στο «τι ν’ απόγινε εκείνος ο θορυβοποιός». Είναι βέβαιο ότι σκοτώθηκε με τη μηχανή του. Το μαρτυράει «το σπασμένο καθρεφτάκι», συνυποδήλωση του δυστυχήματος, και η «περίλυπη» όψη του. Το όλο στήσιμο της ενότητας παραπέμπει στα αρχαία επιτύμβια, με τη συγκρατημένη θλίψη. Παραπέμπει επίσης και στο ποίημα του Καβάφη «Καισαρίων». Κι ακόμα, σε μερικές φιγούρες του Γιάννη Τσαρούχη.
     Από ένα ενοχλητικό συναίσθημα, λοιπόν, η ποιήτρια φτάνει σ’ ένα συμπαθητικό. Ο ενοχλητικός θορυβοποιός, που εξαφανίστηκε, της γεννά απορίες και ανησυχία. Μια άδηλη ή ασύνειδη ερωτική συνάντηση έχει ματαιωθεί. Διότι, για να πάμε λίγο πιο πέρα, εκείνη, που περιμένει στο παράθυρο μόνη και ανήσυχη, υποδηλώνει κάτι από ακυρωμένο έρωτα, οπότε μου θυμίζει μιαν άλλη Αρετή ή Αρετούσα:
       Σαν παράθυρο άδεια η Αρετούσα
        και ο έρωτας ελθόντ’ εξ οράνω
        πορφυρίαν περθέμενον χλάμυν. (2)
     Δεν είναι βέβαια υποχρεωτικό να εκλάβουμε τον έρωτα με την τρέχουσα σημασία του. Είναι μιας άλλης κατηγορίας: είναι ο έρωτας για τη ζωή και τα νιάτα που εκφράζει αυτός ο μοτοσικλετιστής. Μια ποιήτρια, μια θηλυκή φιγούρα στο παράθυρο, που δεν μπορεί να κοιμηθεί το μεσονύχτι (3) και ξαγρυπνάει, είναι μια ερωτευμένη ποιήτρια.
       Τι ν’ απόγινε άραγε
        κείνος ο θορυβοποιός (…)
     Στροφή 3η. Είναι πλέον η σειρά του νεαρού να πάρει το λόγο και να δώσει απαντήσεις στα ερωτήματα, με μια παράκληση του νεκρού-πλέον-προς ζωντανή:
       Βγάλε μου σε παρακαλώ
        μια ωραία φωτογραφία
        να τη στείλω στο κορίτσι μου
        έτσι πάνω στη μοτοσικλέτα
        με το ένα χέρι στο χειρόφρενο
        και το άλλο να σιάζει τα σγουρά μαλλιά μου
        Θέλω να φαίνεται καλά
        το καινούργιο μου πέτσινο
        το σιδερένιο κράνος
        Να διακρίνεται προπάντων
        ο ίλιγγος στο πρόσωπό μου
        κι εκείνο του θανάτου
        το αναπόφευκτο.
Όλη η στροφή είναι αφιερωμένη στην παράκληση του ήρωα. Θέλει διαιώνιση της μορφής του, θέλει τα νιάτα του και την ομορφιά του, τα διακριτικά της ιδιαιτερότητάς του (πέτσινο, κράνος), και προπάντων τον ίλιγγο και το «αναπόφευκτο» (4).
    Ο ίδιος, μέσω της ποιητικής ματιάς, γίνεται εκτιμητής της ομορφιάς του, ξέρει την αξία αυτών που θυσίασε. Κι επειδή ο νέος, που πεθαίνει πρόωρα, δεν προλαβαίνει να ασκημίσει και να φθαρεί, η φωτογραφία του θα κρατήσει την ομορφιά του άφθαρτη στον αιώνα. Θα έχει τον δικό της κώδικα.
     Το «χέρι στο χειρόφρενο» μας θυμίζει τους ιππότες με το χέρι στο χαλινάρι, τα «σγουρά μαλλιά» θυμίζουν το λεβέντη του δημοτικού τραγουδιού, που αψηφώντας το θάνατο, «σαν τον αετό φτερούγαγε στη στράτα» και «αεροβόλαγε» (5). Μας ενδιαφέρει κυρίως ότι επιμένει στον «ίλιγγο», στη γοητεία του κινδύνου, χαρακτηριστικό των νέων, και στο «αναπόφευκτο», που υπαινίσσεται τη γνώση των συνεπειών του ιλίγγου. Κι ενώ ξέρει, δεν μπορεί να αποφύγει την πρόκληση της μηχανής του. Η θορυβοποιός νιότη του ξοδεύεται στην άσφαλτο. Στο ερώτημα: «Τι ν’ απόγινε άραγε εκείνος ο θορυβοποιός της νύχτας», πού χάθηκε; η απάντηση δίνεται με το στίχο: «διασχίζει τους δρόμους τ’ ουρανού».
     Μένει να δούμε πώς νιώθει αυτή η παρατηρήτρια και αναμεταδότρια. Είπαμε πως είναι μόνη, πως έχει αϋπνίες, πως έχει ταραγμένος «φρένες» στο «σακατεμένο κρανίο», πως τελικά της λείπει ο θορυβοποιός. Και μέσα από αυτήν, η συγκίνηση μεταδίδεται και στον αναγνώστη.
Μορφή: Το ποίημα δεν έχει πουθενά στίξη: Όμως υποβάλλει τον τρόπο της ανάγνωσής του. Το κεφαλαίο γράμμα υποδηλώνει την τελεία που λείπει (π.χ. στην πρώτη στροφή: Τι, Καβάλα, Χωρίς, Να).Όλη η πρώτη στροφή μπορεί να διαβαστεί ερωτηματικά, με έμφαση στις φράσεις που αρχίζουν με κεφαλαίο, γιατί εκεί τονίζεται το περιεχόμενο.
    Η αφηγήτρια-ποιήτρια είναι ο διάμεσος για ν’ ακούσουμε τα σχετικά με τον νεαρό μοτοσικλετιστή. Στη δεύτερη στροφή το επίρρημα Προχτές καθορίζει το χρόνο και βάζει στην αφήγηση την περιγραφή του εξωτερικού και εσωτερικού χώρου με δύο πρόσωπα στο νυχτερινό πλάνο, σε ανταπόκριση. Στην τρίτη στροφή η παρακλητική προστακτική. Βγάλε αιτιολογείται από την εξήγηση «να τη στείλω στο κορίτσι μου». Το κύριο πρόσωπο είναι πια μόνο, κυρίαρχο στην εικόνα μέσα στη φωτογραφία.
     Γενικά, το ποίημα αναπτύσσεται σε τρείς εικόνες ΄ όλες εκτός χώρου πλέον. Η πρώτη δίνει μια πραγματικότητα παρελθούσα, μιαν ανάμνηση. Η δεύτερη και η τρίτη είναι η φανταστική αποκατάσταση εκείνου που έπαιξε τη ζωή του στην άσφαλτο κι έχασε. Η εξιδανίκευση της ελευθερίας από τον νεαρό έχει ως τίμημα τη ζωή του. Σπάζοντας το φράγμα του χώρου και του χρόνου, ο νεαρός αποκτά την ελευθερία του άπειρου ουρανού.
     Κι ενώ όλα άρχισαν με μια ενόχληση, η ενόχληση σταδιακά έγινε θλίψη για την ομορφιά που χάθηκε και για τη νιότη που ξοδεύτηκε. Η διάθεσή της ενοχλημένης άλλοτε παρατηρήτριας μετατρέπεται σε χρέος. Να συντηρήσει τη μνήμη του μέσα από φωτογραφία, που μοιάζει με τα αρχαία επιτύμβια, όπως είπαμε, που δείχνει την αξία της ομορφιάς και της νιότης αλλά και τη ματαιότητα. Κι ακόμα, το τίμημα της διεκδίκησης του ιλίγγου και τη γνώση του αναπόφευκτου.
     Ο αναγνώστης μπαίνει κι αυτός στο συναισθηματικό κλίμα, νιώθει συγκρατημένη συγκίνηση, η οποία μεταδίδεται από το πρόσωπο του νέου αλλά και από τη διάθεση της ποιήτριας. Τελικά το χρέος για μια φωτογραφία καταλήγει σε ένα ποίημα- πορτρέτο, που δείχνει το πρόσωπο και τα συναισθήματα όχι μόνο του εικονιζόμενου, αλλά και της ποιήτριας.      
(1)Η κ. Ανθούλα Δανιήλ είναι καθηγήτρια φιλόλογος, συγγραφέας, υποψήφια διδάκτωρ και ασχολείται με τη μελέτη της λογοτεχνίας.
(2)Οδυσσέα Ελύτη Το Άξιον Εστί, «Δοξαστικόν» σ. 80.
(3)Πρβλ. Σαπφώ: Δέδυκεν μεν α σελάνα και Πληίαδες μέσαι δε νύκτες παρά δ’ έρχετ’ ώρα έγω δε μόνα κατεύδω/ αλγεσίδωρος/ μυθόπλοκος/ Έρος δ’ ετίναξέ μοι φρένας ως άνεμος κατ’ όρος δρύσιν εμπέτων. Μτφρ. Οδ. Ελύτη: Γρήγορα η ώρα πέρασε ΄ μεσάνυχτα κοντεύουν ΄ πάει το φεγγάρι πάει κι η Πούλια, βασιλέψανε. Και μόνο εγώ κείτομαι δω μονάχη κι έρημη/ ο Έρωτας που βάσανα μοιράζει/ ο Έρωτας που παραμύθια πλάθει/ μου άρπαξε την ψυχή μου και την τράνταξε ίδια καθώς αγέρας από τα βουνά χυμάει μέσα στους δρυς φυσομανώντας.
(4)Πρβλ. Οδυσσέα Ελύτη «Άσμα ηρωικό και πένθιμο…», Στ΄, σ. 19: Με τα θαμπόχρυσα κουμπιά και το πιστόλι του/ Με τον αέρα του άντρα στην περπατηξιά/ Και με το κράνος του, γυαλιστερό σημάδι.
(5)Ο. π. Δ΄, σ. 14: Τώρα κείται πάνω στην τσουφλισμένη χλαίνη/ μ’ ένα σταματημένο αέρα στα ήσυχα μαλλιά.
-Μανόλης Γιαλουράκης,
εφημερίδα Ταχυδρόμος των Αιγυπτιωτών, Μάιος 1983,
«Γυναίκες που γράφουν»
Δεν είναι η πρώτη φορά που επισημαίνουμε τη γνησιότητα του λυρικού λόγου της Μαρίας Κέντρου- Αγαθοπούλου. Τη γνησιότητα αυτή την ξαναβρήκαμε στο «Θαλασσινό ημερολόγιο» συλλογή ποιημάτων πού τα θερμαίνει ένας καίριος φιλοσοφικός στοχασμός. Η ποιήτρια δεν φαίνεται να γνώρισε την πολυγραφία, μόνιμη νόσο των περισσότερων συναδέλφων της. Γι’ αυτό ακριβώς, σε κάθε της συλλογή, μάταια αναζητούμε το περιττό. Το περιττό απουσιάζει. Είναι διαρκώς παρούσα μόνο η ποίηση, μια ποίηση που φτάνει συχνά τα όρια του τραγικού, όπως στους στίχους του ποιήματος «Χωρίς προοπτική», με την τόσο πειστική λιτότητά του.
-Βασίλης Καλαμαράς,
περιοδικό Διαβάζω τχ. 55/8, 1982, σ. 93-94, «Θαλασσινό ημερολόγιο»
Κάπως αργά έκανε την εμφάνισή της η Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου στο χώρο της ποίησης. Μεγαλωμένη στη Θεσσαλονίκη, εκδίδει το 1961 την πρώτη συλλογή της, «Ψυχή και τέχνη». Ακολούθησαν «Διασταυρώσεις» (1965). «Περίπτωση σιωπής» (1968), «Μεγεθύνσεις» (1971), «Αρμιλλάρια» (1973), «Τα τοπία που είδα» (1975), «Τα επακόλουθα» (1978). Συνεργάστηκε επανειλημμένα με τα λογοτεχνικά περιοδικά της Θεσσαλονίκης «Νέα Πορεία» και «Διαγώνιος». Η καινούργια συλλογή της βρίσκεται σε διαλεκτική σχέση με τις προηγούμενες’ διατηρεί δηλαδή το αφηρημένο στοιχείο, καθορισμένο από το αίσθημα του θανάτου και της φθοράς. Ίσως αυτό που διαστέλλει το «θαλασσινό ημερολόγιο» είναι μια διάθεση απομάκρυνσης από τη μεταφυσική και επαναπροσδιορισμού του υποκειμένου στη σχέση με τα καθημερινά πράγματα.
     Η συλλογή αποτελείται από τριάντα τρία ολιγόστιχα ποιήματα, με γλώσσα απλή, καθημερινή και προπάντων σωστά προσαρμοσμένη στην ποιητική εμπειρία. Αυτό που διαπνέει τα ποιήματα είναι η πίκρα, η απογοήτευση, αυτό που αμετάκλητα χάθηκε. Η μνήμη εντοπίζεται στην κατοχή, στον πατέρα, στη μητέρα αλλά και στην καθάρια ματιά της σύγχρονης πραγματικότητας, ιδωμένη με έναν σχεδόν λανθάνοντα λυγμό, βρίσκοντας έτσι την κάθαρση.
     Έχουμε να κάνουμε με μια ειλικρινή ποιητική φωνή, πού, χωρίς να θέλει να διεκδικήσει μοναδικές εμπειρίες,  διεκδικεί τη φωνή της βιωματικής σχέσης με τα πράγματα, χωρίς ίχνος επιτήδευσης.
-Ηλίας Κουτσούκος,
εφημερίδα Θεσσαλονίκη 7/10/1981,
«Βαθιά ανθρώπινος γυναικείος Λόγος»
Είκοσι χρόνια από την εμφάνισή της στο Λόγο του τόπου μας, η ποιήτρια Μαρία Κέντρου Αγαθοπούλου επιβεβαιώνει την ανοδική της πορείας με την πρόσφατη συλλογή της «Θαλασσινό ημερολόγιο». Όγδοη λοιπόν-κατά σειρά-ποιητική κατάδειξη του ταλέντου μιάς γυναίκας που ζει στον παλμό της εποχής της και παρατηρεί τα γεγονότα και τους ανθρώπους με πραγματική πολυεδρική ευαισθησία.
ΟΔΙΚΑ ΕΡΓΑ
Έφευγαν το πρωί οι νέοι εργάτες
Με τα σαραβαλιασμένα φορτηγά
Καθισμένοι απάνω στην πίσσα
Κάπνιζαν άσπρα τσιγάρα
Οι τραγιάσκες κατεβασμένες ως τα μάτια
Τά πρόσωπα στην πίσσα
Έλαμπαν άγρια οι μαύροι κόκκοι
Κολλημένοι στα σοκάκια στα χέρια
Έλαμπαν τ’ άσπρα δόντια τους
Τα στόματα στη σιωπή
Έτσι έφευγαν οι νέοι εργάτες
Ρίχνοντας εδώ κι εκεί πίσσα βλέμματα
Πήγαιναν κατά τους μαύρους δρόμους
Χωρίς φωνή.
     Η κ. Αγαθοπούλου έχει την ικανότητα-περί ικανότητας πρόκειται-να περνάει έναν απλό, στρωτό Λόγο στην ποίησή της-πράγμα δύσκολο για τους περισσότερους λογοτέχνες-κι ακόμα να φτιάχνει εικόνες περιγραφής που θυμίζουν φόρμα ανατολικού ντοκυματαίρ, χωρίς όμως το αποτέλεσμα (η ποιητική της ανάγκη) να χάνει τα αισθητήριά του.
Ο ΠΑΤΕΡΑΣ
Ο πατέρας μου ήταν μηχανοδηγός
Κάρβουνα μύριζαν τα πέτσινα ρούχα του
Κάτω απ’ τη μαύρη του τραγιάσκα
Άρχιζαν τα καπνισμένα μάτια του
Ο πατέρας μου δε μιλούσε πολύ
Μόνο χαμογελούσε κάπου κάπου
Με τα ηλιοψημένα χείλια του
Προπάντων όταν έπινε τσίπουρο
Κάτω από την κληματαριά της αυλής
Αψηλός και δυνατός ήταν
Κι όταν με σήκωνε αψηλά
Με τ’ ατσαλένια μπράτσα του
Δε φοβόμουν καθόλου
Όπως κι εκείνος δε φοβόταν
Ούτε τη ζωή του
Ούτε το θάνατό του:
Περνούσε με τα τραίνα του Σφυρίζοντας
Μεσ’ απ’ τις σκοτεινές
Τις στοιχειωμένες σήραγγες
Και τις νικούσε.
     Και στα τριάντα τέσσερα ποιήματα που αποτελούν τη συλλογή, αντιλαμβάνεται ο αναγνώστης πως η ποιήτρια έχει την άνεση να μεταφέρει τις μνήμες αυτούσιες και «καθαρές» από κάθε άλλο στοιχείο που θα κινδύνευε να «παραχαράξει» το πολυεδρικό φάσμα μιας ποιητικής δόνησης. Ο απλός αφηγηματικός παλμός της Αγαθοπούλου έχει κάτι απ’ τον ξάστερο Λόγον του Γουίλλιαμ Κάρλος Γουίλλιαμς όπως ακόμα ξέρει να συγκινεί στη φάση της προσωπικής εξομολόγησης.
Ξέρω ένα ψάρι
Πού με κοιτάζει επίμονα
Στον ύπνο μου
Μια μέδουσα
Πού μ’ άφησε μια πληγή
Κάπου εδώ στα χείλη
Ξέρω ένα καράβι
Πού μπαινοβγαίνει τις νύχτες
Στο δωμάτιό μου
Περνάει με θόρυβο
Πάνω απ’ το μέτωπό μου
Κι απ’ το μπαλκόνι μου
Πέφτει με πάταγο στη θάλασσα
Κι αυτοκτονεί.
     Ωστόσο η ποίηση της Αγαθοπούλου έχει μέσα της το σπέρμα μιας απελπισίας που διακρίνεται εκεί ακόμα που ο Λόγος από μόνος του θαρρείς μικραίνει για να γίνει τελικά έκφραση του αδιέξοδου.
ΚΑΝΕΙΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΥΣ ΚΗΠΟΥΣ
Όλοι στο πέλαγος
Κανείς μέσα στους κήπους
Κι ένας μεγάλος ποντικός
Να ροκανίζει αδιάκοπα
Όλες τις σανίδες σωτηρίας
     Δεν χρειάζεται ανάλυση σ’ άλλο βάθος ένας τόσο κρυστάλλινος ποιητικός χώρος σαν κι αυτόν του «θαλασσινού ημερολογίου». Άλλωστε η κ. Αγαθοπούλου κριτικός κι η ίδια, γνωρίζει καλύτερα απ’ τον γράφοντα τις μαρτυρίες και τα βασανιστήρια μιας σωστής ποιητικής πορείας. Εμείς απλά διαπιστώνουμε πόσο ανθρώπινα λάμπει ακόμα ένας γυναικείος ποιητικός κόσμος σαν τον δικό της, πού οπωσδήποτε δείχνει την ανοδική-πάντα-πορεία του ποιητικού δρόμου αυτής της πόλης, που προσφέρει τόσα πολλά στη λογοτεχνική πορεία αυτής της χώρας.
Ο αόρατος συγκάτοικός μου
Ρίχνει ένα πικρό σκονάκι
Μέσα στον πρωινό καφέ μου
Ξεκινώ τη μέρα μου
Με παυσίπονα
Και φυσιοθεραπείες
Για το αριστερό μου χέρι
Μέρα της εκδρομής
Και του έρωτα
Και της επανάστασης
Και γω
με το αριστερό μου χέρι εν αχρηστία.  
-Τάκης Μενδράκος,
περιοδικό Επίκαιρα τχ. 690/22-10-1981
Θα πρέπει να ομολογήσουμε, όσο κι αν είναι πικρό, ότι σπάνια αισθάνεται κανείς τη χαρά να διατρέξει μια ποιητική συλλογή από την πρώτη ως την τελευταία της σελίδα με μιάν ανάσα. Σπάνια, δηλαδή ο ποιητής κατορθώνει να σε αιχμαλωτίσει στον δικό του χώρο και να σε λικνίσει με τους δικούς του ρυθμούς, όπως το κατόρθωσε με πολύ λιτά μέσα, σχεδόν με ευκολία, η Μαρία Κέντρου- Αγαθοπούλου (Θεσσαλονίκη-1930)
     Μακριά από παρακινδυνευμένους ακροβατισμούς και πέρα από δαιδαλώδεις φιλοσοφικές περιπλανήσεις, αφήνει αβίαστα να ξετυλιχτεί ο εξομολογητικός της λόγος, πού ξεκινάει από ερεθίσματα της καθημερινής ζωής, για ν’ ακουμπήσει πάνω στην περιπέτεια του σημερινού ατόμου:
Όπως το νερό σαπίζει το ξύλο
Έτσι σαπίζει το τραγούδι
Μες στο στόμα σου
Καί συ χτυπάς ακόμα
Το σπασμένο τύμπανο
Σαν ένας κουφός
Πού δεν καταλαβαίνει
Τί σημαίνει μιά παύση
Μιά τρυφερή σιωπή
Μια μυστική καταφυγή
Στην αρμονία μου.
     Μέσα απ’ ό,τι κουβαλούν οι αισθήσεις, το ποιητικό της ένστικτο ανασύρει με σιγουριά τη μικρή εικόνα, που ζωντανεύει μια ολόκληρη κατάσταση, που συμπυκνώνει ένα κλίμα και πού στην ενότητα «Θαλασσινό Ημερολόγιο» οδηγεί το έργο της ποιήτριας στις καλύτερές του στιγμές.
Έτσι τελειώνει το καλοκαίρι
Αύριο φεύγεις φεύγουμε
Στο πάτωμα σπασμένες χτένες
Απ’ τ’ αρμυρά μαλλιά σου
Χαλασμένα σωσίβια
Σάπια ροδάκινα και φύκια

(Η ανεμώνη η θαλασσία
Κι ο αστερίας
Πεταμένοι στο μπαλκόνι
Σε αφασία)
     ή
Όχι πώς αρνιέμαι τη θάλασσα
Αλλά κάτι μου λέει
Πώς οφείλω να φοβάμαι
Ό,τι με περιβρέχει ασύστολα
Μέλος της Εταιρείας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης η Μαρία Κέντρου- Αγαθοπούλου έχει εκδώσει ως τώρα οκτώ ποιητικές συλλογές.
-Σπύρος Τσακνιάς,
περιοδικό Γράμματα και Τέχνες τχ. 2/2,1982, σ.23,
«Ισοτιμία εμπειρίας και γλώσσας»
      Το Θαλασσινό ημερολόγιο είναι η όγδοη ποιητική συλλογή της Μαρίας Κέντρου Αγαθοπούλου που εμφανίστηκε στα γράμματα το 1961 με τη συλλογή Ψυχή και Τέχνη.  Το λιγοσέλιδο βιβλίο της, καλαίσθητα τυπωμένο όπως όλες οι εκδόσεις Διαγωνίου, πείθει ότι η εικοσάχρονη θητεία της στην ποίηση υπήρξε γόνιμη και αποτελεσματική. Καθώς μαρτυρούν τα τριάντα τρία λιγόστιχα ποιήματα που περιλαμβάνονται στο θαλασσινό ημερολόγιο, το γλωσσικό της όργανο είναι δαμασμένο, πειθαρχημένο και προσαρμοσμένο στις ανάγκες έκφρασης της συγκεκριμένης ποιητικής εμπειρίας. Έναντι αυτής της εμπειρίας, ο λόγος της ούτε πλεονάζει ούτε υστερεί. Κι αυτή ακριβώς η εντιμότητα στις συναλλαγές μεταξύ εμπειρίας και γλώσσας, κάνει τά ποιήματά της να ισορροπούν και να λειτουργούν μέσα στη λιτή τους αυτάρκεια.
     Η ποιήτρια δεν έχει-και δεν προσποιείται πώς έχει-να ανακοινώσει συγκλονιστικά βιώματα ή να μιλήσει για σπάνιες, μοναδικές, έξω απ’ τα κοινά μέτρα, καταστάσεις. Αρκείται στην καθημερινότητά της-ή στην καθημερινότητά μας-την οποία εισπράττει με αισθαντικότητα και εκφράζει με απλότητα, ειλικρίνεια, αμεσότητα. Αισθήσεις από ‘να πικρό καλοκαίρι που σβήνει αφήνοντας στο στόμα μια γεύση ματαιότητας ή διάψευσης, αναμνήσεις θολές από παλιές μισοξεχασμένες φιλενάδες, εικόνες από τη μυθοποιημένη (μέσα μας πιά) κατοχή, μνήμες από τον πατέρα και το πατρικό σπίτι, σφήνες από την αδυσώπητη, στην μικρότητά της, πραγματικότητα που μας περιβάλλει, είναι ο ποιητικός της μικρόκοσμος. Παραθέτω ένα απόσπασμα απ’ το ποίημα που δίνει τον τίτλο της συλλογής:
Αρκετά λοιπόν και φέτος
Με τις ζωντανές και τις νεκρές μέδουσες
Αρκετά με τις λιποθυμίες των ηλικιωμένων
Τους εμετούς των παιδιών στα καφενεία
Από φαρμακωμένα ψάρια
Αρκετά για τόσο λίγη θάλασσα
Καιρός να φύγουμε τώρα
Να επιστρέψουμε στο σπίτι
Στις πολλές συνήθειές μας
Στην ορισμένη στάση στο παράθυρο.
     Ένας λυγμός που δεν ακούγεται, ένα πικρό παράπονο ανακρατημένο, μιά θλίψη υποδόρια, διαπερνούν όλο το βιβλίο. Αντιγράφω το «Σαν παλιά λατέρνα»:
Γυρίζει τη μανιβέλα σαν λατέρνα
Ο σκουριασμένος μεταλλικός ήχος της
τρυπώνει στο μυαλό μου ανελέητα
Μια σκόνη καφέ σκούρα
Κάθεται πάνω στα ποιήματά μου
Και γω αισθάνομαι να παλιώνω
Ανεπανόρθωτα.
     Κάτω απ’ αυτό το μικρόκοσμο της καθημερινότητας μαντεύεις πώς παίζεται κάποιο δράμα: το αιώνιο δράμα της διάψευσης και της φθοράς. Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια και η μύηση-επίμοχθα κερδισμένη-στην ποιητική τεχνική, φιλτράρουν τη δραματική κραυγή κι αφήνουν να ακουστεί μόνο ο διακριτικός της απόηχος.  
-Σωτήρης Τσαμπήρας,
εφημερίδα Η Καθημερινή Πέμπτη 25 Φεβρουαρίου 1982, (επιμέλεια Φιλολογικής Καθημερινής: Αλέξανδρος Κοτζιάς. στις ΕΠΙΛΟΓΕΣ).
     Το «Θαλασσινό Ημερολόγιο» της Μ.Κ.Α. έχει κάτι το στέρεο και γνήσιο. Η ανάγνωσή του σε ταξιδεύει στην πίκρα του ελληνικού πόντου, σε οδηγεί στις άτμητες ρίζες της φυλής. Κοινό χαρακτηριστικό σ’ όλα τα ποιήματα της συλλογής είναι η λιτότητα και μια διαύγεια που σπάνια πιά συναντάς στην εποχή μας. Η στόχευση γίνεται κατ’ ευθείαν έτσι πραγματώνεται το συγκινησιακό και συνάμα το αισθητικό αποτέλεσμα χωρίς μάταιες περιφράσεις και διανοητικές περιπλανήσεις, χωρίς πνευματώδη πυροτεχνήματα ή παραβολή μύθων:
Και σύ με τα κυάλια
Πού βλέπεις από μακρυά
Τη μάχη
Κάνε μια προσευχή
Για το μικρό βαρκάρη
που σκύβει
Στα νυχτερινά νερά
Το τρυφερό κορμί του.
     Σ’ αυτή την ποίηση κινείται ένας κόσμος αισθημάτων και γεγονότων βιωμένων στα δύσκολα χρόνια του πολέμου, της κατοχής, του εμφύλιου κι αργότερα στην περίοδο την πιο επικίνδυνη, της αλλοτρίωσης. Κι ακόμα περιφέρονται πρόσωπα αγαπημένα. Όλ’ αυτά έρχονται προς τον αναγνώστη αβίαστα με τα μέσα γραφής της νεωτερικής ποίησης:
Το πιστόλι θαμμένο
Στη ρίζα της κληματαριάς
Το ράδιο κρυμμένο
Στο πατάρι του σπιτιού
Κι ο πατέρας καθισμένος
Στο μιντέρι της κάμαρας
Να στρίβει τσιγάρο
με καπνό Ξάνθης
      Παράλληλα όμως και σύμμειχτη με τη δύναμη και την αδρότητα, διαχέεται μια αβρότητα και κάποια αδιόρατη μελαγχολία και θλίψη που θυμίζουν τους ποιητές του μεσοπολέμου όπως στον έξοχο «Μοτοσικλετιστή». Αλλού πάλι κυριαρχεί η ήρεμη φιλοσοφία των αφηγήσεων των ήπιων ανθρώπων της Ανατολής, αυτή που μπόλιασε αποφασιστικά και βαθιά την ποίηση του Ελληνικού Βορρά:
Από τα μεγάλα πρόσωπα
Του πατρικού σπιτιού μας
Μονάχα η μητέρα απόμεινε
«Όλα καλά κι άγια» λέει πάντα
Και του πατέρα μας θυμάται
Τα κατορθώματα.
     Τη συνύπαρξη όλων αυτών των στοιχείων, τη συναντάς σ’ ένα πυκνό σύντομο ποίημα «Οδικά έργα» εδώ καθώς στο δημοτικό τραγούδι, βρίσκεις την αγωνιστική διάθεση μαζί με την υποταγή.
     Αυτή η ποίηση που αναδίνει λεβεντιά και συνάμα ανθρώπινο χνώτο, είναι γέννημα γνήσιο μιάς σφριγηλής Ρωμιοσύνης.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
 Κάτω από τον γενικό τίτλο «Ισοτιμία εμπειρίας και γλώσσας» που δημοσιεύτηκε στο λογοτεχνικό περιοδικό «ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΕΧΝΕΣ» μηνιαία επιθεώρηση τέχνης, κριτικής και κοινωνικού προβληματισμού αριθμός φύλλου 2/2, 1982, δρχ. 70,  σ. 23, ο δοκιμιογράφος και κριτικός Σπύρος Τσακνιάς, συστεγάζει και άλλες δύο ποιητικές συλλογές που κυκλοφόρησαν την ίδια χρονιά. Αυτήν του Γιάννη Ευσταθιάδη, «Ποίηση δωματίου» εκδ. Ίκαρος 1981 και αυτήν του Δημήτρη Πέππα, «Μικτές επιφάνειες» εκδ. Διογένης 1981. Στο δεύτερο τεύχος του περιοδικού συναντάμε βιβλιοκριτικές του κριτικού Αλέξη Ζήρα και του ποιητή Κώστα Γουλιάμου. Ενώ στην σελίδα 7 δημοσιεύονται τρία ποιήματα του Σπύρου Τσακνιά: «Προοπτική», «Τ’ άσπρο φεγγάρι», «Φωνές». Από όσο γνωρίζω, οι βιβλιοκριτικές  που έγραψε και αφορούν ποιητικές συλλογές ο κριτικός, δεν έχουν συμπεριληφθεί στις κατοπινές συγκεντρωτικές εκδόσεις των κριτικών του, σε βιβλία, και αφορούν κυρίως, τον πεζό λόγο.
Στο πολιτικό εβδομαδιαίο περιοδικό «ΕΠΙΚΑΙΡΑ» που κυκλοφορούσε τις δεκαετίες αυτές, υπήρξε συνεργάτης και ο ποιητής και κριτικός, ο γεννημένος στον Πειραιά, Τάκης Μενδράκος. Στην ίδια στήλη κάτω από την κριτική της ποιήτριας Μαρίας Κέντρου Αγαθοπούλου, δημοσιεύεται κριτική για την έκδοση της Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, «Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους Ο΄» (εβδομήκοντα), Επιστημονική επιμέλεια Prof. D. Dr. Alfred Rahlfs.  Το 1990 από τις εκδόσεις «Σοκόλη» ο Τάκης Μενδράκος κυκλοφόρησε τον τόμο «ΜΙΚΡΕΣ ΔΟΚΙΜΕΣ» Κριτικά Σημειώματα & Άρθρα». Πεζογραφία-Ποίηση. Στην επιλογή αυτή ο κριτικός δεν συμπεριλαμβάνει την κριτική του για την ποιητική συλλογή της Μαρίας Κέντρου Αγαθοπούλου, αντίθετα, υπάρχουν κείμενά του για την ποίηση της ποιήτριας Μαρίας Λαϊνά και της ποιήτριας Παυλίνας Παμπούδη, στο κεφάλαιο της «Ποίησης». Ενώ στην ενότητα «Μαρτυρίες», γράφει για την πεζογράφο Τατιάνα Γκρίτση Μιλλιέξ.
Στην πρωινή εφημερίδα Η Καθημερινή που δημοσιεύεται η βιβλιοκριτική του Σωτήρη Τσαμπήρα, μέσα στο γενικό πλαίσιο «ΕΠΟΛΟΓΕΣ», μετά την κριτική για την Μ.Κ. Α., με τα αρχικά Σ. Α. παρουσιάζεται το γνωστό τριμηνιαίο ορθόδοξο χριστιανικό περιοδικό «Η ΣΥΝΑΞΗ» που τότες πρωτοκυκλοφόρησε στα ελληνικά γράμματα,, που εξέδιδε και ήταν διευθυντής ο κυρός θεολόγος Παναγιώτης Νέλλας.
Από όσο γνωρίζω, οι κριτικές του φιλόλογου και κριτικού Βασίλη Καλαμαρά τακτικού συνεργάτη του περιοδικού «Διαβάζω», δεν έχουν συγκεντρωθεί σε αυτόνομο τόμο. Μετά την ποίηση της Μ. Κ. Α. κρίνεται η ποιητική συλλογή «Ποιήματα» του γάλλου ποιητή Γκιγιώμ Απολλιναίρ.
Ο αιγυπτιώτης συγγραφέας Μανόλης Γιαλουράκης, υπήρξε μόνιμος συνεργάτης του «Ταχυδρόμου των Αιγυπτιωτών».
Η Ανθούλα Δανιήλ είναι φιλόλογος-εκπαιδευτικός, και εκτός από τις μελέτες που έχει εκδόσει, έχει συμμετάσχει με δοκιμιακές της εργασίες, παιδαγωγικά κείμενα και βιβλιοκριτικές σε πάρα πολλές συλλογικές εργασίες. Κριτικές της για πρόσωπα και θέματα της ελληνικής λογοτεχνίας έχουν δημοσιευτεί σε δεκάδες περιοδικά και σε ιστότοπους. Το μελέτημά της για τον νομπελίστα μας ποιητή Οδυσσέα Ελύτη: «ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ ΜΙΑ ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΗ  ΠΟΡΕΙΑ» Από το Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου στους Προσανατολισμούς, εκδόσεις «ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ»-Αθήνα 1986, σελίδες 172, όταν κυκλοφόρησε έκανε αίσθηση και συζητήθηκε θετικά.
Στο κείμενο που αναδημοσιεύω από το περιοδικό «Επιστήμη και Παιδαγωγία», η Ανθούλα Δανιήλ αναλύει και συνεξετάζει το ποίημα της Μαρίας Κέντρου Αγαθοπούλου, με ποιήματα άλλων ποιητών με παρόμοια ή συγγενή θεματολογία και ατμόσφαιρα. Η αγάπη της για το ποιητικό σύμπαν του Οδυσσέα Ελύτη είναι και εδώ κάτι παραπάνω από εμφανής. Η ανάλυση του ποιήματος που είχε ενταχθεί στο σχολικό πρόγραμμα είναι ένα διδακτικό μοντέλο στο πως οφείλει ένας εκπαιδευτικός και όχι μόνο, να ερμηνεύει και να προτείνει προς ανάγνωση ένα ποίημα. «Γενικά το ποίημα αναπτύσσεται σε τρείς εικόνες όλες εκτός χώρου πλέον. Η πρώτη δίνει μια πραγματικότητα παρελθούσα, μιαν ανάμνηση. Η δεύτερη και η Τρίτη είναι φανταστική αποκατάσταση εκείνου που έπαιξε τη ζωή του στην άσφαλτο κι έχασε. Η εξιδανίκευση της ελευθερίας από τον νεαρό έχει ως τίμημα τη ζωή του. Σπάζοντας το φράγμα του χώρου και του χρόνου, ο νεαρός αποκτά ελευθερία του άπειρου ουρανού.
     Κι ενώ όλα άρχισαν με μια ενόχληση, η ενόχληση σταδιακά έγινε θλίψη για την ομορφιά που χάθηκε και για τη νιότη που ξοδεύτηκε. Η διάθεσή της ενοχλημένης άλλοτε παρατηρήτριας μετατρέπεται σε χρέος. Να συντηρήσει τη μνήμη του μέσα από τη φωτογραφία, που μοιάζει με τα αρχαία επιτύμβια, όπως είπαμε, που δείχνει την αξία της ομορφιάς και της νιότης αλλά και τη ματαιότητα. Κι ακόμα, το τίμημα της διεκδίκησης του ιλίγγου και τη γνώση του αναπόφευκτου….»  
Το ποίημα της ποιήτριας «Ο ΜΟΤΟΣΥΚΛΕΤΙΣΤΗΣ» είναι το μεγαλύτερο σε έκταση σε σχέση με τις άλλες ποιητικές μονάδες της Μαρίας Κέντρου Αγαθοπούλου και βρίσκεται σχεδόν προς το τέλος της συλλογής. Μετά από αυτό ακολουθούν άλλα έξη ποιήματα. Μετά το πέρας της εργασίας για την ποιήτρια της Θεσσαλονίκης, η Ανθούλα Δανιήλ δημοσιεύει-συνέχεια-τα «Παράλληλα κείμενα». Τα είναι μια προέκταση του πρώτου μέρους θα γράφαμε της ανάλυσής της. Στα «Παράλληλα κείμενα» συνεξετάζει ομόθεμα ή ιδίας ατμόσφαιρας ποιήματα των εξής ποιητών: του Αντώνη Σανουδάκη, «Δύο μηχανές στον ίδιο δρόμο» από την συλλογή του «Διανυκτερεύουσα πλατεία». Δύο ποιήματα του ποιητή Νίκου Γρηγοριάδη, «Τα αυτοκίνητα» από τη συλλογή του «Δειγματοληψία Β΄» και «Ο κοριός» από τη συλλογή του «Το αθέατο μέσα μας». Τέλος, από την συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη «Τα Ρω του Έρωτα», εξετάζει το γνωστό μας ποίημα «Η ποδηλάτισσα».
«Τα αυτοκίνητα»
Αυτά τα άκακα πλάσματα,
που κοιμούνται τον ύπνο του δικαίου
δίπλα στα πεζοδρόμια
υπάκουα,
κάθε πρωί ξυπνούν
και βρυχώνται
διψώντας ανθρώπινο
αίμα.
Νίκος Γρηγοριάδης
--
Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς 14 Φεβρουαρίου 2020

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου