Κυριακή, 17 Ιουλίου 2016

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΜΑΡΩΝΙΤΗΣ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ν. ΜΑΡΩΝΙΤΗΣ
Θεσσαλονίκη 22 Απριλίου 1929-Αθήνα 12 Ιουλίου 2016
     Μέσα σ’ έναν καταιγισμό διεθνών ειδήσεων-τρομοκρατικές ενέργειες στο ευρωπαϊκό και αμερικανικό έδαφος, απόπειρα στρατιωτικού πραξικοπήματος στην γείτονα χώρα, εκλογικές αναμετρήσεις σε ευρωπαϊκά και μη κράτη, σύναξη ορθόδοξων θρησκευτικών ηγετών, οικονομικές παγκόσμιες αναταράξεις, εγχώρια κυβερνητικά δυσβάσταχτα φορολογικά μέτρα κατά των χαμηλόμισθων και των συνταξιούχων, εγκληματικές ενέργειες από ντόπιους και ξένους κατοίκους αυτής της χώρας, και άλλες ειδήσεις που σου μαυρίζουν την καρδιά και σε κάνουν να νιώθεις ένα βάρος στο στομάχι και μια ανασφάλεια για την καθημερινή βασανισμένη ζωή σου, η σκέψη μου, πετάριζε στα γεγονότα της Κύπρου του Ιουλίου του 1974, στις καταστροφικές στρατιωτικές και πολιτικές ενέργειες της άφρονης στρατιωτικής ελληνικής δικτατορίας και στην μετέπειτα τουρκική εισβολή και την κατοχή ενός μεγάλου μέρους του Κυπριακού εδάφους. Μέσα σε αυτό τον κουρνιαχτό των εγχώριων και διεθνών ειδήσεων και γεγονότων, δεν έμαθα την κοίμηση ενός πανεπιστημιακού δασκάλου. Του Δημήτρη Ν. Μαρωνίτη(Θεσσαλονίκη 22 Απριλίου 1922-Αθήνα 12 Ιουλίου 1929).
     Ένας ένας αποδημούν οι δάσκαλοι του έθνους των ελλήνων, η κλεψύδρα του βιολογικού τους χρόνου στερεύει τους κόκκους της άμμου της ζωής τους. Φεύγουν, για το αιώνιο σκοτεινό ταξίδι, διαβαίνουν τις πύλες του Άδη χωρίς επιστροφή, πηγαίνουν να συγκατοικήσουν με τις άλλες σκιές των προγόνων, να κουβεντιάσουν με πρόσωπα αγαπημένα για την νέα κατάσταση της πολιτικής και ποιητικής ηθικής του κάτω κόσμου, να στήσουν τις ανεμόσκαλές τους στις νέες τους πολιτιστικές καταβασίες, να δωρίσουν στους κατοίκους των σκιών τα κειμενοφιλικά τους κείμενα, να δώσουν διαλέξεις στα ηρωικά ομηρικά καύκαλα, να μεταφράσουν ξανά τα ελληνικά έπη που τους αφιέρωσαν τον μεγαλύτερο μέρος του χρόνου τους στον επάνω κόσμο, ταξιδεύουν οι ψυχές τους σε τόπους χλοερούς και άνυδρους, που θα ποτιστούν και πάλι με το νέο αίμα της δικής τους παρουσίας, δάσκαλοι του γένους των ελλήνων που αφήνουν πίσω τους, τα σημαντικά και βαθειά πολιτιστικά τους ίχνη. Τις πολιτιστικές τους καταθέσεις, τα γραπτά τους, τις ομιλίες τους, τις διαλέξεις τους, τις διδαχές τους, τα βιβλία τους, τα μελετήματά τους, τις δημοσιεύσεις τους, την φωτεινή εικόνα του προσώπου τους.
     Είχα την τύχη να ακούσω αρκετές φορές τον καθηγητή Δημήτριο Ν. Μαρωνίτη, παλαιότερα, σε αρκετές διαλέξεις του, είτε μιλούσε για τον παππού μας τον Όμηρο, είτε αναφέρονταν σε θέματα  γλώσσας, είτε ανέλυε το έργο ελλήνων ποιητών, είτε παρουσίαζε βιβλία νέων ελλήνων συγγραφέων, ήταν μαγεία να τον ακούς να μιλάει, να αναλύει, να συσχετίζει, να παραλληλίζει, να εμπλουτίζει τα διάφορα λογοτεχνικά έργα με την ιστορία των νεότερων χρόνων της ελλάδας, να αναφέρεται σε πολιτικές και κοινωνικές καταστάσεις και δραματικά γεγονότα των μετά την κατοχή και τον εμφύλιο πόλεμο χρόνων των ελλήνων. Ήταν μαγευτικός όταν συνομιλούσες μαζί του, σε άκουγε και πρόσεχε τα λεγόμενά σου και τις απορίες που του εξέθετες, με καθαρό λόγο, εννοιολογική σαφήνεια, διακριτικό χιούμορ, συγκροτημένη σκέψη, ξεκάθαρες απόψεις, πείσμων υποστηρικτής των θέσεών του, σε δίδασκε με έναν τρόπο που δεν το έπαιρνες χαμπάρι την στιγμή των συνομιλιών σας, αλλά αργότερα, όταν έμενες μόνος σου και σκεφτόσουν την συνάντησή σας, το τι τον ρώταγες, και τι σου απάνταγε. Δεινός χειριστής του ελληνικού λόγου, με αυτήν την κάπως βραχνή φωνή, και ακόμα, ισότιμος δεινός χειριστής του γραπτού, σε μυούσε στις σκέψεις και τους προβληματισμούς του, χωρίς να σε καπελώνει, χωρίς να σε κάνει να νιώθεις μειονεκτικά απέναντί του, να νιώθεις άβολα που έχεις απέναντί σου έναν δάσκαλο με όλη την μαγευτική και χαροποιό βαρύτητα που κουβαλά αυτή η πανάρχαια ελληνική λέξη. Ο καθηγητής Δημήτριος Ν. Μαρωνίτης, είναι ένα άτομο, που δεν κόμπαζε για τις αντιστασιακές του περγαμηνές, για την φυλάκισή του στα δύσκολα πολιτικά χρόνια, δεν διαλαλούσε τους πολιτικούς του αγώνες, δεν ζητούσε ανταλλάγματα για το δημοκρατικό του φρόνημα, μέσα από τις επιφυλλίδες του-κυρίως στην εφημερίδα «Το Βήμα»-, περνούσε η σύγχρονη δημοκρατική ιστορική σκέψη της συγγραφικής πορείας των ελλήνων ποιητών και λογοτεχνών. Μεγάλη  του αγάπη, ο Όμηρος και τα δυό του Έπη, αλλά δεν παρέλειψε, να στήσει και τις  κριτικές του ξόβεργες και για τους νεότερους έλληνες δημιουργούς. Μανόλης Αναγνωστάκης, Μαρία Λαϊνά, Τίτος Πατρίκιος, Γιώργος Σεφέρης, Γιάννης Ρίτσος,  Δημήτρης Δημητριάδης, Διονύσιος Σολωμός, Τάκης Σινόπουλος, Γιώργος Ιωάννου, και μια σειρά άλλων σημαντικών παλαιότερων και νεότερων δημιουργών και συγγραφέων, βρήκαν την ανάλογη θέση μέσα στο δίχτυ των σελίδων των μελετημάτων του. Με κριτήριο αυστηρό αλλά δίκαιο, προσέγγιζε με σεβασμό και αγάπη τα κείμενα που του προκαλούσαν το ενδιαφέρον. Μεθοδικός και συστηματικός μας δίδαξε έναν τρόπο να αναλύουμε τα κείμενα που μελετούμε, επαναδιαπραγματεύθηκε τους γλωσσικούς κώδικες των παλαιότερων γενεών με τις καινούργιες του μεταφράσεις πάνω σε κείμενα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας. Οι Πρόλογοι στις εκδόσεις των δεκάδων βιβλίων που εξέδωσε, μας δείχνουν την αγωνία, τους διάφορους ενδοιασμούς, τους φόβους και την αμηχανία ορισμένες φορές που αντιμετώπιζε καθώς αποφάσιζε να ασχοληθεί με το έργο του άλφα ή του βήτα γνωστού και καταξιωμένου δημιουργού. Οι Πρόλογοί του, μας φανερώνουν το συγγραφικό του πρόσωπο, παράλληλα με τα εκατοντάδες  κείμενά του. Μια βαθειά συγκίνηση διαπερνά τον λόγο του, αν σκύψεις και δεις πέρα από την αυστηρότητα και καθαρότητα της σκέψης του, και τις όποιες ενδεχόμενες υφολογικές του «ιδιορρυθμίες». Λόγος φιλικός, μερικές φορές-με την καλή έννοια-πατρικός, που διατηρεί τις αμφιβολίες και τις υποψίες του καθώς σκύβει με προσοχή και διάκριση πάνω στα κείμενα που εξετάζει. Ο κριτικός λόγος και ο βιβλιοκριτικός συνακόλουθός του, δεν έχει την κουραστική αυτοαναφορικότητα που διακρίνει τον λόγο πολλών κριτικών, δεν χαριεντίζεται ούτε και χαρίζεται σε προβλήματα που θεωρεί ότι οφείλει να λύσει. Ο συγγραφικός λόγος του καθηγητή Δημητρίου Ν. Μαρωνίτη, δεν διακρίνεται για την εμφανή ή υπόγεια ναρκισσιστική του διάθεση, πατά πάνω σε στέρεες επιστημονικές ράγες και διαθέτει πίσω του έναν δάσκαλο-κριτικό με βαθειά γνώση της αρχαίας και της σύγχρονης ελληνικής παιδείας. Το αναφέρω αυτό για να σημειώσω ότι μάλλον, ο κριτικός λόγος του καθηγητή Μαρωνίτη, έχει μια έντονη ελληνική αναφορικότητα, γιαυτό και αποφεύγει μάλλον, τις ξενόφερτες «ειδωλολατρικές» μεταμοντέρνες αναλύσεις και πλησιάσματα των κειμένων, χωρίς να σημαίνει ότι αγνοεί εντελώς τα σύγχρονα ρεύματα κριτικής στην λογοτεχνία  στον ευρωπαϊκό χώρο. Οι αναλύσεις του και οι κριτικές του μας μιλούν για την ισχύουσα θέση που οφείλουν να έχουν οι συγγραφείς και οι ποιητές που εξετάζει στην σύγχρονή μας γραμματολογική ελληνική ιστορία, συνήθως τα κείμενα του, δεν συνοδεύονται από διερμηνευτικές σημειώσεις ή βιβλιογραφικές υποστηρίξεις, αυτό όμως, δεν αναιρεί ούτε την οντολογική βαρύτητα που έχουν τα λεγόμενά του, ούτε τον ουσιαστικό χαρακτήρα των αναλύσεών του. Ο καθηγητής Μαρωνίτης, με το συγγραφικό του ταλέντο και το κριτικό του τάλαντο, κατόρθωσε κατά την γνώμη μου-και ελπίζω να μην λαθεύω-να συμφιλιώσει τον προφορικό με τον γραπτό λόγο τόσο άψογα, που τα  δημοσιευμένα κείμενά του, είτε είναι παλαιότερες διαλέξεις του είτε είναι καινούργια του κριτικά πλησιάσματα, αποπνέουν την ίδια ατμόσφαιρα. Είναι κείμενα προφορικού πλησιάσματος σαν τις αυθεντικές και ντόμπρες συνομιλίες φίλων που μιλούν και σχολιάζουν τα δημιουργήματά τους. Ζωή και Τέχνη σε έναν ενιαίο λόγο συνομιλίας. Φιλικά πλησιάσματα, με σεβασμό, επιστημονικό ήθος, κριτική ηθική, ελεύθερο σχολιασμό, γλωσσική επάρκεια, νηφαλιότητα ύφους, καθαρή σκέψη, οικοδόμηση μιας μεθοδολογικής κριτικής αναφοράς, κουβαλώντας στους ώριμους ώμους του ο δάσκαλος Δημήτριος Ν. Μαρωνίτης, μια φαρέτρα γεμάτη πανάρχαια σημαίνοντα και σημαινόμενα της ελληνικής λογοτεχνικής παράδοσης.
     Ας μου επιτραπεί να κλείσω τον ελάχιστο αυτό φόρο τιμής κείμενο, που σήμερα από την εφημερίδα «Το Βήμα», πληροφορήθηκα την εκδημία του, με δύο μικρά αποσπάσματα από προλόγους των βιβλίων του, χωρίς εισαγωγικά:
Το ζητούμενο είναι να μάθουμε να μιλούμε με τον εαυτό μας και τους άλλους, δίχως εκείνο το ασήκωτο αίσθημα αηδίας και ματαιότητας που μας αφήνουν τα κούφια λόγια με τα οποία αδειάζει ο καθημερινός μας βίος, προτού τελειώσει…. Στο μεταξύ τα χρόνια περνούν και μας κρίνουν ήδη από μόνα τους, καθώς προσπαθούμε να τα προλάβουμε, τρέχοντας πίσω τους λαχανιασμένοι, στο όριο της τελικής εξάντλησης. Παρά ταύτα επιμένουμε να  ζούμε, να  μιλούμε και να γράφουμε.
Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς, σήμερα Κυριακή 17 Ιουλίου 2016