Τετάρτη 8 Ιουλίου 2020

Η Ποίηση είναι αυτοσκοπός του Λευτέρη Πούλιου


ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΟΥΛΙΟΣ
Η ποίηση είναι αυτοσκοπός
Περιοδικό Το Τέταρτο τχ. 15/7, 1986, σ. 75.
Με τον ποιητή μίλησαν ο Κώστας Κωτούλας και ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου.
     Η ποίηση με ταλαιπώρησε πολύ γιατί ότι  έγραφα  το έζησα έντονα. Πρίν αναγκαστώ τελείως να τα εγκαταλείψω τελείως, μετείχα σε διάφορες εκδηλώσεις: απαγγελίες, ομαδικές εκδόσεις’ εμφανίστηκα στην τηλεόραση, έδωσα μιά συνέντευξη στα «Νέα». Από τη γενιά μου καλές προσπάθειες κάνουν ο Κοντός, ο Στεριάδης, η Νανά Ησαϊα, η Αγγελάκη, ο Δενέγρης, ο Ποταμίτης. Όμως, απ’ όλα αυτά δεν θα μείνει τίποτε. Ο Σινόπουλος, ο Σαχτούρης, ο Αναγνωστάκης άφησαν κάτι’ από τους επόμενους θα χαθούν όλα. Δεν βρέθηκε κάποιος βασικός εκφραστής της γενιάς αυτής. Δεν υπάρχει νέα ποίηση κάτω από τα σαράντα πέντε. Ο πιο μοντέρνος ποιητής εξακολουθεί να παραμένει ο Γκίνσμπεργκ. Άλλωστε, ένα καλό ποιητικό βιβλίο μένει για πάντα. Τα ξένα συγκροτήματα, για παράδειγμα, σήμερα μελοποιούν Μαγιακόφσκι.
    Ο διαχωρισμός μου από τους υπόλοιπους οφείλεται σε τρείς κυρίως κριτικούς. Τον Σαββίδη, τον Μαρωνίτη και τον Σινόπουλο. Σήμερα, διαβάζω Καβάφη και κάπου-κάπου τον Σεφέρη. Δεν μου αρέσει ο Ελύτης ούτε ο Ρίτσος. Από τους ξένους προτιμώ τον Φρανσουά Βιγιόν. Γλώσσες δεν ξέρω. Για να διαβάσει κανείς στο  πρωτότυπο παγκόσμια ποίηση χρειάζεται να ξέρει πολλές γλώσσες. Η μετάφραση είναι ένα μέσον’ βοηθάει: φέρνει πιό κοντά. Ο Πάουντ, ο Νερούντα και ο Γκίνσμπεργκ μου άνοιξαν το δρόμο. Αν δεν τους διάβαζα, μπορεί να μην έγραφα.
     Από τότε που άρχισα να γράφω, ξεκίνησε και η σχιζοφρένεια. Είναι δύο πράγματα που σχετίζονται μεταξύ τους. Την εποχή εκείνη δεν το καταλάβαινα και, πολύ περισσότερο, δεν το περίμενα. Έχω κάνει όρκο να μην ξαναπιάσω μολύβι στα χέρια μου. Όταν γράφω, μπαίνω σε ένα χώρο υπερβατικό: βλέπω οράματα, ακούω φωνές, βλέπω τον κόσμο μετασχηματισμένο’ μυστήρια περίεργα συμβαίνουν.
     Μέχρι και τον περασμένο Οκτώβριο είχα γράψει γύρω στα δέκα νέα ποιήματα. Ήταν η εποχή πού, ταυτοχρόνως, είχα σταματήσει να παίρνω τα χάπια. Έπαθα υποτροπή. Έβλεπα παντού στίχους γραμμένους με το γραφικό μου χαρακτήρα. Αργότερα, είδα και ξαναείδα εκείνα τα ποιήματα κι αποφάσισα να τα πετάξω.
     Ό,τι ήταν να πω έχει ήδη γραφτεί’ από εδώ και στο εξής θα ήταν σαν ένα παιχνίδι με τον εαυτό μου. Όσα ήθελα να πω τα είπα. Και τα είπα με λύσσα και μανία.
     Στην τελευταία συγκεντρωτική έκδοση έχω απολείψει πολλά ποιήματα που δεν λειτουργούσαν. Σχεδόν όλα του πρώτου βιβλίου-μου φαίνονται πρωτόλεια. Δεν μπορώ να αποτιμήσω αυτά που έγραψα. Δεν είναι προϊόντα του συνειδητού. Τα ποιήματα γράφονται με έμπνευση. Βέβαια, το αρχικό γράψιμο είναι μόνον η πρώτη ύλη’ μετά, το δουλεύω ξανά και ξανά-πάνω από δέκα φορές. Θέλω να δω τον τρόπο που λειτουργεί το θέμα, αν οι λέξεις είναι αρμονικές, τί θα πετάξω και τί θα κρατήσω. Όμως, χωρίς την έμπνευση δεν μπορεί να γίνει τίποτε. Η ποίηση είναι ένας σπινθήρας που ανάβει κι ύστερα σβήνει. Αν δεν υπάρχει πάλι αυτό το ράβε-ξήλωνε δεν μπορεί να βγει οτιδήποτε καλό.
     Γράφει εκείνος που θέλει να ξεφύγει, εκείνος πού το ‘χει ανάγκη. Η ποίηση δεν είναι επάγγελμα ούτε χρησιμεύει συγκεκριμένα σε κάτι. Μαθαίνει κανείς μαθηματικά για να ωφεληθεί. Δεν διαβάζει ποίηση για τους ίδιους λόγους. Αλλά και το διάβασμα είναι επικίνδυνο’ σε κάνει αλαφροΐσκιωτο. Ύστερα, κι εκείνος που διαβάζει πρέπει να έχει ταλέντο. Είναι λίγοι αυτοί που διαβάζουν πραγματικά.
     Η ποίηση δεν πρέπει να είναι δούλα σε οποιαδήποτε σκοπιμότητα. Δεν μπορεί να αποτελεί συμπλήρωμα του πολιτικού λόγου ή οποιουδήποτε άλλου σκοπού. Η ποίηση είναι αυτοσκοπός. Όταν φορτώνεται με ξένα μηνύματα (θρησκεία, προπαγάνδα) χάνεται. Άλλωστε, όταν προσαρμόζεται στις μάζες χάνει το βάθος της. Έτσι κι αλλιώς δεν απευθύνεται στους πολλούς. Όταν οι Λαμπράκηδες διάβαζαν την Άρνηση του Σεφέρη, έκαναν μιά πολιτική πράξη, δεν προσχωρούσαν στην ποίηση.
     Βέβαια, τα δημοτικά τραγούδια είναι θαυμάσια πράγματα και σκοπός τους είναι να τραγουδιούνται, όπως των ομηρικών επών να απαγγέλλονται’ έτσι το απαιτούσε η εποχή τους’ μετά ήρθαν τα χρόνια, πού τη θέση του ποιητή- τραγουδιστή κατέλαβαν η μοναξιά και η ανάγκη της επικοινωνίας.
    Ο κόσμος διαβάζει πάντα ποίηση. Αλλά ο πολύς κόσμος δεν πρέπει να διαβάζει. Είναι ανώφελο όταν δεν καταλαβαίνεις. Χρειάζεται να διαβάζεις με την ψυχή. Η ποίηση απευθύνεται σε μιάν ελίτ, όχι κοινωνική ούτε μορφωτική: σε μιά αριστοκρατία της φύσης. Για να διαβάσεις πρέπει να ‘σαι απλός σαν περιστέρι. Όσο πιό πολλά ξέρεις, τόσο περισσότερο σου διαφεύγει το ποίημα. Ο Κανελλόπουλος γνωρίζει τόσα πράγματα, τα σονέτα του, όμως, δεν αξίζουν τίποτε. Μόνο ο Πάουντ κατάφερε να γράψει απλά, ενώ, αντίθετα, στον Σεφέρη η προσπάθεια του να φανεί απλός είναι ορατή.
     Υπάρχει μιά γενική κρίση σήμερα’ δεν έχουμε ποίηση (κάποτε, από τη γενιά μου, μου άρεσε η Κατερίνα Αγγελάκη- Ρουκ), μυθιστόρημα, κινηματογράφο, τίποτε’ όσο για τα δικά μου, βγαίνω σπανίως έξω, δεν έχω φίλους. Αυτό έγινε τα τελευταία χρόνια. Το ‘φεραν έτσι τα πράγματα. Ακούω Χάυντν και νέγρικα μπλούζ’ κάποτε μου άρεσε ο  Ντύλαν’ σήμερα, μου φαίνεται πώς πήγε με τους παπάδες και τους καλόγηρους. Βέβαια, κι εγώ θεωρώ τον εαυτό μου άνθρωπο της θρησκείας’ με άλλο Θεό όμως κι άλλο Ευαγγέλιο: όπως ο Καζαντζάκης στην Ασκητική και ο Έρμαν Έσσε στο Ντέμιαν. Διαβάζω θρησκευτικά κείμενα για να δω πώς έβλεπαν τον κόσμο τότε οι άνθρωποι. Δεν μου αρέσει όμως αυτό που γίνεται στην Πολωνία. Ο Μπερντιάεφ γράφει ότι η θρησκεία προσαρμόζεται στο μέσο άνθρωπο για να διατηρηθεί. Υποκύπτει, δηλαδή, ηθελημένα σ’ ένα συμβατικό κοσμομορφισμό και ανθρωπομορφισμό του Θεού.
     Υπάρχει ένας αόρατος κόσμος με τον οποίο ήρθα σε επαφή μέσω της ασθενείας μου. Κράτησε γύρω στα τρία λεπτά. Ό,τι έγινε το αντιλήφθηκα από μιά αίσθηση πού δουλεύει μόνο σε στιγμές τρέλας. Αν αυτά τα πράγματα έρχονται από το υποσυνείδητο, ο άνθρωπος είναι ένα είδος Θεού. Όπως τα ψάρια μες στο νερό: αν συμβεί κάτι στον έξω κόσμο, θα το καταλάβουν μόνο όσα βρίσκονται κοντά στη στεριά.
     Κάποιο πρωινό πήγα στην Πάρνηθα με την αδερφή μου’ επί δεκαπέντε ημέρες πρίν, ζούσα σ’ έναν κόσμο εκπληκτικής ομορφιάς. Ταυτόχρονα, πονούσε το κεφάλι μου’ ακόμη κι ίσκιος ενός ανθρώπου με ενοχλούσε. Ανέβηκα στο βουνό για να ξεκουραστώ. Απομακρύνθηκα από την αδερφή μου. Με πονούσε όλο μου το κορμί. Σήκωσα πέτρες από κάτω κι άρχισα να χτυπώ πόδια, κεφάλι και χέρια. Με ξαλάφρωνε. Τότε, άκουσα ξαφνικά έντονη μουσική κι αμέσως μετά μιά τρομακτική βροντή. Εδώ ήταν και το τέρμα. Έφτασα σε μιά κορυφή του εαυτού μου. Έβλεπα τα δάχτυλά μου να πετάγονται σαν λουκάνικα. Μόλις χύθηκε το αίμα συνήλθα. Όταν σταμάτησε κι η αιμορραγία ανακουφίστηκα.
      Ουδέποτε ξαναβρέθηκα στην ίδια κατάσταση. Νομίζω ότι τέτοια πράγματα συμβαίνουν σε ανθρώπους με μιάν ορισμένη ευαισθησία και κλίση προς την ποίηση.
     Το πρώτο βιβλίο που διάβασα ήταν μιά μετάφραση του Μπάυρον. Άρχισα να γράφω από δεκαπέντε χρονών. Η πεζογραφία δεν με τραβάει. Δεν μπορώ να ξαναδιαβάσω πεζό Μπορώ να διαβάζω συνέχεια, ξανά και ξανά, τα ίδια ποιήματα.
     Μου αρέσει ο ρεαλισμός του Καβάφη γιατί δεν δείχνει την παραμικρή τεχνική προσπάθεια. Ο Νερούντα έχει γράψει καλά ερωτικά ποιήματα. Αν ξανατύπωνα τις συλλογές μου, δεν θα αφαιρούσα ποιήματα’ πιθανόν να ξαναδούλευα ορισμένα. Άν και, όταν ένα παλιό γνωστό ποίημα εμφανίζεται ξανά σε άλλη μορφή, είναι δύσκολο να γίνει αποδεκτό από όσους ήδη το ξέρουν.
--
Σημείωση:
Στην σελίδα75 του περιοδικού «Το Τέταρτο», αριθμός τεύχους 15/ Ιούλιος 1986, που δημοσιεύεται η συνέντευξη του εμβληματικού ποιητή της γενιάς του 1970 Λευτέρη Πούλιου, του γνωστού μας περιοδικού που την διεύθυνση είχε ο μουσικοσυνθέτης και «ποιητής» Μάνος Χατζιδάκις, με υπεύθυνο ύλης τον συγγραφέα και μεταφραστή Τάκη Θεοδωρόπουλο, μέσα σε σκούρο θαλασσί πλαίσιο με κεφαλαία γράμματα αναγράφεται η λέξη ΑΠΟΥΣΙΟΛΟΓΙΟ ακριβώς από κάτω δημοσιεύεται φωτογραφία του ποιητή και μετά την φωτογραφία το όνομα Λευτέρης Πούλιος με κεφαλαία γράμματα. Το πολιτιστικής ύλης περιοδικό που εμπνεύστηκε ο Μελωδός των Ονείρων μας, τυπώνονταν από το εκδοτικό συγκρότημα του τραπεζίτη κυρίου Γιώργου Κωσκωτά, την περίοδο της δεύτερης κυβερνητικής τετραετίας της κυβέρνησης της Αλλαγής του πρωθυπουργού Ανδρέα Παπανδρέου. Με το ολιγόζωο πολιτιστικό αυτό περιοδικό συνεργάζονταν γνωστοί έλληνες συγγραφείς και ποιητές. Στις σελίδες του, εκτός από τις ενδιαφέρουσες κατά διαστήματα συνεντεύξεις του, δημοσιεύονταν κριτικές βιβλίων, παρουσιάσεις νέων εκδόσεων, προδημοσιεύσεις έργων. Στο κάτω μέρος του φύλλου αναγράφονταν ο αριθμός της σελίδας και δίπλα ο μήνας και η χρονιά. Στην αρχή της συνομιλίας-εξομολόγησης του ποιητή, δίνονται οι εξής πληροφορίες: «Ο Λευτέρης Πούλιος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1944. Ποιητικά του βιβλία: Ποίηση (1969). Ποίηση  2 (1973). Ο Γυμνός Ομιλητής (1977). Αλληγορικό Σχολείο (1978) και Ενάντια.
     Θεωρώ ότι η προσωπική εξομολόγηση του έλληνα μπητ ποιητή της γενιάς του 1970 Λευτέρη Πούλιου τα λέει όλα από μόνη της. Έχει τα κεντρικά εκείνα στοιχεία αναφοράς σε όποιον θέλει να ασχοληθεί με την ζωή και το έργο του. Είναι μια εκ βαθέων της ζωής του «αυτοβιογραφία» ποιητική και κοινωνική. Μας αποκαλύπτει την προσωπική του περιπέτεια και διαδρομή, παράλληλα με τις ποιητικές του ανησυχίες, προβληματισμούς, διαβάσματα, θέσεις για έλληνες και ευρωπαίους-αμερικανούς δημιουργούς και έργα που στάθηκε ιδιαίτερα, αγάπησε, μελέτησε και μετέφερε στις ποιητικές του συλλογές. Ξέχωρα του αμερικανού ποιητή Άλεν Γκίνσμπερκ. Ο Λευτέρης Πούλιος είναι ο πιο «ακραίος» μπητ ποιητής της γενιάς του.
     Η σχέση της Ποίησης, ακριβέστερα του ποιητικού ταλέντου ενός καλλιτέχνη, από όλο το φάσμα των μορφών της τέχνης, με τον χώρο της αντιψυχιατρικής (αναφέρομαι στον αμερικανό αντιψυχίατρο Τόμας Τζαζ, τον Κούπερ και άλλους, που μελέτες και βιβλία τους είχαν μεταφραστεί στα ελληνικά στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης στην χώρα μας και διαβάζονταν με μεγάλο ενδιαφέρον) με τα άτομα που αποκαλούμε «οριακές προσωπικότητες», έχει καταγραφεί, διερευνηθεί, εξεταστεί από την περίοδο του μεσοπολέμου στον ευρωπαϊκό χώρο και την αμερικάνικη ήπειρο. Οι γάλλοι ονομάζουν τους καλλιτέχνες αυτούς «οι μεγάλοι νευροπαθείς». Είναι τα ελάχιστα άτομα από τον χώρο της καλλιτεχνίας πού φέρουν μέσα τους την θεική μανία. Την «προφητική ικανότητα» των λόγων και των καλλιτεχνικών έργων και εκδηλώσεων, που οι ρίζες τους φτάνουν πίσω στην αρχαία ελλάδα και τους αρχαίους πολιτισμούς. Φυσικά κάτω από διαφορετικές αιτίες, ατομικές περιπτώσεις και εκδηλώσεις, κοινωνικές και ιστορικές αναφορές, συμβάντα και αίτια, όποτε η σύζευξη αυτή εκδηλώνεται. Επιστημονικότερη και εγκυρότερη σύγχρονη τεκμηρίωση, εξήγηση και διαχείρηση του φαινομένου, μας έδωσε στα βιβλία και τις μελέτες του ο γάλλος φιλόσοφος Μισέλ Φουκώ. Οι παλαιές εκδόσεις της Ιωάννας Χατζηνικολή, έχουν μεταφράσει και κυκλοφορήσει για το ελληνικό κοινό και τους αρμόδιους επιστήμονες, βιβλία με το ανάλογο περιεχόμενο. Δηλαδή για τις περιπτώσεις εκείνων των ατόμων που αποκαλούμε «οριακές προσωπικότητες» και για την καλλιτεχνική τους ευφυΐα και ταλέντο. Την σχέση της καλλιτεχνικής δημιουργίας με καλλιτέχνες «νευροπαθείς». Να θυμηθούμε τον ζωγράφο Κώστα Παρθένη, τον πεζογράφο Γεώργιο Βιζυηνό, τον ζωγράφο Βίνσεντ Βαν Γκόγκ και άλλων ελλήνων και ευρωπαίων «ιδανικών δημιουργών». (Ανοίγοντας μια σύντομη παρένθεση, να υπενθυμίσουμε μια κοινωνική ατομική ενέργεια ενός ήρωος του 1821, που όταν διαβάστηκε προκάλεσε παράξενες αντιδράσεις και εντυπώσεις. Όσοι έχουν διαβάσει τα «Οράματα και Θάματα» του στρατηγού Μακρυγιάννη, θα θυμούνται πως γράφει ότι όχι μόνο βάραγε τους υποτακτικούς του, όχι μόνο δημοσίως συνομιλούσε με τον Θεό και τους αγίους αλλά, και τις πάνω από 2000 μετάνοιες στις οποίες προέβαινε καθημερινώς, εξαιτίας της βαθειάς του πίστης. Πράγμα που για κάποιους ή κάποιες που αντιμετωπίζουν σωματικά προβλήματα με την μέση τους, όχι μόνο ξαφνιάστηκαν για αυτήν του την υπερβολή αλλά, θεωρείται και απίθανο,  εξωπραγματικό, υπερβολικό στο να μπορεί ένα υγειές έστω γυμνασμένο σώμα, να κάνει περί τις 3000 μετάνοιες ημερησίως. Γιαυτό και δημοσιεύτηκαν αρνητικά σχόλια όταν κυκλοφόρησαν τα προσωπικά αυτά απομνημονεύματα του στρατηγού Μακρυγιάννη. Τουλάχιστον θεωρήθηκε μυθομανής. Και από κάποιους «σαλός»). Κλείνοντας την παρένθεση και επανερχόμενος στην περίπτωση του έλληνα ποιητή, οι προσωπικές εξομολογήσεις του, τα λεγόμενα του ίδιου του Λευτέρη Πούλιου, δηλώνουν την ιδιαιτερότητα της περίπτωσής του, της διαδρομής του βίου του, σαν άτομο,  σαν χαρακτήρα σαν καλλιτέχνη, ποιητή. Ο ποιητής αυτός βλέπει και ερμηνεύει την ζωή μέσα από τον φακό της ποιητικής αιτίας και αναφοράς, φιλτράρει τις εξωτερικές παραστάσεις και εικόνες, συμβολισμούς  με «το ιδιαίτερο» της συνείδησής του βλέμμα. Και αυτή η «ιδιάζουσα» περίπτωση του έλληνα ποιητή, διατηρείται ζωντανή ακόμα και σήμερα αν δεν κάνω λάθος, παρά τις τόσο αξιόλογες και ενδιαφέρουσες ποιητικές συλλογές που μας έχει προσφέρει. Ο ποιητικός του λόγος είναι κοφτός και απόλυτος παρά τον εσωτερικό του λυρισμό και ρομαντικό νοτισμό. Θυμίζει τον προφορικό λόγο των μικρών παιδιών που εντελώς αθώα και με ακατέργαστη ακόμα συνείδηση, αποφαίνονται για το τι τους αρέσει και τι όχι με μεγάλη ευκολία, αμεσότητα, αυθεντικότητα, ειλικρίνεια. Τα διαβάσματά του επίσης είναι συγκεκριμένα (ιδιαίτερα στον χώρο της ποίησης) προέρχονται από έναν ξεχωριστό κλάδο γνώσεων, όχι κατ’ ανάγκη ποιητικό, από το πανανθρώπινο πεδίο της θρησκευτικής εμπειρίας, του θρησκευτικού «μυστικισμού», του ορθόδοξου ρεύματος και παράδοσης. Από φανερούς ποταμούς θρησκευτικής αναφοράς που ήσαν της «μόδας» τις δεκαετίες του 1960, 1970 και έπειτα στην ελλάδα. Παράλληλα και από τον γνωστικό χώρο της «παραψυχολογίας», ένα πεδίο αναφορών και σύγχρονων προκλήσεων, ένας τομέας πληροφοριών και συμβολισμών αρκετά διαδεδομένος-κυρίως-στα πρώτα χρόνια μετά την μεταπολίτευση, με εκδόσεις βιβλίων και περιοδικών, εκδηλώσεις κοινωνικές παραψυχολογικών φαινομένων, που έλκυαν τους έλληνες νεολαίους εκείνη την περίοδο ταυτόχρονα με την συμμετοχή τους σε πολιτικές και αντιφασιστικές εκδηλώσεις, στην προσπάθεια εδραίωσης των δειλών αλλά αποφασιστικών βημάτων της τρίτης ελληνικής δημοκρατίας μας. Άρχισαν να εκδίδονται βιβλία που το περιεχόμενό τους μας μιλούσε για την ύπαρξη εξωγήινων πολιτισμών. Για αρχαία μνημεία και αρχιτεκτονήματα πολιτισμών της νοτίου αμερικής, επιτεύγματα που κατασκευάστηκαν από όντα που κατέβηκαν από το διάστημα. Μυθιστορήματα αποκρυφιστικά όπως το περιλάλητο «Τρίτο Μάτι» του Λόψα Ράμπα, (διαβάζονταν κάποτε απνευστί), το δίτομο έργο της «ιστορίας της μαγείας», βιβλία και άρθρα του Κάρλ Σαγκάν, του Ισαάκ Ασίμωφ, του Πήτερ Κολόζιμο, το ογκώδες βιβλίο «Συνάντηση με αξιοσημείωτους ανθρώπους» του Κουτζίρεφ, τα βιβλία και οι διδαχές λαϊκής φιλοσοφίας και αυτογνωσίας του ινδού φιλοσόφου Κρισναμούρτι (του ανθρώπου που αρνήθηκε να γίνει Θεός σε μια νέα θρησκεία και να λατρεύεται), τα ποιητικά βιβλία του Λιβανέζου ποιητή και ζωγράφου Χαλίλ Γκιμπράλ (Ο προφήτης, Ο Κήπος του Προφήτη κ.ά) και πρωτόγνωροι για τους νέους της εποχής τίτλοι βιβλίων που δεν προέρχονταν από τις επίσημες οδούς της Επιστήμης, της Θρησκείας, της Τέχνης, της Ψυχολογίας. Υπήρχε η μόδα. της τέχνη της τράπουλας «Ταρώ», βιβλίων για την Αστρολογία. Βιβλία και περιοδικά για τις Πύλες του ανεξήγητου, του ασυνείδητου, αλλά και τα «Τετράδια Αντιψυχιατρικής». Διαβάζονταν πολύ από τους διανοούμενους και τους ποιητές αυτών των γενεών τα βιβλία του Κάρλ Γιουγκ, της Σοφίας Άντζακα. Λατρεύονταν τα βιβλία του γερμανού νομπελίστα στιλίστα πεζογράφου Χέρμαν Έσσε. Τίτλοι όπως ο «Σιντάρτα» (ένα ινδικό παραμύθι, που ήταν η ζωή του Βούδα), «Ντέμιαν», «Νάρκισσος και Χρυσόστομος», «Ταξίδια της Ανατολής», «Κνούλπ», το θρυλικό «Ο Λύκος της Στέππας» μια σειρά πεζών του που είχαν μεταφραστεί στα ελληνικά από την δεκαετία του 1960 (εξαιρετικές οι μεταφράσεις του Μένη Κουμανταρέα, της Παξινού και άλλων ελλήνων μεταφραστών, στις σειρές των εκδόσεων «Γαλαξίας» της εφημερίδας «Η Καθημερινή» της δημοσιογράφου Ελένης Βλάχου), επανήλθαν στην λογοτεχνική επικαιρότητα και λατρεύτηκαν. Ο γερμανός πεζογράφος Χέρμαν Έσσε, υπήρξε για την ευρωπαϊκή γενιά της αμφισβήτησης, για την αμερικανική ποιητική γενιά των Beat, και την δυτική διανόηση, ένα είδος «γκουρού» της κοινωνικής και ατομικής τους απελευθέρωσης. Άφησε τα συγγραφικά του ίχνη στα έργα των ελλήνων δημιουργών της ποιητικής και πεζογραφικής γενιάς για αρκετές δεκαετίες,  παράλληλα με το ποιητικό σύμπαν του γάλλου συμβολιστή Αρθούρου Ρεμπώ, τα έργα του αμερικανού ποιητή και διηγηματογράφου Έντγκαρ Άλλαν Πόε, τον μεταφυσικό και μυστικό οραματισμό της ποίησης του άγγλου ποιητή Ουίλλιαμ Μπλέηκ. Εκδόθηκαν βιβλία με θέμα τους την «Θιβετιανή Βίβλο των νεκρών» την «Αιγυπτιακή», τα «Ελευσίνια Μυστήρια», «Τα Δελφικά» και τα πανάρχαια θρησκευτικά και μυστικά ιερά κείμενα αρχαίων πολιτισμών και παραδόσεων. Το βιβλίο του Λάο Τσε, «Ταό τε Κινγκ» βρίσκονταν στην ημερήσια αναγνωστική ζήτηση εκείνες τις περιόδους. Γέφυρες ζωής και πίστης, δοξασιών και παραδόσεων που είχαν αφήσει βαθειά τα ίχνη τους στην δυτική γραμματεία, τα αποτυπώματά τους πάνω στα σύγχρονα καλλιτεχνικά δημιουργήματα του δυτικού πολιτισμού. Αντίστοιχα με τα Ομηρικά Έπη και τα προαιώνια διδάγματα της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας, της λυρικής ποίησης, του θεάτρου. Των μυστικών απορροών της θρησκείας του Θεού Διονύσου. Του Άδωνη. Οι γενιές των νέων ποιητών και ποιητριών των ελλήνων, άρχισαν να έχουν προσβάσεις και να δείχνουν αναγνωστικό και προσωπικό ενδιαφέρον για κείμενα και εθιμικές αξίες πέρα από την επίσημη κρατική εκδοχή της ορθόδοξης χριστιανικής θρησκείας και την παράδοσή της. Το αξιακό σύστημα ιστορικών αναφορών της. Στην σύνολη ποιητική επισκόπηση και παρουσία, στο έργο το ποιητικό, το πεζογραφικό, το στοχαστικό και φιλοσοφίας ζωής των ελλήνων ποιητών της γενιάς του 1970, αναγνωρίζουμε ψήγματα επιρροών, περιπλανήσεις διαβασμάτων τους, από το σύντομο ή σταθερό πέρασμά τους από τους νέους ορίζοντες αναγνώσεων και ενδιαφερόντων, στα μετά την μεταπολίτευση χρόνια. Κόσμοι της ανατολής, εξωτικοί, γεμάτοι μυστήριο που ήσαν απαγορευμένοι και αποκλεισμένοι από το εκπαιδευτικό και πολιτιστικό συντηρητικό πλαίσιο αξιών της επτάχρονης δικτατορίας του «ελλάς ελλήνων χριστιανών». Μια περισσότερο εμφανή περίπτωση ποιητή της γενιάς του 1970 που η ποίησή του μας δηλώνει πολλά, είναι το έργο του ποιητή Γιάννη Υφαντή και όχι μόνο. Σίγουρα από τους 95 περίπου έλληνες ποιητές και ποιήτριες, άντρες και γυναίκες δημιουργούς που ανήκουν σε αυτήν την γενιά και περιλαμβάνει ο Κατάλογος Ονομάτων και έργων τους, που συντάχθηκε από τον πανεπιστημιακό και δοκιμιογράφο Ευριπίδη Γαραντούδη, (για να μην μνημονεύσουμε τις μελέτες για την γενιά του 1970 του Αλέξη Ζήρα, του Κώστα Παπαγεωργίου και νεότερων) δεν ανήκουν στην πλειοψηφία τους σε αυτό της «παραψυχολογίας» και «θρησκευτικού μυστικισμού» ρεύμα στην χώρα μας, ούτε είχαν διαβάσει Νικολάι Μπερντιάγεφ, Βλαδιμήρ Λόσκυ, Λέων Σεστώβ, πατ. Γεώργιο Φλωρόφσκι ή άλλους γνωστούς ρώσους διανοούμενους της διασποράς θεολόγους που επανερμήνευαν με σύγχρονο λόγο και σχολιασμό την ορθόδοξη γραμματεία, τα εκκλησιαστικά γράμματα και την νηπτική θεολογία ( βλέπε Φιλοκαλία). Ορισμένες νεανικές ποιητικές φωνές δέχονταν επιδράσεις από τις μεταφυσικές θεωρίες, ανατολικές θρησκείες και δοξασίες και άλλες υπόγειες ροές και απορροές, εκροές λόγων, συμβολισμών, ιδεών, απόψεων, εικόνων. Χρειάζεται ειδική μελέτη και ανίχνευση για να εντοπίσουμε τα σημάδια αυτά. Ένα μεγάλο πληθυσμιακά μέρος των ποιητών της γενιάς αυτής, επίσης, ενστερνίζονταν την μαρξιστική ιδεολογία ή τις μεταγενέστερες εκδοχές και ερμηνείες του μαρξισμού και του κομμουνισμού. Όσον αφορά τώρα, τα της τέχνης της Ποιήσεως, ένα άλλο όχι  και τόσο μικρό πληθυσμιακά ποσοστό των ποιητών και των ποιητριών αυτών, οι φωνές τους, στρέφονταν στους συγγραφικούς κανόνες και θεωρητικά μοντέλα έκφρασης και ποιητικής σύγχρονης γραφής και απόδοσης, που προέρχονταν από τον νομπελίστα μας ποιητή Γιώργο Σεφέρη και τις «Δοκιμές» του, και κατ’ επέκταση από τον άγγλο νομπελίστα ποιητή Τόμας Στερν Έλιοτ και τις δοκιμιακές επιταγές του. Χωρίς να αγνοούμε το κάπως πολύπλοκο και κομμάτι «σοφιστικέ» έργο του ποιητή Έζρα Πάουντ, μα και του γάλλου Στέφαν Μαλλαρμέ.
Η ελληνική γενιά του 1970 με τους πολιτικούς της οραματισμούς και επαναστατικές της φιλοδοξίες, ανακάλυψε, γοητεύτηκε, επηρεάστηκε, ακολούθησε τους καλλιτεχνικούς βηματισμούς, τους ποιητικούς και πεζογραφικούς δρόμους της ποιητικής αμερικανικής γενιάς των Μπητ, (που ορισμένοι ήσαν σχεδόν συνομίληκοι με την αντίστοιχη ελληνική γενιά). Ιδιαίτερη βαρύτητα είχε και έπαιξε η δράση και παρουσία, το ποιητικό έργο του Άλλεν Γκίνσμπεργκ και του «Ουρλιαχτού» του, του κοινωνικά εξτρίμ Ουίλλιαμ Μπάροουζ, του Κόρσο, του Ουίλλιαμ Κάρλος Ουίλλιαμς, του Κάμμινγκ, του Φερλιγκέτι και πολλών άλλων αμερικανών αυτής της γενιάς των Beat, δημιουργών που είχαν γαλουχηθεί με το αμερικάνικο καταναλωτικό όνειρο και του έθνους τους πολιτική «υπεροψία».   Ποιητών της αμφισβήτησης, της εναντίωσης στον πόλεμο του βιετνάμ, της μη στράτευσής τους, των κοινωνικών «ελευθεριοτήτων» όπως ο ποιητής και συγγραφέας Τσάρλ Μπουκόφσκι. Οι νέοι, αγαπούσαν και ακολουθούσαν την κολασμένη ποιητική φωνή του Σαρλ Μπωντλαίρ, ενώ άρχισαν να δοκιμάζουν ψυχεδελικές ουσίες. Οι  νέοι σε ηλικία έλληνες ποιητές και ποιήτριες, ζυμώθηκαν με τα πνευματικά και καλλιτεχνικά αυτά νάματα και συμπεριφορές, κοινωνικές στάσεις, απορρίψεις κατεστημένων συμπεριφορών των μεγαλύτερων γενεών, δημόσιες ακραίες ή λιγότερο ακραίες εκδηλώσεις της ευρωπαϊκής και αμερικάνικης νεολαίας, των κολεγιόπαιδων που ακολουθούσαν τους δρόμους των επιθυμιών και των σωμάτων τους, των ερωτικών τους διαθέσεων και επιλογών. Μουσικά φεστιβάλ όπως του Γούστοουνγκ, (αυτά τα υπαίθρια μουσικά πανηγύρια και χορευτικά ξεφαντώματα), μουσικές και τραγούδια των αμερικανών μπαλαντοποιών όπως υπήρξε ο Μπόμπ Ντύλαν, το συγκρότημα των Σάιμον και Καρφάγκερ, (τα τότε έντυπα και περιοδικά έγραφαν ότι ήσαν οι δύο νέοι μουσικοί και τραγουδιστές πολύ στενοί φίλοι), ο αμερικανοκύπριος Κάτ Στήβενς, που ασπάσθηκε τον μουσουλμανισμό, η ειρηνήστρια Τζόαν Μπαέζ και μια σειρά άλλων ποιητών-στιχουργών-Ροκ καλλιτεχνών, όπως η Πάτυ Σμιθ, που έγραφαν την δική τους ειρηνοποιό και αντιπολεμική ιστορία τα χρόνια εκείνα στις χώρες τους. Το συγκρότημα των Μπήτλις με τον πάντα ατίθασο Τζών Λένον, οι θρυλικοί Ντόρς και ο «άγιος» Τζιμ Μόρισσον, το συγκρότημα των Ρολν Στόουν, οι Χου, οι Πινκ Φλόιντ, το συγκρότημα των Κάρπεντερς και πολλά άλλα αγαπήθηκαν και επέδρασαν στις κοινωνικές συνειδήσεις της ποιητικής γενιάς του 1970. Ο σύγχρονος γαλλικός κινηματογράφος (και ο Ζακ Λυκ Γκοντάρ) μα και οι ταινίες του σουηδού Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. Το θέατρο του Παραλόγου, ο Ευγένιος Ιονέσκο και ο Σάμιουελ Μπέκετ, η νέγρικη Τζαζ και η Ποπ Άρτ, ο Άντυ Γουώρχολ και οι ζωγράφοι των δρόμων, των γκράφιτι. Τα σύγχρονα, μοντέρνα κινήματα και ρεύματα της Ποίησης, της Πεζογραφίας. Νέες τεχνοτροπίες έκφρασης, διατύπωσης, αποτύπωσης του ποιητικού λόγου. Παραλλαγμένες ποιητικές παραφυάδες του μεσοπολεμικού υπερρεαλιστικού κινήματος, των ντανταϊστών και πειραματιστών, των απορριπτικών των πάντων φουτουριστών, (με την εξύμνηση της ισχύς και της δύναμης της μηχανής) και άλλων ενδιάμεσων ποιητικών πειραματικών ή μη εκδηλώσεων που προέρχονταν από τον ωκεανό της τέχνης του παραδοσιακού ρομαντισμού και λυρισμού. Που για αιώνες ήταν οικείος στις ανθρώπινες μνήμες και ποιητικές συνειδήσεις. Οι παλαιοί δρόμοι της ποίησης ανακαλύπτονταν ξανά μέσα από άλλα σύγχρονα τούνελ έκφρασης και γλώσσας. Ο μοντέρνος λόγος της ποίησης κουβαλούσε και μετέφερε μέσα του τις ευτυχισμένες και δικαιωμένες στιγμές της Ρομαντικής εποχής, των Συμβολιστών. Ο άγγλος λόρδος Βύρων, ο ποιητής Μπάιρον με τον «Κάιν», τον «Κουρσάρο» και με άλλες του ποιητικές συνθέσεις, ήταν παρών στις ποιητικές συνειδήσεις των νέων ίσως περισσότερο, από την προσφορά του στον αγώνα της ελληνικής εθνικής μας ανεξαρτησίας. Όπως και Ράινερ Μαρία Ρίλκε, με το μικρό αλλά θαυματουργό βιβλίο του «Γράμμα σε έναν νέο ποιητή». Με τις παραπάνω γνωστές σε πολλούς πληροφορίες θέλω να δηλώσω ότι αυτή ήταν η πνευματική ατμόσφαιρα, το καλλιτεχνικό κλίμα, το πεδίο αναγνωσμάτων και κοινωνικών και πολιτικών ερεθισμάτων των ελλήνων ποιητών και ποιητριών της γενιάς του 1970 αλλά και της αμέσως επόμενης ποιητικής γενιάς, του 1980. Πολλαπλά προσοδοφόρο έδαφος ωρίμανσης των ελλήνων και ελληνίδων δημιουργών. Από τις γυναικείες φωνές της δυτικής παράδοσης που αγαπήθηκαν από τους έλληνες ποιητές να μνημονεύσουμε την ποιητική φωνή της Σύλβιας Πλάθ και φυσικά, τον φυσιοκρατικό ρομαντικό, το ποιητικό σύμπαν της Έμιλυ Ντίκινσον. Από τον πνευματικό χώρο της ρώσικης ανατολής ο φουτουριστής ποιητής Βλαδιμήρ Μαγιακόφσκι, μεταφράστηκε και αγαπήθηκε επίσης από το ελληνικό φιλότεχνο κοινό. Ο θεολόγος συγγραφέας Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, ο μετρ της πεζογραφίας Λέων Τολστόι, ο του θεάτρου μαϊστορας Άντον Τσέχωφ, η ποιητική φωνή της Άννας Αχμάτοβα, βλέπουμε να αρδεύουν τον ποιητικό λειμώνα της γενιάς των Μπήτ ποιητών. Χωρίς να λησμονούμε τις παλαιότερες χρονικά φωνές του Χέντερλιν με τον «Υπερίωνα» και την στροφή προς τις κλασικές αρχαιοελληνικές αξίες, τον Νύκτιο γερμανό Νοβάλις και τους Ύμνους του. Τον ιρλανδό Ουίλιαμ Μπάτλερ Γέητς και το μυστικό «Όραμά» του, τον αδικοχαμένο νεαρό Τζων Κήτς και άλλους ποιητικούς δρόμους. Γιαυτό, δεν θα ήταν μάλλον άδικο αν αναγνωρίζαμε σε αυτήν την γενιά, την πλέον σύγχρονη ιστορικά πολιτικοποιημένη ελληνική γενιά, την ποιητική γενιά του 1970 ότι διεύρυνε με το έργο της, τις μεταφράσεις της, τα θεωρητικά της κείμενα, τον ποιητικό της λόγο, τα ποιητικά των ονείρων της σύνορα, και κατ’ επέκταση, τα σύνορα της ελληνικής ποίησης γενικότερα μέσα στην ιστορική της διαδρομή. Οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι αυτή η ποιητική γενιά εφοδίασε τις νεότερές της φωνές με πολλά ποιητικά εφόδια και κλειδιά ερμηνειών της τέχνης. Έδωσε την δυνατότητα έστω χωρίς συνειδητά να το επιδιώξει, στις επόμενες γενιές της ποίησης (1980/1990/2000) να δουν με άλλο μάτι τον ποιητικό λόγο, να επαναπροσεγγίσουν θέματα και ζητήματα της ποιητικής μας παράδοσης, να χαράξουν νέους δρόμους συντομότερους οι νέοι ποιητές. Δρομολόγησαν τις εξελίξεις για να επαναπροσδιορίσουμε την φωνή του Κωστή Παλαμά, του Άγγελου Σικελιανού, του Γιώργου Σεφέρη, του Γιάννη Ρίτσου, του Κώστα Καρυωτάκη και αρκετών άλλων παλαιότερων γενεών ελλήνων ποιητών. Καθαρευουσιάνων, του Αλεξανδρινού (Κωνσταντίνου Π. Καβάφη) που διατηρήθηκε η φωνή του ατόφια μέσα στο έργο τους. Μπολιάστηκε η συγγραφική τους περιπέτεια με την ποίηση του Διονυσίου Σολωμού, του άγνωστου ως προς την φυσική του εικόνα Ανδρέα Κάλβου. Στην πεζογραφία κυριάρχησε η μορφή και το έργο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, χωρίς να παραγνωρίζεται η μοναχική αναζήτηση του Νίκου Καζαντζάκη, και μία από τις φωνές της μικρασιάτικης ρωμιοσύνης ο κυρ Φώτης Κόντογλου. Αναφέρω μία, γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε τον Στρατή Δούκα, τον Στράτη Μυριβήλη, τον Ηλία Βενέζη, την Διδώ Σωτηρίου και πολλούς άλλους λογοτέχνες και ποιητές του ξεριζωμένου ελληνισμού. Η γενιά του 1970 επανέφερε στην επιφάνεια τον Τζούλιο Καϊμη  (βλέπε Μισέλ Φάις). Διατήρησε και διατηρεί στο συγγραφικό και αναγνωστικό ενδιαφέρον την πρόζα της Βιρτζίνιας Γουλφ. Άνοιξε τα ερωτικά σύνορα της σύγχρονης ελληνικής ποίησης (βλέπε περίπτωση Ανδρέα Αγγελάκη). Πλείστες από τις φωνές της επεξεργάστηκαν και διαπραγματεύτηκαν εκ νέου τους αρχαίους μύθους, τις αρχαίες θεατρικές οικογένειες της ελληνικής τραγωδίας. (βλέπε Σταύρο Βαβούρη (δεν ανήκει σε αυτήν την γενιά) και πολλοί άλλοι). Έμπασαν μέσα στον ποιητικό τους λόγο την τέχνη και ίσως και τεχνική του κινηματογράφου, της φωτογραφίας κλπ. Τα πνευματικά, καλλιτεχνικά, συγγραφικά και μεταφραστικά ενδιαφέροντα, οι εμπειρίες της ποιητικής γενιάς του 1970 στάθηκαν οι ράγες για τις επόμενες ποιητικές νεότερές της γενιές. Και αυτό οφείλουμε να της το αναγνωρίσουμε. Μόνο τα λογοτεχνικά περιοδικά και έντυπα που εξέδωσαν οι λογοτέχνες και ποιητές της να ξεφυλλίσει κανείς, θα διαπιστώσει το εύρος των ενδιαφερόντων της. Τις πολυποίκιλες συνεχείς μεταφράσεις των γυναικών ποιητριών-έστω και για επαγγελματικούς βιοποριστικούς λόγους να διαβάσουμε, (βλέπε πχ. τις μεταφράσεις της Μαρίας Λαϊνά, της Τζένης Μαστοράκη, της Νανάς Ησαϊα, της Λύντια Στεφάνου, της Νατάσας Χατζηδάκι, της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ, για να μείνω σε γυναικείες μόνο φωνές) θα εκπλαγούμε από την μεγάλη γκάμα και την ποικιλία των διαβασμάτων τους. Για να μην μακρηγορήσουμε άλλο, σχολιάζοντας επαινετικά την σχέση της ποίησης με τις εικαστικές τέχνες που διατήρησαν ζωντανή οι περισσότεροι και περισσότερες από τις φωνές της γενιάς του 1970. Τώρα που και αυτή η γενιά δεν είναι μόνο η γενιά του 1970 αλλά και των 70 όπως εύστοχα είπε ο ποιητής Αντώνης Φωστιέρης, μπορούμε δικαιωματικά να σχολιάσουμε τι της οφείλουμε. Με τα θετικά της και τα αρνητικά της. Μα η οφειλή είναι παρούσα.
      Μέσα σε αυτό το ολάνθιστο της ελληνικής ποίησης λιβάδι ένα ιδιαίτερο, ξεχωριστό σίγουρα «ταλαιπωρημένο στην ιδιωτική του ζωή» ποιητικό άνθος, είναι και το ποιητικό λουλούδι που ονομάζεται Λευτέρης Πούλιος. Το κριτικό ανθολόγιο της ποίησής του που κυκλοφόρησε μόλις πρόσφατα και συντάχθηκε και επιμελήθηκε η φιλόλογος και κριτικός Μορφιά Μάλλη-που και άλλοτε έχει σταθεί ερευνητικά στο έργο του-μας δηλώνει όχι μόνο ότι η φωνή του Πούλιου αλλά και ο ίδιος σαν άτομο, διατηρήθηκε για πάνω από μισό αιώνα στην ποιητική και καλλιτεχνική επιφάνεια της χώρας μας. Παρ’ ότι μονήρης ο ίδιος, και ίσως και κομμάτι «μονόχνοτος» παρά του ότι κρατήθηκε μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, η καλώς εννοούμενη ελληνική ποιητική δημοσιότητα της εποχής μας, δεν τον λησμόνησε ούτε στάθηκε αδιάφορη απέναντι στο έργο του.
Ο Λευτέρης Πούλιος δεν κατέχει την «ιδιότητα» του ποιητή επειδή έγραψε και δημοσίευσε ποιήματα αλλά γιατί έζησε και ζει με τον τρόπο του σαν ποιητής. Δημιούργησε ένα ποιητικό κλίμα και μέσα σε αυτό πορεύτηκε σε όλη του την ζωή. Παρόμοιες περιπτώσεις –φυσικά με τις σχετικές κοινωνικές και πνευματικές προσθαφαιρέσεις και ατομικές ιδιαιτερότητες-βλέπουμε και στην περίπτωση του ποιητή Νίκου Καρούζου, του ποιητή Μίλτου Σαχτούρη, του Οδυσσέα Ελύτη και ορισμένων άλλων, που ο βιοπορισμός τους, δεν στάθηκε και ανασταλτικός παράγοντας στην ποιητική τους δημιουργία και εξέλιξη. Αν, λέω αν, το πνευματικό και των διαβασμάτων του πεδίο ίσως είναι κάπως μάλλον περιορισμένο, οι ποιητικές του συλλογές είναι ανοιχτές σε ένα σύννεφο ελευθερίας και ατίθασης γραφής που θαυμάζεις, απολαμβάνεις με μεγάλη ευχαρίστηση. Η φωνή του είναι επαναστατική ακόμα και αν ο ίδιος είναι κλειστός σε ένα δωμάτιο με του μυαλού του τα φαντάσματα. Ίσως ακόμα και σήμερα η περίπτωση του ποιητή Λευτέρη Πούλιου, να παραμένει ένα ποιητικό αίνιγμα των δημιουργών της γενιάς του 1970. Μια «ιδιάζουσα» ιδιαίτερη περίπτωση ποιητή που δεν βολεύτηκε ούτε μέσα στην θερμή αποδοχής αγκαλιά των συνομηλίκων ομότεχνών του. Το ποιητικό του όραμα γλιστρά ακόμα και από τις κλασικές ποιητικές ράγες της γενιάς του. Ο λόγος του είναι ένας απειλητικός φουρτουνιασμένος σίφουνας αθωότητας και αντίστασης. Ίσως να αξίζει μια παράλληλη ματιά εξέτασης μεταξύ της αναρχικής πολιτικής φωνής του Μιχάλη Κατσαρού και της «σαλής» επαναστατικότητας του μοντέρνου προδιαγραφών λόγου του Πούλιου. Εκπέμπει μια ποιητική γοητεία που δεν ερμηνεύεται σε όλες της τις παραμέτρους. Μια αναπόδραστη ποιητική συνθήκη ελευθερίας και ανεξαρτησίας που μοναδική ποιητική του οικογένεια παρουσιάζεται να είναι στο ότι δεν ανήκει σε καμία μια ποιητική οικογένεια. Αρνείται έστω και έμμεσα κάθε ποιητική συνθήκη. Ο ίδιος σαν ποιητής, μάλλον αισθάνεται σαν μια ανασφαλή, άβολη ποιητική παρουσία που αποδέχτηκε την «παραβατικότητα» της ίδιας του της γραφής. Όπως συμφιλιώθηκε αρμονικά με το αρνητικό ίζημα του μυαλού του. Μιάς ποιητικής γραφής πατρίδας-γλώσσας άγνωστης για τους πολλούς, ασυμφιλίωτης με το πλήθος των αναγνωστών της. Αχρείαστη στις συνθήκες ζωής των ακολούθων της. Μια ποιητική φωνή που κουβαλά μέσα της το αινιγματικό «δαιμονικό» ήθος μιας πανάρχαιας ανθρώπινης εμπειρίας. Ο Λευτέρης Πούλιος υπάρχει σαν ένας βαθμοφόρος των ονείρων του. Των αποκλειστικά δικών του και μόνον οραμάτων. Σαν ποιητής και σαν σωματική οντότητα. Κατόρθωσε να διατηρήσει την μελαγχολική και σκοτεινή του ιδιωτικότητα και σε μικρές δόσεις να την ενσταλάξει μέσα στα ποιήματά του. Είναι τραγικός γιατί είναι αδιάφορος απέναντι στην τραγικότητα. Υπαρξιακός γιατί είναι απαθής. Αυθεντικός γιατί είναι αυτοπεριφρονητικός. Ένα «παράξενο» ποιητικό ζώο που συμβολίζει το σύμβολο της ατομικής του κλεψύδρας του βίου που του έλαχε από την μοίρα να ζήσει, να εκπληρώσει. Ένας άθεος με τυμπανοκρουσίες θεότητας μέσα του. Ένα τραύμα που μεταμορφώθηκε σε ποιητική πεταλούδα. Μόνο που τις πεταλούδες, όταν προσπαθείς να τις αγγίξεις, καταστρέφεται το χνούδι ανεξαρτησίας και ελευθερίας τους που έχουν τα φτερά τους και δεν μπορούν πια να πετάξουν ελεύθερες. Αυτός είναι ο ποιητής Λευτέρης Πούλιος, ένα άγριο της τρέλας δόντι στο σαγόνι ενός λευκού προβάτου.
      Γράφοντας το κείμενο αυτό για τον Πούλιο, είχα επίσης υπόψη μου και τις εξής ακόμα προσωπικές του συνεντεύξεις:
Α) στο περιοδικό «Ο Ταχυδρόμος» τχ. 16/20-4-1989,  στον Μισέλ Φάις. «Ο χρόνος μ’ έχει διώξει από τις ωραίες ηδονές…» σ. 144-148.
Β) στην εφημερίδα «Η Αυγή της Κυριακής» 21/3/2004, σ. 29 στον Κ. Β. «Είμαι πολίτης του κόσμου».
 Γ) στην Μικέλα Χαρτουλάρη, στην εφημερίδα «Τα Νέα» Μεγάλη Τετάρτη 15/4/1998, σ. 45. «Δεν ήρθε ακόμα η εποχή μου». και
Δ) στο περιοδικό «Κ» της εφημερίδας «Η Καθημερινή» τχ. 300/ 1-3-2009, σ. 6. «Δεν υπάρχει τίποτα που να έχει απομείνει γερό. Και προσκυνούμε το αδειανό, το τιποτένιο…».
Να σημειώσουμε σαν υστερόγραφο ότι στην σύναξη αντιγραφή και παράθεση κριτικών κειμένων για την ποίηση του Λευτέρη Πούλιου που οργάνωσε, ανθολόγησε και επιμελήθηκε η φιλόλογος Μορφία Μάλλη, συμπεριλαμβανομένης και της εμπεριστατωμένης εισαγωγής της, «ΓΙΑ ΤΟΝ ΛΕΥΤΕΡΗ ΠΟΥΛΙΟ» Κριτικά κείμενα, εκδόσεις Αιγαίον-Λευκωσία 2020, δεν συμπεριλαμβάνονται συνεντεύξεις του ποιητή, γιατί ούτε η μεθοδολογία και η οργάνωση του υλικού θα το επέτρεπε αλλά και το κυριότερο, θα αύξανε τις σελίδες του τόμου και θα το καθιστούσε τόσο οικονομικά μάλλον ασύμφορο όσο και θα είχαμε ένα «τσιμεντόλιθο» δοκιμιακών επιστημονικών προδιαγραφών ερευνητικό έργο αλλά δύσκολο στην ανάγνωσή του. Σε αυτήν την περίπτωση εντάσσεται και η μη αναφορά του ποιητή σε εκπαιδευτικά βιβλία και αντίστοιχα σχολικά βοηθήματα, (αυτός ο τομέας είναι ένα ξεχωριστό κεφάλαιο, βλέπε ενδεικτικά να αναφέρω μόνο την ανάλυση της φιλολόγου και δοκιμιογράφου κυρίας Ανθούλας Δανιήλ, στο εκπαιδευτικό περιοδικό «Επιστήμη και Παιδαγωγία» τεύχος 2/Μάιος-Αύγουστος 2002, σ. 166-168,όπου κάτω από τον γενικό τίτλο «Τρία ποιήματα για την Κύπρο» συνεξετάζεται και το ποίημα του Λευτέρη Πούλιου, «Καλοκαίρι του ‘78» (Κ. Ν. Λ. Γ΄ Λυκείου, σελ. 128). Στις ίδιες δυσκολίες θα ενέπιπτε και η ανθολόγηση ποιημάτων του στα λογοτεχνικά περιοδικά ή σε ανθολογίες ή αποσπασμάτων ποιημάτων του σε συνθετότερες εργασίες.  Θέλω για άλλη μια φορά να τονίσω, ότι εργασίες σαν και αυτές της σειράς «Λογοτεχνική Κριτική» που μας έρχονται από την Κύπρο κάτω από την επίβλεψη του καθηγητή και κριτικού Θεοδόση Πυλαρινού, την παρούσα της γενιάς του 1970, που επιμελήθηκε η Μορφιά Μάλλη, βοηθά πολλαπλά τον σύγχρονο αναγνώστη της ελληνικής ποίησης. Από την μία έχουμε την ποιητική διαδρομή και ποιητικό ταξίδι ενός ποιητή, με τα απαραίτητα χρονικά και βιογραφικά στοιχεία και πληροφορίες και από την άλλη ένα πανόραμα κριτικών θέσεων και απόψεων για το έργο του ποιητή. Συνολική επισκόπηση και επί μέρους κριτικές αναφορές και σχολιασμοί. Αυτό μας δίνει την δυνατότητα να έχουμε συγκεντρωμένο σε έναν τόμο, το μεγαλύτερο υλικό για τον ποιητή, (αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς με τους εαυτούς μας και να μην γκρινιάζουμε από καλώς εννοούμενη ιδιοτέλεια, δεν μπορεί κανείς μελετητής ή μελετήτρια να συγκεντρώσει από μόνος του/της όλο το σκόρπιο και άτακτο υλικό που έχει δημοσιευτεί για έναν ποιητή ή λογοτέχνη. Η οργάνωση του αρχείου ενός ποιητή είναι πρωτίστως δική του υπευθυνότητα και υποχρέωση), ώστε ο αναγνώστης να έχει την βάση κριτικών δεδομένων αν θελήσει να ενδιαφερθεί για το έργο του, (είναι αυτό που λένε «στρωμένη δουλειά») και από την άλλη, εξίσου σημαντικό, μας γνωρίζει τις φίλιες κριτικές ή όχι φωνές των συναδέλφων του που ασχολήθηκαν μαζί του. Πληροφορούμαστε την κυκλοφορία των περιοδικών και των εντύπων που εκδίδονταν στην εποχή τους, τους συνεργάτες τους και τις χρονολογίες των δημοσιευμάτων τους. Με τον τρόπο αυτόν έχουμε και μια έμμεση ανθολόγηση των δημοσιευμάτων και των υπολοίπων. Πέρα από αυτήν του συγκεκριμένου ποιητής, που είναι η γενεσιουργός αιτία σύναξης του υλικού. Αυτή είναι η γνώμη μου χωρίς δώσεις ευχαριστιακής ανταπόδοσης για την παρούσα εργασία.
 Από όσα πληροφορούμε από το οπισθόφυλλο του τόμου, ο παρών τόμος δεν είναι η μόνη εργασία για ποιητή της γενιάς του 1970. Έχουν προηγηθεί αυτή για τον Νάσο Βαγενά, για τον Γιώργο Μαρκόπουλο, για τον Αντώνη Φωστιέρη και μάλλον και για τον Κώστα Γ. Παπαγεωργίου. (για τον τελευταίο όπως και για τους άλλους δύο τα αντιγράφω με επιφύλαξη γιατί δεν έχω τους τόμους). Όπως και νάχει, θα άξιζε και ένας τόμος να αφιερωθεί σε μια κριτική φωνή των ελλήνων δημιουργών της Γενιάς του 1970. Με πιάνει βαθειά μελαγχολία και μόνο να σκεφτώ να συγκεντρωθεί ο ιλιγγιώδης μόχθος και κόπος του κυρίου Αλέξη Ζήρα που βρίσκεται διάσπαρτος σε εκατοντάδες έντυπα και περιοδικά. Ακόμα και σαν επιλογή σε κάνει να ανησυχείς όπως οι «λοιμωξιολόγοι» ερευνητές μας.   
Γιώργος Χ. Μπαλούρδος.
Πειραιάς 8 Ιουλίου 2020.
Τετάρτη με ένα μελτεμάκι δροσερό και «φουρτουνάτο»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου