Παρασκευή, 1 Ιουνίου 2018

Κίμων Φράϊερ: Έξη ποιητές


ΕΞΗ ΠΟΙΗΤΕΣ
ΠΡΟΛΟΓΟΣ: ΚΙΜΩΝ ΦΡΑΙΕΡ
Μετάφραση από τα Αγγλικά: Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ
ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ-ΡΟΥΚ-ΤΑΣΟΣ ΔΕΝΕΓΡΗΣ
ΝΑΝΑ ΗΣΑΙΑ-ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΟΤΑΜΙΤΗΣ
ΛΕΦΤΕΡΗΣ ΠΟΥΛΙΟΣ-ΒΑΣΙΛΗΣ ΣΤΕΡΙΑΔΗΣ
Αθήνα 1971, σελίδες 100, διαστάσεις 14Χ21
ΟΙ «ΕΞΗ ΠΟΙΗΤΕΣ» ΤΥΠΩΘΗΚΑΝ ΣΤΟ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟ «ΤΥΠΟΕΚΔΟΣΕΙΣ» ΖΩΟΔΟΧΟΥ ΠΗΓΗ 4. ΤΗΛ. 622.642. ΤΟ ΜΑΡΤΙΟ ΤΟΥ 1971 ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΤΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ, ΤΟ ΕΞΩΦΥΛΛΟ ΕΓΙΝΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΤΩΝΗ ΚΕΠΕΤΖΗ

      Πάνε αρκετά χρόνια τώρα, που ο Κίμων Φράϊερ μου ζήτησε να τον συνοδεύσω να παρακολουθήσουμε μια θεατρική παράσταση στο θέατρο «ΕΡΕΥΝΑΣ» του κύπριου ηθοποιού, σκηνοθέτη και ποιητή Δημήτρη Ποταμίτη. Ήταν αρχές της δεκαετίας του 1982, αν θυμάμαι καλά. Ο ηγέτης της Αλλαγής, ο Αντρέας Παπανδρέου, ο δικός μας λαοπρόβλητος κυβερνήτης με το λευκό ζιβάγκο και τα χέρια ανοιχτά στα μπαλκόνια υπερήφανος για την νίκη του Πασόκ 48%, διαλαλούσε με στεντόρεια φωνή στα υπερήφανα νιάτα και τα τιμημένα γηρατειά «Το Πασόκ στην κυβέρνηση ο λαός στην εξουσία», και «βάλαμε την Δεξιά στο χρονοντούλαπο της Ιστορία». Το Θείο βρέφος και από κοντά τα άλλα συντρόφια-πάνω στο τρένο της Αλλαγής-χειροκροτούσαν και τραγουδούσαν μαζί μας ακούγοντας τα τραγούδια του Θωμά Μπακαλάκου και του Μίκη Θεοδωράκη. Τα Carmina Burana τότε, τα γνώριζαν ίσως μόνον αυτοί, που ακούγαμε το «ΤΡΙΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ» του μελωδού των ονείρων μας Μάνου Χατζιδάκι και ψιθυρίζαμε τα τραγούδια της «Λιλιπούπολης» και τον δήμαρχου Χαρχούδα, ακούγοντας τον Δρακουμέλ να φωνάζει: «Άχ πόσο σας μισώ απαίσια στρουφάκια…». Και όσοι φαν της κλασικής μουσικής αγόραζαν βινύλια από την «Λέσχη του Δίσκου» στο κέντρο της Αθήνας στην στοά του κινηματογράφου «ΟΠΕΡΑ».
Με την πρόσκληση που είχε ο Κίμων παρακολουθήσαμε την θεατρική παράσταση και κατόπιν, πήγαμε στο καμαρίνι του ηθοποιού και σκηνοθέτη να τον χαιρετήσουμε. Μαζί με ορισμένους φίλους-ηθοποιούς του Δημήτρη Ποταμίτη πήγαμε όλοι μαζί σε ταβέρνα, γευματίζοντας και συζητώντας για την παράσταση και την πολιτική αλλαγή στην χώρα μας. Ήμουνα μάλλον, ο νεότερος εκείνης της συντροφιάς. Ο Δημήτρης Ποταμίτης που είχε καλή μνήμη, με θυμόταν που είχα πάει παλαιότερα μαζί με την Μαργαρίτα Λυμπεράκη, τον Κώστα Ταχτσή, δικούς μου φίλους και άλλους συγγραφείς ή εικαστικούς καλλιτέχνες και παρακολουθήσαμε έργα του. Μου άρεσαν οι παραστάσεις που ανέβαζε και τις παρακολουθούσα με μεγάλη ικανοποίηση. Γευματίσαμε και τσακωθήκαμε ως συνήθως σαν έλληνες όπως ήταν φυσικό, για τα πολιτικά, μια και υπήρχαν δύο πολιτικά στρατόπεδα στην κουλτουριάρικη και καλλιτεχνική αυτή συντροφιά. Από την μια εμείς «οι πρασινοφρουροί» και από την άλλη τα «μπουμπούκια της δεξιάς» και από κοντά κάτι ξέμπαρκοι του τότε ΚΚ Εσωτερικού. Ωραία χρόνια ανθηρών αναμνήσεων και ονείρων, που τα προικιά των χρόνων σου δεν τα είχες ξοδέψει στο σούπερ μάρκετ των εμπειριών του χρόνου.
     Ο Δημήτρης Ποταμίτης εκτός από άξιος ηθοποιός και προικισμένος σκηνοθέτης (ασχολήθηκε και με το παιδικό θέατρο) ήταν και ένας καλός ποιητής της γενιάς του, του 1970. Ο ποιητικός του λόγος διαβάζονταν από εμάς τους νεότερους αλλά και τους ομότεχνούς του συνομήλικους. Δώσαμε ραντεβού μετά από δύο ημέρες να συναντηθούμε ξανά στο σπίτι του για να μου χαρίσει το βιβλίο «Έξη ποιητές» που συμμετείχε και ο ίδιος, μια παρουσίαση από τον δάσκαλο και μεταφραστή Κίμωνα Φράϊερ, μια και ο Κίμων, δεν είχε αντίτυπο που του ζήτησα. Συναντηθήκαμε με τον Κύπριο ποιητή και σκηνοθέτη Δημήτρη Ποταμίτη και αφού συνομιλήσαμε για τα έργα που ανέβαζε, μου έκανε μια αφιέρωση και μου πρόσφερε το βιβλίο. Μου ζήτησε να μεταφέρω τις ευχαριστίες μου στον Κίμωνα και χωρίσαμε. Ο Δημήτρης Ποταμίτης μιλούσε θυμάμαι πάντα θετικά για τον μεταφραστικό μόχθο και άθλο (στην εποχή του) του μικρού στο δέμας αλλά μεγάλου στην προσφορά ελληνοαμερικανού δημιουργού. Ήταν από τους πρώτους τυχερούς νέους της εποχής του ποιητής, που ο Φράϊερ ασχολήθηκε με το ποιητικό του έργο-νομίζω το μετέφρασε και στα αγγλικά. Θεωρούσε τον εαυτό του υπερήφανο.
      Τον πρόλογο αυτόν του Κίμωνα Φράϊερ, σε μετάφραση της ποιήτριας Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ καθώς και ορισμένα ποιήματα των συμμετεχόντων στην έκδοση μεταφέρω στην ιστοσελίδα μου. Οι συμμετέχοντες (4) ποιητές και οι (2) ποιήτριες ανήκουν όλοι στην γενιά του 1970. Χωρίς εξαίρεση η συγγραφική, μεταφραστική, δοκιμιακή, εικαστική, σκηνοθετική και καλλιτεχνική διαδρομή όλων τις κατοπινές δεκαετίες, υπήρξε ανοδική, καρποφόρα και έτυχε μεγάλης αποδοχής και αναγνώρισης από τους έλληνες και τις ελληνίδες που αγαπούν την τέχνη, τον πολιτισμό και τον ποιητικό λόγο. Ας μην μας διαφεύγει ότι η έκδοση πραγματοποιήθηκε μεσούσης της δικτατορίας, όταν είχαν αρχίσει δειλά-δειλά οι έλληνες συγγραφείς, ποιητές και καλλιτέχνες να εκδίδουν τα έργα τους, να εκθέτουν πίνακές τους, να παρουσιάζουν θεατρικά τους έργα και να δημοσιεύουν κείμενά τους-μετά το εμπάργκο σιωπής τους των πρώτων χρόνων της επταετίας-σαν ένδειξη πολιτικής και αντιστασιακής πράξης ενάντια στο καθεστώς. Η πολιτική δήλωση του Νομπελίστα μας ποιητή Γιώργου Σεφέρη ενάντια στο καθεστώς είχε ανοίξει το δρόμο. Συμπληρωματικά αναφέρω και τους τόμους: «ΔΕΚΑΟΧΤΩ ΚΕΙΜΕΝΑ» 1970, «ΝΕΑ ΚΕΙΜΕΝΑ» Χειμώνας 1971 και «ΝΕΑ ΚΕΙΜΕΝΑ» 2 Φθινόπωρο 1971, που εκδόθηκαν από τον εκδοτικό οίκο «ΚΕΔΡΟΣ». Την ίδια περίοδο που εκδίδονται οι «6 ΠΟΙΗΤΕΣ» σε πρόλογο του Κίμωνα Φράϊερ.
       Από τους έξι ποιητές, εν ζωή βρίσκονται μόνο η ποιήτρια και μεταφράστρια Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ γεννημένη στην Αθήνα το 1939 και ο ποιητής Λευτέρης Πούλιος που γεννήθηκε στην Αθήνα το 1944. Το 2009 χάθηκε ο ποιητής Τάσος Δενέγρης, και το 2003 η ποιήτρια και ζωγράφος Νανά Ησαϊα, ο ποιητής Βασίλης Στεριάδης και ο ποιητής, ηθοποιός και σκηνοθέτης Δημήτρης Ποταμίτης. Ο καθηγητής πανεπιστημίου, φιλόλογος, μελετητής και μεταφραστής Κίμων Φράϊερ, είχε κοιμηθεί το 1993.
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
     Είναι η πρώτη φορά, απ’ όσο ξέρω, πού στην Ελλάδα μια ομάδα από νέους ποιητές αποφάσισαν να παρουσιαστούν μαζί σε μια ανθολογία της δουλειάς τους. Μερικοί γνωριζόντουσαν μεταξύ τους από πρίν και όλοι εκτός από έναν (τον Τάσο Δενέγρη) μαζευόντουσαν σπίτι μου μια φορά την εβδομάδα να διαβάσουν ποιήματά τους. Τους παρουσίασα με τη βοήθεια του κυρίου Ν. Γερμανάκου και της Φωτεινής Μαραγκού-Ιγνατίου σε μια ανάγνωση των ποιημάτων τους στις 18 και 20 Νοεμβρίου 1970 στον Ελληνοαμερικανικό Σύνδεσμο. Η απόφασή τους να παρουσιαστούν σαν ομάδα έχει, νομίζω, μεγάλη σημασία για την Ελλάδα όπου από παράδοση πιά οι ποιητές έχουν συνηθίσει να συναντιώνται σποραδικά και τυχαία μόνο στα καφενεία, στα ζαχαροπλαστεία ή στα διάφορα φιλικά σπίτια και να παραπονιούνται αδιάκοπα για τη βαθειά μοναξιά των ποιητών. Η αλήθεια είναι ότι το γράψιμο είναι μια μοναχική τέχνη που δημιουργείται όταν έχει απομονωθεί το σώμα κι είναι έρημη η ψυχή, αλλά οι ποιητές, στον Αγγλόφωνο κόσμο τουλάχιστον, πάντα σχημάτιζαν μεταξύ τους ομάδες για να διαδώσουν κάποιο αισθητικό πιστεύω, κάποια νέα τεχνική ή τρόπο σκέψης, για να ανταλλάξουν ιδέες και να ενθαρρύνουν ο ένας τον άλλον, αλλά πάνω απ’ όλα για να ελαφρύνουν τη μεγάλη αυτή αίσθηση μοναξιάς που είναι η μοίρα κάθε συγγραφέα. Το περίεργο είναι ότι μπορεί το έργο ενός συγγραφέα να φτάνει ένα πλατύ κοινό, αλλά ο ίδιος να ζή απομονωμένος σαν να ήταν σε κελλί μελλοθάνατου.
      Στο σημείο αυτό θα πρέπει να κάνουμε έναν ζωτικής σημασίας διαχωρισμό, ανάμεσα σε μια κλίκα, μια σχολή και μια ομάδα. Οι κλίκες είναι μισητά και θλιβερά πράγματα που στηρίζονται στην έπαρση και την ιδέα της υπεροχής που έχει ο καθένας για τον εαυτό του. Οι σχολές της ποίησης έχουν μεγάλη ιστορική σημασία γιατί διαδίδουν νέους τρόπους έκφρασης όπως ήταν παλαιότερα οι σχολές των σουρεαλιστών ή των συμβολιστών. Αλλά τούτη η ομάδα των 6 δεν είναι βέβαια κλίκα, ούτε σχολή γιατί η εποχή που ζούμε δεν έχει να επιδείξει νέες εξελίξεις στην τεχνική της έκφρασης. Παρ’ όλα αυτά, πιστεύω ότι είνε ενσυνείδητα, είτε υποσυνείδητα, όλοι τους είναι βυθισμένοι στην υπαρξιακή σκέψη που πρωτοφανερώθηκε στην Ελλάδα πρίν απ’ τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, έγινε ενσυνείδητη έκφραση στην εποχή της Κατοχής και είναι πια ο αέρας των καιρών μας που φυσικά αναπνέουμε. Εκτός από μερικές κοινές σε όλους εικονοπλαστικές πηγές που ξεπηδάν από τη μοντέρνα τεχνολογία και το κίνημα πόπ (σε μικρότερο βαθμό στην (Κατερίνα Αγγελάκη-Ρούκ) οι ποιητές τούτοι αντιμετωπίζουν με διαφορετικό τρόπο ο καθένας το παράλογο της σύγχρονης ζωής χωρίς να έχουν μια κοινή τεχνική για να αποτελέσουν μια λογοτεχνική σχολή. Μέσα σ’ αυτή την παράλογη απομόνωσή τους μαζεύτηκαν σ’ αυτές τις σελίδες σαν φίλοι και συνάδελφοι για να ενθαρρύνουν και να στηρίξουν ο ένας τον άλλον, έχοντας συνάμα ένα αμυδρό στοιχείο υποψίας και επιφύλαξης που προσθέτει μια λεπτή απόχρωση στην ειρωνεία τους.
     Η ποίησή τους ξεχειλίζει από εικόνες παρμένες από τη μηχανική ηλεκτρονική εποχή μας με τα τηλέφωνα, τηλεοράσεις, τρανζίστορ, μαγνητόφωνα, μικρόφωνα, ραδιόφωνα, ψυγεία, πλυντήρια, στερεοφωνικά ξυπνητήρια, μοτοσυκλέτες, μπαταρίες, βιομηχανίες, που συνυπάρχουν όλα στο «σούπερ μάρκετ του σύμπαντος». Ο σύγχρονος κόσμος που ζούνε τους πληγώνει και τους πνίγει κάτω από ένα σύννεφο μονοξειδίου του άνθρακος από τις αναθυμιάσεις των αυτοκινήτων». Ένας κόσμος αμυδρά φωτισμένος από τη νεκρική χλωμάδα των «νέου» τυλιγμένος και καλά αποστειρωμένος σε νάϋλον σακκούλες, προφυλαγμένος από το ακάθαρτο άγγιγμα των ανθρώπινων χεριών. Οι πρωταγωνιστές στα ποιήματά τους έχουν παραδοθεί στον πολιτισμό της φορμάϊκας, της κρέμας Νιβέα, των γουέστερν, των ινστιτούτων καλονής, των μάτς όπως τα βλέπουμε στο κινηματογράφο σε αργή κίνηση. Μασάνε τσίχλα, παίρνουν βιταμίνες κι είναι όλοι μανιώδεις καπνιστές. Οι καπνοί απ’ τα τσιγάρα τους τυλίγουν την ποίησή τους σαν τους μολυσμένους καπνούς των εργοστασίων. Όταν ο Στεριάδης θέλει να καπνίσει βάζει «εκείνο το πικρό πράγμα στο στόμα του». Οι άνθρωποι του Δενέγρη καπνίζουν όπως άσκοπα περιπλανώνται. Ο Ποταμίτης ανακαλύπτει την προσωπικότητα μιάς γυναίκας από τον τρόπο πού καπνίζει. Ο Πούλιος φουμάρει βυθισμένος σε σκέψεις και η Ησαϊα ομολογεί ότι καπνίζει το ένα τσιγάρο πάνω στο άλλο. Όλοι έμμεσα ή άμεσα ανήκουν στον κόσμο εκείνο όπου βασιλεύουν με τα λόγια και τη μουσική τους ο Μπόμπ Ντύλαν, οι Μπήτλς, οι Ρόλλινγκ Στόουνς, οι Σάϊμον και Γκαρφάνκ. Παιδιά της τεχνολογικής εποχής και της πόπ, χρησιμοποιούν όλοι προϊόντα και τις λέξεις αυτού του πολιτισμού σαν χειρουργικά εργαλεία για να κάνουν μια νεκροψία πάνω στο αγαπημένο, ετοιμοθάνατο σώμα του, κομματιάζοντας τη σάρκα του που αργοσαλεύει ζωντανή ακόμη.
     Αυτός που ασχολείται πιο πολύ και είναι το περισσότερο βυθισμένος στον παραλογισμό και τις αντιφάσεις της εποχής τούτης είναι ο Βασίλης Στεριάδης που γράφει μ’ έναν τρόπο εξαρθρωμένο όπως οι καιροί μας, χρησιμοποιώντας καμιά φορά την τεχνική της αυτόματης γραφής αλλά που το πιο συχνά αφίνεται με εμπιστοσύνη να τον παρασύρει το ρεύμα των συνειρμών όπου η μια εικόνα ή σκέψη φέρνει στην άλλη χωρίς να φαίνεται η μεταξύ τους λογική συνείδηση. Κι όμως, τα ποιήματά του δεν είναι σουρρεαλιστικά αν και χρησιμοποιεί τη σουρρεαλιστική ελευθερία της υποσυνείδητης ροής. Είναι πιο πολύ σαν εκείνες τις μαγικές εικόνες όπου κάθε ακανόνιστο κομματάκι πρέπει υπομονετικά να ταιριαστεί με το άλλο έτσι που να φανερωθεί η συνθετική δομή, το πρόσωπο, το τοπίο, και να ανακληθεί η μνήμη. Είναι σαν τον ακροβάτη που κρατάει μια επικίνδυνη ισορροπία στο τεντωμένο σκοινί περπατώντας με το κεφάλι κάτω και τα πόδια επάνω, διπλασιάζοντας έτσι τις δυσκολίες της τέχνης του με μια  αναποδογυρισμένη άποψη του κόσμου. Είναι ο μάγος που τρίβει το λυχνάρι του Αλαντίν και γεννιώνται οι εικόνες η μία μετά την άλλη, φαινομενικά χωρίς συνοχή ή σύνδεση, παίρνουν σχήμα για μια στιγμή στον αέρα και μετά εξαφανίζονται. Απ’ όλους τους ποιητές εδώ, είναι ο πιο εγκλιματισμένος στο παράλογο όπου κεφάλια κόβονται την ώρα του ξυρίσματος και περπατάνε πάνω στις βιβλιοθήκες, στα καλοριφέρ και στις πιατοθήκες. Αγαπάει την αντίφαση και την παραδοξολογία’ η απόλαυσή του είναι να λέει κάτι κι έπειτα να το αντιπαραθέτει επίτηδες με κάτι τελείως απροσδόκητο, αντίθετο και παράλογο, κι όλ’ αυτά με τη συνηθισμένη, προσγειωμένη γλώσσα της καθημερινής κουβέντας. Έτσι ειρωνεύεται και τους αναγνώστες του και τον εαυτό του, αυτοκοροϊδεύεται ενώ συγχρόνως κοροϊδεύει τα πρόσωπα τα γεγονότα που περιγράφει, πετυχαίνοντας μ’ αυτό τον τρόπο, μια ειρωνική αυτοανάλυση που διαισθάνεται κανείς ότι κρύβει την έπαρση του νέου αλλά και την κάπως σαθρή εμπιστοσύνη τους στην ικανότητα και αντίληψή του. Τα ποιήματά του είναι συχνά διάλογοι ανάμεσα σε παιδιά του γυμνασίου’ «ιστορίες μικρές για ένα άγριο παραθέρισμα». Του ταιριάζουν τα λόγια του Οράτιου στόν Άμλετ: «Από πλάγιους δρόμους να βρείς το δρόμο σου». Ο Βασίλης Στεριάδης είναι ένας δικηγόρος καβαλλάρης που ξέρει τον προορισμό του αν και τα σύννεφα σκόνης που σηκώνει στο πέρασμά του μπορούν καμιά φορά να σκοτεινιάσουν την όρασή μας.
     Αν και ο Τάσος Δενέγρης έχει περισσότερη λογική στη δομή και στη σύνταξή του από τον Στεριάδη έχουν κι οι δύο μια στενή εικονοπλαστική και εκφραστική συγγένεια. Τα κομμένα κεφάλια του Στεριάδη θα μπορούσαν πολύ εύκολα να κολλήσουν στους ακέφαλους ποδηλάτες του Δενέγρη. Οι Κύκλωπές του φοράν γυαλιά ηλίου, οι αναστημένοι λεπροί του (εικόνες του διαλυμένου κόσμου), είναι κομψευόμενοι τύποι που αν και αργοσαπίζουν δίνουν μεγάλη προσοχή στο ντύσιμό τους και τη γενική τους εμφάνιση. Σαν τον Πούλιο εξαγριώνεται ενάντια στην κοινωνική αδικία αλλά μόνο σαν ανθρωπιστής, σαν άτομο που βάλλεται προσωπικά και όχι σαν οπαδός κάποιου πολιτικού πιστεύω. «Ποιός μαχαίρωσε ποιόν;» ρωτάει, «Ποιός φαρμάκωσε ποιόν;» Όλοι μας μοιραζόμαστε μιάν ένοχη συνείδηση απέναντι στον κόσμο. Το αίμα του λύκου σα μια θανατερή, πορφυρή βροχή στάζει επάνω σ’ όλους μας, είτε κρυβόμαστε στην ερωτική σιγουριά πίσω απ’ τα κάγκελα του κρεβατιού μας για να αποκλείσουμε τον εχθρικό, έξω κόσμο, είτε εκεί που τρέχουμε στις καθημερινές μας ασχολίες μας βρισκόμαστε να συμπάσχουμε ολόψυχα με τη γυναίκα που την πάτησε τυχαία ένα αυτοκίνητο. Απ’ όλους τους ποιητές της ομάδας ο Δενέγρης είναι ίσως ο πιο καθαρά υπαρξιστής. Δε ζεί σε μια συγκεκριμένη ιστορική στιγμή, αλλά σε μια ιστορική συνέχεια, αντιπαραθέτοντας όπως ο Κωνσταντίνος Π. Καβάφης, «τη σύγχρονη θλίψη του Γιώργου Σεφέρη, με τους παληούς ήρωες σαν τον Νικηφόρο Φωκά που θα φωτίσουν για μια φευγαλέα στιγμή το μονοπάτι που χαράζει ο άνθρωπος μέσα στην ιστορία. Έτσι συγκρίνει και αντιπαραβάλλει το έγκλημα, την απελπισία και την αλλοτρίωση της εποχής μας με τον ήρωα, τον προδότη, τον ψεύτη, τον τυχοδιώκτη που υπήρχαν και θα υπάρχουν πάντα. Όπως η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρούκ και η Νανά Ησαϊα, έμμονα αισθάνεται τη συνεχή παρουσία του θανάτου ανάμεσά μας πού καμιά φορά μεταμφιεσμένος σε λαχειοπώλη, πουλάει λαχεία στην Πλατεία Κάννιγκος, σ’ όλες τις πλατείες Κάννιγκος του κόσμου, γιατί η Τύχη είναι το τρομαχτικό, παράλογο, υπαρξιακό «χάπενινγκ» της ζωής που εξαλείφει κάθε αίσθηση μοίρας και προορισμού. Η ποίηση για τον Δενέγρη, είναι μια αυστηρά προσωπική έκφραση που δεν μπορεί να ελπίζει ότι θ’ αλλάξει την ύπαρξη του ανθρώπου ή ότι θα τον διδάξει πώς να ξεχωρίζει ανάμεσα στο καλό και το κακό ή να τον οδηγήσει σ’ αυτή ή την άλλη ιδεολογία. Μπορεί όμως να βοηθήσει τον άνθρωπο να ελευθερώσει την παγιδευμένη του φαντασία και να του θυμίσει, ας είναι και αρνητικά, ότι οι αρετές του κουράγιου, της θυσίας, της ευγνωμοσύνης υπάρχουν πραγματικά κι ότι ο άνθρωπος μπορεί να τολμήσει να ξεπεράσει τα όριά του. Ο Δενέγρης είναι ένας υπαρξιακός ιδεαλιστής που με εικόνες τρόμου επιδιώκει να ξεθολώσει το όραμα του ανθρώπου και να αναστήσει το σώμα που ψυχορραγεί. Λαχταράει να βγάλει τον καταρράχτη που σκοτεινιάζει την όραση απ’ τα μάτια των ανθρώπων και να τους κάνει έτσι να δούν όχι μόνο τις κοντινές λεπτομέρειες αλλά και την εξέλιξη του ανθρώπου στη μακρυνή προοπτική της ιστορίας.
     Βασικής σημασίας για την κατανόηση του Δημήτρη Ποταμίτη και της δουλειάς του είναι το ότι από κλίση είναι ποιητής και το επάγγελμά του είναι ηθοποιός. Παίζει με όλη τη σημασία της λέξης γιατί ζωή και τέχνη γι’ αυτόν είναι μια αδιάκοπη αναπαράσταση, ένα αέναο παιχνίδισμα της φαντασίας, μια εκφορά λέξεων, στο χαρτί ή στη σκηνή, έτσι που οι κοινότυπες, φθαρμένες, καθημερινές εκφράσεις παίρνουν νέα ζωή και η χαμένη τους έννοια λαγαρίζει και εξαγνίζεται. Είναι σαν ένας ηθοποιός ή ένας ποιητής, που παίρνοντας από τη ζωή ένα φτηνό σενάριο, καταφέρνει με την τέχνη του, την τεχνική του, τον τρόπο που προφέρει τις λέξεις, που τονίζει τις ιδέες, με τις αποχρώσεις στον τονισμό και τις παύσεις, να δώσει περισσότερο νόημα και ομορφιά στη ζωή πού στην πραγματικότητα είναι κενή και παράλογη. «Πείτε πώς παίζω», λέει, «μά θα τον αλλάξω εγώ τον κόσμο παίζοντας». Γιαυτό το λόγο, χειρίζεται τις λέξεις, τα σύμβολα και τις έννοιές του, σαν ένας επιδέξιος ηθοποιός, πρισματικά ακόμη και με ειρωνικές αντιθέσεις, όπως ο Στεριάδης κι ο Δενέγρης έτσι που οι λέξεις τοποθετημένες η μία απέναντι στην άλλη να ανταλλάσσουν φωτεινές ανταύγειες και να δημιουργούν ένα δραματικό μύθο πού αν και φαίνεται παράλογος όταν τον πρωτακούσεις μπορεί σιγά σιγά ν’ αποκαλύψει το στόχο του, όπως στα έργα του Σάμιουελ Μπέκετ ή του Χάρολντ Πίντερ. Αν ο Στεριάδης προμηθεύει κεφάλια για τα ακρωτηριασμένα σώματα κι ο Δενέγρης τα σώματά τους σε ποδήλατα, ο Ποταμίτης φυλάει για μας στο ψυγείο του ανταλλακτικά μέλη. Και οι 6 ποιητές χρησιμοποιούν σουρρεαλιστικές εικόνες, πάντα όμως για να υπηρετήσουν κάποιο νόημα που αν και δεν φανερώνεται αμέσως καραδοκεί όμως για να μας αιφνιδιάση. Απ’ όλους τους ποιητές (με εξαίρεση της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρούκ), ο Ποταμίτης έχει ίσως τον περισσότερο σεβασμό για τη ζωή, όπου απλές πράξεις όπως το να βγάλει το πουκάμισό του, να πλύνει τα χέρια του, να ξαπλώσει στο κρεββάτι, γίνονται ιερές λειτουργίες. Ζεί σ’ ένα «καθρέφτη αρωμάτων», είναι ο «εκλεκτός των χερουβείμ» και άγγελοι πέφτουν επάνω του και τον δολοφονούν εκστατικά. «Αλλά ποιοι είναι αυτοί οι κύριοι με τα νάϋλον φτερά;» ρωτάει. Κι εγώ του απαντώ ότι είναι ο Ερμής στις διάφορες μεταμορφώσεις του, ο αγγελιοφόρος ανάμεσα στους θεούς και τους ανθρώπους, ανάμεσα στο συγκεκριμένο και το αφηρημένο. Είναι η μεταφορά, η παρομοίωση, η εικόνα, η ίδια η φαντασία. Τελικά, στην πάλη του να λύσει το πρόβλημα της διπλής προσωπικότητας, να παίζει τον άνθρωπο πάνω στη σκηνή και τον ηθοποιό στο δρόμο, να βρεί τον Άλλο Δημήτριο, ο Ποταμίτης βασικά πολεμάει ν’ ανακαλύψει την ταυτότητά του, να συγκεντρώσει όλα τα σκορπισμένα μέλη του στο πρόσωπο ενός πρωταγωνιστή, να ανιχνεύσει την υπαρξιακή έννοια του όντος. Το πρόβλημά του, σε τελευταία ανάλυση, είναι ηθικό γιατί βρίσκει ότι συχνά δεν είναι ο διάβολος εκείνος που μας φράζει τον δρόμο αλλά ο άγιος.
     Ο Λευτέρης Πούλιος είναι ο πιο άγριος, ο πιο στρατευμένος απ’ όλους αυτούς τους ποιητές. Το ανθρώπινο σώμα πού τόσο ακρωτηριάστηκε, βασανίστηκε και ξεσχίστηκε από τον Στεριάδη, τον Δενέγρη και τον Ποταμίτη παραμορφώνεται ακόμη πιο φριχτά από τον Πούλιο, γιατί οι γυναίκες του έχουν στόμα φτιαγμένο από 6 κανόνια και τα κεφάλια των αντρών του είναι στημένα πάνω σε πολυβόλα. Ο ποιητής, ένα γλυκό και γαλήνιο παιδί των Λουλουδιών της εποχής μας με μακρυά μαλλιά, ονειρεύεται λουλούδια να φυτρώνουν από τις κάννες των όπλων που χάσκουν σαν αδηφάγες τρύπες’ «άνθη της νύχτας γεννημένα στο κήπο της ανημποριάς μας». Η εποχή μας του χτυπάει στα ρουθούνια σα μυρωδιά από σφαγμένο κρέας στον πάγκο του χασάπη. Μέσα σ’ αυτό το «σούπερ μάρκετ του σύμπαντος» φωνάζει στο «Θεό της λεφτεριάς»: «Σπείρε στη χώρα μου το σπόρο της δικαιοσύνης». Βλέπει την αδικία, την υποκρισία, τη φιλαργυρεία, το ψέμμα γύρω του παντού, τη γενιά του να σέρνεται με τα τέσσερα σα ζώο με ναρκωτικούς επιδέσμους, κι αγριεύει. Κατουράει σε όλα τα αγάλματα της Αθήνας, και καλεί τον Κωστή Παλαμά «έρημε φωνακλά, άσωτη κλήρα μου» να βγεί έξω απ’ το μπάρ της γειτονιάς τρικλίζοντας μεθυσμένος και να πάνε μαζί να ξεράσουν από αηδία μπροστά στα κλειστά βιβλιοπωλεία. Ο Πούλιος είναι ο πιο τολμηρός απ’ όλους αυτούς τους ποιητές και καταφέρνει να εκφράσει τα νοήματά του όχι με μυστηριώδεις υπαινιγμούς, αλλά με τη δύναμη της φαντασίας και προσωπικότητάς του. Θέλει να ανασύρει τους ποιητές απ’ τα καλάθια των αχρήστων όπου σαπίζουν τόσο καιρό. Θέλει ν’ ανοίξει τα κλειστά βιβλιοπωλεία όλου του κόσμου και να μοιράσει όλο το περιεχόμενό τους στον κόσμο, να πουλήσει τα ποιήματά του στους δρόμους, σαν τον πραματευτή από πόρτα σε πόρτα, και από χέρι σε χέρι σαν τους παλιούς τροβαδούρους,  σαν τον Βάσελ Λίντσαιη. Θέλει ν’ ανέβει στη σκηνή του Γούντστοκ, μαζί με τον Μπόμπ Ντύλαν και την Τζόαν Μπαέζ. Να πηδήσει από το παλκοσένικο (αντίθετα από τον Ποταμίτη) και ν’ ανακατευτεί με τον κόσμο κάνοντας το πρόσωπο του πλήθους δικό του πρόσωπο. Έχει μακρυά μαλλιά, και ξέρει πώς χάχανα τον ακολουθούν μόλις  μπεί σ’ ένα μπάρ. Έτσι πεισματικά φρουρεί τη δική του μοναδική ατομικότητα, κι επιμένει ότι η ποίηση είναι η έκφραση της εσωτερικής συνείδησης του ποιητή, εκεί όπου όλα τα φαινόμενα καθρεφτίζονται, θέλει να διατηρήσει την ταυτότητά του και συνάμα να την χάσει μέσα στο πλήθος. Βασικά ο Πούλιος είναι ένας ιδεαλιστής που συμπάσχει με τον πάσχοντα συνάνθρωπο, διχασμένος ανάμεσα στο άτομο και στο σύνολο, χωρίς να μπορεί σαν τον Ποταμίτη ή τον Στεριάδη να ισορροπήσει τους δυό πόλους του διχασμού με το παιχνίδι, την παράσταση, ή την ακροβασία. Ανίκανος να δεχτεί μια οποιαδήποτε πολιτική ή θρησκευτική αξία και πίστη, ο Πούλιος είναι ο άνθρωπος που αναζητά έναν κοινό μύθο, προσπαθώντας να γράψει μια ποίηση που ελπίζει ότι θ’ αντικαταστήσει τα θρησκευτικά κείμενα με τα πολιτικά φυλλάδια. Μέσα σ’ αυτή του τη συμπόνοια είναι μαζί άγριος κι απαλός, φτάνει ως την έκσταση από αηδία. Τα ποιήματά του είναι λουλούδια που ομορφαίνουν όλο και περισσότερο μέρα με τη μέρα γιατί ρίζωσαν και φυτρώνουν στην κοπριά του σύμπαντος.
     Έτσι όπως ο Ποταμίτης μπορεί να κατανοηθεί σε σχέση με το ρόλο του σαν ηθοποιός το ίδιο ισχύει και για τη Νανά Ησαϊα που είναι ζωγράφος, ακολουθώντας έτσι μια παράδοση και στην Ελλάδα και έξω όπου συχνά η οπτική αίσθηση ενός καλλιτέχνη τον κάνει και ποιητή και ζωγράφο. Στην Αγγλία είχαμε το παράδειγμα του Ντ. Κ. Λώρενς, στην Αμερική του Ε. Κάμμινγκς, στην Ελλάδα του Νίκου Εγγονόπουλου και του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη χωρίς να ξεχνάμε τις ακουαρέλλες και τα κολλάζ του Ελύτη ή τα σχέδια πάνω στα βότσαλα και πέτρες του Γιάννη Ρίτσου. Η πιο τελευταία δουλειά της Ησαϊα είναι γεωμετρικές κατασκευές σε μαύρο, άσπρο και γκρίζο με ανάγλυφες επιφάνειες εδώ κι εκεί, μια αυστηρή αφαίρεση μιάς συγκίνησης βασικά ερωτικής με στραγγισμένο όμως το πάθος ή το χρώμα, ενός κόσμου διϋλισμένων αισθημάτων πού ξεπηδάει όμως από μια καταστροφική, σχεδόν αυτοκτονική ερωτική φύση. Τα ποιήματά της συχνά απευθύνονται σε εραστές που την εγκατέλειψαν κι είναι τελικά σαν να μην υπήρξαν ποτέ, γιατί έχει πιά κοπεί κάθε διάλογος, κάθε επαφή. Ούτε ένας φίλος δεν υπάρχει. Ακόμη κι ο κύκνος, σύμβολο της αθάνατης ψυχής στον Πλάτωνα, είναι απών στην παρουσία του γιατί η Ησαϊα αισθάνεται τον φοβερό τρόμο του να είναι απούσα ανάμεσα σ’ όλα τα φαινόμενα της ζωής πού πάνε να την αγγίξουν και να την εξουσιάσουν. Κι όταν καμιά φορά κάνει κι εκείνη ν’ αγγίξει, ν’ ανταποκριθεί στην κίνηση, δεν βρίσκει παρά κενό, την απουσία, τη μη πραγματικότητα όπου ο άνθρωπος έχει αφαιρεθεί ανάμεσα σε αυτή τη σκηνή και την άλλη, όπου, όπως στο Δενέγρη μπορεί κι αυτή να πεθάνει απ’ τη μια στιγμή στην άλλη σαν τη γυναίκα που τυχαία την πάτησε τ’ αυτοκίνητο. Η ζωή γίνεται έτσι για την Ησαϊα φανταστική και παραισθητική, ένας μηδενισμός που φτάνει συχνά, όπως στον Στεριάδη σε μια μεταφυσική κοροϊδία. Αλλά εκείνο που έχει σημασία για την ποίησή της είναι ότι αν και μεταφυσικά τείνει στη διάλυση, έντονα αντισταθμίζει αυτό το στοιχείο, και στην ποίηση και στη ζωγραφική της, με μια αίσθηση σύνθεσης για να δώσει σχήμα σ’ αυτό που απειλεί να την καταστρέψει. Όσο πιο πολύ τείνει στην καταστροφή, τόσο πιο δυνατή γίνεται η αίσθηση σύνθεσης και αφαίρεσης πού έχει. Στη ζωγραφική πού κάνει σήμερα, απουσιάζει κάθε παράσταση και κινείται μέσα σε μια μονότονη γεωμετρία σχημάτων. Τα ποιήματά της όμως αναγκαστικά, (γιατί οι λέξεις δεν μπορούν εύκολα να αφηρημενοποιηθούν όπως η ζωγραφική) διατηρούν την αμεσότητα της προσωπικής εξομολόγησης, όπως συμβαίνει και στην ποιήτρια Σύλβια Πλάθ πού τόσο θαυμάζει η Ησαϊα, έως ότου τα πρόσωπα, τα αντικείμενα και τα φαινόμενά της να ξαναγίνουν πάλι σάρκα και να μπορούν να πληγωθούν και να στάξουν αίμα. «Το αίμα της ζωής» τότε γίνεται γι αυτήν, σε μια φράση που συνοψίζει την αισθητική της: «Μια παράσταση και μια απορία». Η Νανά Ησαϊα περπατάει πάνω σ’ έναν κόσμο από σπασμένα γυαλιά «κλεισμένη μέσα στο χρόνο, όπως σε ένα κλοιό» για να ξεφύγει από τον ασφυκτικό χρόνο, να πετάξει στην ουράνια γεωμετρία των αφηρημένων ουρανών, χωρίς ν’ αυτοκτονήση. Αυτό είναι το μαρτύριό της και η Θεία Χάρις της.
     Στην Οδύσσεια του Νίκου Καζαντζάκη τρείς νονοί ήρθαν να μοιράνουν τον Οδυσσέα στην κούνια του: ο Προμηθέας, ο Τάνταλος κι ο Ηρακλής που κληροδότησαν στον «Πολύτροπο» μια πονετική κι αχόρταγη καρδιά κι ένα μυαλό που λαχταρούσε να κάνει τον 13ο άθλο. Πάνω από την κούνια της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρούκ, στην Αίγινα στάθηκε για νονός της ο ίδιος ο Καζαντζάκης που θα ήταν ο πρώτος πού θα παραδεχόταν ότι μια τέτοια εύνοια στη ζωή είναι μαζί ευλογία και κατάρα. Πνευματικά ο Καζαντζάκης έδωσε στην Κατερίνα Αγγελάκη-Ρούκ μιάν άγρια επιθυμία να πάρη μέρος στις χαρές της ζωής και του έρωτα, μια λατρεία της φυσικής ομορφιάς, και συνάμα μια απελπισία που συχνά ξεπερνάει το μηδενισμό της Ησαϊας και χτυπάει την πόρτα του θανάτου. Σε μια συζήτηση που είχαν κάποτε αναμεταξύ τους ο Πούλιος είπε ότι ήθελε ν’ αλλάξει τον κόσμο, ο Στεριάδης να τον αναποδογυρίσει κι η Αγγελάκη-Ρούκ είπε ότι ήθελε να τον χαρεί. Μάταιη ελπίδα! Ξέρει ότι «κάθε χόρτο γεμίζει ένα διάστημα με το δικό του θάνατο» κι ότι στην πιο υψηλή στιγμή της ομορφιάς, της έκστασης ή του έρωτα βρίσκεται ένα σκουλήκι καρκίνου κι ότι μετά την άνθιση μόνο ο θάνατος κι η σήψη υπάρχουν σα δυνατότητες. Θα μπορούσε να βάλει για μόττο την πικρή ανακάλυψη του Τζων Κήτς, στην «Ωδή στη Μελαγχολία» ότι:
Ναι, στην καρδιά του Ναού της Απόλαυσης
πίσω από το πέπλο η Μελαγχολία
παντοδύναμη ιερουργεί.
Κανείς δεν τη βλέπει
παρά μόνον εκείνος πού με την ακατάβλητη γλώσσα του
μπορεί και λειώνει το σταφύλι της χαράς στον λεπτό ουρανίσκο του.
     Μόνον εκείνοι που έχουν «λεπτό ουρανίσκο» και μπορούν έτσι να γευθούν απολαύσεις της ζωής είναι ικανοί για τη μεγάλη απελπισία. Γι’ αυτό τα ποιήματά της έμμονα γυρίζουν γύρω απ’ το δυαδικό θέμα του έρωτα και του θανάτου και με μιάν «ακατάβλητη γλώσσα» προσπαθεί να λύσει ή να προσαρμόσει τις αντινομίες ανάμεσα σ’ αυτούς τους δύο αντιμαχόμενους πόλους. Γι’ αυτό πρέπει να βεβηλώσει τα πράγματα που περισσότερο αγαπάει στη φύση έως ότου, όπως στην Ησαϊα και στον Πούλιο, «ο ήλιος δύσει σε ένα κουβά με αίματα, η σελήνη φανεί με βελόνες φωτερές σκαντζόχοιρου, ο ουρανός γίνει ξεραμένη λακούβα «κι ο έρωτας ένα μεγάλο σακί και μέσα ζώα που κλωτσάνε, όνειρα κακά». «Γιατί ο άνθρωπος σκοτώνει αυτό που αγαπάει» είπε ο Όσκαρ Ουάϊλντ. Γι’ αυτό και για την Αγγελάκη-Ρούκ όπως για τον Στεριάδη ή τον Ποταμίτη η ζωή γίνεται η σκιά του Καραγκιόζη’ η σκάλα έχει καεί, τα σκοινιά έχουν κοπεί κι οι τέλεια νικημένοι της ζωής κουβαριάζονται γύρω απ’ το πηγάδι της ζωής και του θανάτου που χάσκει. Όπως η Ησαϊα, η Αγγελάκη-Ρούκ αισθάνεται τη φοβερή απουσία των πραγμάτων και ιδιαίτερα στη δική της περίπτωση των γονιών της που πέθαναν όταν εκείνη ήταν ακόμη σχετικά νέα. Αλλά ενώ η Ησαϊα δηλώνει στη ζωή έναν μηδενισμό που τον ελέγχει με τη δυναμική δομή της ζωγραφικής και της ποίησής της, η Αγγελάκη-Ρούκ δηλώνει τη χαρά της στη ζωή αλλά στην ποίησή της αποκαλύπτει μια πικρή ένδεια. Μέσα στη φαντασία της ξανάχτισε τους γονείς της, προσπαθώντας να ζήσει και να τρυπήσει το δέρμα τους, να αποκτήσει με αμεσότητα αυτό που στερήθηκε, να ονειρευτεί και να εφεύρει τα γονικά, να αναρωτηθεί αν είχαν κι αυτοί κρυφές ζωές κι αμαρτίες, ποιες ήσαν οι λαχτάρες και οι ανάγκες τους και πάνω απ’ όλα αν έμμονα τους καταπίεζε κι αυτούς το αίσθημα της ενοχής, μέσα σ’ αυτή την απίστευτα όμορφη ζωή μας όπου ο καθένας ακολουθεί τη μονότονη καθημερινότητα, τις άχαρες μέρες, τις εποχιακές αρρώστιες, ο καθένας με τα χαρακτηριστικά και τα σουσούμια του. Η ζωή γίνεται μια καισαρική τομή, άκαιρο το παιδί το σπρώχνουν στη ζωή κι εκείνο λαχταρά να γυρίσει στην ασφάλεια της μήτρας. Αλλά τη δελεάζει στον κόσμο ένα λουλούδι, μια δύση, ώσπου τελικά όπως στο Δενέγρη την αιφνιδιάζει ο θάνατος και η καταστροφή. Θρηνώντας σε ώρα τελετής, μέσα στην ενοχή της φωνάζει στη μητέρα της: «Μάνα κινδυνεύω! Τι έκανα λάθος; Αλλά η Μητέρα πού επικαλείται, ξέρουμε πώς είναι η Αειπάρθενος, η Αιώνια Πόρνη, το άλλο πρόσωπο της Αφροδίτης, ο διχασμός που σχίζει τη γυναίκα στα δύο μέσα σ’ όλη την ιστορία της. Η ζωή για την Αγγελάκη-Ρούκ είναι ένα αναποδογυρισμένο φλιτζάνι αλλά ούτε στα φύλλα του τσαγιού ούτε στα κατακάθια του καφέ έχει χαραχθεί η μοίρα ή η πορεία της ζωής μας.
     Έξη ποιητές έξη προσωπικότητες, η κάθε μία με τα δικά της ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και τις διαφορές κι οι έξη όμως με τη θηλειά του υπαρξιακού προβλήματος στο λαιμό τους, προσφέρουν ο ένας στον άλλο την παρηγοριά απ’ τις πληγές τους, βάζοντας πού και πού ένα λουλούδι ο ένας στο χέρι του άλλου, δίνοντας θάρρος ο ένας στον άλλον όχι μόνο με την πίστη τους αλλά και με τις αμφιβολίες τους. Σ’ όλη την Ελλάδα σήμερα υπάρχουν κι άλλες ομάδες από τρείς ή οκτώ ποιητές που ελπίζω να πάρουν θάρρος απ’ το παράδειγμα αυτό των έξη και να μαζευτούν σαν ίσοι για να μεταδώσουν ο ένας στον άλλον χωρίς φθόνο ή κακία, τη συμπαράσταση και την κατανόηση, την πίστη και τη βοήθειά τους. Οι νέοι ποιητές στην Ελλάδα θάπρεπε να είναι βέβαιοι, ότι σ’ αυτούς τους διαλυτικούς και μεταβατικούς καιρούς πού ζούμε γράφουν μια ποίηση που άνετα μπορεί να συγκριθεί μ’ ότι γράφεται στον κόσμο σήμερα.
                                               Κίμων Φράϊερ
Μετάφραση από τα Αγγλικά Κατερίνας Αγγελική-Ρούκ, σ. 5-17.
ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ-ΡΟΥΚ
-Η ΜΑΝΑ ΜΟΥ ΚΙ Ο ΣΑΤΑΝΑΣ
                                            Στον Ph. Ramp.
Τη Μεγάλη Παρασκευή
η Παναγιά ξαναγίνεται το πρόσωπο της ημέρας
κι η δική μου η μάνα ξεμαρμαρώνει
Δε φοράει πιά εκείνο το ρόζ
πού τη θάψανε
κι ούτε κατεβαίνει ολοένα
με το κουτί της μαζί.
Τη Μεγάλη Παρασκευή
η μάνα μου ζωντανή, ζεστή σαν το κερί
φοράει το τετριμένο και μαζί το άλλο.
Το νύχι της το προτελευταίο
παχουλό στις άκρες σαν το δικό μου
άγνωστη
όταν κρυφοσκεφτόταν
και κρυφοαμάρτανε
μακρυά μου
σαν άρχιζε τον ατέλειωτο θάνατό της
ΜΕ ΒΑΣΑΝΙΖΕΙ
Τι έκανα λάθος
ποιο λάθος
ποια συναλλαγή παρέλιψα;
Μονόχνωτο το Πάσχα της ανάμνησης
στο ξύλο πάλι κρέμεται
η ζωή
η βιολέττα με διαπερνάει
ξαπλωμένη στο μαυρόασπρο πλακόστρωτο
ηδονικά
θρηνώ
στη μυσταγωγία του χρόνου
δεν πρόλαβα
δεν θα προλάβω
να βρώ το λάθος
ως την Ανάσταση.

Πόλη παραθαλάσσια
η μάνα δεν αντέχει την υγρασία
βρέχει βρέχει
ο Μώλος φακόσπυρο στην ψυχάλα
ζωές περιωρισμένες
ρυμοτομημένες
σε δύο δρόμους πάθος
τρείς γειτονιές όνειρο
και το καλοκαίρι
να κολλάη απάνω σου
σαν φτυσά των ίδιων πάντα
πέντε ανθρώπων.
Άχαρες ηλικίες
άχαρες μέρες
εποχιακές αρρώστειες
ο καθένας κυκλοφορούσε
με τα σουσούμια του,
τα χαρακτηριστικά του
όλα γνωστά
όπως τ’ όνομά του.
Μάνα μου,
κηδεία πολυπρόσωπη
καπέλλα και συναναστροφές
οι ιστορίες δεν σε σκάβουν
μόνο σε ονοματίζουν
σε τοποθετούν, σε αναφέρουν
όμως εγώ θέλω το μέσα, μέσα, μέσα
το εσωτερικό απ’ το δέρμα σου
το μηχανάκι της αναπνοής σου
κι εκείνο το άλλο
το καλικαντζαρένιο
της σκέψης σου.
Πόσο είχες απ’ αγιωσύνη
πόσο από σκουριά
πόσο είχες την ειρήνη
την έκ γεννετής.

Αρσενικός γερανός
Και με σηκώνεις
κάτω απ’ το μέτωπο
το μπλέ του διαβόλου
το μπλέ οινόπνευμα
το πουριτανικό μπλέ.
Αίματα και δαμάλια
εξαγνισμένα από τη σκόνη
πήγαιναν με τη δύση
την κανιβαλική κόκκινη δύση
του λιμανιού
επίκεντρο σφαγής
πού θειάφιζε.
Με χαϊδεύεις
Με το δικό σου δέος
μαχαίρι φασκιωμένο κουρελόπανα
ο ιππότης πούχασε το άλογο στη μάχη
της αυλίτσας.
Το όνειρο είναι
Σαν αναποδογυρισμένο φλυτζάνι
το αγγίξαμε
ιδρώνει από μέσα
στάζει δρόμους
πευκόφυτες μοίρες
μαντεύω εγώ
μαντεύεις εσύ
μαζί εφευρίσκουμε τη μάνα μου
την τωρινή
ακόμη πιο γλυκειά
πιο καλεστική
με θρέφει ενοχή
η ζωή μου όλη.
Είμαι σκλάβα
σε πιάνω
σκεπάζω με την παλάμη μου
τη μούρη σου,
θέλω.
Η μάνα μου ήθελε άραγε ποτέ
ή πάντα
μούγγριζε
στα μουλωχτά
μ’ όλα τα «θέλω»
στιβαγμένα βαθειά
πέρ’ απ΄ τη φωνή;        
……………….
………………..
Οι κληρονόμοι της μάνας
είναι τα πράγματα
μά εγώ τρίβω τη μουσούδα μου
στα πράγματα
σά γάτα πού λέρωσε στο σαλόνι
καταπίνω μετανοημένη
τά σάλια και τ’ αλάτια μου
και τρέχω να κρυφτώ
στη πάνω σκάλα
το μεγάλο αιλουροειδές
την ανεβαίνω
με κουτρουβαλάει
τη σκαρφαλώνω
και με φτύνει.
Κάηκε το πλατύσκαλο
κοπήκαν τα σκοινιά
μαζεύτηκαν στην άκρη της τρύπας
τά φοβερά σκαθάρια.
Μάνα κινδυνεύω
αιωνία σου η μνήμη
Κινδυνεύω πολύ
Αιωνία σου η μνήμη.     
ΤΑΣΟΣ ΔΕΝΕΓΡΗΣ
-CLOSE-UP
-Η ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΤΟΥ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ ΦΩΚΑ
-HIGH AND DRY
-Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΕΙΑ
-ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ JANE FONDA
Φλάουτο θαλάσσιο σκί
Ταρρώ διαίσθησις
Σε σκάλες
Με άνεμο
Με σκότος
Σε Πορτογαλικό κρεββάτι στο μέγαρο του Ο.Η.Ε.
Στο ύπαιθρο στην Πνύκα ή στην Βρετάνη
Οπουδήποτε
Σαν το σκυλί όπου σε βρώ.

Μαγική εικόνα
Υποτροφία στη στύση μου
Αλεπού πού τριγυρνάς στα έλη.
                                    26 Σεπτεμβρίου 1966
-6
-FLASH
-ΤΟ ΑΙΜΑ ΤΟΥ ΛΥΚΟΥ
-ARTIFICIAL ENERGY
-ΤΡΟΧΑΙΟ ΑΤΥΧΗΜΑ
ΝΑΝΑ ΗΣΑΪΑ
-Ο ΚΥΚΛΟΣ ΤΗΣ ΑΠΟΥΣΙΑΣ
-Ο ΘΕΟΣ
                στον Νίκο Καρούζο
Εμένα μ’ ενδιαφέρει ο Θεός
είπες.
Σε κύτταξα.
Στα μάτια σου φαινότανε ένας
ουρανός άδειος.
Τι είναι Θεός…
Σαν εφηβικό έμοιαζε το θέμα-
Είναι το Μηδέν είπες.

Τι ερμηνεία!
Τι ουρανός μέσα στο ανήσυχο
δωμάτιο-
Θα έλεγα εύκολα πώς ήσουν
ο Θεός
ή πως ήμουν ερωτευμένη-
Δεν νύσταζε ακόμα η νύχτα-
Ένας εχθρός παραμόνευε στο
πρόσωπό σου-
Πέρα από μένα
στα πέρατα του κόσμου
σαν να γύρευες την αρχή
του Ενός
πρίν καταλήξεις πώς ούτε το ένα…
Τι ειρωνεία!
Κι εγώ που άκουσα μαζί σου
τη μουσική του χρόνου-
Γράφω ένα μεταφυσικό ποίημα;
Γυρεύω την εξήγηση του παντός
ή τον εαυτό σου;

Πιστεύω στο Θεό είπες.
Το επιχείρημα έμοιαζε ν’ αρχίζει
από την αρχή-
Τι είναι η μουσική;
Σε κύτταξα-
Είναι το ένα πού ενέχει το δύο
είπες.

Τι εποχή!
Μέσα στο δωμάτιο με τις
ανήσυχες νότες-
Φοβάμαι την έκφρασή μου.
Ακούγεται ειρωνική όπως δεν
ήταν.
Ακούγεται η μουσική;
Στις σιωπές μας;

Σε ό,τι δεν είναι εδώ είναι
ο Θεός είπες-Δεν ξέρω αν
σε αποδίδω πιστά.
Μέσα στη σιωπή θα ακούστηκε
ίσως
και κάτι για τον διαρκή θάνατο
κάτι για την ερωτική ζωή-
Έσμιξε το μέτωπό σου
με την ψυχή σου-
Ένα κενοτάφιο-

Δεν ήταν εκεί ο Θεός
κι ωστόσο θεώρησα πώς εσύ
τον βρήκες.      
-ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΘΡΥΛΟΣ
-ΓΚΟΝΤΑΡ: ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΟΤΑΜΙΤΗΣ
-Ο ΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΕΡΙΣΤΡΟΦΟ Ή Ο ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ
-Ο ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Ή ΤΑ ΔΩΡΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ
-Ο ΜΥΘΟΣ ΤΗΣ ΓΙΑΓΙΑΣ ΜΟΥ
-ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ Ή ΟΙ ΑΓΓΕΛΟΙ ΜΟΥ
-ΕΠΙΜΕΤΡΟΝ Ή ΜΥΘΟΣ ΤΗΣ ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ
-ΟΡΕΣΤΗΣ Ή ΤΟ ΔΕΚΑΤΡΙΑΡΙ
-ΑΠΟΚΕΦΑΛΙΣΜΕΝΟ ΔΕΝΤΡΟ Ή ΑΓΧΟΝΗ ΑΠΟ ΓΡΑΒΑΤΑ
Ο Χάροντας είπες
Ο Χάροντας
Μόνο αυτός
Φοράει γαλάζια
Και τριγυρνάει στ’ αλώνια
Πίνει νερό μές τα κομμένα μου χέρια
Τον είδα τις προάλλες σ’ ενός παιδιού το μέτωπο
Και στις γιαγιάς μου τα χρωματιστά κεντήματα

Να δοκιμάσεις είπε τα βελόνια
Να δοκιμάσεις τις κλωστές
Τά ηλεκτρικά πλυντήρια
Το χάπι του Πάπα
Τις συνεστιάσεις των Κυριακών
Τις υποκλίσεις
Τά πολυβόλα
Το θρησκευτικό έθιμο της ισορροπίας του τρόμου
Στο τέλος να γίνης μια στήλη άλατος
Σ’ ένα πλατύ ποτάμι
Να πίνεις να κοιμάσαι να κάνεις παιδιά
Να τά μαθαίνεις να κάνουν παιδιά σ’ ένα πλατύ ποτάμι
Ο Χάροντας είπες
Ο Χάροντας
Όχι
Η Ζωή
ΛΕΦΤΕΡΗΣ ΠΟΥΛΙΟΣ
ΔΡΟΜΟΙ ΣΤΗ ΚΑΤΑΧΝΙΑ
-ΔΡΟΜΟΙ
-ΕΛΛΑΣ 1949
-ΣΕ ΜΙΑ ΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΤΡΟΛΛΕΫ
-ΝΥΚΤΕΡΙΝΟ
-ΕΝΑ ΑΝΤΡΟΓΥΝΟ
-ΚΡΑΥΓΗ
-ΑΜΕΡΙΚΑΝ ΜΠΑΡ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ
                                       Του Κίμων Φράϊερ
Ανάμεσα στα περιπλανώμενα, βιαστικά, ηλίθια, πρόσωπα
του δρόμου, σε είδα απόψε Κωστή Παλαμά.
σεργιανίζοντας πάνω-κάτω στη μεθυσμένη μου απογοήτευση’
γυρεύοντας μια πόρνη ή ένα φίλο ή την ανάσταση.
Τι βιτρίνες και τι φεγγάρι! Άνθρωποι λογής-λογής
βολτάρουν τη νύχτα’ και σιδερένια σκυλιά που κορνάρουν’
γάτες στους σκουπιδοτενεκέδες και σύ παραμυθά Βέρν
τι γύρευες στην είσοδο της πολυκατοικίας;
Νοιώθω τις σκέψεις σου Κωστή Παλαμά’ άμυαλε
γεροξεφαντωτή καθώς έμπαινες μέσα στο μπάρ
γλυκοκυττάζοντας τις πουτάνες. και πίνοντας ένα
διπλό ουϊσκι. Σ’ ακολούθησα μέσα από ομίχλες
από τσιγάρα και χάχανα λόγω των γυναικείων
μαλλιών μου. Κάθησα να με κεράσεις
πάνω στο σανιδένιο πάγκο. Δίπλα σε μια σειρά
καθισμένα αγάλματα.
-Είμαστε οι ζωντανότεροι τούτης της νύχτας-
Οι χαφιέδες μας κοιτάζουν καχύποπτα και
τα φώτα σβύνουνε σε μια ώρα.
Ποιος θα μας κουβαλήσει στο σπίτι;
Κωστή Παλαμά, έρημε φωνακλά, άσωτη
κλήρα μου. Τι ρωμιοσύνη δασκάλευες με φωτιά
και βουή, ανεβασμένος στη κορφή της ελπίδας,
όταν ξαφνικά η νύχτα πετάχτηκε σά μαχαίρι
απ’ τη θήκη. Κι απόμεινες στη καρέκλα
παράλυτος με τ’ όραμα μιάς αυγούλας
πού άχνιζε.
Νοιώθω σκολιαρόπαιδο πού τούλαχε στραβόξυλο
δάσκαλος. Καιρό λογάριαζα μαζί σου πώς
θα υα πάω. Φρικτό γερασμένο σκυλί πάμε
να ξεράσουμε τ’ αποψινό μας μεθύσι,
σ’ όλες τις πόρτες των κλειστών βιβλιοπωλείων.
Πάμε να κατουρήσουμε όλα τ’ αγάλματα
της Αθήνας’ προσκυνώντας μονάχα του
Ρήγα. Και να χωρίσουμε ο καθένας στο
δρόμο του σά παππούς κι εγγονός πού
βριστήκανε. Φυλάξου καλά απ’ τη τρέλλα
μου γέρο’ όποτε μού τη δώσει θα
σε σκοτώσω.     
-ΕΝΑ ΠΡΑΓΜΑ
-ΤΟ ΚΟΥΤΙ
-Ο ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ
-Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΘΑΡΘΕΙ
ΒΑΣΙΛΗΣ ΣΤΕΡΙΑΔΗΣ
-1-ο δικηγόρος
-2-Σάββατο
-3-ο καβαλάρης
-4-πρωϊνό στην πλάζ
-5-η αρραβωνιαστικιά μου
-6-Ιούλιος Ι
Στο κάτω κάτω είμαι ανισόρροπος. Η ψυχή μου ενίοτε
καίγεται σ’ ένα μικρό λυχνάρι, όπως άλλωστε όλων σαν
εμένα. Ουδεμία σχέση με το λυχνάρι του Αλαντίν
τους εξήγησα και τους γύρισα την πλάτη στο καινούργιο
ρεστωράν για να γίνη ατμόσφαιρα-ταμπαρατούμπαρα.
-6-Ιούλιος ΙΙ
-7-ο γάμος μου και τα πουρνάρια
-8-η Τεριλί
-9-κύκλος
-10-το συγκρότημα ή το τελευταίο και δυνατότερο
Στην σελίδα 99 δημοσιεύονται ενδεικτικές πληροφορίες για τους ποιητές και τις ποιήτριες.
--
      Αυτοί είναι οι Έξη ποιητές και ποιήτριες που αποφάσισε να μας τους συν-παρουσιάσει ο μεταφραστής της «Οδύσσειας» του Νίκου Καζαντζάκη, Κίμων Φράιερ, αλλά και άλλων ελλήνων ποιητών, όπως και τα ποιήματά τους, στο βιβλίου 6 Ποιητές με πρόλογο του, που εκδόθηκε στην Αθήνα το 1971.  Διατήρησα την ορθογραφία τόσο του ΠΡΟΛΟΓΟΥ όπως τον μετέφρασε από τα αγγλικά η ποιήτρια Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ όσο και αυτή των ποιημάτων. Ακόμα και αν διαισθανόμουν ότι μπορεί να είναι τυπογραφικό το λάθος, δεν το διόρθωσα, δεν ήθελα να κάνω καμία ορθογραφική παρέμβαση. Πιστεύω, ότι και οι ορθογραφικές αβλεψίες (εφόσον δεν αλλοιώνουν το νόημα του στίχου ή των λεγομένων) έχουν και αυτές την σημασία τους στην εποχή που εκδόθηκε το βιβλίο, και ίσως και μεταγενέστερα. Πέρα ασφαλώς από την εικόνα που έχουμε για τους γλωσσικούς τύπους της εποχής, τις κλίσεις των ονομάτων ή τους διπλούς τύπους γραφής πχ. είναι και είνε). Η Ποίηση είναι συγκίνηση και όχι γλωσσική ορθότητα. Πολλά ποιήματα ποιητών ή ποιητριών «μπουκώνουν» και όμως μας συγκινούν, κάτι νιώθουμε μέσα μας. Το ρίγος της συγκίνησης του ποιητικού λόγου δεν είναι ορθογραφικό, αλλά η αίσθηση του ποιητικού ίχνους. Εξ άλλου, ιστορική σημασία έχει πλέον για εμάς η συμμετοχή των ποιητών και ποιητριών στην έκδοση αυτή την εποχή εκείνη, ο ποιητικός λόγος των δημιουργών, η θεματολογία των ποιημάτων, οι αφιερώσεις που κάνουν σε άλλους ποιητές, οι σκληρές και ωμές εικόνες που χρησιμοποιούν και υιοθετούν μέσα στο σώμα των ποιητικών τους μονάδων, η κεφαλαιογράμματοι στίχοι που δένουν μέσα στην δομή της σύνθεσης, ο παραληρηματικός λόγος των περισσότερων, ο άλογος πολλές φορές, η υιοθέτηση μακροσκελών ποιητικών συνθέσεων, η μη χρησιμοποίηση σημείων στίξεων, η αρρυθμία, η αναφορά σε πρόσωπα του σύγχρονου κινηματογράφου,  το τι ρεύματα ποιητικά ακολουθούσαν της εποχής τους εντός και εκτός ελλάδας,, (υπερρεαλισμός, αυτόματη γραφή, μείξη του παραδοσιακού στίχου με τον πολύ μοντέρνο, ο κόσμος που καταγράφουν, οι κοινωνίες που περιγράφουν, τα αντικείμενα καθημερινής χρήσης που γίνονται ποιητικά σύμβολα. Εκτός από τον Πούλιο, καμιά άλλη αναφορά δεν γίνεται στις παλαιότερες γενιές των ποιητών, η περίπτωση του Νίκου Καρούζου φαίνεται ότι είχε άλλη διαδρομή στην ποιήτρια Νανά Ησαϊα, η οποία στο ποίημά της για τον γάλλο σκηνοθέτη Ζαν Λυκ Γκοντάρ, πριν του ποιήματος παραθέτει απόσπασμα από τον ποιητή Μίλτο Σαχτούρη, που σημαίνει μάλλον σταθερές καταβολές της ποίησής της) και φυσικά, το τι μας λέει ο Κίμων Φράϊερ για την ποιητική τους κατάθεση μέχρι την περίοδο εκείνη. Πενήντα περίπου χρόνια πίσω. Πώς αντιλαμβάνεται και ερμηνεύει τον ποιητικό λόγο των τότε νέων ελλήνων ποιητών και ποιητριών και τι επιλέγει. Οι κρίσεις του Φράϊερ είναι εύστοχες, καίριες, εξετάζουν την σύνολη σχεδόν ποιητική ατμόσφαιρα που κινούνται οι έλληνες νέοι ποιητές και ποιήτριες. Οι παρατηρήσεις που κάνει για τον ποιητικό λόγο των νέων τότε ελλήνων ποιητών, το ποιητικό κλίμα μέσα στο οποίο εντάσσει τους δημιουργούς, οι επιμέρους σχολιασμοί  του για την ιδιαίτερη ατμόσφαιρα της ποίησης του κάθε συγγραφέα, τα αποσπάσματα που επιλέγει για να τεκμηριώσει τις θέσεις του, η ακρίβεια των τοποθετήσεών του, το δωρικό αλλά όχι σκοτεινό ύφος του, οι ακριβείς εκφράσεις του, ο κοφτός αλλά όχι στεγνός λόγος του, τέλος, το ευρύτερο πλαίσιο μέσα στο οποίο κινούνται, και εντάσσει τα έργα, οι επιρροές και οι καταβολές τους από πρόσωπα της αμερικάνικης μουσικής κουλτούρας και ποίησης και νεανικά κοινωνικά επαναστατικά ρεύματα των δεκαετιών 1950, 1960 μας δείχνουν το πώς έβλεπε και αντιμετώπιζε ο Κίμων Φράϊερ τον σύγχρονο ελληνικό ποιητικό λόγο και την σημασία που του έδινε. Βαθύς γνώστης της ευρωπαϊκής και της αμερικάνικης ποιητικής παράδοσης και των μοντέρνων ρευμάτων της παγκόσμιας τέχνης, μια και αυτήν δίδαξε ως καθηγητής πανεπιστημίων στην Αμερική, συνειδητά και με αγάπη προβάλλει την ελληνική ποίηση ισόκυρα δίπλα στης ευρωπαϊκή. Όποιος έχει ασχοληθεί με τον δοκιμιακό λόγο του Κίμων Φράϊερ, τις εισαγωγές και τους προλόγους του στους έλληνες δημιουργούς θα παρατηρήσει ότι σχεδόν πάντοτε συσχετίζει τον έλληνα ποιητή που μεταφράζει ή το έργο που μεταφράζει με το διεθνές λογοτεχνικό στερέωμα. Με σημαντικούς συγγραφείς του ευρωπαϊκού και αμερικάνικου χώρου. Ο Φράϊερ σήκωσε στους ώμους του τον ελληνικό ποιητικό λόγο και την παράδοσή του, και τον εναπόθεσε ισότιμα δίπλα στον ευρωπαϊκό και αμερικάνικο ποιητικό Παρνασσό. Και αυτό, ήταν ένας άθλος για την εποχή του. Η ελληνική ποιητική φωνή ακούστηκε και διαβάστηκε διεθνώς χάριν στις μεταφράσεις του Φράϊερ. Του το οφείλουμε, και αυτοί που τους μετέφρασε στο αγγλόφωνο κοινό και αυτοί που δεν τους μετέφρασε. Στα κατοπινά χρόνια ασφαλώς τα μεταφραστικά πράγματα πήραν τον δρόμο τους, αλλά τον δρόμο τον είχε στρώσει μεθοδικά και συστηματικά ο Κίμων Φράϊερ. Όπως οι μελλοντικοί ερευνητές, θα μιλούν για την σπουδαία μετάφραση στα ελληνικά του έργου «Οδυσσέας» του Τζαίημς Τζόϋς από τον Σωκράτη Καψάσκη, ή έργων του Αρθούρου Ρεμπώ από τον Χριστόφορο Λιοντάκη κλπ.