Τρίτη 18 Φεβρουαρίου 2020

Λουκάς Θεοδωρακόπουλος, Ο Καιάδας, Το χρονικό μιας πολιορκίας


ΛΟΥΚΑΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ
          Ο ΚΑΙΑΔΑΣ
Χρονικό μιας πολιορκίας
Εκδόσεις Εξάντας-Αθήνα, Μάρτιος 1976, σελίδες 120, δραχμές 100, διαστάσεις 14Χ21.
Κεντρική διάθεση: Αθανάσιος Καστανιώτης, Πανεπιστημίου 39. Τυπογραφείο: Δ. Παπαδόπουλου & Σια.
«Γι’ άλλη μια φορά, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με κείνη την αρχή της αρρωστημένης δικαιοσύνης… πού εκφράζει με τόσην ενάργεια τη διαστροφή του αισθήματος ενοχής: «όχι ο δολοφονών, αλλά ο δολοφονούμενος είναι ένοχος».
                            ΧΕΡΜΠΕΡΤ ΜΑΡΚΟΥΖΕ
         «Επιχείρηση Αρετή»
της Τατιάνας Γκρίτση- Μιλλιέξ,
Εφημερίδα Ελευθεροτυπία 13 Ιουνίου 1976
     Πρίν λίγο καιρό κυκλοφόρησε ένα βιβλίο με τον τίτλο «Καιάδας», χρονικό μιάς πολιορκίας». Δεν πρόκειται για λογοτεχνικό κείμενο αν και το υπογράφει ένας ποιητή, αλλά για την αφήγηση ενός γεγονότος με ήρωα τον ίδιο τον συγγραφέα και θίγει πολλαπλά ένα κοινωνικό φαινόμενο: την ομοφυλοφιλία. «Την Κυριακή 3 του Νοέμβρη του 1968 οι εφημερίδες της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης κυκλοφόρησαν μ’ ένα σκανδαλοθηρικό άρθρο, συνέχεια και κατά κάποιον τρόπο «κορωνίδα» των «επιτυχιών» της «Επιχειρήσεως Αρετή» που είχε αναλάβει εκείνη την εποχή το αρμόδιο υπουργείο». Προσωπικά ο  τότε υπουργός Δημοσίας Τάξεως, Ιωάννης Λαδάς, κάλεσε σε πρές κόνφερανς τους δημοσιογράφους για να τους αναγγείλει το γεγονός και να το σχολιάσει. Επρόκειτο για τη σύλληψη τριάντα «ανώμαλων τύπων» που είχανε συγκεντρωθεί σε κάποιο σπίτι στην Καλογρέζα και «ετοιμάζονταν να προβούν ή θα προέβαιναν σε όργια».
     Οι τριάντα αυτοί άνθρωποι συλληφθήκανε, τους πήρανε δαχτυλικά αποτυπώματα, τους φωτογράφησαν έναν έναν κι έπειτα όλους μαζί και μετά τους παραδώσανε στην «κοινή περιφρόνηση» και «χλευασμό». Συγκεκριμένα η αστυνομία έστησε καρτέρι στο σπίτι ενός ομοφυλόφιλου που γιόρταζε και όποιος πήγαινε να του πη χρόνια πολλά τον έπιανε η τσιμπίδα των Ελλήνων Χριστιανών. Έτσι βρεθήκανε κάπου 30 άντρες-παντρεμένοι- αρραβωνιασμένοι, αθώοι και ένοχοι-στην Ασφάλεια με μοναδική απόδειξη της «ανωμαλίας» τους την πρόθεση-κατά το κατηγορητήριο-να οργιάσουν.
     Απ’ ό,τι γνωρίζω δεν υπάρχει νόμος, που να διώκει την ομοφυλοφιλία, υπάρχει όμως ένας άγραφος νόμος που την καταδικάζει- η κοινή γνώμη-και σ’ αυτόν στηρίχτηκε ο τόσο ενάρετος εκείνος υπουργός για να συλλάβει, να σκανδαλοθηρήσει και σε τελευταία ανάλυση, να αποδείξει την Αρετή των Ελλήνων Χριστιανών.
Πράξη αηθέστατη απ’ όποια μεριά κι αν την κοιτάξει κανείς.
     Το θέμα της ομοφυλοφιλίας έχει τοποθετηθεί κι από την επιστήμη στη σωστή του θέση-όπως το λέει και ο συγγραφέας-και έχουν επισημανθεί οι αιτίες που την προκαλούν. Από κει και πέρα γίνεται θέμα, που ίσως θα πρέπει να αντιμετωπίσει η ίδια η Πολιτεία, γιατί το οποιοδήποτε «γκέττο» δεν κάνει παρά να οξύνει και να φανατίζει τους έγκλειστους.
     Η τραγωδία των 30 ανθρώπων, που πιαστήκανε και διαπομπευτήκανε, που τους δημιούργησε οικογενειακά και οικονομικά δράματα, όχι μόνο δεν διόρθωσε τη φύση τους (ή τις ορμόνες τους) αλλά και τους υποχρέωσε ίσως, ίσαμε ένα ορισμένο σημείο για να αμυνθούν, να προβούν σε πράξεις, που ίσαμε τότε ούτε τους είχαν περάσει από το νου να τις πραγματοποιήσουν, όπως τούτο εδώ το βιβλίο πχ. πού δεν ζητάει επιείκεια, μα σωστή κατανόηση και τοποθέτηση του όλου θέματος. Ο συγγραφέας δεν καταγράφει μόνο τα γεγονότα, μέσα από τον εαυτό του και τους δύο τρείς συγκρατούμενους φίλους ή γνωστούς του, προσπαθεί να αποκαλύψει την ψυχολογία, τους τραυματισμούς, την προσπάθεια απαλλαγής από αυτή την «αρρώστια» ή την τελική υποταγή σ’ αυτήν.
     Τούτοι οι άνθρωποι, περισσότερο απ’ όλους τους άλλους, προσπαθούν να σώσουν την αξιοπρέπειά τους και αισθάνονται άθλια βρωμισμένοι και μαζί υπεύθυνοι για ό,τι τους συμβαίνει. Όταν ο συγγραφέας λέει: «δεν μπορούσα να αποφύγω τη σύγκριση μ’ εκείνους που την ίδια ώρα βρισκόντουσαν στις φυλακές και τα ξερονήσια κι αυτή η σύγκριση έκανε τη θέση μου να φαντάζει ακόμα πιο άθλια απ’ όσο ήταν», με κάνει να σκέφτομαι πόσο το ήθος του ήταν υψηλότερο απ’ όλων εκείνων που γλεντοκοπούσανε κάθε βράδυ, και σπάγανε τη ραχοκοκαλιά τους μπροστά στους τυράννους δίχως ούτε μια στιγμή να αισθανθούνε ενοχή για όλους εκείνους που βασανιζόντουσαν και για τη δική τους ελευθερία.
     Όπως και νάχη το πράγμα, δε νομίζω πως η Πολιτεία μπορεί να ρίχνει στον Καιάδα τους ομοφυλόφιλους, γιατί τότε αναγκαστικά θα τον μεταμόρφωνε σε μνημείο και θα εναποθέταμε στεφάνια δάφνης στους Βερλαίν και Ρεμπώ, στους Μιχαήλ Αγγέλους και Ντα Βίντσι, στους Έντγκαρ Πόε και Λόρκα, στους Καβάφηδες και Προύστ καθώς και σ’ όλους εκείνους τους μεγάλους, που η σωματική ιδιομορφία δεν εμπόδισε σε τίποτα την πνευματική τους μεγαλοφυΐα.
     Είναι καιρός να σταματήσουν τα Υπέρ και τα Κατά, υπάρχει μια μειοψηφία ανθρώπων, που ταλαιπωρούνται ήδη γιατί έχουν κάποια ορμονική ή άλλη διαφορά από το φύλο τους, δεν ενοχλούν κανένα και το σώμα τους είναι προσωπική τους υπόθεση, όπως είναι ολονών μας. Γιατί αυτή η κατακραυγή κι αυτός ο «διωγμός»; Αν μπαίναμε σε χιλιάδες συζυγικές κρεβατοκάμαρες, θα διαπιστώναμε ίσως πιο ντροπερά πράγματα, πολύ πιο βρώμικα και αγοραία. Η δίωξη και καταδίωξη δεν κάνουν-το έχουν ήδη κάνει-παρά να τους ενώσουν σ’ ένα κοινό αγώνα, υπαρξιακό πιά-κι ας μη παραπονιούνται οι φυσιολογικοί για τις κάστες των ομοφυλοφίλων. Όταν κλείνεις σε γκέττο μια ομάδα, δεν την αποδυναμώνεις, αντίθετα την ενώνεις και την μετατρέπεις σε δύναμη.
--
          Ανωμαλίες και φαρισαϊσμός
του Κ. Π.,
εφημερίδα Η Καθημερινή 15/8/1976
     Το βιβλίο αυτό είναι σημαντικό κατά τούτο: για πρώτη φορά στον τόπο μας θέτει ευθέως το πρόβλημα της ομοφυλοφιλίας μέσα από την εξιστόρηση μιάς «ηλίθιας» ταλαιπωρίας, στην οποία υποβλήθηκαν από τη στρατιωτική δικτατορία μερικοί αποδιοπομπαίοι τράγοι του φαρισαϊσμού μας.
Το πρόβλημα, είτε μας αρέσει είτε όχι, υπάρχει. Η αναγνώρισή του ορίζει το βαθμό της ωριμότητάς μας απέναντι στην πραγματικότητα.
     Το Νοέμβρη του 1968 ο «υπουργός» Δημοσίας Τάξεως Λαδάς-τα καθαρά χέρια-είχε εξαπολύσει με τυμπανοκρουσίες την «Επιχείρηση Αρετή». Μια από τις πιο μεγάλες επιτυχίες του στάθηκε η σύλληψη 30 «ανώμαλων τύπων», που είχαν συγκεντρωθή σε κάποιο σπίτι στην Καλογρέζα και «ετοιμάζονταν να προβούν σε όργια» ΄ η έγκαιρη επέμβαση της Αστυνομίας τους είχε εμποδίσει να πραγματοποιήσουν τους ανόσιους σκοπούς των. Όμως στον γυψωμένο ελληνικό λαό έπρεπε να δοθή ένα μάθημα. Έτσι παραδόθηκαν στη δημοσιότητα τα ονόματα των παρ’ ολίγον «ενόχων» και οι λογοκρινόμενες εφημερίδες υποχρεώθηκαν να τα δημοσιεύσουν στην πρώτη σελίδα κάτω από ονειδιστικούς τίτλους.
     Αυτή την περιπέτεια του δωρεάν εξευτελισμού του αφηγείται τώρα ο συγγραφέας-ένας από τους 30-αρχίζοντας από τις συνθήκες της σύλληψής του, επιμένοντας ιδιαίτερα στις μέρες των ανακρίσεων στην Ασφάλεια Προαστίων, και καταλήγοντας στην περιγραφή της δίκης, κατά την οποία απηλλάγησαν και οι ελάχιστοι «εγκληματίες» που έφτασαν τελικά στο εδώλιο. Εκείνο που πρέπει να υπογραμμιστή είναι τούτο: πρόκειται για ένα βιβλίο γραμμένο με απόλυτη τιμιότητα. Η απουσία οποιασδήποτε επιτήδευσης, κοντά στις αξιόλογες αφηγηματικές αρετές του, αποκαλύπτουν ένα ήθος όχι συνηθισμένο. Η «ανωμαλία» στην προκειμένη περίπτωση βρίσκεται μόνο στο βάρβαρο καθεστώς, που δεν διστάζει να κυλήση στη λάσπη και να διαπομπεύση ανθρώπους μόνο και μόνο για να εξωραϊση τη βιτρίνα του.
--
           Λ. ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: «Ο ΚΑΙΑΔΑΣ»
του Αλέξη Ζήρα,
Περιοδικό Τομές τχ. 9/2, 1977
    Μετά το μυθιστόρημα «Ραντεβού με τον Πύργο του Αίφελ» (1971), ο «Καιάδας» είναι το δεύτερο πεζογράφημα του Λ. Θεοδωρακόπουλου. Ο υπότιτλός του, «Χρονικό μιάς Πολιορκίας» προσδιορίζει σ’ ένα βαθμό θεματογραφικά το είδος του κειμένου και την ενική αναφορά του. Ωστόσο, κατά την γνώμη μου, το βιβλίο αυτό δεν περιορίζεται σε μια τεκμηριωμένη περιγραφή μιας σειράς πραγματικών γεγονότων, αλλά ξεπερνά την επίκαιρη σημασία τους για να θίξει άμεσα ένα σύνθετο εκδήλωμα της ανθρώπινης ερωτικής ζωής: την ομοφυλοφιλία.
     Το φθινόπωρο του ’68, σε μια από τις φάσεις της περιώνυμης εκστρατείας της αρετής, ο  τέως συνταγματάρχης και τότε «υπουργός» Δημοσίας Τάξεως Γ. Λαδάς, επεμβαίνει πειρατικά σε μια φιλική συγκέντρωση και συλλαμβάνει, μέσω τν οργάνων του, μιά παρέα «ανωμάλων τύπων». Ανάμεσα σ’ αυτούς είναι και ο συγγραφέας. Από την σύλληψη μέχρι την εκδίκαση της καταγγελίας της αστυνομίας, για μαστροπεία και «παροχήν ασύλου δι’ αλλοτρίαν ακολασίαν», παρακολουθούμε μια ημερολογιακή καταγραφή συνεχών διωγμών, πιέσεων, προπηλακισμών και ταπεινώσεων, τόσο από τα όργανα της εξουσίας όσο και από την αντίδραση ενός γενικού τρόπου αντίληψης του τί είναι ομοφυλοφιλία από την μεριά των αστικών και μικροαστικών στοιχείων. Ο τρόπος αυτής της αντίληψης βρίσκεται ανάμεσα στα όρια του γελοίου και του τραγικού αλλά οι αιτιάσεις του βρίσκονται βαθύτερα-πράγμα που το ξέρει ο Θεοδωρακόπουλος-, δηλαδή στο πώς έχει διαμορφωθεί η συνείδησή μας από την εκκλησιαστική ηθική, πού ταυτίζει μονοδρομικά την κάθε σεξουαλική πράξη με την αναπαραγωγή και από την άρχουσα ιδεολογία, πού αποδίνει φετιχιστικές ιδιότητες σ’ αυτό τον σχιδοειδή διαχωρισμό των γενετήσιων φύλων.
     Πέρα λοιπόν, από την εξιστόρηση των απύποπτων πρακτικών που έλεγαν οι στρατοκράτες για να τηρήσουν τον «Νόμο και την τάξη» κι’ όπου αντανακλάται μιά διαστρεβλωμένη σκεπτική γύρω από την ανθρώπινη ελευθερία και την δικαιοσύνη, ο συγγραφέας επιχειρεί μιά παράλληλη ανατομία του τρόπου συμπεριφοράς του ευρύτερου κοινωνικού περιβάλλοντος απέναντι σ’ ό,τι θεωρείται- «απόκλιση»- από το παραδεκτό. Σ’ αυτήν, λοιπόν, την κατεστημένη τάξη πραγμάτων μιάς αλλοιωμένης κλίμακας αξιών πώς βιώνει, στην καθημερινή του ζωή, ο σημερινός ομοφυλόφιλος; Κι ακόμα τι αντιμετωπίζει στην οικογένειά του, στον τόπο εργασίας του και στις συναλλαγές του με την Αρχή; Σ’ όλα αυτά τα ερωτήματα, πού βγαίνουν αβίαστα από την ανάγνωση του «Καιάδα», ο Θεοδωρακόπουλος τολμά ν’ απαντήσει, ξεσκεπάζοντας την υποκρισία και την μισαλλοδοξία, εκεί πού οι περισσότεροί μας εθελοτυφλούμε, αν και πραγματικότητα δεν μας είναι άγνωστη. Πώς, όμως, τοποθετείται το ζήτημα της ομοφυλοφιλίας, πέρα από τις επικαιρικές του διαστάσεις; Νομίζω πώς δεν θα ‘ταν άσκοπο να το εξετάζαμε στην ιστορική του διάρκεια, που δεν είναι άλλη από το πώς αντιμετωπίζεται η σχέση σώματος και συνείδησης στις διάφορες εποχές.
     Η διάκριση σώματος και συνείδησης δεν παρουσιαζόταν ανέκαθεν σαν τυπολογημένη. Στην συνείδηση όπως και στην ζωή, οι δύο αυτές έννοιες, ήσαν σμιγμένες κι αλληλένδετες. Ο διαχωρισμός τους συντελείται από τότε πού η θεωρία της μεταφυσικής εννοεί την ανθρώπινη αξία με μοναδικό της γνώρισμα την σκέψη, ενώ απορρίχνει όλες τις άλλες όψεις του ανθρώπου (πάθος, φαντασία, ηδονή) στην ζωική τους προέλευση, υποτιμώντας έτσι την σημασία τους. Την θεωρητική αυτή κατασκευή που τεκμηρίωσε ο Πλάτων ήρθε κατόπιν ο Χριστιανισμός να την αναγάγει σε δόγμα μέσω του εκκλησιαστικού του ιερατείου, που μετουσίωνε την παραπάνω διάκριση σε κανόνες κοινωνικής ηθικής. Η καπιταλιστική οργάνωση της ζωής, στους νεότερους χρόνους, σύμφυτη με την κυριαρχία της αστικής τάξης δεν έκανε τίποτ’ άλλο από το να προσανατολίσει την ιδεολογική προβληματική της σ’ αυτήν της Δυτικής Χριστιανικής μεταφυσική, αφού μ’ αυτό τον τρόπο εξασφάλιζε ένα όπλο κυριαρχίας απέναντι στις μάζες.
     Η ομοφυλοφιλία, σαν βιολογική εκδήλωση της γενετήσιας συμπεριφοράς, έχει, επομένως, παράλληλη πορεία με κείνην της γενικότερης εξέλιξης των ανθρώπινων ηθικών. Στην κλασική, έτσι, εποχή της Ελλάδας, το σώμα δεν αντικρίζεται σαν πηγή αμαρτημάτων. Αν και πατριαρχικός ο ελληνικός κόσμος, παράγει την Σωκρατική σκέψη, η οποία καμιά απολύτως σχέση δεν έχει με το μη σαρκωμένο και με το μη συγκεκριμένο, τα ανθρώπινα πάθη και οι επιθυμίες, μακριά από το να είναι χυδαία εμπειρικά, θεωρούνταν σαν σεβαστά φαινόμενα της φύσης και, για τον Σωκράτη, έρχονται σε διαλεκτική συνάφεια με τον ανθρώπινο λόγο, έτσι ώστε να ερμηνεύονται λογικά και να μην απωθούνται σε μυστικιστικές περιοχές.
     Χωρίς αμφιβολία, το να μιλάς ανοιχτά για την ομοφυλοφιλία, δεν είναι ακόμα και σήμερα ακίνδυνο από τη μεριά της κατεστημένης ηθικής. Υπάρχουν φραγμοί, που η θρησκεία και η πολιτική συντήρηση έχουν σωρεύσει για να διατηρηθούν τα κεκτημένα τους. Αμφιβάλλω, όμως, εδώ με τον συγγραφέα αν αρκεί ο εύκολος αφορισμός που μεταχειριζόμαστε ότι η καταπίεση της γυναίκας ή του ομοφυλόφιλου και η χρηστική του σημασία σαν ηδονικά σκεύη πηγάζει από τον φαλλοκρατικό χαρακτήρα των συγχρόνων Δυτικών κοινωνιών. Ο πολιτισμός στον οποίο συμμετέχουμε και που είναι-άς μην ξεγελιόμαστε με επιφατικές διαφορές πολιτικών συστημάτων-παγκόσμιος σ’ ότι αφορά την καπιταλιστική του δομή δεν ενδιαφέρεται στην ουσία για διακρίσεις «θυτών» και «θυμάτων» ανάμεσα στις καταπιεζόμενες μάζες. Η ανθρώπινη παραγωγή έχει ξεφύγει τόσο από τον λογικό έλεγχο ώστε να στρέφεται ενάντια στους παραγωγούς κάθε φύλου. Τα σημερινά βιομηχανικά συστήματα αλλοτριώνουν την ανθρώπινη δράση και εκμεταλλεύονται τους μεν και τους δε για χάρη μιάς απρόσωπης τάξης πραγμάτων. Το πρόβλημα βρίσκεται στο σύστημα ζωής που μας επιβάλλεται και διαιωνίζει τις διακρίσεις, όχι πια βάσει του φυλετικού είδους αλλά μέσα από το κάθε φύλο. Η φυλετική διάκριση, μ’ άλλα λόγια, χρησιμοποιείται σαν μέσο καταστολής, οργανωμένη από ένα σύστημα αξιών του πού δεν έχει τίποτα το ανθρώπινο και που ο άντρας, ή γυναίκα ή ο ομοφυλόφιλος είναι τα πιόνια μιάς παράλογης απάτης.
     Ο «Καιάδας» στις πρώτες δεκατρείς σελίδες του, αναλύει την συλλογική του Λ. Θεοδωρακόπουλου γύρω από το πρόβλημα της ομοφυλοφιλίας τοποθετώντας το σαν πρόβλημα που αναζητεί την λύση του στο πλαίσιο των αγώνων για ευρύτερες κοινωνικές αλλαγές. Μια πολύ σωστή θέση, παράλληλα επιχειρείται μια διεξοδική ψυχογραφία ορισμένων από τους πρωταγωνιστές των γεγονότων που ακολουθεί, δείχνοντας τις βαθειές  αιτίες που αναγκάζουν σήμερα τον ομοφυλόφιλο να παίζει το παιχνίδι του συστήματος για να καταφέρει να επιβιώσει, συμπιέζοντας τις ερωτικές του ανάγκες σε υποκριτικές σχέσεις. Παλεύοντας να ισορροπήσει ανάμεσα στην κοινωνική του ένταξη και στην «παρανομία» του ο ομοφυλόφιλος υποδουλώνεται όλο και περισσότερο στο πλέγμα που του επιβάλει μια φαρισαϊκή κοινωνική ηθική. Όμως δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι θύματα αυτού του μελετημένου από την εξουσία πλέγματος είμαστε, αν και σε διαφορετικά ο καθένας μας σημεία, όλοι μας.
Γι’ αυτό και ο αγώνας για την απελευθέρωση μονάχα με κοινωνικές πρακτικές μπορεί να συνεχιστεί.
--
Σημειώσεις:           
    Διαβάζω ξανά, παράλληλα με το ποιητικό του έργο, 
«Η Γύμνια του Νώε» Αθήνα 1958, 
«Η Μυθολογία της Ξάνθης» Ιωλκός 1967, 
«Αναδρομή» Καστανιώτη 1978, 
«Τέσσερις ποιητικές συλλογές (1960-1978)» Νεφέλη 1996, και το μυθιστόρημά του «Ραντεβού με τον πύργο του Άϊφελ» Κέδρος 1971 
την πρώτη έκδοση του αυτοβιογραφικού χρονικού του επονίτη συγγραφέα και κοινωνικού ακτιβιστή, ποιητή και μεταφραστή Λουκά Θεοδωρακόπουλου «Ο ΚΑΙΑΔΑΣ». Χρονικό μιάς πολιορκίας, εκδόσεις Εξάντας-Αθήνα 1976, σελίδες 120, δραχμές 100. Το βιβλίο κυκλοφόρησε σε δεύτερη έκδοση το 2004 από τις εκδόσεις Πολύχρωμος Πλανήτης. Την επομένη χρονιά, το 2005, από τον ίδιο εκδοτικό οίκο εκδόθηκε το ιστορικό του Χρονικό-κείμενα «Αμφί» και Απελευθέρωση». Ένα βιβλίο στο οποίο ο συγγραφέας μας εξιστορεί την ιστορία του θρυλικού περιοδικού «Αμφί» που εξέδιδε το ΑΚΟΕ. Του πρώτου και μοναδικού όχι μόνο στην εποχή του σοβαρού, έγκυρου, επιστημονικού, δημοσιογραφικής και κοινωνιολογικής θεματολογίας προδιαγραφών περιοδικού, που εξέφραζε και διακήρυττε τις αρχές, τις αξίες, την ερωτική ταυτότητα, καλλιέργεια και ποιότητα των συντελεστών και συνεργατών του. Και παράλληλα, τις απελευθερωτικές πολιτικές αντιδράσεις για σεξουαλική αυτοδιάθεση των ελλήνων ομοφυλοφίλων-αντρών και γυναικών-του τότε νεοϊδρυθέντος Απελευθερωτικού Κινήματος Ομοφυλοφίλων Ελλάδας και των ελλήνων. Των ατόμων που το στελέχωσαν και το υποστήριξαν από ένα διευρυμένο φάσμα της ελληνικής διανόησης και κουλτούρας, προοδευτικών δημοσιογράφων που δεν ανήκαν κατ’ ανάγκη στον στενό κύκλο των ελλήνων που διέθεταν ομοφυλόφιλη φανερή ή έκδηλη διάθεση και πρακτική.
Το περιοδικό «ΑΜΦΙ» τα τεύχη των δύο του περιόδων που κατόρθωσα να συναντήσω στο εμπόριο και να αγοράσω, παλαιότερα, υπήρξε κατά κοινή ομολογία ένα περιοδικό ποιότητας. Τα δημοσιεύματά του, τα επιστημονικά του κείμενα και οι αναλύσεις, τα γενικότερου ερωτικού και κοινωνικού ενδιαφέροντος άρθρα και μεταφράσεις του, ήταν κάτι πρωτόγνωρο για τα χρονικά και ιστορικά δεδομένα την περίοδο προς το τέλος της δεκαετίας του 1970. Μια δεκαετία, έντονα πολιτικοποιημένη, ιδεολογικά και κοινωνικά ταραγμένη, μια και στα μέσα της, 1974, απελευθερώνονταν η χώρα μας από τα στρατιωτικά δεσμά μιας άφρονης δικτατορίας. Ενώ ζούσαμε την μεταπολιτευτική αργή και σταδιακή αποκατάσταση της αστικής δημοκρατίας και των θεσμών της από τον παλαιό πολιτικό Κωνσταντίνο Καραμανλή, και την επερχόμενη κοινωνική αλλαγή του Οκτωβρίου του 1981 από τον ιστορικό ηγέτη Ανδρέα Παπανδρέου, και τα προδικτατορικά στελέχη της Ενώσεως Κέντρου που απορροφήθηκαν στους νέους καιρούς από το νεοπαγές σοσιαλιστικό κίνημα. Το πολιτειακό είχε λυθεί με δημοψήφισμα και έμενε το μεγάλο εθνικό αγκάθι της Κυπριακής τραγωδίας μετά την εισβολή και την διχοτόμηση του νησιού της Αφροδίτης. Μέσα σε αυτήν την περιρρέουσα ατμόσφαιρα της πολιτικής αλλαγής, εντάσσεται και το μεγάλο πολιτιστικό πανηγύρι των ελλήνων. Εκδόσεις χιλιάδων νέων βιβλίων, τίτλων ξένων λογοτεχνικών και ποιητικών μεταφράσεων, κυκλοφορίας εκατοντάδων πολύχρονων ή ολιγόχρονων μικρών και μεγάλων περιοδικών, έκδοσης νέων τίτλων εφημερίδων ή επανακυκλοφορίας παλαιότερων, οργάνωση των νεολαίων στα κόμματα και στα διάφορα μικρής εμβέλειας κοινωνικά, ιδεολογικά κινήματα. Οι έλληνες και οι ελληνίδες εκείνης της δεκαετίας-μετά την μεταπολίτευση-αγωνίζονταν να κερδίσουν τον χαμένο πολιτικό και κοινωνικό χρόνο της ζωής τους. Τα ήθελαν έστω και καθυστερημένα όλα και εδώ και τώρα. Σαν να άνοιξε ένας ασκός σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια που κρατούσε ασφαλισμένο η δικτατορία, και αναδύθηκαν όλα τα εύοσμα άνθη του χώρου της πολιτικής, των κοινωνικών διεκδικήσεων, του πολιτισμού, της τέχνης. Οι έλληνες ζούσαμε τον δικό μας Μάη του 1968 έστω και ετεροχρονισμένα, όπως πάντα. Σημαντική ήταν ακόμα η συμβολή μετά την επικράτηση του Πασοκ στην εξουσία, του υφυπουργείου της Νέας Γενιάς, τα φυλλάδια που εξέδιδε και την πρωτόγνωρη για τα ελληνικά δεδομένα κυβερνητική και ιδεολογική πολιτική του. Μια κυβερνητική αντίληψη που υποστήριζε τις διάφορες μειονότητες, τα μικρά κινήματα, τους ομοφυλόφιλους/ες, την γυναικεία σεξουαλική χειραφέτηση, τον πολιτικό γάμο, την πολιτική βάπτιση, την ισότητα των δύο φύλων, με δυό λόγια, ότι είχε με διαρκείς αγώνες κατακτηθεί στον δυτικό κόσμο. Την Ευρώπη και την Αμερικάνικη βόρεια ήπειρο μετά το τέλος του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου. Που οι ευρωπαίοι κάτοικοι απολάμβαναν την οικονομική ανάπτυξη, την άνθηση των νέων επιστημονικών επιτευμάτων και τεχνολογικών ανακαλύψεων. Είχαμε αρχίσει να χαιρόμαστε σαν ευρωπαίοι την τρίτη τεχνολογική επανάσταση. Μέσα σε αυτό το κλίμα των κοινωνικών και πολιτιστικών νέων αξιών και ανοιχτών οριζόντων, οφείλουμε να εξετάσουμε και την κυοφορία στην χώρα μας, την αναγκαία των συνθηκών γέννηση του Απελευθερωτικού Κινήματος Ομοφυλοφίλων Ελλάδας και του περιοδικού του, του «ΑΜΦΙ». Χωρίς να παραγνωρίζουμε ότι η καλλιέργεια του εδάφους για να αποκτήσει φωνή, να εκδοθεί το περιοδικό και να απελευθερωθούν οι διάφορες σεξουαλικές μειονότητες στην ελλάδα, οφείλονταν κατά κύριο λόγο, σε ορισμένα άτομα. Έλληνες με ανοιχτό μυαλό και προοδευτική σκέψη οι οποίοι με στερήσεις, κόπο, διώξεις, προσωπικά έξοδα, απογοητεύσεις σε συλλογικό και ατομικό επίπεδο, δούλεψαν σκληρά και επίμονα, αποτελεσματικά και σε διεθνές επίπεδο για να πετύχουν τον οραματισμό τους.Εννοώ της κεντρικής ιδρυτικής ομάδας του ΑΚΟΕ, την προσέγγιση και συνεργασία τους με διανοούμενους και συγγραφείς της Γαλλίας, της Αγγλίας, των ΗΠΑ. Ζήτησαν υποστήριξη από φιλοσόφους και ανθρώπους της τέχνης, δημοσιογράφους, και εκείνοι, τους την παρείχαν αφιλοκερδώς και με μεγάλη προθυμία. Διέδωσαν στις χώρες τους την των ελλήνων απελευθερωτική φωνή, ούτως ώστε, να δημιουργηθεί ένα πλαίσιο αλληλεγγύης προς τους έλληνες. Για την ιστορία, ο γράφων αναγέρει ότι, το κίνημα αυτό δεν αφορούσε μόνο τους έλληνες ομοφυλόφιλους –ομοφυλόφιλες αλλά ευρύτερα στρώματα της ελληνικής κοινωνίας, την επιθυμία αλλαγής των κοινωνικών συνθηκών, των εθιμικών αξιών των ηθών στην χώρα μας. Των ερωτικών διαθέσεων των αντρών και των γυναικών. 
Η ομοφυλοφιλία στην χώρα μας, από την ιστορία της είχε μια παράδοση μνήμης. Είτε αυτή η πολιτιστική παράδοση καθρέφτιζαν ιστορικά γεγονότα, είτε μας μιλούσε για τα επιτεύγματα της τέχνης της γλυπτικής, είτε αφορούσαν διασωθέντα ποιήματα και πεζά της αρχαιότητας και όχι μόνο, είτε είχαν να κάνουν με θρύλους ερωτικούς και ερωτικών αντρικών περιπτύξεων συμβάντα, κοινωνικά στιγμιότυπα ζωής που καταγράφηκαν στο δημοτικό ή γραπτό λόγο, η μνήμη η ερωτική διατηρήθηκε. Από την άλλη, τα ελληνικά συντάγματα που ψηφίστηκαν ήσαν περισσότερο φιλελεύθερα πάνω στα ζητήματα αυτά, σε αντιδιαστολή παραδείγματος χάρη με αυτά του αγγλοσαξωνικού κόσμου και των Βικτωριανών αγγλικών κωδίκων περί ηθικής. Να υπενθυμίσουμε, για την ιστορική αλήθεια, ότι με ευνοϊκό μάτι αντιμετωπίστηκε, ή τουλάχιστον, υπήρξε μια ανεκτικότητα και πρόθεση εκ μέρους της πρώτης συνταγματικής επαναστατικής κυβέρνησης, της ρωσικής επαναστατικής κυβέρνησης του 1917. Τοο θέμα της ομοφυλοφιλίας και των ομοφυλόφιλων αντιμετωπίζονταν διαφορετικά, σε σχέση με τις διώξεις, τις εξορίες, τις κακουχίες, τις εκτελέσεις που υπέστησαν οι ομοφυλόφιλοι την περίοδο της σταλινικής παντοδυναμίας και μεταγενέστερα. Η ηγετική ομάδα γύρο από τον Λένιν και του ίδιου του ρώσου επαναστάτη, αντιμετώπιζε με ανεκτικότητα τα ζητήματα αυτά. Δεν είχαν τις ακραίες θέσεις των τροτσκιστών και των μετέπειτα Σταλινικών. Και φυσικά, οφείλουμε να μην λησμονούμε την περίοδο της γερμανικής ναζιστικής θηριωδίας, και τα φρικτά επακόλουθα των στρατοπέδων συγκεντρώσεως. Το Άουσβιτς, το Νταχάου, και τα άλλα στρατόπεδα συγκέντρωσης που δημιούργησαν οι «πολιτισμένοι», η Άρεια φυλή. Που μετά τις στρατιωτικές διαταγές που έδιναν για εκτελέσεις ομοφυλόφιλων, αθίγγανων, εβραίων, γυναικών, παιδιών, ατόμων με κινητικά προβλήματα, πατριωτών αντιστασιακών οργανώσεων, αγωνιστών κάθε χώρας που καταλάμβαναν, γυρνούσαν σπίτι τους, στις οικογένειές τους, στις ερωμένες τους και άκουγαν τις όπερες του Βάγκνερ, διάβαζαν γερμανούς ρομαντικούς ποιητές, ή ζητούσαν να παρακολουθήσουν παραστάσεις αρχαίας ελληνικής τραγωδίας. Αφού είχαν απαλλαγεί την «Νύχτα των μεγάλων μαχαιριών», από το φανερό «καρκίνωμα» του ναζιστή Ρεμ, και της γερμανικής στρατιωτικής ομοφυλόφιλης ομάδας του, όταν τους κατέσφαξαν, σαν επίβουλους εσωτερικούς αντιπάλους του παράφρονα ηγέτη τους και της ναζιστικής ομάδας του που αιματοκύλησε την ανθρωπότητα. Στην δική μας την χώρα πάλι, μπορεί μέσα στην ελληνική ιστορική σκηνή, παρά τις ηθικές αξίες και αρχές που πήγαζαν ιστορικά από την κλειστή παραδοσιακή ελληνική κοινωνία, της συντηρητικής θρησκευτικής αγωγής μας, να μην είχαμε φανερές διώξεις της ομοφυλοφιλίας, όπως είχαμε πχ. στην μεγάλη ήπειρο όταν επικρατούσε στις νότιες πολιτείες της ο αξιακός ηθικός κώδικας της κου-κλουξ κλαν και των απόψεών τους περί αμερικανικής λευκής καθαρότητας του αμερικάνικου έθνους, τα πράγματα και οι κοινωνικές αντιδράσεις στην Ελλάδα ακολουθούσαν την παράδοση του ελληνικού μικροαστισμού μας. "Κάνε ό,τι κάνεις, αρκεί να μην το γνωρίζει ο γείτονας". "Στην πάρα κάτω ερωτική αυλή, που δεν μας ξέρουν". "Εκεί, βούρ στο κεχρί". "Ζήσε την κρυφή ζωή σου αλλά παντρέψου κιόλας για να βουλώσεις τα ξένα στόματα". Και με αυτήν την πρακτική πορεύονταν ο άρρεν που επιδίδονταν σε ακατανόμαστες πράξεις. Φτου κακά. Και η ελληνίδα φιλόστοργος μήτηρ ήταν υπερήφανη δια τον υιότης, που την κουνούσε την αχλαδιά και πέριξ της οικογενειακής τους εστίας. Ο δε πάντα και πανταχού παρών πατήρ, έμπλεος χαράς μπορούσε υπερηφάνως να βροντοφωνάξει, ναι ο κανακάρης μας βγήκε τοιούτος, αλλά είναι από τους αποπάνω. Καβαλάρης σαν τον γεώργιο καραισκάκη, που πληγώθηκε στα οπίσθιά του κατά την επίδειξή τους στα τούρκικα εχθρικά λεφούσια. Με την κοινωνική αυτή σεμνοτυφία των προσχημάτων, ο υιός δεν ξεροστάλιαζε έξωθεν των στρατώνων αλλά εισέρχονταν εντός των και βοηθούσε στην ανύψωση του καταρρακωμένου ερωτικού ηθικού των ελλήνων στρατιωτών. Δέστε τα ερωτικά πρότυπα της Τσαρουχικής τέχνης. Διαβάστε τα Χριστιανοπουλικά ποιήματα. Απολαύστε τις πριαπικές φωτογραφίες των νέων αντρών του Θάνου Βελούδιου, και μετά καταφύγετε στις παραλίες της Μυκόνου για εξομολόγηση και γκουρμέ νηστείας. Οι χαλεποί καιροί εγγύς εστί. Μέσα στο συγγραφικό αλλά διδακτικό αυτό παιχνίδισμα, αξίζει να ερωτηθεί η ελληνική δημόσια κοινή γνώμη στο πώς, ενώ ήταν εναντίον της ομάδας της ΕΣΑ του δικτάτορα Ιωαννίδη, βρέθηκαν κατόπιν όλες οι δημοκρατικές δυνάμεις να θαυμάζουν και να υμνούν τους Τσαρουχικούς Εσατζήδες που στροβιλίζονται με ερωτική βαρβατίλα προς τέρψη των….
     Το περιοδικό «ΑΜΦΙ» περιείχε πρωτότυπα ελληνικά κείμενα και μεταφρασμένα άρθρα που αγαπήθηκε και έγιναν αποδεκτά περισσότερο από το ετεροφυλόφιλο ελληνικό κοινό, παρά από την ίδια την gay κοινότητα. Μια και μεταξύ  μας, οι περισσότεροι, ζούσαν τη ζωή τους αλλά λούφαζαν κοινωνικά. Φοβόντουσαν να εκτεθούν δημόσια. Και αυτή τους η στάση έχει τις δικαιολογίες της, αν φέρουμε στην σκέψη μας τις τότε κοινωνικές συνθήκες της ελληνικής συντηρητικής κοινωνίας, των αξιών της πατροπαράδοτης ελληνικής οικογένειας, τον εργασιακό «μεσαίωνα» που επικρατούσε εκείνη την περίοδο και δυστυχώς, την αρνητική θέση απέναντι στο κοινωνικό υπαρκτό φαινόμενο που λέγεται ομοφυλοφιλία, του τότε κομμουνιστικού κόμματος, τόσο στο εσωτερικό όσο και σε ευρωπαϊκό πολιτικό επίπεδο. Τα «κουσούρια» δεν γίνονταν αποδεκτά από τους πατριάρχες- πάντρε παντρόνε της κόκκινης ηγεσίας και των κομματικών στελεχών. Έπρεπε να περάσουν μερικά χρόνια ακόμα, για να έρθει ο Τζιμάκος να τραγουδήσει το «Γαμάτε γιατί χανόμαστε».  Όπως χαρακτηριστικά υποστήριζε ένα άλλο επαναστατημένο πρόσωπο της εποχής, ο σκηνοθέτης ταινιών μικρού μήκους Ανδρέας Βελισσαρόπουλος από τα πλέον δραστήρια και δημόσια υποστηρικτικά μέλη της ομάδας του ΑΚΟΕ, οι έλληνες ομοφυλόφιλοι έμαθαν να ζητάν από τους άλλους να εκτίθενται και να αγωνίζονται για αυτούς. Τα θέλουν όλα έτοιμα. Έτσι η αντίσταση των ακτιβιστών ομοφυλόφιλων γίνονται και προς τα δεξιά και προς τα αριστερά. Μια άλλη επίσης κοινωνική δυσκολία ανοιχτής αποκάλυψης της ομοφυλόφιλης ταυτότητας ήταν ότι πολλοί ομοφυλόφιλοι ήσαν παντρεμένοι, είχαν δημιουργήσει οικογένεια, ενώ ταυτόχρονα, στα ζούλα και σε κάθε ευκαιρία, απολάμβαναν και τα διαφορετικά γλυκάδια του σεξ που επιθυμούσαν. Στην δεύτερη περίοδο των αγώνων, την εποχή του πανέξυπνου Γρηγόρη Βαλιανάτου και του περιοδικού του, το πρόβλημα είχε πάρει άλλη τροπή.
Συν-εμπνευστής και διοργανωτής του κινήματος, δραστήριο μέλος, υπήρξε ο Λουκάς Θεοδωρακόπουλος, καταξιωμένος ήδη ποιητής και μεταφραστής. Δυστυχώς κατά την αναγνωστική μου κρίση, το μελέτημά του για το «Αμφί» ενώ είναι μια αυθεντική μαρτυρία κατάθεσης ψυχής και ιστορικής εξιστόρησης του γενικού πλαισίου των γεγονότων, δεν δουλεύτηκε όσο θα έπρεπε ώστε να αποτελέσει μια πηγή με διεθνή προβολή και εχέγγυα. Γράφτηκε μέσα σε ένα πλαίσιο ελληνικών μόνο αναφορών και δεδομένων, χρήσης με προδιαγραφές συγγραφικού ρεπορτάζ. Ίσως κάνω λάθος στην αναγνωστική μου εκτίμηση. Σε αυτό οφείλεται βέβαια και το γεγονός ότι το περιοδικό αυτό, δεν έχει ακόμα σχολιαστεί και αποδελτιωθεί. Δεν έχει ταξινομηθεί και παραλληλιστεί η θεματολογία του σημαντικού και ενδιαφέροντος υλικού του, σε σχέση με παραπλήσια κοινωνιολογικά μελετήματα, περιοδικά και δημοσιεύματα της εποχής, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό. Ώστε να έχουμε μια περισσότερο ξεκάθαρη και σαφή εικόνα για τις εσωτερικές διεργασίες, τους προβληματισμούς, τις ανησυχίες, τις τάσεις, τις φιλοδοξίες και επιδιώξεις, τους στόχους και τους οραματισμούς, της ελληνικής ομοφυλόφιλης κοινότητας εκείνη ιστορικά την χρονική περίοδο. Να έχουμε μια σφαιρική άποψη, και όχι μόνο να γνωρίζουμε τις ιδιαίτερες σημαντικές και αγωνιστικές σίγουρα περιπτώσεις και θέσεις ορισμένων ελλήνων και ελληνίδων ακτιβιστών και ακτιβιστριών, στην επιθυμία τους να αλλάξουν την ελληνική νοοτροπία που είχε ο κόσμος απέναντι στο ζήτημα της ομοφυλοφιλίας. Μιας ερωτικής φανέρωσης, που ούτως ή άλλως, είτε στιγμιαία, είτε διαχρονικά, είτε κατά περίσταση είτε κατά κλίση, είτε κατά συμφέρον, είτε εξαιτίας ορμονών συναντάτε μέσα στην ανθρώπινη φύση και την ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού. Όπως και στο ζωικό βασίλειο. Και συνοδευτικά, να έχουμε μια περισσότερο ξεκάθαρη γνώση στο ποια πρόσωπα ή καταστάσεις επηρέασε και διαμόρφωσε ο αγώνας των ανθρώπων αυτών. Των ευαίσθητων αυτών ελλήνων, τους μεταγενέστερους έλληνες, την ελληνική κοινωνία, του αστικούς θεσμούς, το δίκαιο-μέχρι το σημερινό σύμφωνο συμβίωσης. 'Η έμεινε ένα μετέωρο κίνημα ακτιβιστικής πάλης όπως και άλλα κοινωνικά και της τέχνης κινήματα στην χώρα μας. Σαν μια περιθωριακή επαναστατική περίπτωση νέων και μεγαλύτερης ηλικίας τότε ατόμων, που ρισκάρισαν την δημόσια εικόνα τους στην επιθυμία τους για σεξουαλική απελευθέρωση και σωματική αυτοδιάθεση των ελλήνων. Εδώ είναι η μικρή μου, ίσως λανθασμένη αναγνωστική ένσταση απέναντι στην κατάθεση ψυχής του Λουκά Θεοδωρακόπουλου, όσον αφορά το βιβλίο του «Αμφί και Απελευθέρωση». Αν φέρουμε στο νου μας ότι η ελληνική κατοπινή κοινωνία, δεν κράτησε στην κοινωνική της συνείδησή και της οικογενειακής της ζωής εικόνα, το ΑΚΟΕ και την έκδοση του περιοδικού ΑΜΦΙ, παρά μάλλον τα γαργαλιστικά άρθρα της καλής δημοσιογράφου και κινηματογραφικού κριτικού κυρίας Ροζίτας Σώκου στην εφημερίδα «Απογευματινή» και σε άλλα έντυπα. Την σκανδαλοθηρική εικόνα της ομοφυλοφιλίας όπως δίδονταν από πολλές δημοσιογραφικές φυλλάδες μέχρι το αποκορύφωμα της «Αυριανής» με τα κατάπτυστα δημοσιεύματά της.  Μια επίσης μάλλον δυσκολία στάθηκε η έκδοση και η κυκλοφορία κατά άτακτα διαστήματα εντύπων των ίδιων των ομοφυλόφιλων, που περιορίζονταν μάλλον μόνο σε γυμνικές παραστάσεις αντρών. Προς τέρψη. Τέλος, όπως γίνεται πάντα με την πάροδο του χρόνου, είχαμε την εμπορευματοποίηση του θέματος, τον κορεσμό του σε σκάνδαλα και όχι στην κοινωνιολογική διερεύνησή του, την εξέτασή του ιστορικά και την ένταξή του μέσα στις σωστές του διαστάσεις, σε μια παράδοση αλλαγής των κοινωνικών συνθηκών. Η ελληνική κοινή γνώμη εντός και εκτός των τειχών της ομοφυλοφιλίας, και των ατομικών επιλογών και βιωμάτων του καθενός, αποδέχονταν το φαινόμενο αυτό μόνο μέσα στα όρια του καλλιτεχνικού χώρου,-ορισμένες φορές και στις ακραίες του και παράδοξες εκδοχές του, όπως ήταν η περίπτωση του συγγραφέα του «τρίτου στεφανιού», και στον χώρο της τηλεθέασης ή των δημόσιων θεαμάτων. Η ελληνική κοινωνία ήταν ανεκτική σε αυτούς τους επαγγελματικούς χώρους ή τον χώρο της μόδας, εξακολουθούσε όμως στις κυρίαρχες δομές και αντιλήψεις της να είναι συντηρητική. Για τον γράφοντα το σημείωμα αυτό για τον Λουκά Θεοδωρακόπουλο έπειτα από τρείς και πάνω δεκαετίες, ένα της λογοτεχνίας «ανεξιχνίαστο» αίνιγμα, αποτελεί το γεγονός, πώς ένας καθαρά ομοφυλόφιλος ποιητής όπως είναι ο αλεξανδρινός Κωνσταντίνος Καβάφης, κατόρθωσε να εισχωρήσει μέσα στα σπίτια των αστικών και μικροαστικών, και της εργατικής τάξης ελληνικών και όχι μόνο οικογενειών. Μιλώ αποκλειστικά και μόνο για τα ομοφυλόφιλης διάθεσης, εικόνας και ατμόσφαιρας ποιήματά του, και όχι για τα ιστορικά, τα φιλοσοφικά, τα διδακτικά ή πατριωτικά του ποιήματα,παρά την αντίθετη περί ομοφυλοφιλίας άποψη των ελλήνων. Στο ερώτημα αυτό σίγουρα δεν αρκούν οι κοινωνιολογικές και άλλες επιστημονικές αναλύσεις και ερμηνείες, αλλά μάλλον χρειαζόμαστε, καθαρά τεκμήρια αποδοχής της ποιητικής τέχνης στο κοινωνικό σώμα. Στο τι είναι εκείνο το συστατικό ή μυστικό αν θέλετε στοιχείο, που καθιστά τον ποιητικό λόγο ή ένα τμήμα του διαχρονικό και αιώνιο, μέσα στις συνειδήσεις της κοινωνίας. Ποιες διεργασίες συμβαίνουν μέσα στις ψυχές των ανθρώπων ώστε ένας καθαρά ομοφυλόφιλος λόγος, ποιητικός ή πεζός, να εξοστρακίσει τις Παύλιες θεσμικές θρησκευτικές μεταφυσικές αρχές και απαγορεύσεις, ή να αφήσει σε κοινωνική αχρηστία τις αντίστοιχες Πηδαλιούχες των απαγορευτικών κανόνων της επίσημης εκκλησίας. Ίσως, παρόμοιας οντολογικής, ερωτικής και αισθητικής ποιότητας προβλήματα, και σεξουαλικότητας, μόνο το ίδιο το ανθρώπινο Σώμα στην διαχρονία του και οι όποιες ανάγκες του μπορεί και δίνουν λύση. Τα μεταγενέστερα πεδία αναλύσεων από ειδικούς και μη-όπως ο γράφων-είναι ωραία «φληναφήματα» εκ του ασφαλούς.
Με τα παραπάνω, δεν θέλω ασφαλώς να προβώ σε μια ομοφυλόφιλη πατροκτονία, για να εντάξουμε την συζήτηση μέσα σε ένα πλαίσιο φροϋδικό, αλλά περισσότερο να καταλάβω την περιρρέουσα ατμόσφαιρα μιας επαναστατικής και πολιτιστικής άνοιξης, με όλα τα επί μέρους κοινωνικά αδιέξοδά της, σαράντα σχεδόν χρόνια μετά, όταν εμείς οι έφηβοι της γενιάς μου ζούσαμε τον μύθο μας. Να κατανοήσω ποια είναι εκείνα τα σταθερά σημεία αναφορών που οφείλουμε οι επίγονοι Εκείνων, να ακολουθήσουμε και να συνεχίσουμε, σήμερα, εν έτει 2020 που οι πολιτικές και οι κοινωνικές και ερωτικές και σεξουαλικές συνθήκες έχουν αλλάξει. Και εμείς μεγαλώσαμε. Πως μπορεί σήμερα να καλλιεργηθεί πάνω σε σωστές μη εμπορευματοποιημένες βάσεις μιάς τέτοιας μορφής και επαναστατικής δυναμικής κίνημα, με την τότε όποια ποιότητα του, όταν η εικόνα της τηλεόρασης και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης έχει απομαγεύσει όχι μόνο το σεξ, όχι τον έρωτα, αλλά το ίδιο το ανθρώπινο βλέμμα, Το βλέμμα που από αισθητική μαγεία το έχει μετατρέψει-μας έχει μετατρέψει-σε πορνογραφικούς ηδονοβλεψίες μιας επαναλαμβανόμενης και βαρετής σκηνικής δραστηριότητας, που αναιρεί την ίδια την ερωτική επιθυμία του ανθρώπινου σώματος. Να ψηλαφιστεί, να αγγιχθεί, να φιληθεί, να προσφερθεί και να απολαύσει το άλλο σώμα. Όταν όχι μόνο ο άνθρωπος αλλά και το σώμα του έγιναν εμπόρευμα. Εργαλείο μιας χρήσης και των ενστίκτων εκτόνωσης. Τι σημασία έχει αν είναι ετεροφυλόφιλο ή ομοφυλόφιλο το περιτύλιγμα ή κατά περίσταση και τα δύο. Το αποτέλεσμα είναι ότι η ανθρώπινη ύπαρξη, μετατράπηκε σε εμπόρευμα, και μάλιστα φτηνό. Κάτι που μας αποδεικνύει τόσο την αναποτελεσματικότητα του λόγου των σεξουαλικών αυτών κινημάτων, την μη αποδοχή της επαναστατικότητας των πολιτικών συγκρούσεων, την ανεδαφικότητα των ιδεολογιών, και φυσικά, το γέρασμα των θρησκευτικών και εκκλησιαστικών δοξασιών και άλλων μεταφυσικών αρχών. Μάλλον ζούμε έναν Πολιτισμό που σβήνει μέσα στα θολά νερά της οικονομίας, της αλλόγιστης κερδοφορίας και της διαφήμισης. Του όποιου Φαίνεσθαι και με όποιο τίμημα, και του παραδοσιακού Είναι που συνειδητοποιεί ότι αργοπεθαίνει.   
      Ο ποιητής, μεταφραστής και ακτιβιστής Λουκάς Θεοδωρακόπουλος που σίγουρα του οφείλει η gay κοινότητα στην Ελλάδα, γεννήθηκε στα Σάλωνα της Άμφισσας το 1925 και απεβίωσε στις 24 Απριλίου του 2013. Η κηδεία του έγινε στο τρίτο νεκροταφείο στην οδό Θηβών. Ο συγγραφέας, ποιητής και μεταφραστής ήταν υπεύθυνος και επιμελητής του περιοδικού «Αμφί» από το 1979 μέχρι το 1984.
     Η πρώτη έκδοση του βιβλίου «ΚΑΙΑΔΑΣ» χωρίζεται σε 8 μικρά κεφάλαια:
1. ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑ σ.7-13,
2. ΔΥΟ ΝΕΟΙ ΗΛΙΚΙΑΣ ΕΙΚΟΣΙΕΞΗ  ΕΤΩΝ σ.14-30,
3. Η ΕΠΙΣΚΕΨΗ-ΠΑΓΙΔΑ σ.31-40,
4. ΑΓΡΥΠΝΙΑ σ.41-53,
5. ΑΝΑΚΡΙΣΕΙΣ σ.54-67,
6. Ο ΣΠΑΡΤΙΑΤΙΚΟΣ ΕΠΙΣΗΜΟΣ σ.68- 87,
7. Η ΔΙΑΠΟΜΠΕΥΣΗ σ.88-97,
8. Ο ΕΠΙΛΟΓΟΣ σ.98-103.
Στην σελίδα 103 ολοκληρώνεται το ελληνικό «Χρονικό μιάς πολιορκίας» από τον συγγραφέα ο οποίος ταλαιπωρήθηκε και ο ίδιος από την χούντα για την σεξουαλική του ιδιαιτερότητα (πέρα από την συγκεκριμένη, ανόητη και βλακώδη περίπτωση). Επιπρόσθετα, μετά την εξιστόρηση της καιροσκοπικής κοινωνικά και πολιτικά περιπέτειας δίωξης των 30 νέων άσχετων των περισσότερων ελλήνων από το τότε στρατιωτικό καθεστώς, παραθέτει σαν «ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ» την συνέντευξη που μετέφρασε από τα γαλλικά και δημοσιεύτηκε στο γαλλικό περιοδικό Nouvel Observateur Νο 374, 16 Γενάρη του 1972, ενός εικοσιπεντάχρονου νέου, αργότερα καθηγητή, του Γκύ Χόκενχέμ σελίδες 104-116, με τίτλο: «Ο ΓΑΛΛΙΚΟΣ ΜΑΗΣ ΤΟΥ 1968» και υπότιτλο (Η επανάσταση των ομοφυλοφίλων). Το βιβλίο κυκλοφόρησε το Μάρτιο του 1976 και πρακτορεύονταν από τις εκδόσεις του Αθανασίου Καστανιώτη, Πανεπιστημίου 39 στην Αθήνα.
Ο Λουκάς Θεοδωρακόπουλος, υπήρξε ένα πραγματικά πολιτισμένο, ευγενικό και ελεύθερο άτομο. Κοινωνικά χειραφετημένος και ερωτικά συνειδητοποιημένος χαρακτήρας από τα νιάτα του. Η ένταξή του στο τότε πολιτικό κίνημα του ΕΑΜ βοήθησε στην πολιτική και δημοκρατική του χειραφέτηση, παρά του ότι οι ιδεολογικοί σύντροφοί του δεν αποδέχονταν το ερωτικό «κουσούρι» των αγωνιστών ομοϊδεατών τους. Είχε στέρεα παιδεία και γνώσεις της ευρωπαϊκής και αμερικάνικης ποίησης και λογοτεχνίας. Συγκροτημένο άτομο με ελεύθερο φρόνημα, διέθετε χιούμορ, παρά την στιλιζαρισμένη σοβαρότητά του και μια κάποια του δημόσια επιφυλακτικότητά. Ήταν φιλόξενος και οικείος. Διαβίωνε κάπως σαν ασκητής είτε στο Αγκίστρι στην Αίγινα είτε στο σπίτι του στην Αθήνα. Σε ένα μικρό σχετικά διαμέρισμα, σε αυτό που τον επισκεπτόμουν έπειτα από φιλικές προσκλήσεις του. Εμπνευσμένο για την εποχή του πρόσωπο, κοινωνικά πρωτοπόρο και δραστήριο σε ζητήματα σεξουαλικής απελευθέρωσης και ερωτικής αυτοδιάθεσης στην χώρα μας. Είχε την στόφα ενός πολιτισμένου επαναστάτη- κάπως «φοβισμένου», ενός «φόβου» που προέρχονταν από τα παιδικά του χρόνια που δεν είχαν να κάνουν με την ερωτική του ιδιαιτερότητα μάλλον, παρά με τον αρνητικό ρόλο μέσα στην οικογένειά του, του αυταρχικού πατέρα του. Διεκδικούσε δυναμικά τα των αναγκών του σώματός του ιδιαίτερα δικαιώματα, της φιλικής ομάδας που είχε ιδρυθεί και σχημάτισαν τον πρώτο πυρήνα του κινήματος, αλλά, και των υπολοίπων ομοφυλοφίλων της ελληνικής επικράτειας που ευελπιστούσαν στην αλλαγή των κοινωνικών συνθηκών, των αντιλήψεων των ελλήνων και ελληνίδων. Την ανεξαρτησία τους από τα δεσμά του παραδοσιακού ηθικού μοντέλου της ελληνικής κοινωνίας, την κρατική καταστολή-τότε σημείο αναφοράς ήταν η αντίσταση απέναντι στο νομοσχέδιο Δοξιάδη-την ηθική της εκκλησίας που δέσμευε τις ζωές και επιθυμίες τους. Διέθετε πειθώ αν και είχε ψυχολογικές πινελιές μιας παθητικότητας που ήταν ευδιάκριτη. Ο λόγος του ήταν σοβαρός και με επιχειρήματα, προέρχονταν από τον χώρο της αριστερής κουλτούρας και εργάζονταν επαγγελματικά σαν μεταφραστής. Με σημαντικές μεταφραστικές καταθέσεις στο ενεργητικό του. Κάτι που του έδωσε προβολή και κύρος στον χώρο της λογοτεχνίας.  Ήταν παρά την πείσμονα θέλησή του διαλλακτικός, με συγκαταβατική διάθεση. Τον διέκρινε μια εγγενή τάση για συλλογικότητα, για κοινή δράση με τους νεότερους, συνεργασίας, ομαδικό πνεύμα. Απέφευγε να καπελώνει αλλά και να καπελωθεί από τους συναγωνιστές του. Περισσότερο εξηγούσε, καθοδηγούσε εποικοδομητικά. Γνώριζε που οφείλονταν το κοινωνικό φαινόμενο της ομοφυλοφιλίας και πως το εξηγούσαν οι επιστήμονες, οι βιολόγοι και οι κοινωνιολόγοι, σε όλες του τις ερμηνευτικές παραμέτρους και δυσκολίες. Η μεγάλη του τριβή και εξοικείωση με την γαλλική και αγγλική γλώσσα από τις οποίες μετέφραζε τα ξένα λογοτεχνήματα στάθηκε σημαντικό του εφόδιο. Βλέπε πχ. την μετάφραση του αυτοβιογραφικού έργου «Εξομολογήσεις μιας Μάσκας» του ιάπωνα συγγραφέα Γιούκιο Μισίμα. Το δίτομο έργο του Ζαν Πωλ Σαρτρ, «Ο Άγιος Ζενέ», και δεκάδες ακόμα άλλα έργα, που μαζί με τα διαβάσματα του ξένου τύπου,του παρείχαν τις απαραίτητες εκείνες γνώσεις και πληροφορίες, ώστε να ερμηνεύει, αντιμετωπίζει το φαινόμενο της ομοφυλοφιλίας από διάφορες πλευρές και να μην υποστηρίζει ακραίες θέσεις. Ήταν μπροστάρης και ο πλέον γνωστός-σαν μεγαλύτερος ηλικιακά και καταξιωμένος μεταφραστής και ποιητής- στον αγώνα για νέες κοινωνικές κατακτήσεις της ομάδας των gay, έτοιμος να πληρώσει το τίμημα και το κόστος. Έτσι τον θυμούνται με νοσταλγία όσοι είχαν την τύχη να τον γνωρίσουν από κοντά, να τον συναναστραφούν να κάνουν φιλική παρέα μαζί του. Είτε τον συναντούσες να κατεβαίνει τα σκαλιά του υπογείου της οδού Ζαλόγγου στην Αθήνα, είτε σε καλούσε σπίτι του και τον έβλεπες σκυμμένο πάνω σε δεκάδες χαρτιά, με ανοιγμένες σελίδες βιβλίων και λεξικών να μεταφράζει, είτε συμμετείχε σε πορείες και συγκεντρώσεις του ΑΚΟΕ, σε ομιλίες ή άλλες της περιόδου εκείνης ακτιβιστικές εκδηλώσεις, χαιρόσουν την παρέα και τις συζητήσεις μαζί του. Κατέβαινε συχνά στον Πειραιά, καθώς είχε φίλους πειραιώτες ποιητές και μεταφραστές και βιβλιοπώλες. Ζυμωμένος μέσα στα απελευθερωτικά αντιστασιακά νάματα της εαμικής εθνικής αντίστασης την περίοδο της κατοχής, μετέφερε το βάρος της ευθύνης ενός έλληνα αγωνιστή για ελευθερία και κατοχύρωση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε συλλογικό και ατομικό επίπεδο. Και φυσικά, στην κατοχύρωση από την ελληνική πολιτεία και το σύνταγμα, των δικαιωμάτων των ομοφυλόφιλων και της διαχείρισης της σωματικής τους κατάστασης και ερωτισμού με ελευθερία και ισοτιμία.
     Στο βιβλίο μας εξιστορεί τα προσωπικά και των στενών τότε φίλων του, του Ζήση, του Μάκη και άλλων ατυχή, αρνητικά διαδραματισθέντα γεγονότα την περίοδο της αρχής της δικτατορίας 1968, όταν η τότε στρατιωτική κυβέρνηση προέβει στην λεγόμενη «επιχείρηση αρετή». Θέλοντας να δείξει στην κοινή γνώμη, ότι ήρθε να επιβάλλει την ηθική κάθαρση. Το «χρονικό» όταν πρωτοκυκλοφόρησε προκάλεσε το ενδιαφέρον του αθηναϊκού κοινού και σημαντικοί κριτικοί και συγγραφείς της εποχής σχολίασαν την έκδοση. Μίλησαν ανοιχτά για τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων αντρών και γυναικών,-σε εποχές που δεν γίνονταν δημόσια συζήτηση για τέτοιου είδος ζητήματα-και επεσήμαναν την σοβαρότητα και υπευθυνότητα της ματιάς του συγγραφέα. Την διακριτικότητα και αντικειμενικότητα της γραφής του, το μειλίχιο ύφος του, την καθαρότητα και νηφαλιότητα της σκέψης του. Την διάθεση με την οποία ο αυτόπτης και μετέχον ποιητής, μας εξιστορεί τα γελοία γεγονότα των τότε στρατοκρατών, χωρίς διάθεση ηρωοποίησης εκ μέρος του, ή εντάσσοντας τους κυνηγημένους και σπιλωμένους έλληνες, 30 περίπου άτομα, που είχαν την ατυχία να προσκληθούν και να παραβρεθούν σε μια καθαρά κοσμική εκδήλωση στην Καλογρέζα, στο πάνθεο των μαρτύρων. Στην ονομαστική εορτή του οικοδεσπότη, ημέρα του αγίου Δημητρίου. Ενός κοινού γνωστού, του γνωστού φίλος, όπως συβαίνει συνήθως, που οδήγησε στα τραγελαφικά αυτά αποτελέσματα που μας αφηγείται. Τα άγνωστα μεταξύ τους αυτά άτομα, ετεροφυλίφα και ομοφυλόφιλα, τσουβαλιάστηκαν από τις τότε αστυνομικές δυνάμεις και οδηγήθηκαν στην ασφάλεια, επειδή, κάποιος γείτονας, γνωστός του εορτάζοντος όπως εικάζεται, ειδοποίησε την αστυνομία ότι οι συναθροισθέντες θα προβούν σε σεξουαλικά όργια. Και μάλιστα ακατανόμαστου περιεχομένου και ποικιλίας θα λέγαμε σήμερα. Ά, παπά, ζηλόφθονοι ανέκαθεν αυτοί οι έλληνες. Μην δούνε κάποιον να προκόψει έστω και ερωτικά, κυρίως ερωτικά. Έτσι μπουζουριάστικαν για τα περαιτέρω και οδηγήθηκαν στο αστυνομικό τμήμα. Ήθελαν να μάθουν οι αρχές τι γύρευαν σε αυτόν τον οίκο της ακολασίας, που ανήκε σε έναν ναυτικό πού ήταν πρώην αρχιμανδρίτης. Τους πήραν δαχτυλικά αποτυπώματα, τους ρωτούσαν διάφορα και τους στιγμάτισαν την άλλη μέρα στον λογοκρημένο τύπο. 
Ο Λουκάς Θεοδωρακόπουλος με αφοπλιστική ειλικρίνεια, διεκτραγωδεί τον αστυνομικό αυτόν τραγέλαφο, και μάλιστα, βρίσκεται στην «ευχάριστη» θέση να κάνει μαθήματα περί του τι είναι ομοφυλοφιλία, και ποιοι παράγοντες γενούν το πανάρχαιο αυτό φαινόμενο μέσα στην αστυνομία, σε αστυνόμους στρέιτ οικογενειάρχες που δεν είχαν ιδέα περί τέτοιων ζητημάτων και θεωρούσαν ότι κάποιος είναι ομοφυλόφιλος όταν ακκίζεται στον δημόσιο λόγο του και ντύνεται και κυκλοφορεί με γυναικεία ρούχα δημόσια. Μάλιστα, έκπληξη προκάλεσε στα τότε όργανα της τάξης που τους εξέταζαν και τους ανέκριναν, ότι ορισμένοι άντρες φορούσαν σλίπ αντί σώβρακο, (φαίνεται δεν ήταν διάσημη ακόμα η μάρκα «Μινέρβα») όπως λέει χαρακτηριστικά ένας στυλοβάτης της ηθικής ασφάλειας της πατρίδας ότι, πώς μπορεί οι άντρες να φορούν κυλότες. Το πρόβλημα-μπέρδεμα δημιουργήθηκε γιατί ενώ τους παρακολουθούσαν και είχαν πάει οι αστυνόμοι στο καταγγελθέν της ακολασίας σπίτι, της Εγνατίας-κατά τους γείτονες καλοθελητάδες-στο πάρτι που θα διοργάνωνε ο οικοδεσπότης, περίμεναν να κάνουν τσακωτούς τους προσκεκλημένους στο να επιδίδονται σε ερωτικά όργια. Σε ρωμαϊκά όργια, σαν ένα είδος ερωτικής αντίστασης και εκτόνωσης απέναντι στην χούντα! Σικ. Αντ’ αυτού, συνάντησαν και ανέμεναν προσκεκλημένους-που έρχονταν κατά χρονικά διαστήματα-άτομα κανονικά, με κουστούμια, γραβάτες, καλοντυμένους κυρίους. Πού ήσαν φοιτητές της φιλολογίας, της νομικής επιστήμης, ιδιωτικοί υπάλληλοι, άτομα καθημερινά της διπλανής πόρτας. Βρήκαν μέσα στο σπίτι και έναν λοχαγό (που λόγω της στρατιωτικής του ιδιότητας την σκαπούλαρε και έφυγε. Πάντα και παντού αυτό το ελληνικό μέσο. Βύσμα να διαθέτεις και ακόμα και όργια επιτρέπονται. Και σε περίοδο χούντας), την ορντίναντσα του άραγε, «Ωραίου Λοχαγού», την κράτησαν, και τα υπόλοιπα άτομα που εντελώς "ξεκάρφωτα" βρέθηκαν στο σπίτι του εορτάζοντος. Όμως, οι πανέξυπνοι ραταπλάν τότε αστυνομικοί, τα επονομαζόμενα μετά συγχωρήσεως και μπουζούκια της χούντας, περίμεναν να δουν τους προσκεκλημένους με «κιμονό» , κλαρωτές ρόμπες, γυαλισμένα δερμάτινα παρντεσού, φτερά αλά Ζοζεφίνα Μπέηκερ, κόμμωση δύο πατωμάτων, αντρικά ντεπιεδάκια και λαμέ γοβάκια, αξεσουάρ που πίστευαν ότι φορούν τα αντρικά απολωλότα. Πασουμάκια με πέρλες, και άντε και καμιά πολύχρωμη ομπρελίτσα για τις αχτίδες της καλοκαιρινής Σελήνης, καθώς τα ημίγυμνα σώματά τους θα ιδρώνουν από πατριωτική κάψα και εθνικό ενθουσιασμό και χουντική αγαλλίαση. Και αυτοί οι αθεόφοβοι, παράξενοι τοιούτοι, προσήλθαν με σκουρόχρωμα κοστούμια, γραβάτες, μπουκάλια κονιάκ σαν δώρο, γλυκά (προσοχή όχι τουλουμπίτσες, μην παρεξηγηθούμε κιόλας), σοβαροί, μετρημένοι, χαμογελαστοί και κεφάτοι, προσεχτικοί. Και εδώ αρχίζει το μπέρδεμα από τα όργανα της τότε αστυνομίας. Ποιος είναι Ποια! Ποιος είναι ο σφυριχτράκιας και τι κάνει! Και γιατί δεν φαίνονται ότι είναι αδελφές, να τελειώνει η υπόθεση. Να το παραδεχτούν να ξεκαθαριστεί το τοπίο του αποπάνω και του αποκάτω ορόφου. Μήπως είναι πλεκτάνη για να μπερδέψουν την αστυνομία; να ρίξουν στάχτη στα μάτια των αθώων και ανυποψίαστων μυστακοφόρων οργάνων της τάξης και της ηθικής; Των αφελών αντρών με την στολή και το πουλί στο μέτωπο; Και γιατί δεν προβαίνουν σε ερωτικά και άλλα ακατανόμαστα σεξουαλικά όργια, όπως μας κάρφωσε το χριστεπώνυμο πλήρωμα. Γείτονες, που κοιμούνται από τις εννιά και ξυπνούν με το λάλημα του πετεινού για να πάνε στον οίκο του κυρίου; Δηλαδή, η εξιστόρηση αυτή, δεν μπορείς να υποψιαστείς ότι δεν είναι παρά μια έμμεση και υποχθόνια υποστήριξη ενός κουλτουριάρη ομοφυλόφιλου υπέρ των αστυνομικών και άυπνων οργάνων της τότε χουντικής τάξης μεσάνυχτα σαββατόβραδο. Περισσότερο λυπάσαι τους ταλαίπωρους αστυνόμους που την πάτησαν, και πήγαν στο σπίτι νομίζοντας ότι θα πιάσουν λαυράκια να οργιάζουν και ίσως πάρουν και προαγωγή από τον υπουργό «τα καθαρά χέρια», παρά τους αγχωμένους και σίγουρα φοβισμένους προσκεκλημένους ομοφυλόφιλους και ετεροφυλόφιλους που βρέθηκαν εκεί. Και ήσαν και πάρα πολλοί και δεν είχαν που να τους βάλουν μέσα στο τμήμα. Άλλοι όρθιοι, άλλοι καθιστοί, άλλοι νυσταγμένοι, άλλοι χαριεντιζόμενοι, άλλοι κοιμόντουσαν. Ενώ, τα καημένα τα όργανα, νυσταγμένα και βαριεστημένα, χωρίς να γνωρίζουν στο πως παίρνουν ακόμα και αποτυπώματα, ήταν να τους τρώνε οι ρέγκες. Άσε που απευθύνονταν και στις παραλίγο «κυρίες» στον πληθυντικό. Και σκέφτεσαι ότι σε περίοδο Δημοκρατίας, το μόνο ωφέλιμο και πρακτικό που είχε να κάνει κανείς για την διάσωση του κύρους της στολής, είναι να ζητήσει να διοργανώσουν ένα οργιαστικό παρτάκι μέσα στις αίθουσες με την συμμετοχή και των οργάνων της τάξης. Μπας και ξελαργάρει λιγάκι η λίμπιντο της εθνικοφροσύνη τους, κάνουν και τα κονέ των επόμενων ημερών, και ζητήσουν και υπερωρίες από την υπηρεσία, για κόπωση εντός καθήκοντος. Θεωρώ, παρά την χαλαρότητα της αφήγησης και την στοχαστική και αυτοαναφορική περιγραφή των γεγονότων από τον συγγραφέα, στην ουσία ψυχογραφεί την φιλική του παρέα, τον εαυτό του, και τον στενό του περίγυρο που ψάχνονταν σεξουαλικά, και εκθέτει κάπως «διανοουμενίστικα» τα προβλήματα της ομοφυλοφιλίας. Δηλαδή, δεν προσπαθείς να εξηγήσεις που οφείλεται η ομοφυλοφιλία μεσούσης νυκτός, στο αστυνομικό τμήμα και σε περίοδο δικτατορίας, σε άτομα άσχετα και αδιάφορα. Το Χρονικό αυτό θα μπορούσε άνετα, να γίνει μια σπαρταριστή και ξεκαρδιστική  ταινία. Έχει όλες τις προϋποθέσεις έστω και αν έχουν περάσει τόσες δεκαετίες από τότε που συνέβησαν αυτά τα ευτράπελα γεγονότα, για να μετατραπεί από έναν καλό και με σπιρτόζικο πνεύμα σκηνοθέτη, σε μια κωμωδία σύγχρονων κινηματογραφικών προδιαγραφών. Αυτό το πάντα επίκαιρο παιχνίδι των παρεξηγήσεων, που είτε δημιουργεί περιπέτειες του στιλ το «κλουβί με τις τρελές», είτε σε θεατρικά σκίτσα του στιλ «η χοντρή μας φίλη». Δεν είναι ανάγκη να διερευνάς ένα κοινωνικό ζήτημα από την πλευρά του ψυχοπλακώματος πάντα. Οι διαθλάσεις των προσώπων και των βίτσιων στον καθρέφτη της τέχνης έχουν ενδιαφέρον και όχι το καθαρό είδωλο.
Η γραφή είναι κάπως χαλαρή όπως και το ύφος του συγγραφέα με πολλές παρενθετικές παρεμβάσεις που δηλώνουν τις μύχιες σκέψεις του ή εκφράζουν τις χαρακτηρολογικές του κρίσεις για στενά του φιλικά πρόσωπα. Γυροφέρνει συνεχώς γύρω από γνώριμές του καταστάσεις και ανθρώπινες φιλικές του φιγούρες που αναζητούν την σεξουαλική τους ταυτότητα, ονειρεύονται αιώνιες καθαρότητες ερωτικής παρηγοριάς και ζούνε μέσα σε ένα οικογενειακό περιβάλλον που το ενδιαφέρει να κρατήσει τα κοινωνικά προσχήματα και να φυλάξει στην σκιά τις επιλογές του κανακάρη τους. Που αγωνίζεται και ο ίδιος να επιβεβαιώσει μέσα από εκδηλώσεις επίπλαστης ελευθερίας και σωματικής των ρόλων αυτοδιαχείρισης. Ευτυχώς, και εδώ είναι η σοφή μαεστρία του Λουκά Θεοδωρακόπουλου, δεν εντάσσει στο κάδρο των κοινωνικά κατατρεγμένων τα 30 αυτά άτομα. Δεν τα κάνει αντιστασιακά σύμβολα ενάντια στην δικτατορία. Πολλά από τα οποία παραμένουν σε εμάς άγνωστα, ή δεν εμφανίζονται καθόλου στο προσκήνιο, παρά μόνο σαν συνολικός αριθμός συλληφθέντων. Πάντως, εκόντες άκοντες έζησαν μια εμπειρία, ένα φακέλωμα, μια προσαγωγή στην ασφάλεια, στο όνομα μιας γελοίας επιχείρησης αρετής ενός καραβανά που είχε καταλύσει με την βία την ελληνική δημοκρατία και είχε στερήσει τα δημοκρατικά και αστικά δικαιώματα ενός ολόκληρου λαού για επτά χρόνια. Ο γύψος της επαράτου, χρειάζονταν για το θεαθήναι της δημόσιας προπαγάνδας του, άσπιλο ερωτικό προσανατολισμό και ηθική χριστιανική καθαρότητα, δίχως ροζ λεκέδες αντίστασης και ηδονής στα αντρικά τους αμπέχονα. Παρενθετικά, να αναφέρω, ότι πάνε χρόνια τώρα, σε περίοδο Δημοκρατίας, που δύο νέοι κουλτουριάρηδες φιλιόντουσαν στον βράχο της Πνύκας, θέλοντας να εκφράσουν τα συναισθήματά τους, χαμουρευόμενοι το σούρουπο. Δυστυχώς, τους τσάκωσε όργανο της τάξης και τους ρώτησε από πού είναι. Ό ένας είπε από το Ψυχικό ο άλλος είπε από τον Πειραιά. Το όργανο αφού είδε τις ταυτότητες θέλησε να πάει τους δύο ξαναμμένους νέους στο τμήμα. Φυσικά οι δύο νέοι θορυβήθηκαν και φοβήθηκαν. Άρχισαν να παρακαλούν τον καλοκάγαθο αστυνόμο να τους αφήσει. Ο αστυνόμος όμως, όταν ρώτησε κι έμαθε που μένει ο ένας ερωτευμένος νεανίας, δηλαδή ότι το σπίτι του ήταν στο Ψυχικό, ενώ ο άλλος κατοικούσε στο πρώτο λιμάνι, θεώρησε πρέπον να αρχίσει ένα μάθημα πατρικής διδασκαλίας στους νέους. Καυτηριάζοντας τον νέο από το Ψυχικό, πως κατεβαίνει στον Πειραιά και διαφθείρει τα λαϊκά παιδιά του. (που να φανταστεί ο άνθρωπος ότι συμβαίνει το αντίθετο). Ότι τα κακομαθημένα πλουσιόπαιδα των βορείων προαστίων, παρασέρνουν τα αθώα και άβγαλτα, απονήρευτα, φτωχά πλην ωραία παιδιά (πήρα και το κομπλιμάν μου), του πρώτου λιμανιού. Αποκαλώντας μάλιστα μετ’ επιτάσεως τον όμορφο επίσης νέο από το Ψυχικό, «Εσύ η θηλύκια τσούπρα που παρασέρνεις τους άλλους επειδή έχεις χρήματα». Φυσικά δεν χρειάζεται να γράψω ότι κοιταζόμασταν μεταξύ μας, και προσπαθούσαμε να κρύψουμε τα γέλια μας, σε σημείο να μας πιάσει η κοιλιά μας. Είχαμε σκάσει στα γέλια, από μέσα μας, αλλά κρυβόμασταν μην τυχόν μας πάει στο τμήμα και μας βγει ξινό. Τέλος, επειδή ο καλοκάγαθος αστυνόμος είχε κάποια σχέση με τον Πειραιά, και μπορεί να με συναντούσε κάποια μέρα στην πόλη και να του παραπονιόμουν, όπως μου είπε, μας άφησε. Και όπως θα περιμένετε να σας πω, αφού επιτέλους σκάσαμε φανερά στα γέλια, ιδιαίτερα όταν μας προσδιόρισε σε ερωτικούς ρόλους ανάλογα με την γενέθλια πόλης μας, προβήκαμε σε ότι κάνουν όλα τα ερωτευμένα σώματα. Και εγώ, άρχισα να αμφιβάλω για την δημόσια εικόνα της θηλυκότητάς μου.
     Μεταφέρω τα κείμενα δύο γνωστών και καταξιωμένων ελλήνων δημιουργών. Το άρθρο της πεζογράφου Τατιάνας Γκρίτση Μιλλιέξ στην παλαιά εφημερίδα «Ελευθεροτυπία» και την κριτική του Αλέξη Ζήρα στο παλαιό λογοτεχνικό περιοδικό «Τομές» που εξέδιδε ο ποιητής Δημήτρης Δούκαρης, και την με τα αρχικά μόνο του ονόματος μονόστηλη κριτική που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Η Καθημερινή». Έτσι όπως φυλάχθηκαν τα αποκόμματα στις σελίδες του βιβλίου. Στο ίδιο τεύχος ο Λουκάς Θεοδωρακόπουλος δημοσιεύει και τα λυρικά πεζά «ΑΠΟΡΙΕΣ ΚΑΙ ΣΤΙΓΜΑΤΑ», «ΑΠΟΔΡΑΣΕΙΣ ΕΝ ΟΝΕΙΡΩ» και «ΠΟΔΟΒΟΛΗΤΑ ΕΝ ΕΣΠΕΡΙΑ». Ο κριτικός Αλέξης Ζήρας υπογράφει και το λήμμα σ. 845 για τον ποιητή και μεταφραστή, στο Λεξικό Νεοελληνικής Λογοτεχνίας των εκδόσεων Πατάκη 2007.
Για την ποιητική πορεία του ποιητή Λουκά Θεοδωρακόπουλου μεταξύ άλλων κρίσεων, υπάρχουν οι κριτικές του ποιητή Τάσου Λειβαδίτη στην εφημερίδα «Η Αυγή» 6/5/ 1954 και 15/1/ 1966, βλέπε τώρα «Έλληνες ποιητές» , εκδ. Καστανιώτη 2005. Η κριτική του ποιητή Νικηφόρου Βρεττάκου στο περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης» τχ. 63-64/6,7, 1960, η κριτική του ποιητή Κρίτωνα Αθανασούλη στην «Εφημερίδα των Ποιητών» τέλη του 1957, του ψηλού της ποίησης, δηλαδή του Θεσσαλονικιού Μανώλη Αναγνωστάκη στο περιοδικό που εξέδιδε «Κρητική» τχ. 11-12/ 9,12, 1960. Και του ιστορικού Αλέξανδρου Αργυρίου, παρουσίαση και ανθολόγιο στην σειρά «Ελληνική Ποίηση-Ανθολογία-Γραμματολογία» των εκδόσεων Σοκόλη 1990. Σε αυτές τις κριτικές επισημάνσεις, προσμετράμε και την αρνητικών διαθέσεων κριτική παρουσίαση της ποίησης του Θεοδωρακόπουλου, από τον ποιητή της Θεσσαλονίκης Ντίνο Χριστιανόπουλο στο περιοδικό που εξέδιδε, την τετραμηνιαία «Διαγώνιο» τχ. 2/5, 8, 1972, σ. 136-137, στο κείμενο «Η ποίηση του Λουκά Θεοδωρακόπουλου». Που όπως και ο Μανώλης Αναγνωστάκης, στέκονται στην ποιητική του συλλογή «Πηγάδια και πηγές» 1960. Στο περιοδικό δημοσιεύονται και ποιήματα του ακτιβιστή ποιητή. Όμως στον ποιητικό κόσμο του Λουκά Θεοδωρακόπουλου θα επανέλθουμε.   
 Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς, 18/2/2020

Καρλιαντοκουσκουσέματα
ΥΓ. Μυστήριο ξένον μεταμνημονιακά μου ελληνόπουλα και ελληνοπούλες, της δεύτερης φοράς μητσοτακικής δεξιάς, με τι κουλικά άραγε φροντίζει το προσωπάκι του αυτός ο καλλίφωνος και ευειδής αιγυπτιώτης, παλαιός τραγουδιστής ΔΑΚΗΣ, αειθαλής -όπως ο κυρ Γιώργος Παπ. ο δημοσιογράφος που αδυνάτισε δεόντως,- και διατηρείται κομψός, ντελικάτος, πρόσωπο τζάμι και φωνή ακόμα καμπάνα; Μόνο ο επίσης εξαίρετος πάντα καλοντυμένος και σικάτος τραγουδιστής Φίλιππος Νικολάου μπορεί να σταθεί σε κομψότητα και γοητεία δίπλα του. Άντε και η Κλειώ Δενάρδου που εμφανίστηκε προσφάτως στην ΕΡΤ 1 με κοντυλογραμμένο φρύδι που θα έλεγε και ο ποιητής. Να, αυτά τα αντρικά και θηλυκά της τέχνης του τραγουδιού παλαιά φιγουρίνια βλέπει η κυρία Γιάννα μας, που φοβάται να γυρίσει την κεφαλήν της, να μιλήσει δυνατά μη και ραγίσει η κρούστα των αλοιφών, φωναχτά να εκφράσει τους εθνικούς της πόθους, να χαμογελάσει όταν της προσφέρουν βραβεία για την συλλογή της, να ανοίξει το στοματάκι της μην και σπάσει η αστραφτερή ζελατίνα του προσώπου της. Ξεβάψει η πατριωτική γυαλάδα αγάπες μου, ξεβάφει. Και κατέφυγε στην πρώτη πρωτεύουσα του ελληνικού κρατιδίου να κηρύξει τον ανένδοτο δικό της αγώνα για τον εορτασμό των 200 χρόνων της εθνικής μας παλιγγενεσίας. Άδεται, ότι κατά την περιοδεία της ανά την ελληνική επικράτεια-που ούτως ή άλλως ανήκει στην ημετέρα πλουσία πεφωτισμένη- για να ακούσει αμισθί τις προτάσεις των υπηκόων της, δεν φορούσε κοθόρνους. (Ζω ένα δεύτερο δράμα. Γραφέν αγγλιστί). Κύριοι αρμόδιοι, καθιερώστε και δι’ ημάς το άβαφτο πόπολο, το ελεύθερο του λίφτινγκ του προσώπου από τις υπηρεσίες σας. Σπονσάρει και ο πειραιώτης κύριος Λάκης Γαβαλάς με το εξτρίμ ντύσιμο και τα καπέλα του μέλλοντος που φορεί, και δεν λέει ακόμα να συνταξιοδοτηθεί. Τώρα που επαναλειτούργησε και το μεγάλο κανάλι της πολιτικής γοητείας μας και μπορούμε υπερηφάνως να βγάλουμε από την ναφθαλίνη τις φουστανέλες και άφοβα τα μπαρουτοκαπνισμένα καριοφίλια της εθνικής μας δόξας.  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου