Κυριακή, 3 Ιουνίου 2018

ΟΜΟΚΕΝΤΡΑ


                         ΟΜΟΚΕΝΤΡΑ

     Ο ιστορικός της λογοτεχνίας και λαογράφος, συγγραφέας και κριτικός, ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών Μιχάλης Γ. Μερακλής, για αρκετές δεκαετίες, αρθρογραφούσε και δημοσίευε τις απόψεις και τις θέσεις του σε ζητήματα που αφορούσαν την ελληνική λογοτεχνία, τα έργα της και τα πρόσωπα που την διαμόρφωσαν, τις σχολές και τα ρεύματά της, εκτός από τα αμιγώς λογοτεχνικά έντυπα και περιοδικά,  σύμμεικτους τόμους, τόμους αφιερωματικούς και σε διάφορες ημερήσιες πολιτικές εφημερίδες, όπως το «Έθνος», η «Εβδόμη», ο «Ριζοσπάστης» και σε άλλες. Στην Κυριακάτικη έκδοση της πολιτικής-κομματικής εφημερίδας «Ο Ριζοσπάστης» για μεγάλο διάστημα-από όσο γνωρίζω-του είχε παραχωρηθεί μία στήλη με τον γενικό τίτλο «ΟΜΟΚΕΝΤΡΑ». Στο Κυριακάτικο αυτό μονόστηλο ο Μιχάλης Γ. Μερακλής δημοσίευε τις θέσεις και τις κρίσεις του για πρόσωπα της λογοτεχνίας, για ποιητές, για λογοτεχνικά έργα, για βιβλία που διάβαζε αλλά και για ανώνυμους καθημερινούς έλληνες της διπλανής μας πόρτας, που με τον έναν ή άλλον τρόπο συνδέθηκαν με τον πολιτικό χώρο και την ιστορία που η κομματική εφημερίδα του κομμουνιστικού κόμματος ελλάδος εκπροσωπούσε. Μικρά κείμενα και σχόλια, όπως το απαιτεί ο χρόνος της επικαιρότητας, των συγκεκριμένων αφιερωμάτων, και ο περιορισμένος χώρος μιας εφημερίδας που διαθέτει σελίδες της ύλης της σε θέματα λογοτεχνίας προσανατολισμένης κομματικά, στρατευμένης στον χώρο της κομμουνιστικής αριστεράς τέχνης και του πολιτισμού. Είναι εύλογο, εφόσον τα σύντομα αυτά κείμενα δημοσιεύονταν σε ένα καθαρά κομματικό έντυπο με ιστορία και παράδοση να έχουν πολιτικό πρόσημο. Πλείστα από αυτά, να εντάσσονται μέσα στην μεγάλη κατηγορία των δημοσιευμάτων που παλαιότερα, χρησιμοποιούσαμε τον όρο εντός ή εκτός εισαγωγικών στρατευμένα. Είχαν δηλαδή έναν χρωματισμό πολιτικό και μία ατμόσφαιρα που προέρχονταν από την άμεση ή έμμεση συμμετοχή των προσώπων, των συγγραφέων και των έργων τους με τον παραδοσιακό και ορθόδοξο κομμουνιστικό χώρο. Παρόλα αυτά τα εύλογα, τα κείμενα του καθηγητή Μιχάλη Γ. Μερακλή διακρίνονταν για την αντικειμενικότητά τους, την δίκαιη κρίση τους, την ευστοχία των προβληματισμών τους, την μνημονική τους αναφορά, την ιστορικότητά τους, την σαφήνεια των διαπιστώσεών τους, της ευστοχίας των επισημάνσεών τους, τον ιδιαίτερο, ελληνικό χρωματισμό τους. Κείμενα που εντάσσονταν μέσα στο ευρύτερο πολιτιστικό πλαίσιο της νεότερής μας ιστορίας και του πολιτισμού και των κατά διαστήματα έρευνας ζητημάτων που αφορούσαν την ελληνική μας ιδιοπροσωπεία τον πολιτικό και πολιτιστικό χαρακτήρα των ελλήνων και των ιστορικών του συμπεριφορών. Σε συλλογικό και ατομικό επίπεδο. Κείμενα που διερευνούσαν επίσης, λογοτεχνικούς προβληματισμούς, κοινωνικές στάσεις και ιστορικές συμπεριφορές διαφόρων λογοτεχνών που συνδέθηκαν με τον συγκεκριμένο πολιτικό χώρο, αλλά, και την ελληνική μας ταυτότητα γενικότερα. Εξέταζαν και σχολίαζαν στιγμές, γεγονότα, περιπτώσεις της πρόσφατης ελληνικής ιστορίας,-εννοώ την περίοδο του πολέμου, της κατοχής, του εμφυλίου σπαραγμού και των μεταγενέστερων πέτρινων πολιτικά χρόνων όπως συνηθίζεται να αποκαλούνται οι ιστορικές δεκαετίες μετά το 1950. Ο λόγος του καθαρός και φιλάνθρωπος, η γραφή του συγκαταβατική και μετρημένη, το ύφος του απλό χωρίς κρυφές διχαστικές χαραμάδες, χωρίς ακρότητες, χωρίς αγκυλώσεις, που θα απομάκρυναν έναν αναγνώστη που δεν ασπάζεται τον ιδεολογικό χώρο που εκπροσωπεί η εφημερίδα και ακολουθούσε, και ο συγγραφέας σαν έλληνας πολίτης. Μικρά κείμενα με ταυτότητα και έμπνευση, άποψη, που περιστρέφονταν επαναλαμβάνω, γύρω από τον ελληνικό πολιτισμό, την ιστορία και την παράδοση. Η παράλληλη συστηματική και επιστημονική ενασχόληση του Μιχάλη Γ. Μερακλή και με τον χώρο της ελληνικής Λαογραφίας και του Λαϊκού μας πολιτισμού του παρείχε τα απαραίτητα εφόδια και τις εγγυήσεις ώστε να εμπλουτίζει τα καθαρά κείμενά του που αφορούν την λογοτεχνία και την ποίηση με στοιχεία, που συνόρευαν με αυτήν και τον λόγο του να αποκτά άλλη βαρύτητα και λυρικότητα. Σε ορισμένα από αυτά τα δημοσιεύματα της στήλης «ΟΜΟΤΕΧΝΑ», όπως και σε άλλες σελίδες της εφημερίδας κατά καιρούς, ο καθηγητής ασχολήθηκε με την σύνολη ποιητική παρουσία, ή μέρος της θεματολογίας του έργου του, του ποιητή της Ρωμιοσύνης Γιάννη Ρίτσου και της μεγάλης του προσφοράς τόσο στην ελληνική κοινωνία με τους ατομικούς του αγώνες, και στα ελληνικά γράμματα και τον ελληνικό πολιτισμό.
     Το ογκώδες και πολύπλευρο ποιητικό έργο του ποιητή Γιάννη Ρίτσου, αυτό το ωκεάνιο γλωσσικά έργο, το πολύστικτο αναφορών, που ίσως, στο σύνολό του, να μην έχει ακόμα διαβαστεί από μεγάλες «μάζες» ελλήνων αναγνωστών, σε σχέση με αυτές που το έχουν τραγουδήσει και ψιθυρίσει σε πολιτικές, κοινωνικές και λαϊκές συγκεντρώσεις στους δρόμους, στις διάφορες συναυλίες, στις πλατείες, μια που, ο έντεχνος ποιητικός λόγος του ποιητή Γιάννη Ρίτσου βρίσκονταν διαρκώς εν εξελίξει,-ακόμα και τις περιόδους που ο εθνικός μας μουσικοσυνθέτης Μίκης Θεοδωράκης το μελοποιούσε και το έκανε κατανοητό και ευκολοχώνευτο στις συνειδήσεις εκατομμυρίων ελλήνων. Και ίσως, βρίσκεται ακόμα σε εξέλιξη μια και ακόμα υπάρχουν αρκετοί ακυκλοφόρητοι τόμοι με ανέκδοτα έργα του. Εργατικότατος και πολυγραφότατος, παραγωγικότατος ίσως πέραν του δέοντος ο Γιάννης Ρίτσος μας κληροδότησε όχι μόνο ένα πολυστρωματικό και πολυθεματικό έργο, αλλά, ένα έργο που διακρίνονται οι εσωτερικές «ζώνες» ταυτότητάς του, πολλές φορές πολύ διαφορετικές από αυτές που μάθαμε από τις πολιτικές μας αναγνώσεις να το εντάσσουμε, καταχρηστικώς, ίσως και εξαιτίας της προσωπικής του στράτευσης, των συνεχών πολιτικών του αγώνων, των ατομικών του εξοριών, της κοινωνικής προσφοράς του σε όλη την διάρκεια του ταλαιπωρημένου βίου του. Πολλές φορές μάλιστα ο ίδιος ο ποιητής εκών άκων επισκίασε και την ποιητική παρουσία άλλων ομοτέχνων του και ομοϊδεατών του δημιουργών, που μπορεί να μην είχαν τον ίδιο όγκο εργασίας, επέδειξαν όμως το ίδιο αγωνιστικό φρόνημα σε δύσκολους καιρούς και μας κληροδότησαν και εκείνοι σημαντικές και πολύτιμες συγγραφικές και ποιητικές καταθέσεις. Αυτό όμως είναι ένα άλλο κεφάλαιο.
     Το έργο του Γιάννη Ρίτσου είναι μία μεγάλη, πολύχρωμη και πολυσύνθετη τοιχογραφία ιστορικών γεγονότων και πολιτικών στιγμών της ελληνικής ιστορίας του προηγούμενου αιώνα. Ο αγωνιζόμενος για εθνική ανεξαρτησία και κοινωνική δικαιοσύνη έλληνας-άνθρωπος και τα προβλήματά του, οι πολιτικοί του αγώνες και οι κοινωνικές του αγωνίες, οι ιδεολογικές του μάχες, οι νίκες ή ήττες του μέσα στο ιστορικό πλαίσιο της δεδομένης χρονικής στιγμής που αυτές διεξήχθησαν, οι φιλοσοφικές του αρχές και πανάρχαιες της ζωής αξίες, τα υπαρξιακά του ερωτήματα και οι όποιες αναζητήσεις του, τα θρησκευτικά του πιστεύω και οι διαχρονικές του παραδόσεις και εθιμικές συνήθειες, οι μεταφυσικές του αγωνίες, η παιδεία του, τα αισθητικά του πιστεύω και οι σταθμοί της πολιτιστικής διαδρομής του, τα ρεύματα της παράδοσης του ποιητικού του λόγου και της τέχνης, και ένα σωρό άλλα θέματα, προβληματισμοί και ερωτήματα επώνυμων και ανώνυμων ελλήνων εικονίζονται άμεσα ή έμμεσα πάνω στο τεράστιο αυτό ποιητικό φρέσκο των συνθέσεων του ποιητή Γιάννη Ρίτσου. Ο σύγχρονος αναγνώστης της ποίησης του ποιητή της Ρωμιοσύνης, ο νεοέλληνας της ζωής των κινητών τηλεφώνων και των τάμπλετ, μπορεί να συναντήσει μέσα στις δημιουργίες του από τα πλέον απλά καθημερινά συμβάντα ενός ανθρώπου έως τα σημαντικά και καταλυτικά της εξέλιξης της ιστορίας της πατρίδας του. Από το αδιόρατο θρόισμα ενός φύλλου μέχρι το σιγαλόφωνο κελάιδισμα ενός πουλιού. Από μια σπασμένη μοναχική καρέκλα και ένα σκονισμένο έπιπλο μέχρι ερειπωμένα παλαιά αρχοντικά οικογενειών που κρύβουν μέσα στις άδειες κάμαρές τους την ιστορία και τα μυστικά, τους έρωτες και τους θανάτους, τα μνημόσυνα και τις χαρές δεκάδων ανθρώπων. Μπορούμε όλοι μας να ακούσουμε μια ανθρώπινη φωνή μοναξιάς που δέεται στο χρόνο έως το πολύβουο πλήθος ανθρώπων που παλεύει για έναν καλύτερο και δικαιότερο κόσμο. Να ακούσουμε τον παφλασμό των θαλάσσιων κυμάτων έως τον ήχο και τους μαγευτικούς τονισμούς μιας μουσικής σονάτας. Να ανακαλύψου τον χρωστήρα ενός ζωγράφου μέχρι τα εργαλεία ενός χτίστη, ενός οικοδόμου, ενός εργάτη. Να ακουμπήσουμε τα καθημερινά σκεύη μιας νοικοκυράς που καθαρίζει φρέσκα φασολάκια στην ασπρισμένη αυλή ενός σπιτιού της ελληνικής επαρχίας ή των φτωχών συνοικιών των μεγάλων αστικών πόλεων. Να διαβάσουμε την εξιστόρηση της γενιάς και της μοίρας βασιλικών οικογενειών της αρχαιότητας μέχρι τις ιστορίες ανώνυμων εργατών,  τα βάσανα που σηκώνουν στους ώμους τους αγωγιάτες και άνθρωποι του μόχθου και της καθημερινής βιοπάλης. Την Ζωή και την Τέχνη, τα μυστικά και τις χαρές τους, τα πάντα εμπεριέχει το πολύαστρο ποιητικό σύμπαν του Γιάννη Ρίτσου. Από περιγραφές χρωμάτων και αποχρώσεών τους μέχρι λιακωτά και αρχαιολογικά ερείπια. Από πολιτικά πρόσωπα και ήρωες της ιστορίας μέχρι μαυρομαντιλούσες ανώνυμες κυράδες Από μανάδες που μοιρολογούν το μοναχοπαίδι τους μέχρι μουσικές καντάτες και πιανιστικά ακούσματα.. Μια τοιχογραφία που εικονίζει με φωτεινά χρώματα και ελπιδοφόρες σκιές τον έλληνα άνθρωπο, την ιστορία του, την παράδοσή του και ταυτόχρονα, τον παγκοσμιότητά του, τον οικουμενικό άνθρωπο πάνω στη γη. Αυτόν που η παράδοσή του και η ιστορία του τον δίδαξε να αγωνίζεται για το κοινωνικό καλό ολάκερης της οικουμένης. Να μάχεται τις σκοτεινές δυνάμεις της ατομικής του Μοίρας και να ατενίζει το μέλλον με αισιοδοξία χωρίς μοιρολατρία.
Ελληνοκεντρικός και παγκόσμιος ο λόγος του ποιητή Γιάννη Ρίτσου. Μοναχικός και πολύβουος. Δημώδης και έντεχνος. Φλύαρος και λακωνικός. Περίκλειστος στην μεγαλοσύνη του ποιητικού του οραματισμού και ανοιχτός σε κάθε νέα ανθρώπινη περιπλάνηση. Συλλέκτης λέξεων και δημιουργός ακαταπόνητος. Ποιητής και Ζωγράφος μαζί.
     Το έργο του Γιάννη Ρίτσου προσφέρει την ευκαιρία στον αναγνώστη του να κάνει πολλαπλές αναγωγές και ερμηνευτικά πλησιάσματα ακόμα και στις μέρες μας που οι καιροί και οι ιστορικές και πολιτικές συνθήκες ζωής έχουν αλλάξει δραματικά, και ο ρόλος της ποίησης στις ζωές των ανθρώπων έχει περιοριστεί σε γενικόλογες αναφορές και ποιητικά κλισέ. Ο λόγος των σύγχρονων ποιητών είναι ίσως, ότι ο λόγος του μοναχικού καβαλάρη στο γνωστό μας καρτούν. Δεν κοινωνεί στις συνειδήσεις και τις ζωές των σύγχρονων νεότερων ελλήνων και ελληνίδων. Τούτου δοθέντος, θα αναρωτηθεί κανείς ότι δεν πρέπει να διαβάζουμε τους παλαιότερούς μας ποιητές και πεζογράφους; Τουναντίον τώρα μάλλον χρειαζόμαστε την ποιητική τους φωνή και τον λόγο τους περισσότερο. Είναι το λάλον ύδωρ που οφείλουμε να κουβαλάμε μαζί μας σε αυτούς τους δύσκολους καιρούς, σε αυτό το μέλλον που προκαταβολικά βιώνουμε και έχει πολύ ξηρασία που έγραψε ένας άλλος ποιητής ο Μιχάλης Κατσαρός.
     Από το ποιητικό πανόραμα της ποίησης του Γιάννη Ρίτσου, άλλος μπορεί να επιλέξει την πολιτική του πλευρά, άλλος την ιδεολογική του, άλλος τον υπαρξιστή Ρίτσο, άλλος τον θρησκευτικό ποιητή. Άλλοι αναγνώστες του να χαρούν τις αρχαιόθεμες συνθέσεις του, άλλοι την θεατρική του πλευρά που είναι διάσπαρτη μέσα σε αυτό, άλλοι την φιλοσοφική του εκδοχή, άλλοι την αισθητική του, την μουσική του. Μπορούμε να σταθούμε στα εσωτερικά ρεύματα και τις ανοιχτές συνομιλίες που έχει ο ποιητής με πρόσωπα της ελληνικής παράδοσης, του πολιτισμού, της ιστορίας, τα έργα τους. Μπορείς να σταθείς στην πολύοσμη και πολύχρωμη γλώσσα που χρησιμοποιεί, για να οικοδομήσει την πανοραμική του εικονοποιία. Στην οικοδόμηση ενός ποιητικού μοντέλου, και τι θέση πρεσβεύει για τον ρόλο του ποιητή μέσα στην κοινωνία. Υπάρχει και ο ερωτικός Ρίτσος και στο πως παρουσιάζει και διαπραγματεύεται το γυναικείο και το αντρικό κορμί και τα μέλη του. Ίσως θελήσουμε να σταθούμε στο αξιακό του σύστημα. Είναι τόσα πολλά τα θέματα, τα πρόσωπα, τα γεγονότα οι καταστάσεις που στέκεται, παρατηρεί, σχολιάζει και φωτίζει ο ποιητικός λόγος του Γιάννη Ρίτσου, που μόνο μια διαρκή και εξακολουθητική αφοσίωση στο πολύτομο έργο του θα μπορούσε να μας σκιαγραφήσει και ερμηνεύσει τις πιο μικρές του λεπτομέρειες, μέσα στο χρόνο της εξέλιξής του.
     Ο Μιχάλης Γ. Μερακλής έχει αναφερθεί σε αρκετά δημοσιεύματά του, σε μελέτες του και σε βιβλία του για τον ποιητή ποικιλοτρόπως. Από το μικρό μου αρχείο, χωρίς να συγκρίνω ή να αναζητώ αν έχει ξαναδημοσιευτεί και σε άλλα του έργα γνωρίζω τα εξής μικρά ή μεγάλα μελετήματα του καθηγητή για τον Ρίτσο που δημοσιεύτηκαν όλα σε διαφορετικές χρονικές ημερομηνίες στην ίδια κομματική και πολιτική εφημερίδα, «Κυριακάτικος Ριζοσπάστης». Πιθανών να έχουν δημοσιευτεί και άλλα, απλά γνωρίζω μόνο τα συγκεκριμένα:
Στην σειρά «ΟΜΟΚΕΝΤΡΑ»
Α) 22/5/1994, σ.3, Για τη «Ρωμιοσύνη» του Ρίτσου (Ι)
Β) 29/5/1994, σ.3, Η «Ρωμιοσύνη» του Ρίτσου
Γ) 4/4/1993, σ.3, Ο αγαπημένος ποιητής
Δ) 30/4/1995, σ.3, Γιάννης Ρίτσος (1909-1995)
Ε) 12/11/1995, σ.3, Χαρμόσυνο γράμμα στο νεκρό φίλο
ΚΑΙ
Α) 8/11/1992, Ένα πρότυπο ένταξης
Β) 8/11/1992, σ.29,  Η κομμουνιστική πίστη του ποιητή
Γ) 9/5/1993, σ.28, Έλεγε: «σύντροφε» και προχωρούσε…
Δ) 7/11/1993, σ.33, Ο Γιάννης Ρίτσος και το αίτημα της μνήμης
Ε) 20/11/2005, σ.3-, ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ 15 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟΥΣΙΑΣ. Αθάνατος και διαχρονικός ο «Ποιητής της Ρωμιοσύνης»
     Από τα δέκα αυτά δημοσιεύματα αντιγράφω προς το παρόν αυτά της στήλης «ΟΜΟΤΕΧΝΑ». Όλα υπογεγραμμένα  από τον ομότιμο καθηγητή πανεπιστημίου και ιστορικό της ελληνικής λογοτεχνίας Μιχάλη Γ. Μερακλή.
ΓΙΑ ΤΗ «ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ» ΤΟΥ ΡΙΤΣΟΥ (Ι)
     Μια ισπανική μετάφραση της «Ρωμιοσύνης» πρόκειται να δει το φως της δημοσιότητας. Ένας σύντομος πρόλογός μου θα την συνοδεύσει. Και έκρινα ενδιαφέρον να τον μεταφέρω και εδώ, αυτήν και την επόμενη Κυριακή.
      Τι είναι η «Ρωμιοσύνη» του Ρίτσου; Είναι η Ρωμιοσύνη των Ελλήνων. Ή έλλειψη του νερού και ο πλούτος του ήλιου. Είναι το άπορο, σκληρό τοπίο, που εντούτοις δεν αφήνει τον κάτοικό του να απελπιστεί, γιατί το άπλετο φώς του χαρίζει μια σταθερή εξωστρεφή αισιοδοξία.
     Ωστόσο το ποίημα γράφτηκε στην απαίσια για τον τόπο διετία-τριετία 1945-1947. Το αριστερό κίνημα έχει συντριβεί, οι ηττημένοι αγωνιστές, που απειλούνται να πεθάνουν σαν «ψοφίμια» (όπως έλεγαν οι Κλέφτες των αιώνων της Τουρκοκρατίας), στις πόλεις και τα χωριά, παίρνουν σιγά σιγά την απόφαση να πεθάνουν σαν «σφαγάρια», πάνω στα βουνά: η πατρίδα βρίσκεται στα πρόθυρα του Εμφυλίου. Η ανάβαση σ’ ένα νέο Γολγοθά έχει αρχίσει, πριν καν οι άνθρωποι να δουν την ανάσταση της Ανθρωπότητας-το 1945 τελειώνει ο μεγάλος Πόλεμος. Ο ποιητής αγωνίζεται να παρηγορηθεί, να αισιοδοξήσει’ για να μπορέσει να παρηγορήσει τους άλλους, να τους κάνει να αισιοδοξήσουν: «Τόσα χρόνια πολιορκημένοι από στεριά και θάλασσα,/όλοι πεινάνε, όλοι σκοτώνονται και κανένας δεν πέθανε-/πάνου στα καραούλια λάμπουνε τα μάτια τους,/μια μεγάλη σημαία, μια μεγάλη φωτιά κατακόκκινη/ και κάθε αυγή χιλιάδες περιστέρια φεύγουν απ’ τα χέρια τους/για τις τέσσερις πόρτες του ορίζοντα».
     Ασφαλώς η αισιοδοξία αυτή δεν μπορεί να είναι ανύποπτη: από παντού παραμονεύει ο θάνατος, είναι μια αισιοδοξία με την επίγνωση της τραγικότητας των ημερών εκείνων: «πόσο θα στίψει ακόμα η μάνα την καρδιά της πάνου απ’ τα εφτά σφαγμένα παλικάρια της/ ώσπου να βρεί το φώς το δρόμο του στην ανηφόρα της ψυχής της…».
Κι όμως-επειδή πρέπει: «ποιο κλειδί θα σου κλειδώσει την καρδιά που με τα δυο θυρόφυλλά της διάπλατα /κοιτάει του Θεού τ’ αστροπερίχυτα περβόλια;».
Η «ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ» ΤΟΥ ΡΙΤΣΟΥ
     Η «Ρωμιοσύνη» δομείται πάνω σε μια συνεχώς επανερχόμενη εναλλαγή πόνου και αισιόδοξης προσδοκίας, ενός περιώδυνου παρελθόντος και παρόντος και ενός γαλβανιζόμενου από ελπιδοφόρες επαγγελίες μέλλοντος’ αυτός ο λαός δοκιμάζεται «χρόνια τώρα»,-αιώνες τώρα,-και ελπίζει’ δοκιμάζεται και ελπίζει…
     Η καμπάνα, αυτό το συναρτημένο με τη βαθύτερη θρησκευτικότητα του ελληνικού λαού στοιχείο, το οποίο συγχρόνως είχε και μια πολύ ευρύτερη λειτουργικότητα στην παραδοσιακή κοινότητα, σημαίνοντας το χρόνο, αλλά και τα σπουδαία γεγονότα που λάβαιναν χώρα,-θάνατος, γιορτές, έκτακτα περιστατικά,-ακούγεται και στη «Ρωμιοσύνη», συνοδεύει την ακατάπαυστη εναλλαγή πόνου και ελπίδας: «Κάθε που βραδιάζει με το θυμάρι τσουρουφλισμένο στον κόρφο της πέτρας/ είναι μια σταγόνα νερού που σκάβει από παλιά τη σιωπή ως το μεδούλι/είναι μια καμπάνα κρεμασμένη στο γεροπλάτανο που φωνάζει τα χρόνια».
      Αλλά παρακάτω, σε μιαν απ’ τις ανακυκλήσεις του μαύρου και του άσπρου, ύστερα από κάποιους σχεδόν αβάσταχτα μελαγχολικούς στίχους (που τους αθανάτισε και η μουσική του Θεοδωράκη, μαζί με τη φωνή του Μπιθικώτση), οι ήχοι της καμπάνας αναμένονται αναστάσιμοι: «Σώπα, όπου νάναι θα σημάνουν οι καμπάνες./ Αυτό το χώμα είναι δικό τους και δικό μας./ Κάτω απ’ το χώμα, μες τα σταυρωμένα χέρια τους,/ κρατάνε της καμπάνας το σκοινί-προσμένουνε την ώρα, δεν κοιμούνται, δεν πεθαίνουν,/ προσμένουν να σημάνουν την ανάσταση…».
     Μισόν αιώνα από τότε, όπου ο Ρίτσος έγραψε τη «Ρωμιοσύνη», πόσα δεν έγιναν στον κόσμο,-προπάντων στον κόσμο, στον οποίον αφοσιώθηκε ο ίδιος, πονώντας και χαίροντας, διαδοχικά! Προκειμένου να γράψω τα λίγα αυτά λόγια, ξαναδιάβασα το ποίημα. Και λέω ειλικρινά, ότι δε γέρασε’ γιατί δεν περιέχει καμιάν ουτοπική αφέλεια: έχει αφομοιώσει τη γεύση του θανάτου, της ήττας, του πόνου, ακόμα και της απόγνωσης’ δε θα μπορούσα να φανταστώ πιο επίκαιρους στίχους από αυτούς εδώ: «Απάνω στα μεντένια οι σκοτωμένοι καπετάνιοι ορθοί φρουρούν το κάστρο’/ κάτου απ’ τα ρούχα τους, λιώνουν τα κρέατά τους./ Ει, αδέρφι, δεν απόστασες;».
     Βεβαίως το ποίημα έχει, όπως είπα ήδη επανειλημμένα, αφομοιώσει και την προσδοκία ενός καλύτερου αύριο. Αλλά ποιος δεν προσδοκά, σήμερα, ένα καλύτερο αύριο, αφού το παρόν-σε όλο τον κόσμο-είναι τόσο κακό, τόσο αφόρητα άσχημο; Αυτό που φαίνεται τόσο ανέφικτο, τόσο μακρινό (η υπέρβαση του κακού παρόντος) είναι και η μόνη νοητή λύση σωτηρίας του κόσμου: «Μα πάλι αυτά τα πράγματα είναι λιγάκι πολύ μακρινά,/ είναι λιγάκι σαν πολύ κοντινά…/ Αύριο, λέει. Κι είναι σίγουρος/ πως ο δρόμος ο πιο μακρινός είναι ο πιο κοντινός στην καρδιά του Θεού…».
Ο ΑΓΑΠΗΜΕΝΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ
     Πρίν από μερικές μέρες ταξιδεύαμε, με τη γυναίκα μου στην Πελοπόννησο. Σταθήκαμε για έναν καφέ σε μια καφετέρια, στο σημείο περίπου της Εθνικής, όπου είναι η είσοδος για την Κόρινθο. Στο ίδιο μέρος είχαμε καθίσει, πρίν από αρκετά χρόνια, με τον Γιάννη Ρίτσο και τη γυναίκα του, ταξιδεύοντας και τότε στην Πελοπόννησο, στην Τρίπολη, όπου θα γινόταν μια τιμητική εκδήλωση για τον ποιητή. Είχε παρουσιαστεί τότε ένα κοριτσάκι, μαθήτρια του δημοτικού, μ’ ένα τετράδιο και με μολύβι στο χέρι και είχε ζητήσει από τον ποιητή, που τον είχε αναγνωρίσει, να της γράψει δυό λόγια. Ήταν κόρη του καταστηματάρχη.
     Θυμόμουν τις στιγμές εκείνες χωρίς να λέω τίποτε στον άνθρωπο του καταστήματος, ο οποίος ωστόσο μας έβλεπε μ’ έναν τρόπο που έδειχνε πως και εκείνος θυμόταν. Η γυναίκα μου, κάποια στιγμή, τον ρώτησε, αν θυμόταν το πέρασμά μας με τον Ρίτσο. Ήταν σαν ο άνθρωπος να περίμενε την ερώτηση. Άρχισε να μιλάει για τον ποιητή (και βέβαια θυμόταν!), μ’ έναν τρόπο που, ενώ ήταν εντυπωσιακά ήρεμος και σεμνός, εκδήλωνε ένα απεριόριστο θαυμασμό για τον ποιητή που, μολονότι έγινε τόσο μεγάλος, έμεινε κοντά και στους απλούς ανθρώπους.
     Στο τέλος, μας είπε κάτι εντυπωσιακό: Στο σπίτι του, στο Κιάτο, έχει ένα πορτρέτο του Ρίτσου, σε διαστάσεις 1,20 επί 80, ζωγραφισμένο, με παραγγελία του, από μια Αργεντινή ζωγράφο, που μένει στην Τρίπολη. Το πορτρέτο έχει κρεμάσει στο χολ του σπιτιού, έτσι όποιος μπαίνει, βλέπει αμέσως τον Ρίτσο, καθισμένον σ’ ένα όμορφο κάθισμα, όπως τον είδε σε μια όμορφη φωτογραφία σε περιοδικό, την οποία αντέγραψε η ζωγράφος.
Μας έδωσε πλήρη τα στοιχεία του (όνομα, τηλέφωνα του μαγαζιού, τους σπιτιού), μας παρακάλεσε να πούμε στην κυρία Ρίτσου, ότι θα ήταν γι’ αυτόν μεγάλη χαρά και τιμή να τη φιλοξενήσει, όποιο καλοκαίρι και για όσο διάστημα θέλει, αφήνοντάς την ελεύθερη στο σπίτι του Κιάτου (η πολλή απασχόληση του καλοκαιριού υποχρεώνει τον ίδιο και την οικογένειά του να μένουν κοντά στο μαγαζί, στην Κόρινθο).
      Η αναπάντεχη αυτή μαρτυρία έφερε συνειρμικά στη μνήμη μου κάτι ανάλογο που γράφει ο Γάλλος Κλαύδιος Φοριέλ, ο πρώτος εκδότης των δημοτικών τραγουδιών μας (1824), ότι στα σπίτια τους και τις καλύβες τους άνθρωποι του λαού τοποθετούσαν, στα χρόνια της κλεφτουργιάς, δίπλα στα εικονίσματα και ζωγραφιές καπεταναίων που θαύμαζαν.
     Αυτή η επιβεβαίωση της μνήμης του ποιητή στις ψυχές του ανώνυμου λαού και μ’ έναν τρόπο που βρίσκεται κοντά στη λατρεία, είναι μια τιμή πολυτιμότερη, ουσιαστικότερη, συναρπαστικότερη από την αμφίβολη (γιατί την επηρεάζουν συχνά ανταγωνιστικές μικρότητες και υπολογισμοί και καιροσκοπισμοί) κριτική του ενός ή του άλλου «κύριου Κυπαρίσση», που σκληρά, αλλά και δίκαια ειρωνεύτηκε ο Γιάννης Ρίτσος, στο Εικονοστάσιο Ανωνύμων Αγίων.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ (1909-1995)
    Πέρασαν ογδόντα έξι χρόνια από τη γέννηση του Ρίτσου. Πρωτομαγιά του 1909. Δεν λέω ότι πέρασαν πέντε χρόνια από τοο θάνατό του. Γιατί οι μεγάλοι ποιητές δεν πεθαίνουν. Και με την ευκαιρία που συμπληρώνονται ογδόντα έξι χρόνια από τη γέννησή του, γράφω λίγα λόγια για τον τρόπο, με τον οποίο ο Ρίτσος θέλει να γνωρίσει τον κόσμο.
     Θέλει να γνωρίσει τα πάντα. Όχι όμως με τον τρόπο της επιστήμης, αφού είναι ποιητής. Αλλά μ’ ένα τρόπο, που να αφήνει μεγάλα περιθώρια στη γοητεία του μυστηρίου. Θέλει να εισδέχεται τον κόσμο όχι κατ’ ανάγκην μέσα από τη λειτουργία της γνώσης, αλλά μέσα και από τους πόρους και τα μονοπάτια που διατρέχουν τον άνθρωπο, ο οποίος έχει, εκτός από νου, και καρδιά. Πιστεύει εξάλλου ότι αυτός ο τρόπος, αυτός ο δρόμος για τη γνώση του κόσμου μπορεί να οδηγήσει (κάποτε μάλιστα και πιο άσφαλτα από τον άλλο)στο ίδιο τέρμα, στο ίδιο «τέλος», στον ίδιο σκοπό: της αναγνώρισης της αξίας του κόσμου και του ανθρώπου, του κάθε ανθρώπου. Η «γνωσιολογία» του Ρίτσου δεν αποδίδει την πρωταρχική σημασία στο πως της πορείας για την απόκτηση της γνώσης. Την πρωταρχική σημασία αποδίδει στο τι, στο αποτέλεσμα που προκύπτει. Και είναι-το ξαναλέω-η αναγνώριση της αξίας του ανθρώπου.
     Είναι ωστόσο αναγκαίο να συμπληρώσω, ότι το αποτέλεσμα αυτό ο Ρίτσος δεν το εννοεί απλά ρητορικό, σαν κάτι που εξαντλείται στους στίχους’ το θέλει έμπρακτο, αν μπορώ να πω, το θέλει υπογραμμένο, επισφραγισμένο με το ίδιο το αίμα του  ανθρώπου που λέει, ότι πιστεύει την αξία του ανθρώπου: με την ετοιμότητά του να δώσει, αν χρειαστεί, και τα πιο πολύτιμα πράγματα, για να αποδείξει ότι αληθινά πιστεύει στην αξία του ανθρώπου. Γι’ αυτό και δεν αρκεί να είναι κάποιος απλώς καλός’ πρέπει και να το δείχνει, κάνοντας όταν πρέπει το μεγάλο βήμα: καταγγέλλοντας το κακό, ακόμα κι αν η καταγγελία αυτή έχει κόστος για τον ίδιο. Ο Ρίτσος είναι κατηγορηματικός: «Όταν τρέχει το αίμα/ δεν σε αθωώνει/ το που είσαι αθώος». Πρέπει να στραφείς εναντίον εκείνων που φταίνε για το αίμα που τρέχει, για να αθωωθείς. Και τότε, ήσυχος που έπραξες το χρέος σου, δικαιούσαι να εντρυφάς, μαζί και με τα πιο ταπεινά και αθώα πλάσματα του κόσμου, στο μυστήριο, στροφή αναγκαία για την ψυχή σου. Ο Ρίτσος, δίπλα στους παραπάνω στίχους, έγραφε και αυτούς εδώ: «μπήκα/ πλάι πλάι με το μερμήγκι/ μες στο μυστήριο».
ΧΑΡΜΟΣΥΝΟ ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟ ΝΕΚΡΟ ΦΙΛΟ
     Αγαπημένε φίλε, είμαι γεμάτος απ’ τη βαθιά συγκίνηση που δοκίμασα στη θέα ενός πρωτοφανούς πλήθους ανθρώπων (και ανάμεσά τους ίσως πρώτη φορά ήταν τόσοι νέοι), που ήρθαν να γιορτάσουν, στον Περισσό, την Πέμπτη επέτειο του θανάτου σου. Δεν ήταν μνημόσυνο. Ήταν μια μεγάλη, απίστευτα ζωντανή και θερμή γιορτή μνήμης, και ξεπέρασε, όπως νομίζω, και τις πιο αισιόδοξες προβλέψεις. Εγώ τουλάχιστον δεν είδα ποτέ άλλοτε στο παρελθόν τέτοια κοσμοσυρροή σ’ αυτό το χώρο. Ένα μεγάλο πλήθος επί τρείς συνεχώς ώρες σωπαίνοντας, χειροκροτώντας, ηλεκτρισμένο, μαγεμένο άκουγε τους στίχους σου, που απαγγέλλονταν, τραγουδιούνταν συνοδευμένοι με μουσική από ηθοποιούς, τραγουδιστές, μουσικούς όμοια δονημένους, γιατί ολοφάνερα διαπερνούσε και αυτούς το ίδιο εξαίσιο, σχεδόν ιερό ρίγος, που συνέχει όλους.
     Μίλησα και εγώ για σένα. Θέλησα να τονίσω, άλλη μια φορά, τον αδιάκοπο αγώνα σου να συνταιριάσεις αξεχώριστα το ψωμί με τον ουρανό, προσπαθώντας να δείξω το βαθύτερο περιεχόμενο της μιας και της άλλης λέξης. Έχω την αίσθηση, αγαπημένε φίλε, ότι αυτή η επιμονή μου θα σου αρέσει. Γιατί στο βάθος ήταν δική σου επιμονή. Γιατί ενώ πρόσφερες τη ζωή σου ολόκληρη στον αγώνα του λαού για δικαιοσύνη, και τράβηξες τα πάνδεινα γι’ αυτό, στις πιο σκληρές στιγμές, στην εξορία, είπες κι αυτή την υπέρτατη φράση: «θέλω να δώσω στα πράγματα ένα νόημα που δεν έχουν».
          Γιατί μπορείς να εκφράσεις με τρόπο μοναδικό την κοινωνική αγωνία και μαζί τους πιο μύχιους πόθους και ανάγκες της ψυχής μας, κατορθώνοντας σχεδόν κάτι μοναδικό στων ποιητικών ιδεών την πόλη, δεν θα πεθάνεις: είπες αυτά που νιώθει την ανάγκη να λέει κάθε ζωντανός άνθρωπος. Στο πολύστιχο ποίημά σου: «Ο άνθρωπος με το γαρίφαλο», το γραμμένο για τον Νίκο Μπελογιάννη, απευθυνόμενος στον αναγνώστη, του λες: «αυτοί πεθάναν για να ζήσεις./Μην το ξεχνάς. Αν το θυμάσαι, αυτοί δεν θα πεθάνουν». Έτσι πέθανες και εσύ: για να ζήσουν οι άλλοι, και μάλιστα μιαν ολοκληρωμένη ζωή-με ψωμί και ουρανό. Και γιατί το θυμούνται και το ξέρουν αυτό χιλιάδες άνθρωποι, δεν έχεις πεθάνει. Θα είσαι ο εκλεκτός της μνήμης μας. Και της νοσταλγίας μας, αυτής που δεν μένει στο άλγος, στην πίκρα, αλλά κάνει την πίκρα, μητέρα νέων προσπαθειών, νέας δημιουργίας. Ευλογημένη ας είναι η πίκρα μας, έτσι είπες και προχθές. Και εμείς σου λέμε: Ευλογημένος ας είσαι εσύ. Που δεν έφυγες, αλλά είσαι και θα είσαι ο ερχόμενος, αυτός που θα έρχεται, όπως έκανες και στο αλησμόνητο βράδυ της περασμένης Δευτέρας και μας μέθυσες όλους με τη γοητεία σου. Θα έρχεσαι πάντα. Και θα μας μεθάς πάντα.
--
      Αυτές είναι οι πέντε συγγραφικές στιγμές του καθηγητή Μιχάλη Γ. Μερακλή για τον ποιητή της Ρωμιοσύνης, στην στήλη που διατηρούσε με τον τίτλο «ΟΜΟΚΕΝΤΡΑ». Κείμενα μάλλον ιδιοσυγκρασιακά, φιλικά, συγκινησιακά, κείμενα ευγνωμοσύνης προς έναν δικό μας άνθρωπο, όπως ήταν ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος. Πρόταξα τα δύο κείμενα για την Ρωμιοσύνη που είναι ο πρόλογος του καθηγητή στην ισπανική έκδοση του έργου.
Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς 3 Ιουνίου 2018