Πέμπτη 28 Ιουλίου 2022

Ανρί Τρουαγιά, ΤΟ ΣΑΡΑΚΙ, κεφάλαιο ΧΧΙΙ

 

ΕΡΩΤΙΚΑ ΦΛΑΣΑΚΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΞΕΝΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

         «Καλοκαιρινές διακοπές για πάντα…» λένε οι στίχοι του τραγουδιού του Νίκου Καρβέλα, και δεν θέλω να αλλάξω την βελόνα του ραδιοφώνου, έστω και αν βράζω μέσα στην πόλη και το σπίτι. Είναι μια κάποια ζηλευτή δροσιά το παλαιό τραγούδι. Σε λίγες μέρες μας υποδέχεται ο Αύγουστος, οι άνθρωποι-όσοι μπορούνε-απολαμβάνουν τις διακοπές τους. Άλλοι ετοιμάζονται να εκδράμουν σε βουνά και λαγκάδια, θάλασσες και ιαματικές πηγές, σε ξενοδοχειακές μονάδες τριών αστέρων. Σούπερ λούξ. Σαν την μικρή παγωμένη πορτοκαλαδίτσα που δροσίζει το μέσα μας. Πρίγκιπες-διάδοχοι Σαουδάραβες επισκέπτονται την χώρα μας, σούρτα φέρτα υπουργών εξωτερικών και υπουργών εθνικής αμύνης. Οι γειτονικοί καιροί ου μενετοί. Σελέμπριτοι της λαϊκής δημοκρατίας προσκλήθηκαν στο προεδρικό μέγαρο, από την συνταξιούχο υψηλόφρονη της δικαιοσύνης. Άραγε, όσες νέες ομάδες προσκλήθηκαν τι πήγαν να εορτάσουν; Ούτε που είχαν γεννηθεί. Το «καταφύγιο» της μεταπολίτευσης εόρτασε τα οικονομικά σκάνδαλα των πολιτικών της μεταπολίτευσης; Όπως οι ίδιοι οι εθνοσωτήρες πατέρες μας κατηγορούν η μία την άλλη πολιτική παράταξη. Αντί να τον κλείσουν αυτόν τον πολιτικά προβληματικό κύκλο 48 χρόνια μετά, να ησυχάσουμε και να μπούμε σε άλλες πολιτικά εποχές, διατηρούν ανοικτές πληγές. Άντεξε, είπε, ο πολιτικός κύριος Ευάγγελος Βενιζέλος, την δεκαετία των μνημονίων, στην παρουσίαση του νέου του βιβλίου, το πολιτικό σύστημα της μεταπολίτευσης. Μα αγαπητοί έλληνες πολιτικοί, πότε η επαγγελματική κάστα που ανήκετε χρεοκόπησε; Πάντα μέσα στα πράγματα είσαστε. Θέλετε να μας σώσετε από ποιους άραγε; Και ποιος σας το ζήτησε; Έχει άδικο μετά ο δημοσιογράφος κύριος Θανάσης Λάλας στην εκπομπή του στα «Παραπολιτικά» όταν λέει: «Μην τους πιστεύετε, επαγγελματίες πολιτικοί είναι που ενδιαφέρονται να εκλεγούν ξανά για να έχουν δουλειά». Άδικο πολιτικά έχει ή δεν τον κατανοώ πολιτικά σωστά. Τα δάση της χώρας καίγονται. Άλλη μία νέα μητροκτονία. Το σήριαλ Λιγνάδη και Πισπιρίγκου συνεχίζει να μονοπωλεί το δημοσιογραφικό ενδιαφέρον. Δώστε καλοκαιρινή άδεια στους δημοσιογράφους, να μπορέσουμε να μαγειρέψουμε με την ησυχία μας τα γεμιστά με κιμά όχι ορφανά. Προσλήψεις ιερέων, άραγε, και μοναχών αγίων; Ατύχημα και θάνατος ξένου νεαρού άγγλου τουρίστα από την πίσω έλικα ελικοπτέρου. Οι Άγριες Μέλισσες ευτυχώς τέλειωσαν. Παρά λίγο να είχαμε την σύγχρονη μοντέρνα πολιτική των δεκαετιών 1960-1970 Φωσκολιάδα.  Παίδαρος ο Αλμπέρτο στο ισπανικό σήριαλ Velvet. Καλή η επιλογή της ΕΡΤ-1 να επαναλάβει την «Ζακέτα να πάρεις».  Αυτή η ΕΡΤ-3 μας έχει δείξει όλη την γενεαλογία του εγκλήματος στο Αμέρικα. Αλγεινή εντύπωση τα πλακάτ διαμαρτυρίας- ανεξάρτητα των προθέσεων του σωματείου ηθοποιών-στον ιερό χώρο της Επιδαύρου. Ας μείνουν μερικοί χώροι μακριά από την δημόσια εξομολόγηση και διεκδίκηση των καιρών μας. Διαφορετικά τι να παρακολουθήσεις; Σε καπελώνουν παρά την επιθυμία σου. Κρατήστε και μερικά στον θεατρικό οίκο σας βρε παιδιά. Ο αθλητικός ποδοσφαιρικός όμιλος της πόλης έχασε. Χωρίς γαβριάτικο σχόλιο. Στις ειδήσεις ανέφεραν ότι η τραγουδίστρια Τζένιφερ Λόπεζ υπέγραψε συμβόλαιο γάμου με τον παλαιό της έρωτα, με ρήτρα να της κάνει έρωτα τέσσερεις φορές την εβδομάδα. Πάει τον ξέκανε τον άνθρωπο. Μάλλον θέλει να γίνει πλούσια, μα πολύ πλούσια χήρα. Κάτι σαν την ελληνίδα Βίρνα Δράκου. Αχ! που είστε ομάδες του Πόλο να μας φιλοξενήσετε στα αποδυτήρια. «Μύκονος και Σαντορίνη σαν ερωτευμένοι πιγκουίνοι…» Μικρά κουβαδάκια στα πεζοδρόμια και στους δρόμους για τα αδέσποτα ζώα. Μας έχουν ανάγκη. Φορ έβερ. «Τι να πούμε τι; τι να τραγουδήσουμε…» λέει η φωνή του Δημήτρη Μητσιά. Ο πορφυρογέννητος καλά κρατεί. Μπλέηκ ο κυβερνήτης. Ο πετίτ από την Άρτα, άσπρισαν τα μαλλάκια του από την κυβερνητική αναμονή. Το τηλέφωνο του ηγέτη του πράσινου ήλιου παρακολουθείται. Καμιά παρακολούθηση των ψηφοφόρων να ανέβουν τα εκλογικά ποσοστά του θα γίνει ή θα μαζεύουμε πράσινες βρούβες τον χρόνο των εκλογών! Καλός ο πιτόγυρος κύριε Δημήτρη αλλά με αυτή την ζέστη καλύτερα μία γρανίτα και μία πράσινη σαλάτα. Λένε οι εκδρομείς και βουρ για ποδόγυρο τουριστικών θελημάτων. Να αυξηθεί και το ποσοστό σπερματικής αναπαραγωγής της χώρας. Γιατί όπως πάμε θα μπερδευόμαστε από πιά ήπειρο θα κάνουμε εισαγωγή. Κάποιος πρέπει να μαζέψει και τα εσπεριδοειδή της ελληνικής υπαίθρου.

 Ένα βιβλίο στην παραλία κάνει την ηλίαση πέρα. Αυτό σκέφτηκα και εγώ και αποφάσισα να αφήσω την ποίηση για τον κρύο και ακριβό ηλεκτρικό χειμώνα. Θέλησα να μεταφέρω ορισμένα αναγνωστικά ερωτικά- ομοερωτικά φλασάκια από παλαιά μου διαβάσματα και νέα αναγνωστικά ξεσκονίσματα. Αρχινώ με το πρώτο φλασάκι από την μυθιστορηματική τριλογία του Ανρύ Τρουαγιά, Οικογένεια Ηνγκλετιέρ. Το τρίτο μέρος της. Ακόμα θυμάμαι την συγκίνηση που ένιωσα όταν διάβασα την τριλογία και ιδιαίτερα το τρίτο μέρος της. Ένιωσα άβολα και πικραμένος από την έκβαση του έρωτα των δύο Γάλλων φίλων. Η συγκίνηση ήταν εντονότερη επειδή στο περιθώριο των σελίδων υπήρχαν γραμμένα ελάχιστα σχόλια από τον σύντροφο-φίλο που μου το δώρισε. Δεν θέλησα να δώσω μία φιλολογική σκοπιά ούτε ανάλυση. Ήθελα να ξαναζήσω την συγκίνηση εκείνων των χρόνων όταν το πρωτοδιάβασα. Αυτό κράτησε η σωματική και ψυχική μου μνήμη. Και ασφαλώς το πρόσωπο που μου το έδωσε. Τα άλλα δύο μέρη του τρίτομου μυθιστορήματος είναι «ΟΙΚΟΓΕΝΙΑ ΗΝΓΚΛΕΤΙΕΡ» και «ΟΙ ΠΕΙΝΑΣΜΈΝΟΙ ΣΚΥΜΝΟΙ». Από τις ίδιες καλαίσθητες εκδόσεις της Ελένης Βλάχου, της εφημερίδας «Η Καθημερινή» με νούμερο 191-192.  Henri Troyat, Ι. Les Eygletiere, και II. La , aim de Lionceaux Μέρος πρώτο και δεύτερο Νούμερο 193-194. Στην εξαιρετική και προσεγμένη μετάφραση της Ειρήνης Μπουζάλη των εκδόσεων «ΓΑΛΑΞΙΑ».  Δεν μετέφερα το ΧΧΙΙΙ κεφάλαιο από «ΣΑΡΑΚΙ» του οποίου η αρχή μας μιλά για την κηδεία των δύο φίλων εραστών για να μην βαρύνω περισσότερο το πένθιμο κλίμα του ΧΧΙΙ κεφαλαίου. Όσο για τον συγγραφέα διαβάζουμε ενδεικτικά:

Ο Ανρί Τρουαγιά (Λέβ Ταράσωφ Τρουαγιά) γεννήθηκε στη Μόσχα το 1911 και εγκαταστάθηκε στο Παρίσι το 1920. Έπειτα από λίγα χρόνια αρχίζει μια ανοδική λογοτεχνική σταδιοδρομία, με μια σειρά από μυθιστορήματα-ποτάμια και ψυχαναλυτικές βιογραφίες: «Το φώς των διακαίων», «Η σπορά και ο θερισμός». «Όσο θα υπάρχη η γη». «Ντοστογιέφκυ», «Πούσκιν», «Λέρμοντωφ» το 1938 του απονέμεται το βραβείο Γκονκούρ και το 1959 εισέρχεται στην Γαλλική Ακαδημία. Ο Ανρί Τρουαγιά θεωρείται από τους πιο σημαντικούς συγχρόνους μυθιστοριογράφους. Το ύφος του είναι θαυμάσιο, οι σκέψεις του διαυγείς σαν κρύσταλλο, οι ψυχολογικές αναλύσεις του οξύτατες και καθολικές. Έχει μεγάλες συνθετικές ικανότητες και κατορθώνει- όπως η μεγάλη γενεά των Γάλλων και Ρώσων μυθιστοριογράφων που αποτελούν τους κοινούς προγόνους του-να συνθέτη μεγάλους πίνακες ζωής από τα καθημερινά μικρά και ασήμαντα γεγονότα………    

           Φλασάκι Νούμερο 1

Κεφάλαιο ΧΧΙΙ

     Τυφλωμένος  απ’ τον ήλιο, ο Ζαν Μάρκ κατέβασε το μικρό κινητό εκράν μπροστά στο πάρ-μπρίζ. Ο Ζιλμπέρ πού ωδηγούσε έκανε το ίδιο. Το αυτοκίνητο κυλούσε γρήγορα και ρυθμικά στον αυτοκινητόδρομο του Νότου. Ο άνεμος έμπαινε από τα κατεβασμένα τζάμια. Ο Ζιλμπέρ είχε ξεκουμπώσει το γιακά του πουκαμίσου του. Πάνω στη λεπτή του μύτη σκαρφάλωναν κάτι τεράστια μαύρα γυαλιά.

«Προσπέρασε αυτό το φορτηγό», είπε ο Ζάν- Μάρκ.

Ο Ζιλμπέρ υπάκουσε, ξαναγύρισε στο δεξί μέρος του δρόμου και τραύλισε:

«Είσαι πραγματικά καλός δάσκαλος. Χάρη σε σένα κατάφερα να κάνω κάτι για το απολυτήριό μου. Χάρη σε σένα θα πάρω το δίπλωμα οδηγήσεως!»

«Ορίστε», είπε ο Ζάν Μάρκ, «κάνω τους άλλους να πετυχαίνουν και δεν πετυχαίνω τίποτα εγώ!»

«Πού ξέρεις; Περίμενε πρώτα τ’ αποτελέσματα! Αρκεί να μην πέσης σε κανένα πολύ ηλίθιο καθηγητή…»

     «Έπειτα απ’ αυτά που κατάφερα να κάνω στο Αστικό και το Εμπορικό, ακόμα κι ο πιό επιεικής κριτής θα είναι υποχρεωμένος να με απορρίψη. Όχι, τις έχασα τις εξετάσεις, το προαισθάνομαι. Θα πρέπει να ξαναδώσω τον Οκτώβρη και από δω και πέρα θα πρέπει να στρωθώ για καλά!»

      «Με τη Βαλερί δίπλα σου;» είπε ειρωνικά ο Ζιλμπέρ.

     Ο Ζάν-Μάρκ δεν αποκρίθηκε. Το ροχαλητό του κινητήρα μεταδιδόταν στο κεφάλι του. Απορούσε που δεν ένοιωθε ευχαριστημένος μ’ αυτή την αυτοκινητάδα, αφού την ωνειρευόταν τόσο καιρό. Στην πραγματικότητα, η προσέγγιση κάποιας ημερομηνίας κατέστρεφε κάθε ευχάριστη προοπτική μπροστά του. Ότι κι αν προσπαθούσε να πιστέψη πώς συμφωνούσε σ’ όλα με τον Ζιλμπέρ για τη ζωή του, η απειλή του γάμου του άπλωνε πάνω του στη σκιά της. Τρείς βδομάδες ακόμα! Ξόδευε τις τελευταίες στιγμές ελευθερίας του με τσιγκουνιά, με την τραγική πεποίθηση πώς σε λίγο θα ήταν κατεστραμμένος. Αντί για την ανυπομονησία, που θα έπρεπε να νοιώθη την παραμονή της τελετής, όλα μέσα του δεν ήταν παρά κουρέλια. Ίσως οι περισσότεροι άνδρες ένοιωθαν την ίδια αγωνία, λίγο πρίν παντρευτούν. Ήταν σαν τους άλλους. Θα συνήθιζε σαν τους άλλους. Ίσως μάλιστα θα ήταν, κατά κάποιον τρόπο, ευχαριστημένος από την τύχη του. Βρίσκονταν τώρα στον «κατάλογο των προσκεκλημένων» στις επισκέψεις των οίκων ραπτικής… Ένα αυτοκίνητο πέρασε τον Ζιλμπέρ, ακολούθησε ένα άλλο και ένα τρίτο ακόμα.

     «Όλοι μας προσπερνούν», είπε ο Ζιλμπέρ.

     «Άστους», είπε ο Ζάν-Μάρκ. «Δεν βιαζόμαστε!»

     «Ναι! Υπάρχουν άνθρωποι για τους οποίους το να μη βιάζωνται σημαίνει ολόκληρη τη ζωή μπροστά τους. Για μας σημαίνει μερικές ώρες».

     «Γιατί το λές αυτό;»

     «Εσύ δεν το σκέπτεσαι καθόλου;» ρώτησε ο Ζιλμπέρ.

Μικρές σταγόνες ιδρώτα γυάλιζαν στις ρίζες των ξανθών του μαλλιών. Έβγαλε τα γυαλιά του και κοίταξε τον Ζάν-Μάρκ. Τα μάτια του έλαμπαν από δάκρυα. Ξαφνικά τραύλισε:

                «Σε ικετεύω, Ζάν-Μάρκ, μην παντρευτής!»

Η μουσική αυτής της φωνής, το φώς αυτών των ματιών!

                «Τι σ’ έπιασε;» είπε ο Ζάν Μάρκ. «Κοίταζε μπροστά σου!»

Ο Ζιλμπέρ ξανάστρεψε την προσοχή του στο δρόμο και είπε πάλι:

                «Μην παντρευτής. Ζάν Μάρκ! Δεν αγαπάς τη Βαλερί και δεν τολμάς να το ομολογήσεις ούτε στον εαυτό σου. Ποιόν προσπαθείς να ξεγελάσης παίζοντας αυτή την κωμωδία; Εκείνην; Τον εαυτό σου; Εμένα; Δεν είμαι στραβός! Ξέρω τι συμβαίνει μέσα στο μυαλό σου! Δεν έχεις το δικαίωμα να καταστρέψης τη ζωή σου,  επειδή κάποιο βράδυ, από αδυναμία, από κουταμάρα, πρότεινες σ’ αυτή την κοπέλλα να παντρευτής! Δεν είναι φτιαγμένη για σένα! Είσαι ο πιό ευαίσθητος, ο πιό βαθύς άνθρωπος που γνωρίζω! Κ’ εκείνη δεν είναι παρά μιά ηλίθια που κινείται κουρδισμένη στον κοσμικό μηχανισμό! Και οι γονείς της! Και οι φίλοι της! Και το περιβάλλον της! Όλα είναι κραυγαλέα ψεύτικα!».

     Για μιά στιγμή ο Ζάν-Μάρκ θύμωσε που του έλεγε αυτά ακριβώς που σκεπτόταν ο ίδιος. Δεν υπάρχει χειρότερη αντιδικία, σκεπτόταν, απ’ αυτήν όπου οι δύο αντίπαλοι έχουν την ίδια γνώμη! Αλλά τη στιγμή που ετοιμαζόταν να θυμώση, υπέκυψε σ’ ένα κύμα τρυφερότητας και μουρμούρισε απλώς:

                «Υπάρχουν πράγματα που δεν μπορείς να τα καταλάβης, Ζιλμπέρ!»

                «Τα καταλαβαίνω όλα!» φώναξε ο Ζιλμπέρ. «Και πρώτα πρώτα φοβάσαι το σκάνδαλο! Είσαι πολύ ευγενικός για να σπάσης τα τζάμια, έστω κι αν αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να μην πεθάνης από ασφυξία! Κι όμως, αν ήθελες, θα ήταν τόσο απλό!»

Η σιωπή ξανάπεσε ανάμεσά τους. Εκατοντάδες αυτοκίνητα κυλούσαν στην ίδια κατεύθυνση με το δικό τους, φέρνοντας, ίσως, καθένα το δράμα του μέσα στο τσόφλι του από βαμμένη λαμαρίνα. Ο Ζιλμπέρ ωδηγούσε πιό γρήγορα, με το βλέμμα καρφωμένο στη γραμμή του ορίζοντα. Μετά τη στροφή του Φονταινεμπλώ, μούγκρισε:

«Τόλμησε να της πης πώς σ’ αρέσει το τομάρι της!»

«Σώπα, Ζιλμπέρ!»

«Σώπαινα μήνες! Τώρα δεν μπορώ άλλο! Ζάν-Μάρκ, έλα να το σκάσουμε! Δεν υπάρχη άλλη λύση!»

                «Πώς αυτό;»

«Έχω χρήματα! Ας φύγουμε μαζί για την Αίγυπτο…

όχι  για την Ελλάδα! Να δώ την Ελλάδα μαζί σου! Όλη εκείνη η πετρωμένη ομορφιά στον ήλιο, κ’ εμείς οι δύο μπροστά της!»

                Η έξαψή του κέρδιζε τον Ζάν Μάρκ. Για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου, οραματίστηκε κι αυτός αυτή τη διαβολεμένη ευτυχία, την αγνή και δυνατή σαν τον ελληνικό ουρανό. Του ήρθαν στη μνήμη οι φωτογραφίες που είχαν φέρει πέρυσι, από την κρουαζιέρα τους, ο πατέρας του και η Κάρολ. Κολώνες ακρωτηριασμένες, ένα αέτωμα με πολύτιμο ανάγλυφο, η Κάρολ ακουμπισμένη σ’ ένα σωρό μάρμαρα, το χαμόγελό της στον ήλιο. Μόνον εκείνη θα μπορούσε να τον σώση από τη Βαλερί. Και ίσως από τον Ζιλμπέρ! Γιατί ήταν κάτι περισσότερο από γυναίκα. Κάτι μοιραίο, σταθερό, ολοκληρωτικό σαν τις ηρωϊδες των αρχαίων τραγωδιών: την Κλυταιμνήστρα, την Ηλέκτρα, την Ερμιόνη, τη Φαίδρα… Ονόματα από τα σχολικά βιβλία. Πάντως, στην καρδιά της Ελλάδας, αυτά τα σχολικά κλισέ θα πρέπει να έπαιρναν ζωή. Ο Ορέστης και ο Πυλάδης περιδιάβαζαν στους δρόμους της Αθήνας, πιασμένοι από το χέρι. Όλοι εκεί ήταν δυνατά, όλα ήταν όμορφα, επειδή ο ήλιος έκαιγε τη σκόνη του χρόνου. «Εδώ είναι το αξιοθρήνητο γρανάζι των αρραβώνων, του γάμου, της δεξιώσεως, του γραφείου, των χρημάτων, του κρεβατιού… Εκεί κάτω είναι η απόδραση από τον αιώνα μας. Να φύγω, να φύγω… Αλλά θα πρέπει να ξαναγυρίσω κάποια μέρα…» Ο δρόμος κυλούσε μπροστά του μονότονος. Πότε-πότε κάποιο τζάμι του έρριχνε μιάν αστραπή ήλιου στα μάτια, παρά το κατεβασμένο εκράν. Σταμάτησαν στα διόδια. Ο Ζιλμπέρ έδωσε τα δύο φράγκα. Ένας τροχονόμος με τη ράχη ακουμπισμένη στο τζάμι της καμπίνας τους παρατηρούσε επίμονα, με τα φρύδια σουφρωμένα κάτω από την άσπρη του κάσκα. Το αμάξι ξεκίνησε πάλι μ’ ένα ευχάριστο θόρυβο. Ο Ζιλμπέρ πέρασε τις ταχύτητες χωρίς τριξίματα.

                «Δεν είναι δυνατό!» είπε ο Ζάν-Μάρκ.

                «Τί δεν είναι δυνατό;»

                «Να φύγουμε εσύ κ’ εγώ!»

                «Και γιατί όχι; Λέγε! Γιατί όχι; Θα είμαστε τόσο ευτυχισμένοι εκεί πέρα!»

                «Εκεί πέρα, ναι, μπορεί!... Αλλά έπειτα, εδώ;…»

                «Εκεί κι εδώ και όπου νάναι και πάντα» είπε ο Ζιλμπέρ.

Γύρω τους γλιστρούσε το τοπίο άγριο και αυστηρό: βράχοι σαν ξασπρισμένα κόκκαλα τρυπούσαν την καστανή γή, καχεκτικές λεύκες, σβησμένα μονοπάτια. Πλησίαζαν στη διασταύρωση του Υρή.

                «Να στρίψω δεξιά;» ρώτησε ο Ζιλμπέρ.

                «Όχι. Συνέχισε για τη Νεμούρ. Θα φάμε εκεί. Έπειτα θα γυρίσουμε στο Παρίσι.»

                «Βιάζεσαι να γυρίσης;»

                «Θα ήθελα να είμαι πίσω κατά τις οκτώ.»

                «Έχεις ραντεβού με τη Βαλερί; Έτσι, έ; Και δεν τολμάς να της το σκάσης!»

    Δεν είχε ραντεβού με τη Βαλερί, αλλά η ιδέα να περάση τη βραδιά με τον Ζιλμπέρ, τον έκανε ξαφνικά ν’ ανησυχή. Αυτό το αγόρι τον τραβούσε τόσο, που έχανε την αίσθηση της ισορροπίας, σαν να βρισκόταν στο χείλος κάποιου γκρεμνού. Μιά πνιχτή φωνή έφτασε στ’ αυτιά του μέσα από τον θόρυβο του ανέμου και του κινητήρα:

                «Μά δεν καταλαβαίνεις, Ζάν-  Μάρκ; Σ’ αγαπώ! Κ’ εσύ μ’ αγαπάς, το ξέρω, το νοιώθω!»

     Τα λόγια αυτά αντήχησαν βαθιά μέσα στον Ζάν Μάρκ.

Μια τρελή χαρά ανακατεύτηκε βαθιά με τον τρόμο του. Σαν να τον είχε ικανοποιήσει ο Ζιλμπέρ, λέγοντάς του ακριβώς αυτό που φοβόταν περισσότερο ν’ ακούση.

     «Πώς μπορώ να ζήσω χωρίς εσένα, Ζάν-Μάρκ;» είπε πάλι ο Ζιλμπέρ τρυφερά.

     «Πώς θα μπορούσες να ζήσης μαζί μου;» είπε ο Ζάν Μάρκ, σκληρά. «Το σκέφτηκες; Μπορείς να μας φανταστής εμάς τους δύο, σαν εκείνα τα αηδιαστικά αγόρια, που σέρνονται κατά ζεύγη, στο Σαίν-Ζερμαίν-ντε Πρέ;»

                «Και τον Ορέστη και τον Πυλάδη τους βρίσκεις αηδιαστικούς;»

                «Ίσως ήταν, όταν ζούσαν!»

                «Τότε λοιπόν καλύτερα να πεθάνουμε!»

                «Μην λές βλακείες! Δεν θέλω να μας δείχνουν με το δάχτυλο. Αυτό είναι όλο!»

                «Αλλά θέλεις να κάνης έρωτα κάθε βράδυ με μια γυναίκα που δεν αγαπάς!» μούγκρισε ο Ζιλμπέρ. «Αφού υπάρχω εγώ! Αφού υπάρχουμε εμείς οι δύο! Αυτό, Ζάν Μάρκ, δεν θα το υποφέρω!»

     Πάτησε δυνατά το γκάζι; Η  M. G. έφτασε ένα μεγάλο, αμερικάνικο αμάξι, το διπλάρωσε, το  προσπέρασε.

                «Τώρα κρατήσου δεξιά», είπε ο Ζάν Μάρκ. «Και κόψε λίγο.»

                Αλλά ο Ζιλμπέρ συνέχισε να πατάη.

                «Γιατί το κάνεις αυτό;» ρώτησε ο Ζάν-Μάρκ.

                «Και γιατί να μην το κάνω; Φοβάσαι;»

                «Όχι.»

      Ο Ζάν- Μάρκ γύρισε και είδε το μεγάλο, αμερικάνικο αυτοκίνητο, που έμενε πίσω.

     «Κόψε», είπε πάλι.

      «Όχι, δεν θα κόψω!» ξεφώνισε ο Ζιλμπέρ με ξαφνική ορμή.

     «Είσαι τρελλός;»

«Ναι, Ζάν-Μάρκ, είμαι τρελλός! Και φταίς εσύ! Εσύ κ’ εγώ είναι αδύνατο, λές; Αλλά εσύ χωρίς εμένα είναι το ίδιο αδύνατο! Λοιπόν τι μας μένει να κάνουμε; Πές μου! Πές μου λοιπόν! Βλέπεις πώς δεν ξέρεις ούτε εσύ!»

     Το πόδι του Ζιλμπέρ βούλιαξε μέχρι κάτω το γκάζι. Το αυτοκίνητο πήδησε. Ένας πικρός τρόμος κυρίεψε τον Ζάν-Μάρκ. Ένα εμετικό βαθούλωμα ήταν στη θέση του στομαχιού του. Συγχρόνως προκαλούσε την καταστροφή του. Υπήρχε άλλη διέξοδος στο δίλημμα που τον βασάνιζε; Ο δείκτης του κοντέρ τρεμόπαιζε στον αριθμό εκατόν σαράντα. Τ’ άσπρα χέρια του Ζιλμπέρ έτρεμαν πάνω στο βολάν. Το πρόσωπό του ήταν όμορφο και σκληρό, απελπισμένο και τρυφερό. Ένας δαιμονισμένος άγγελος, που έσκιζε τον αέρα, ορμώντας πάνω σ’ ένα τοίχο. Ο Ζάν- Μάρκ άκουσε τον εαυτό του να στενάζη με πνιγμένη φωνή:

                «Ζιλμπέρ! Ζιλμπέρ! Μη!»

      Μια στροφή κλειστή, γλειμμένη, με ωραία άσπρα κάγκελα, που υπογράμμιζαν την καμπύλη της, ερχόταν καταπάνω τους. Εκατόν εξήντα.

                «Σ’ αγαπώ!» ούρλιαξε ο Ζιλμπέρ. «Σ’ αγαπώ!»

     Την ίδια στιγμή η μηχανή πέταξε, οι ρόδες ντεραπάρισαν τρίζοντας με θυμό, κάτι πράσινα και άσπρα σημάδια αιωρήθηκαν μπροστά στα μάτια του Ζάν-Μάρκ. Σαν σε αστραπή, ξαναείδε δύο σώματα καταματωμένα στην άκρη κάποιου δρόμου, προς το μέρος του Πυισώ, την Κάρολ να κρύβη το πρόσωπο με τα χέρια της: «Τί φρίκη, Ζάν-Μάρκ! Δεν μπορώ να το αντικρύσω αυτό!» Έπειτα όλα θόλωσαν μέσα στο κεφάλι του. Ένας θόρυβος από σιδερικά και τζάμια που σπάνε τον ξεκούφανε, ενώ κάποιο ζεστό υγρό γέμιζε το στόμα του. «Μά είναι ηλίθιο!» σκέφτηκε. «Εντελώς ηλίθιο! Δεν μπορεί να συμβαίνη αυτό σε μένα!» Κ’ έχασε τις αισθήσεις του. σελίδες 312-318.

HENRI  TROYAT,  LES EYGLETIERE.  III. La Malandre πρώτη έκδοση 1967. Κεφάλαια XXII

ΑΝΡΙ ΤΡΟΥΑΓΙΑ,  ΤΟ ΣΑΡΑΚΙ (ΗΝΓΚΛΕΤΙΕΡ), Μετάφρασις ΕΙΡΗΝΗΣ ΜΠΟΥΖΑΛΗ. εκδόσεις ΓΑΛΑΞΙΑ. Νούμερο 195-196. ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΕΛΛΗΝΩΝ ΚΑΙ ΞΕΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ. Εξετυπώθη τον Μάρτιον του 1971, εις το τυπογραφείον των Εκδόσεων Γαλαξία- Αριθμός εκτυπώσεως 158, σελίδες 376, δραχμές 40.

Από το οπισθόφυλλο:

Όπως το σαράκι κατατρώει τα ξύλα της οικοδομής και προετοιμάζει την πτώση της, έτσι και η ρηχότητα της μοντέρνας ζωής ροκανίζει τα θεμέλια της κοινωνίας. Το Σαράκι είναι το τρίτο και τελευταίο βιβλίο της τριλογίας του Τρουαγιά και ασφαλώς το δραματικότερο’ γιατί οι επιπτώσεις των σφαλμάτων των ηρώων της τριλογίας δημιούργησαν ασυγκράτητες πλέον καταστροφικές καταστάσεις. Οι Ηνγκλετιέρ (Οικογένεια Ηνγκλετιέρ, Οι Πεινασμένοι σκύμνοι, Το Σαράκι) ανήκουν στα πρόσφατα έργα του συγγραφέως. Βασικό θέμα τους είναι η αποτυχημένη απόπειρα συνδιαλλαγής δύο γενεών, γονέων και παιδιών, μέσα σε ένα κόσμο που παραπαίει. Το σπίτι των Ηνγκλετιέρ είναι μία μικρή ανθρώπινη κοινωνία, ασύνδετη και χαλαρωμένη, μιά πιστή απεικόνιση της αστικής κοινωνίας του μεταπολεμικού κόσμου. Ο Ανρί Τρουαγιά έχει μεγάλες συνθετικές ικανότητες και κατορθώνει-όπως η μεγάλη γενεά των Γάλλων και Ρώσων μυθιστοριογράφων που αποτελούν τους κοινούς προγόνους του-να συνθέτη μεγάλους πίνακες ζωής από τα καθημερινά μικρά και ασήμαντα γεγονότα. Στους Ηνγκλετιέρ  συναντούμε όλα τα χαρακτηριστικά της τέχνης του’ το θαυμάσιο ύφος, τους διαυγείς σαν κρύσταλλο στοχασμούς του, τις οξύτατες και καθολικές ψυχολογικές αναλύσεις του.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς, εν μέσω καύσωνος

28/7/2022

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου