Τετάρτη 6 Ιουλίου 2022

Τρία άρθρα για τον Κωνσταντίνο Π. Καβάφη

 

ΣΧΕΤΙΚΑ  ΜΕ  ΤΟΝ  ΑΛΕΞΑΝΔΡΙΝΟ

           ΑΠΟΨΕΙΣ

     ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΑΒΑΦΗ

     Στα χρόνια της ελληνικής οπερέτας (Σακελλαρίδης, Χατζηαποστόλου) όταν μεσουρανούσε η ποίηση του μηχανικού δημοτικισμού στα χρόνια που με σημαία τον οιηματία Ψυχάρη, ακριβοπληρωμένον ήδη από τόσους ταλαντούχους των «ωραίων» εκείνων ημερών, ένας αλεξανδρινός, παραπλέοντας τα ελάχιστα πεπρωμένα των γλωσσομανών αδιάφορος, ύψωνε την υπόστασή του ως την αληθινή ποίηση, με ουσιαστική ιδιοφυία, συντύχαινε θεάρεστα μες στην ύπαρξή του την ατομικότερη ποίηση, προδρομική για τις αισθητικές συνειδητοποιήσεις του ποιητικού λόγου μετά τον ολοκληρωτισμό μιάς άκριτης και αστόχαστης δημοτικής, ψευτοαγροτικής και βαλκανικά κομπλεξικής. Αυτή την ποίηση, ευρωπαϊκή στο ένστικτό της, οι «μαχητάδες» της «ζωντανής» γλώσσας την αρνήθηκαν ολότελα. Κι όχι μόνο  αυτό. Αλλά την είπαν και «ανήθικη». Κάτι ανάλογο με τον κατατρεγμό της λαϊκής μουσικής, του Βαμβακάρη, του Τσιτσάνη και των άλλων λαϊκών συνθετών, που τα τραγούδια τους θεωρούνταν ασέβεια μουσική, ευτελή από μουσική άποψη, κι ακόμη «πρόστυχα» και «αλήτικα», των «χαμαιτυπείων». Αυτά τα τραγούδια, με το δροσερό, βγαλμένο απ’ την πραγματική ζωή, ριζικό θρήνο, την απελπισμένη λεβεντιά και την κατάκαρδη λύπη, σήμερα έχουν κατακτήσει την ελληνική ψυχή σύγκορμη, που της ανήκουν και την εκφράζουν αληθινά, γοητεύοντας Ευρώπη και Αμερική, ακουόμενα σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Η μοίρα τους δείχνει μιάν ομοιότητα καταπληκτική μ’ εκείνη του Κωνσταντίνου Καβάφη. Λαϊκό τραγούδι και Καβάφης έδωσαν ένα θαυμάσιο μάθημα στον κριτικό στοχασμό του τόπου-αν υπάρχει, βέβαια, τέτοιος στοχασμός κι αν καλά υπάρχει πιά τόπος… Πάντως, ετούτη την ώρα της γενικής αποδοχής και αναγνωρίσεως, πού μεγαλώνει μάλιστα προοδευτικά, μέσα κι έξω απ’ την Ελλάδα, ο Καβάφης μας καλεί περισσότερο από κάθε άλλη φορά να προσεγγίσουμε το αίνιγμα της ανυποχώρητης μαγείας του. Πώς μας επιβάλλεται ως ποιητής ύψους με τόσο φτωχά σύνεργα εκφράσεως; Πώς «κομίζει» τέτοια υψηλή συγκίνηση με τόση «καθημερινότητα»; Η ποίηση του Καβάφη φέρνει αυτά τα ερωτήματα, γιατί τα εκφραστικά στοιχεία της συντρέχουν μια διαλεκτική της αρνήσεως, όπως η ίδια η ζωή. Πράγματι, σαν τη ζωή, πού πότε φαίνεται όμορφη και πότε άσχημη, πότε μας ενθουσιάζει και πότε μας απελπίζει για την αξία της, έτσι λειτουργεί και η ποίηση του Καβάφη. Και, βέβαια, η ζωή είναι πάντα η παντοδύναμη ζωή, καθώς και ο Καβάφης είναι πάντα το ύψος του Καβάφη. Φαεινή, αξόδευτη, δραματική απλότητα που είναι η ζωή! Και το ίδιο βίωμα και πνεύμα έχει να μας δωρίσει και μας δωρίζει ο Καβάφης. Η πλήρης επαφή με τη ζωή, και ως Ιστορία και ως Ατομικότητα, και ως Αίσθηση και ως Συνείδηση, καταργώντας τον εντυπωσιακό μεγάκοσμο του λυρισμού και καθιερώνοντας τον μικρόκοσμο του ουσιώδους, υποβλητικά διαποτιστικού και μαγικού στην προέκταση, οδηγεί τον Καβάφη σε ποιήματα-εκμαγεία, πώς κρυσταλλώνουν τα πράγματα, τις ψυχικές καταστάσεις, τις αναμνήσεις, τους καημούς, τα ινδάλματα και τα πρόσωπα, με σοφό και σίγουρο πόνο, γιατί μόνο με τη σιγουριά του πόνου μπορεί ν’ αστράψει και η πολύτιμη χαρά, που εκβάλλει στην Ποίηση. Ο Καβάφης είναι μία ποίηση εκμαγειακή. Ανονείρευτη. Απαράλλαχτα πραγματική, με το να είναι χαμηλή ως το σημείο εκείνο από όπου δύναται να δείξει αφώναχτα το ύψος της κάθε ειμαρμένης. Αυτός, μου φαίνεται, και ο λόγος που ο Καβάφης προφητεύει με τόσην επαλήθευση. Γιατί, χαμηλώνοντας την ποιητική μέθη, σ’ ένα ωφέλιμο όριο, μπορούσε και ν’ ακούσει τα γεγονότα που έρχονταν-όπως σημαδιακά και βαθυνόητα το επισημαίνει ο ίδιος-φτιάχνοντας εκμαγεία επιτυχή του μέλλοντος. Η περίφημη alienation πού μαστίζει πολλαπλά τη σύγχρονη σκέψη και πού, σε μιάν απ’ τις κύριες συλλογιστικές εκφάνσεις της, προσδιορίζει τον αδυσώπητο χωρισμό ανθρώπου και φύσεως μέσα στην τεχνοκρατούμενη εποχή  μας, βρίσκεται συγκλονιστικά εκφρασμένη στη «Θάλασσα του πρωιού», με όλη την οδυνηρή λιτότητα του ξένου, του αποκομμένου απ’ τη φύση. «Κι ας δώ κι εγώ την φύσι λίγο»… Ή το άλλο εκείνο, «Περιμένοντας τους βαρβάρους», οπού νομίζω οιωνοσκοπικά διατυπώνει την απελπισία του απόλυτου εκμηδενισμού, την ίδια που έμελλε να καταδείξει στις ημέρες μας ο Samuel Beckett με το θεατρικό του έργο «Περιμένοντας τον Γκοντό». Άλλωστε, κατά θαυμαστή σύμπτωση, το «Περιμένοντας τους βαρβάρους» είναι ποίημα θεατρικό στη δομή του, έχει φανερά τα στοιχεία του διαλόγου. Το πώς οι βάρβαροι θα ήτανε μέσα σε τόσο, καθώς αισθάνεται ο ποιητής, απελπιστική κατάσταση «μια κάποια λύσις», είναι πλησιέστατο προς την αναμονή από δύο ανθρωπάκους ενός απίθανου Γκοντό, που ίσως θα ήτανε κάποια λύση, παρ’ όλη τη διαφορά ανάμεσα στους βαρύτιμους και καταστόλιστους μηδενισμένους του Καβάφη και στους άθλιους μηδενισμένους του Beckett, Η μυθοπλαστική, μάλιστα, διαφορά των δύο συλλήψεων υπογραμμίζει βαθύτερα την εκπληκτική αναλογία τους. Έτσι σημαντικός προεξουσίασε τον καιρό μας ο Κωνσταντίνος Καβάφης.

     ΝΙΚΟΣ Δ. ΚΑΡΟΥΖΟΣ, σ.101-102

            Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ*

    Αντί να κουραζόμεθα κι οι δύο με καθορισμένα ερωτήματα, που εσάς δε σας στοιχίζουν βέβαια τίποτε, μα εμένα μου στοιχίζει, και πολύ, να σας απαντήσω, εδώ, στο πόδι (μη γελάτε, δε σας αστειεύομαι), δε θα ήτανε, πιστεύω, προτιμότερο, να σας διατυπώσω σε τρείς φράσεις, όπως εγώ καλύτερα νομίζω, μια γνώμη γενική περί Καβάφη, και που να μη χωρεί παρεξηγήσεις…;  Βγάλτε το μολύβι σας και γράφετε:

     Ο Καβάφης, όπως εγώ τον κρίνω, από απόψεως ωριμότητας ψυχής, από απόψεως αποπνευματώσεως, αποκρυσταλλωμένης συνειδήσεως, κατέχει αναντιρρήτως πρώτην θέσιν. Για να τον εκτιμήσει όμως κανένας, οφείλει να έχει την αυτήν ανάτασιν ψυχής, να είν’ αισθητικώς εξελιγμένος, να είναι αρμονισμένος, εντονώτερα προς την ευγένειαν, προς την σοβαρότητα και την αξιοπρέπεια της Τέχνης. Εδώ συμβαίνει η μεγάλη παρεξήγησις των διαφόρων κριτικών του’ τελειώνουν εκεί που αυτός αρχίζει. Δεν υπάρχει επομένως μεταξύ των η παραμικροτέρα επαφή.

     Κι έπειτα το ζήτημα δεν είναι να ρωτούμε εδώ και κει, στην τύχη, τί γνώμη έχει ο καθένας για τον δείνα’ το ζήτημα είναι να εξακριβώσουμε, κατά πόσον εκείνος ο καθένας, μπορεί να έχει πρώτα γνώμη, διάβολε…

     Ο Καβάφης από ηθικής απόψεως, αποτελεί ένα θέμα παρήγορον. Την εποχή που άλλοι κάνουν διάφορες ταπεινές συγκαταβάσεις προς τα μέτρια γούστα του κοινού, ένας Καβάφης μόνος, μακριά, εργάζεται εντελώς σιωπηλά, κλεισμένος μες στα σύνορα της τέχνης του, αγνοημένος απ’ το μέγα πλήθος, ένας φανατικός τελετουργός, συνεχιστής της πανωραίας παραδόσεως των αυθεντικών δημιουργών, πού, ανώτεροι απ’ την εποχή των, δεν εννοούν να συνθηκολογήσουν, και τραβούν το δρόμο τους σεμνά, προς την ακεραίαν επαλήθευσιν του πραγματικού προορισμού των.

     Χωρίς αυτήν την ευσυνειδησίαν δεν υπάρχει τίμιος καλλιτέχνης.

      Αυτά βεβαίως είναι πράγματα γνωστά, αλλά δεν βλάπτει να τα ξαναλέμε, και μάλιστα την εποχή αυτήν… Το θέαμα μιάς τέτοιας εργασίας έχει βεβαίως  επιδράσεις αγαθώτατες και μας διδάσκει πώς ο καλλιτέχνης μπορεί να μένει πάντοτε στο ύψος του και να δημιουργεί προσηλωμένος σε κείνο που πιστεύει σταθερά.

     Όλα τ’ άλλα είναι συγκαταβάσεις που δεν αξίζουν για να γίνεται κουβέντα.

     Το έργο του Καβάφη, είναι έργο δοσμένο με το σταγονόμετρο, δεμένο και αυστηρά συντονισμένο, ένα είδος πεμπτουσίας της ποιήσεως, που έχει ακεραίαν την σφραγίδα της προσωπικής αισθαντικότητος, ενός εκλεπτυσμένου στοχασμού, ανοίγει τους ορίζοντες της παγκοσμίου τέχνης, απ’ την οποίαν είχαμε αποξενωθεί, χάρις στα νόθα κατασκευάσματα, με τα οποία μας είχαν συνηθίσει. Αποτελεί σταθμόν-σας το τονίζω- από απόψεως σταθεράς επιδιώξεως των προσωπικών ιδανικών του, και της σεμνής των πραγματοποιήσεως.

     Τί; Έσπασε του μολυβιού η μύτη; Μη βγάζετε σουγιά, δεν είν’ ανάγκη…

Αυτό σημαίνει «τέλος συνεντεύξεως». Κι εξάλλου, ό,τι σας είπα ειν’ αρκετό.

            ΝΑΠΟΛΕΩΝ  ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ, σ.102-103

*Συνέντευξη του Λαπαθιώτη στον Μάριο Βαιάνο. Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Σύγχρονη Σκέψη» του Σικάγου, 2/1929/337-338. Ανακοίνωση Τάσου Κόρφη (Σ. τ. «Δ»).

                 Η  «ΑΠΟΙΚΙΑ» ΤΟΥ  ΚΑΒΑΦΗ

     Το ποίημα τούτο του Καβάφη είναι αλληγορικό. Παρολίγο να ‘ταν μία παραβολή, αφήνει όμως τα σχετικά με την παραβολή στον καλό αναγνώστη. Δηλαδή ένα «ωμοιώθη» λείπει για να ‘μαστε και τυπικά σ’ αυτήν. Η αλληγορία στο παρόν ποίημα αρχίζει από τον τίτλον, η δε χρονολογία «200 π. Χ.» επιτείνει παραπλανητικά την αληθοφάνεια, πώς πρόκειται για μιά κάποια αποικία. Η αποικία αυτή, όπως δείχνουν τα πράγματα, δεν πήγαινε καθόλου καλά, και ήτο επόμενο για το 200 π. Χ., αιώνα που δεν είναι ο 7ος ή ο 6ος π. Χ., με την ακμή των ελληνικών αποικιών. Η ελληνική λοιπόν αποικία, πού ‘ναι και μεγάλη, καλά τοποθετείται σε χρόνους παρακμής. Το επίθετο «μεγάλη» είναι απλώς εντυπωσιακό, ελκυστικό της προσοχής για το γεγονός, και πιό πολύ ταιριάζει στην παρακμή αυτής της «αποικίας», που θα ‘τανε μεγάλη (η παρακμή της), παρά στην ίδια την «αποικία».

     Δεν πρόκειται γι’ αποικία αλλά από αυτές επήρε το θέμα, πού του εχρειάζετο για την περίπτωσή του. Ο Κ. δεν έγραψε ερμητικά ποιήματα, όπως τόσο συνηθίζεται σήμερα, αν και αυτός ο ερμητισμός του ήταν απαραίτητος για το περιεχόμενο πολλών ποιημάτων του, μιά και ο συμβολισμός, που υπάρχει σε πολλά, δεν τον προφύλαγε από την τολμηρή τους διαφάνεια. Πάντως με τη μέθοδο της αλληγορίας, όπως εδώ τη μέθοδο δηλαδή, του άλλα λέω και άλλα εννοώ, ήτανε σα να εκρύβετο πίσω απ’ το δάκτυλό του, κατά πώς λέμε. Και το καταλάβαινε κι ο ίδιος και σα να τ’ άρεσε. «Ας υποψιαστούν και λίγο τι θέλω, τέλος πάντων, να πώ», θα σκεφτότανε. Γιατί δεν ήθελε να πάει ο λόγος του τέλεια χαμένος, με τόση καλλιέπεια κι αισθητικότητα διατυπωμένος. Γιατί η παρεξήγηση ενός οιουδήποτε κειμένου το εκφυλίζει και το καταστρέφει. Με τα «αυτοσχόλιά» του και άλλες έξυπνες αιχμές, σαν τροχιοδεικτικές βολές, κάτι πήγε να υποδηλώσει, ασχέτως που μερικοί ακόμη επιτείνουν το…. «μυστήριο» γύρω από αυτά, για να τους πάρουν για «σπουδαίους». Αποφεύγουν το καθαρό νόημα σε πολλά του καβαφικού λόγου ή και του υπαινιγμού του, έστω, σαν εκεί που θα έχανε το ψωμί τους. Για διαβάστε τα γραφτά τους, τ’ άρθρα τους, τις μελέτες τους, τις … «έρευνές» τους-με βραβεία, παρακαλώ! (Στρ. Τσίρκας)- τα βιβλία τους με εκθέτη: «Καβάφης 2» (Τ. Μαλάνου), και θα δείτε πώς φιλότιμα προσέχουν το ψωμί τους!... Αρκεί να γίνεται θόρυβος, ν’ ασκώνεται σκόνη κι ο κόσμος νομίζει πώς κάτι γίνεται… Άφησε, πάλε τη μέθοδο των «αφιερωματικών» τευχών! τί πλάκα! Μ’ αυτά και μ’ όλα τ’ άλλα ποτέ ως τώρα δεν υποτιμήθηκε τόσο το… αγοραστικό κοινό… Αλλά στην υποανάπτυξή μας καλά αλωνίζουν. Να δεις και πως φυλάγονται όλοι αυτοί, που αποτελούν τη «φάρα», από τις αντίθετες γνώμες! Ούτε οι Φαρισαίοι δε τα κατάφερναν τόσο όμορφα. Κάνουνε πώς δεν καταλαβαίνουν, δηλ. δεν δίνουν σημασία, δεν απαντάνε σε «ασήμους»…

     Προχωρούμε όμως για ν’ αποδώσουμε το νόημα του ποιήματος. Ποιά είναι  λοιπόν η αποικία; Είναι ο άνθρωπος, απαντάμε αμέσως και καθαρά χωρίς παρανοηματικά ποικίλματα, λεχτικά αρτίσματα και «παράλληλα» επίπεδα «πολλών νοημάτων»… όπως λένε πολλοί από τους ανθρώπους της «φάρας». Είναι ο άνθρωπος, αυτό το πλάσμα της Φύσης, ο ίδιος ο Καβάφης. Σ’ αυτόν γίνεται αποικισμός της παρά-φύσης και άλλων παρανθρωπικών ιδιοτήτων. Τί να κατονόμαζε την… αποικία; Και ποιοί είν’ αυτοί που «οπωσούν τραβούν εμπρός…», και που θα ‘φερναν τον πολιτικόν αναμορφωτήν. Είν’ ολότελα περιττό. Εσκεμμένα αοριστολογεί, δι’ επικείμενες αμφιβολίες, ερωτηματικά και αμφιλογίες. Τούτο είναι ένα πολύ απαραίτητο εύρημα του Καβάφη στα ποιήματά του για ν’ αποκλείσει τους «αγράμματους» πολυμαθείς και τους ψευτοεπαϊοντες, που πλήθυναν τόσο πολύ τώρα τελευταία στην Αθήνα, δηλ. στην  Ελλάδα. Αυτά τα «διαβάσματα μ’ ευκολίες» τον ενοχλούσαν. Τα κείμενα έτσι παίρνουν λαϊκότητα (…), το πνεύμα γιομίζει βόχα, αποτσίγαρα και σκουπίδια… Ίσως η φράση αυτή θυμίζει… Νίτσε!... που να κρυφτεί κανείς από τους «διαβασμένους»! –μά δεν πειράζει. Όταν κανείς λέγει εκείνο πού πρέπει όλα συγχωρούνται.

     Άποικοι στην «αποικία» του Καβάφη είναι τα εκπρεπή βίτσια στον άνθρωπο, το κάθε ψυχοσωματικό κακό, που εκτρέπει αυτόν «μεταμορφώνοντας τες πράξεις και τον τρόπο της ζωής του», όπως μολογάει ο ίδιος στο τελευταίο ανακοινωθέν ανέκδοτό του ποίημα «Κρυμμένα», και που τον καθιστά παράταιρον με τους συνανθρώπους του, ειδικώτερα για τον Καβάφη, ειδικά παράταιρο με κάθε επίπτωση.

     Ο άνθρωπος στην «Αποικία» του Καβάφη, είναι σαν μία χώρα διαθέσιμη, όντας νεόκοπος ακόμη σαν καινούριο νόμισμα, που κιβδηλώνεται, μια περιοχή παρθένα, εκμεταλλεύσιμη-στην πονηρή σκέψη του «κακού»-επιρρεπής για πειρατές, κλίσεις αποδιοπομπαίες από ένα ηθικοκοινωνικό εποικοδόμημα, και για λοιπούς τυχοδιώκτες. «Εφιάλτες» και «Δημάρατους» κ. ά. κυριεύοντας ζωτικούς χώρους στον άνθρωπο. Το ποίημα έτσι στην παιγνιώδη αλληγορία του παρουσιάζεται σοβαρό και βαθύ, δραματικό, τραγικό. «Ότι τα πράγματα δεν έβαινον κατ’ ευχήν…» για τον Καβάφη «στην κώχη εκείνη τη μικρή…» της Αλεξάνδρειας («Η Πόλις»), «δεν μένει» πλέον «η ελάχιστη αμφιβολία…» απ’  όσα γνωρίζουμε γι’ αυτόνε τώρα. Εκείνο δε το τελευταίο ανακοινωθέν ανέκδοτό του ποίημα, όπως ανέφερα παραπάνω, το «Κρυμμένα», πολλά συμπληρώνει, ο δε στίχος του εκεί «Κατόπιν στην τελειοτέρα κοινωνία…» και ιδιαίτερα το μέσα στην παρένθεση, είναι ελαφρά παραλλαγή του στίχου της «Αποικίας» του: «ίσως δεν έφτασεν ακόμη ο καιρός…».

     Ότι πράγματι πρόκειται στο ποίημα αυτό για τον άνθρωπο Καβάφη, πού γίνεται αποικία του κακού εξ απαλών ονύχων, κάνει πολλούς δηλωτικούς υπαινιγμούς ο ποιητής στο ποίημά του, όπως π.χ. στον προτελευταίο στίχο και στους 3ον απ’ αρχής και στον τελευταίον, που ‘ναι οι ίδιοι, με πικρήν ειρωνεία και, περισσότερο στην τελευταία φράση του ποιήματος, με κάποια σοκαριστική διαφάνεια.

     Πολλές συμβουλές θα γίνονταν, όσο ακόμη θα ‘ταν καιρός, από ανθρώπους του οικογενειακού του περιβάλλοντος και άλλους, ν’ αλλάξει…, να γίνει σύμμετρος και ομόρροπος, κανονικός και ομαλός κι όχι να ‘ναι ένα «λεξικό ανωμάλων ρημάτων», θα λέγαμε, «παραιτούμενος» από ορισμένες έξεις… και «κτήσεις», που ήταν μάλλον κτήμα τους παρά ο κτήτωρ, και «προσόδους». Του βούιζαν ακόμη στ’ αυτιά και στη μνήμη, ίσως αργότερα, οι λόγοι αυτών «των πολιτικών αναμορφωτών»- παιδαγωγών…, και με την πρώτη ευκαιρία, κτήμα των εποίκων και των επήλυδων πλέον, έγραψε την «Αποικία», το βαθύ αυτό ποίημα, και με κάποιαν αποσιωπητικήν κωμικήν δικαιολόγησίν του.

Η δικαιολόγησις είναι το ίδιο το νόημα του ποιήματος.

     Η «Αποικία» του έχει ύφος ανάλογο με το θέμα, παιγνιώδες, ειρωνικόν, κλαυσιγελικόν, σαρκαστικόν. Όπως από την Ιστορία πήρε διάφορα θέματα και τ’ ανέβασε σε περίοπτη ποιητική θέση, το ίδιο έκαμε και με την «Αποικία». Επήρε το θέμα από τις αποικίες, πιο πολύ  του καιρού του, και το προσάρμοσε αριστουργηματικά στην περίπτωσή του. Άλλος ίσως, όπως ο κ. Στρ. Τσίρκας με τα «κλειδιά» του στο ζουνάρι και άλλα διαρρηχτικά σύνεργα για παρανοηματικές διαρρήξεις, το στριμώξει… στην παροικία της Αλεξάνδρειας, με τους «πρωτοκλασάτους» Σαλβάγους, Αβέρωφ και άλλους. Δικαίωμά του. Έκαμε άλλωστε τόσο κόπο και τόση έρευνα-γιατί να πάνε χαμένα. Αυτές οι πολύ πετυχημένες μεταφορές του Καβάφη είναι τόσο ταιριαστές στην περίπτωσή του, που να δείχνουν την έμπνευση να δουλεύει κι η ίδια σε προκαθορισμένους σκοπούς και σχέδια χωρίς αντίρρηση, μια κι εκεί χρειάζεται η αρωγή της κι ο ρόλος της είναι απαραίτητος και ιαματικός.

     Ο Καβάφης ζητεί πολλές φορές βοήθεια εκπέμποντας σινιάλα κινδύνου. Οι πολλοί όμως, έστω της «παροικίας», άπειροι όντας σ’ αυτά, αδιαφόρησαν και η μόνη βοήθεια που του παρασχέθηκε ήτο της Ποίησης. Αυτή κάπως αλάφρωσε αλλά δεν έγιανε την πληγή, που του άνοιξε η Φύση. Στα ποιητικά του σήματα, στις πνευματικές του γκριμάτσες και στις δειλές χειρονομίες οι σύγχρονοί του, οι κοντινοί του και οι μακρινοί του, εφεύγαν στον «ηθικό» τους ίσιο (!)… δρόμο με τ’ αυτιά τους στις τσέπες, «ήσυχοι, ασυνείδητοι κι ευτυχείς…» κατά τη ρήση του ίδιου στο ποίημά του «Τα βήματα» (κι όπως γράφω στο βιβλίο μου για τα «Τείχη» του).

     Ο Καβάφης εκεί, στην εξορία της «Σατραπείας» του, μέσα στα «Τείχη» του, στην «Αποικία» του, ασχολείται με εαυτοαναλύσεις, όπως οι φυλακισμένοι με μικροεργασίες, έφτιαξε όμως ωραία πράγματα. Εκεί στο σκοτεινό του εργαστήρι έκαμε τις συγκινητικώτερες οξυγονοκολλήσεις στο ραγισμένο ατσάλι της ψυχής του. Να αυτοξεγελάστηκε άραγες ο μέγας αρνητής; Ο υπερήφανος παραπονεμένος: Αυτές οι «Αποικίες», οι «Ιθάκες», οι «Θερμοπύλες», οι «Βάρβαροι», το «Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον», τα «Κεριά» του, σαν λιτές λαμπάδες στο ανθρώπινο λείψανό του, και όλα τ’ άλλα ωραία ποιήματά του, να εξάλειψαν τάχα την πίκρα των «Τειχών» του; Να γίναν «γητέματα και βότανα… ιαματικά Ελληνοσύρων μάγων». Άλλωστε η ποίηση είναι πάντα ένα αυτοξεγέλασμα και μετά ετεροξεγέλασμα.

     Όπως και σε άλλο, έτσι και στο ποίημα ετούτο, η ειρωνεία είναι σαν το κύριο πρόσωπο, σαν… κεντρική ιδέα, τόσο πρωτεύει, που κανένας «ανίδεος Αντιοχεύς» θα την έπαιρνε για πρόκληση στην … ηθική-νοικοκυρίσια συγκρότησή του, αν παραδόξως καταλάβαινε περί τίνος πρόκειται. Στην πραγματικότητα όμως είναι σαν τραγική ειρωνεία εξ αντιθέτου!...

     Πιστεύω ότι δεν γελιέμαι για το αληθινό νόημα και του αλληγορικού τούτου ποιήματος του Καβάφη. Μά κι αν συμβαίνει το αντίθετο, τουλάχιστο δεν αυτοξεγελιέμαι πώς τα ξέρω όλα, επί του θέματος, σαν άλλους «καβαφολόγους» (!) που κάνουν μπάμ και τράκες.

      Στην «Αποικία» του ο Καβάφης εξατομικεύεται «ενώπιος ενωπίω» και συνάμα σαν σκιαγμένος γενικεύει για συσκότιση, ώστε «οι ανίδεοι Αντιοχείς» να διαβάζουν γι’ αποικίες, για πολιτικούς αναμορφωτές, για «παροικίες» με την οικονομική συγκρότησή τους (Τσίρκας) και άλλους συναφείς Εμονίδηδες… ενώ πρόκειται για την δική του πολιτεία με το δικό της κόσμο και με τα δικά του χούγια. Για ένα παρανθρωπικό τύπο ανθρώπου, σαν αυτόν. Για μιά, θα λέγαμε, στραβοτιμονιά της Φύσης.

     Πολιτικοί αναμορφωτές στην ‘Αποικία» είναι η αυτοκριτική πρώτη, οι Ερινύες, ο έλεγχος της Λογικής στο ξεστρατισμένο ένστιχτο και οι νουθεσίες για τον έκνομο ηδονισμό του, όταν ακόμα βρισκόταν στο στάδιο του «Ομνύει» και δινότανε η μάχη στις «Θερμοπύλες» του, πρίν καταλήξει στους «Τρώες» του και τέλος στα «Τείχη» του ή στην πετσοκομμένη από ανίδεους Αντιοχείς της Αλεξάνδρειας «Σατραπεία» του (Τσίρκας-Σαρεγιάννης). Εποχή δηλαδή που αποφεύγει «τόσην δεινότητα χειρουργική», γιατί, κατά τη γνώμη του, θα φτώχαινε χάνοντας τις «προσόδους» μιάς τέτοιας ηδονής.

     Στην «Αποικία» του λοιπόν αυτό το νόημα υπάρχει, αυτό είναι το θέμα μέσα στις απίθανες άλλες διαθλαστικές παραλλαγές του. Όπως στα «Τείχη» υπάρχει το πυρηνικό τους θέμα με τυχόν άλλους ερμηνευτικούς δικολαβισμούς, που αυτοί αποτελούν τη φλούδα του κεντρικού νοήματος, έτσι κι εδώ, στην ‘Αποικία», το ίδιο συμβαίνει*.

*Το ότι η φρασεολογία και οι πολιτικοί αναμορφωτές είναι κάπως αταίριαστα για το 200 π. Χ. και άλλα τινά, κι αυτά ακριβώς είναι σα να μπήκαν για να καταλάβεις περί τίνος πρόκειται και ποια είναι η Αποικία…

       Ι. ΣΑΡΑΚΗΝΟΣ, σ.104-107  

Περιοδικό ΔΙΑΓΩΝΙΟΣ τρίμηνο λογοτεχνικό και καλλιτεχνικό περιοδικό. Εκδότης: Ντίνος Χριστιανόπουλος. Γραφική Επιμέλεια: Κάρολος Τσίζεκ. Περίοδος δεύτερη Τόμος 2ος, τεύχος 6 / Απρίλιος- Ιούνιος 1966 Θεσσαλονίκη.

Ελάχιστα:

Αντιγράφω τα τρία κείμενα για τον ποιητή Κωνσταντίνο Π. Καβάφη που δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό της συμπρωτεύουσας ΔΙΑΓΩΝΙΟΣ που εξέδιδε ο ποιητής Ντίνος Χριστιανόπουλος. Δεύτερη περίοδο. Του ποιητή Νίκου Καρούζου, του ποιητή του μεσοπολέμου Ναπολέοντα Λαπαθιώτη και του Ι. Σαρακηνού, Ο Σαρακηνός με μία κάπως παράξενη γλώσσα και ένα ύφος μάλλον στριφνό, συνομιλεί με προγενέστερους μελετητές του Αλεξανδρινού, -κυρίως με τις εργασίες του Αιγυπτιώτη Στρατή Τσίρκα, και ερμηνεύει, αναλύει το αλληγορικό ποίημα του Αλεξανδρινού «ΑΠΟΙΚΙΑ». Αντιγράφω επίσης τα περιεχόμενα του τεύχους και ορισμένα από τα ποιήματα ελλήνων και ξένων ποιητών που παρουσιάζονται στο τεύχος. Το κείμενο του ποιητή Νίκου Καρούζου, είναι ενδιαφέρον τόσο για τις κρίσεις του, όσο και για  το πνευματικό πλαίσιο μέσα στο οποίο τοποθετεί την ποίηση του Αλεξανδρινού και την ποιητική συνεισφορά του. Οι ορθές απόψεις του για την δημοτική γλώσσα, την παραβολή με την μουσική παρουσία δύο σημαδιακών ελλήνων ρεμπετών όπως ο Μάρκος Βαμβακάρης και ο Βασίλης Τσιτσάνης οι οποίοι διαμόρφωσαν την εξέλιξη της αισθητικής της ελληνικής λαϊκής μουσικής. Είναι νομίζω ο πρώτος (!) που μας λέει ότι το «Λαϊκό τραγούδι και ο Καβάφης έδωσαν ένα θαυμάσιο μάθημα στον κριτικό στοχασμό του τόπου…». Και η επισήμανσή του ότι ο Καβάφης: «Και, βέβαια, η ζωή είναι πάντα η παντοδύναμη ζωή, καθώς και ο Καβάφης είναι πάντα το ύψος του Καβάφη. Φαεινή, αξόδευτη, δραματική απλότητα που είναι η ζωή! Και το ίδιο βίωμα και πνεύμα να μας δωρίσει και μας δωρίζει ο Καβάφης. Η πλήρης επαφή με τη ζωή, και ως Ιστορία και ως Ατομικότητα, και ως Αίσθηση και ως Συνείδηση, καταργώντας τον εντυπωσιακό μεγάκοσμο του λυρισμού και καθιερώνοντας τον μικρόκοσμο του ουσιώδους, υποβλητικά διαποτιστικού και μαγικού στην προέκταση, οδηγεί τον Καβάφη σε ποιήματα- εκμαγεία,…». Παρατηρήσεις καίριες και ουσιαστικές, ερμηνευτικά λειτουργικές, σε μία εποχή που μεγαλόσχημοι κριτικοί συγγραφείς αγωνίζονταν να στεριώσουν την άποψη αν ο Καβάφης και πόσο, σε ποιο βαθμό ήταν ομοφυλόφιλος. Αν δεν ήταν αλλά ονειρεύονταν παρόμοιες ερωτικές καταστάσεις. Αν ήταν αυνάν, αν ήταν πότης και άλλα… Η συσχέτιση επίσης του Αλεξανδρινού με τον ιρλανδό θεατρικό συγγραφέα Σάμιουελ Μπέκετ, και του γνωστού και πολυσυζητημένου έργου του «Περιμένοντας τον Κοντό» φανερώνει όχι μόνο την θεατρικότητα των ποιημάτων του Κωνσταντίνου Π. Καβάφη, πράγμα τόσο έκδηλο στους αναγνώστες του έργου του, αλλά και τις διά-κειμενικές συνομιλίες μεταξύ ενός έλληνα ποιητή και ενός ιρλανδού, εντελώς διαφορετικής ιδιοσυγκρασίας, φιλοσοφίας και στάσης ζωής. Αντί παραδείγματος χάριν να γίνει μία σύγκριση μεταξύ του Καβάφη και του επίσης ιρλανδού Όσκαρ Ουάιλντ ή του γάλλου Αντρέ Ζίντ. Για να αναφερθούμε σε δύο περιπτώσεις ευρωπαίων συγγραφέων.  Αξιοπρόσεκτη είναι και η Καρουζική γλώσσα του κειμένου. Όταν μάλιστα, Το σύνολο των κειμένων του περιοδικού, ακολουθεί το τονικό και γλωσσικό σύστημα της εποχής που είναι το πολυτονικό και η μεικτή στρωτή δημοτική μπολιασμένη από λέξεις, συντακτικές ή πτωτικές καταλήξεις ή δάνεια γλωσσικά στοιχεία από όλο το φάσμα της γλωσσικής ελληνικής ιστορίας. Αναφερόμενος πάντα και στα τρία κείμενα του «μικρού» αφιερώματος. Γλώσσα και ύφος που, προέρχονται όχι μόνο από διαφορετικές ιστορικές περιόδους αλλά και ηλικίες μελετητών. Του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη η εξομολόγηση στον Καβαφολόγο Μάριο Βαϊάνο, ακολουθεί την πεπατημένη της εποχής. Μιά γλαφυρή όπως φαίνεται, μάλλον «προσχεδιασμένη» συνέντευξη δημοσιογραφικού ενδιαφέροντος, σαν για να ακουστεί η φωνή του Ναπολέων Λαπαθιώτη. Όσο για το μακροσκελέστατο του Σαρακηνού, διαβάζεται με την απορία πώς ενώ γνωρίζουμε τις θέσεις για τον Αλεξανδρινό του εκδότη ποιητή Ντίνου Χριστιανόπουλου, δεν υπάρχει ο δικός του σχολιασμός. Ακόμα και για το κείμενο του Νίκου Καρούζου, γνωρίζοντας την λατρεία που έτρεφε ο Ντίνος Χριστιανόπουλος για τον ρεμπέτη τραγουδιστή, συνθέτη και στιχουργό Βασίλη Τσιτσάνη αλλά και εν γένει το ρεμπέτικο τραγούδι, με την γνωστή ανθολογία ρεμπέτικων τραγουδιών που συγκέντρωσε ο Χριστιανόπουλος.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η υπόλοιπη ύλη του περιοδικού. Όχι μόνο στον εικαστικό τομέα και την περίπτωση του ζωγράφου Σπύρου Παπαλουκά, εδώ να σημειώσουμε την μεγάλη συμβολή στον εικαστικό χώρο του πεζογράφου της «Ιστορίας ενός Αιχμαλώτου» του σημαντικού Στρατή Δούκα που μας κληροδότησε σπουδαίες μελέτες. Με μεγάλο ενδιαφέρον διαβάζεται και το μεταφρασμένο από τον Σάκη Παπαδημητρίου, άρθρο «Μουσική και μπαλέτο» του L. Hornstra. Κάτι που μας φανερώνει το ειλικρινές ενδιαφέρον των ελλήνων αλλά και του πνευματικού κόσμου της χώρας και καλλιτεχνών για την Τέχνη του Χορού. Είτε στην κλασική του πρόταση είτε στην περισσότερο λαϊκότροπη έκφρασή του στις διάφορες ελληνικές ταινίες και τα ελληνικά μιούζικαλ. Η συμβολή της Κούλας Πράτσικα, της Ραλλού Μάνου, της Δώρας Στράτου και άλλων υπήρξε καθοριστική στην αγάπη του ελληνικού κοινού στο Χορό, όπως στο Μπαλέτο των ομάδων της Εθνικής Λυρικής Σκηνής και των Εθνικών Θεάτρων και Ιδιωτικών Θιάσων. Το περιοδικό ΔΙΑΓΩΝΙΟΣ υπήρξε μία καθοριστική περίπτωση λογοτεχνικού εντύπου που κυκλοφόρησε εκτός πρωτεύουσας, σε τρείς περιόδους, και συνέβαλε με τα κείμενά του, την αρθρογραφία του, την παρουσίαση ανέκδοτων κειμένων και ποιημάτων, μεταφράσεων, στην καλλιέργεια των ελληνικών γραμμάτων και στην ανάδειξη νέων λογοτεχνών από όλο τα φάσμα της λογοτεχνικής παράδοσης και από διάφορα γεωγραφικά μέρη. Στην όμορφη και ουσιαστική εμφάνιση του περιοδικού συνέβαλλε ασφαλώς η πείρα, οι γνώσεις, η υπευθυνότητα, και το ενδιαφέρον του ποιητή Ντίνου Χριστιανόπουλου και των ανθρώπων που επέλεξε ως συνεργάτες. Μια εκδοτική προσπάθεια όχι δίχως έξοδα και προσωπικό μόχθο, όπως μας λέει και στα γράμματά του ο ίδιος ο ποιητής. Που, για ένα διάστημα δεν πωλούνταν ούτε μία εκατοντάδα τεύχη της. Ευτυχώς το περιοδικό άντεξε.

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΤΟΥ ΤΕΥΧΟΥΣ

-Τάσος Κόρφης, ΔΟΛΟΦΟΝΙΕΣ,- ΤΑ ΚΑΦΕΝΕΙΑ,-ΠΡΟΣΤΥΧΟ ΕΝΔΥΜΑ., 57 (ποιήματα)

        ΤΑ  ΚΑΦΕΝΕΙΑ

Τα καφενεία συγκεντρώνουν, προφυλάσσουν

απ’ τις ενέδρες της μοναχικής ζωής, προσφέρουν

ζεστές καταφυγές στις άδειες ώρες. Με πικέτο

ή τάβλι τα κορμιά πλησιάζουν και τα χέρια

θερμαίνονται. Η βάρδια περνάει πιό εύκολα

με τις διπλοσκοπιές.

Δε νοσταλγώ αυτή τη συντροφιά. Δεν υποφέρω

καμιάν ασφάλεια. Κανένα παραμύθι δε μπορεί

να με απαλλάξει απ’ το πάθος της αγρύπνιας.

Πρέπει να επιμείνω όσο μπορώ.

-Ντίνος Κουκουβός, Η ΑΔΕΙΑ, 58-61

-Νίκος Βασιλειάδης, ΠΑΕΙ ΚΑΙΡΟΣ,- ΜΙΑ ΕΛΑΧΙΣΤΗ ΥΠΟΧΩΡΗΣΗ, 62 (ποιήματα)

         ΠΑΕΙ  ΚΑΙΡΟΣ

Κάποτε κάναμε βροχή

πρόφαση για περίπατο

ξεχνιόμαστε κάτω από την ομπρέλα

συζητώντας μικρές ευτυχισμένες ανοησίες

πού και που αγγίζαμε τυχαία τα χέρια μας.

 

Πάει τόσος καιρός χωρίς να βρέξει

η μοναξιά πέτρα ασήκωτη.

-Ζάν Πώλ Σάρτρ, Η ΝΑΥΤΙΑ, μτφ. Λάκη Κοντογιάννη, 63-67. (Τρίτη στη Bouville.)

-Maricka  Znidarsic, ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΟ ΒΡΑΔΥ,- ΣΤΟ ΚΡΕΒΑΤΙ ΤΟΥ ΑΡΡΩΣΤΟΥ, 68 (ποιήματα)

              ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΟ  ΒΡΑΔΥ

Στα μαραμένα καστανόφυλλα

έφερε ο άνεμος ανησυχία’

σαν τον ψαρά στην ασημένια βάρκα

ήρθε σιγά το βράδυ κολυμπώντας.

 

 Το Χιονοβούνι σαν ξεθωριασμένο εικόνισμα

συλλογισμένο μας κοιτάει ‘

διάφανο ή σκοτεινιασμένο,

πάντα αγαπούμε τούτο το πρόσωπο του βουνού.

 

Στα τζάμια οι στάλες γυαλίζουν

σα θερμά, αφοσιωμένα μάτια’

η σελήνη μας στέλνει  χαιρετισμούς

για τις μακριές φθινοπωρινές νύχτες. 

 Η Μαρίτσκα Ζνίνταρσιτς, είναι σύγχρονη Σλοβενή ποιήτρια που ζει στην Λιουμπλιάνκα. Τα δύο ποιήματά της που δημοσιεύονται στην επόμενη σελίδα, κατά μετάφραση του νεοελληνιστή συμπατριώτη της Marijan Tavcar, αποτελούν μία πρώτη παρουσίασή της στα ελληνικά (Σ. τ. «Δ»)., σ. 67.

-Στρατής Δούκας, Ο ΖΩΓΡΑΦΟΣ ΣΠΥΡΟΣ ΠΑΠΑΛΟΥΚΑΣ, 69-91

«Η ωραιότατη αυτή μελέτη του Στρατή Δούκα-που αναδημοσιεύεται εδώ με την έγκρισή  του από το περιοδικό «Ζυγός» (τεύχος Μαϊου-Ιουνίου 1958, αφιερωμένο στον Παπαλουκά) –σταματάει δυστυχώς επάνω στο ωρίμασμα του καλλιτέχνη. Γι’ αυτό σημειώνουμε εδώ, εντελώς ενδεικτικά, μερικά ακόμη στοιχεία από τη ζωή και τη δράση του.

    Το 1925 διορίστηκε καθηγητής των τεχνικών στη Βιομηχανική Σχολή και το 1936 καθηγητής της διακοσμητικής στη Σιβιτανίδειο Σχολή. Το 1940 έγινε διευθυντής της Δημοτικής Πινακοθήκης Αθηνών και διακοσμητής στην πολεοδομική υπηρεσία του Υπουργείου Διοικήσεως Πρωτευούσης. Από το 1943 ως το 1951 υπήρξε επιμελητής ελεύθερου σχεδίου στη Σχολή Αρχιτεκτόνων του Πολυτεχνείου και, τέλος, το 1956, ύστερα από πολλές ταλαιπωρίες, έγινε καθηγητής του εργαστηρίου ζωγραφικής στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών.

     Στο διάστημα αυτό, παράλληλα με τη ζωγραφική, ασχολήθηκε με τη σκηνογραφία και τη διακοσμητική. Σκηνογράφησε τον «Βασιλικό» του Μάτεσι (1925), την «Ασία» του Λενορμάν (1931) και συνεργάστηκε με τα θέατρα «Ούφα» και «Ολύμπια» (1940). Εικονογράφησε επίσης το ναό της Σχολής Νομικού, και διακόσμησε τη Μονή του Μεγάλου Σπηλαίου και το Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου Κρήτης (1937-1939). Μετέσχε επίσης σε διάφορες εκθέσεις: στο Λονδίνο, και την Αίγυπτο (1947), στην Πανελλήνιο (1948), στην Ολλανδία, Βέλγιο, Ιταλία, Γιουγκοσλαβία, Καναδά, Σουηδία (1951-1956).

     Πέθανε το 1957, σε ηλικία 65 ετών, και κηδεύτηκε με δημόσια δαπάνη σε τάφο που παραχώρησε τιμητικά ο Δήμος Αθηναίων. Τρία χρόνια αργότερα η Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών οργάνωσε μεταθανάτια έκθεση των έργων του. (Σ. τ. «Δ»)».

-L.  Hornstra, ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΣΤΟ ΜΠΑΛΕΤΟ,  μτφ. Σάκη Παπαδημητρίου, 92-100.

Απόψεις

Ν. Δ. Καρούζος, ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΑΒΑΦΗ, 101-102

-Ναπολέων Λαπαθιώτης, Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ, 102-103

-Ι. Σαρακηνός, Η «ΑΠΟΙΚΙΑ» ΤΟΥ ΚΑΒΑΦΗ, 104-107

-Κύπρος Χρυσάνθης, ΑΚΟΜΗ ΕΝΑ ΑΝΕΚΔΟΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΦΙΛΥΡΑ*, 108

    Στα «Ανέκδοτα Ποιήματα του Ρώμου Φιλύρα, που δημοσιεύει ο κ. Τάσος Κόρφης στο προηγούμενο τεύχος της «Διαγωνίου» (σελ. 15-17), δεν περιλαμβάνεται ένα που δημοσιεύτηκε στο κυπριακό περιοδικό «Πάφος» (2/1937/221) με τίτλο «Αιθερωμός» και με σημείωση «Αθήνα(ανέκδοτο)».

    Το ποίημα «Αιθερωμός» είναι σονέτο κι ο τίτλος, προφανώς λέξη νεολογική, θα θέλει ίσως να εκφράσει το αίσθημα μιάς μετατροπής σ’ αιθέρια κι άυλη κατάσταση. Γράφτηκε, όπως δηλώνεται από τον ίδιο τον ποιητή, στις 12-13 του Γενάρη 1932. Παραδόθηκε στον κ Α. Περνάρη, το καλοκαίρι του 1936, όταν αυτός είχε επισκεφτεί τον τρελό ποιητή στο Δρομοκαϊτειο.

     Το σονέτο αυτό, γραμμένο με μολύβι, σε ριγωτή κόλλα, μπορεί ίσως να μην έχει μεγάλη τέχνη, αλλά είναι χαρακτηριστικό του Ρώμου Φιλύρα. Το στέλνω  στο περιοδικό με τη σχετική φωτοτυπία. Το πρωτότυπο βρίσκεται στα χέρια μου.

          Αιθερωμός

Σαν παλαιό μοτίβο, ξεχασμένο,

λύτρωση, πού δεν τρέξαμε να βρούμε,

φτερά, που δεν εστέρξαν, να χαρούμε,

ν’ ανεβούμε, μαζί τους, σ’ αυλωμένο

 

ύψος, όπου το πνεύμα μαγεμένο

ζει μες σ’ αιθέριες σφαίρες, που ποθούμε

πάντα να ζούμε όλοι οι θνητοί, κι ακούμε

το μουσικό τους ρεφραίν, αποθεωμένο.

 

Εναέρια των άστρων φωτοσφαίρα,

όπου η ψυχή, σ’ εκστάσεις βυθισμένη,

ειν’ απ’ τα γήινα, τέλεια χωρισμένη.

 

Τις φτερούγες της δεν τις γγίζει, μέρα

και νύχτα, των εγκοσμίων άπνα, ασβόλη,

τόσο πλέει, σ’ υπερούρανη, άυλη σχόλη.

1-13.1.32 Ρώμος Φιλύρας

        ΚΥΠΡΟΣ ΧΡΥΣΑΝΘΗΣ

*Το «ανέκδοτο» με την έννοια του αθησαύριστου, που δεν τυπώθηκε σε βιβλίο.    

-Τόλης Καζαντζής, βι/κη ΔΗΜΗΤΡΗ ΧΑΤΖΗ: «ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΜΙΚΡΗΣ ΜΑΣ ΠΟΛΗΣ», 110- 111

ΕΛΑΒΑΜΕ: ΜΕΛΕΤΗ-ΔΟΚΙΜΙΟ. /ΔΙΑΦΟΡΑ/ ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ, 112.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς, Τετάρτη 6/7/2022

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου