Τετάρτη, 13 Ιουνίου 2018

ΑΝΤΙΝΟΟΣ


                   ΑΝΤΙΝΟΟΣ

       Διαβάζω την ποιητική σύνθεση του πορτογάλου ποιητή Φερνάντο Πεσσόα «ΑΝΤΙΝΟΟΣ» που γράφτηκε απευθείας στα αγγλικά (και όχι στην μητρική του γλώσσα τα πορτογαλικά)-συνέλαβε τον οραματικό σκοπό του μακροσκελούς αυτού ποιήματος και άρχισε να το σχεδιάζει και να το επεξεργάζεται το 1915 και το κυκλοφόρησε τρία χρόνια αργότερα, το 1918-και στις δύο μεταφραστικές εκδοχές της στην ελληνική γλώσσα, αυτήν του ποιητή και μεταφραστή Γιάννη Σουλιώτη (δημοσιεύεται πρώτα στο FERNANDO PESSOA, ΠΟΙΗΜΑΤΑ εισαγωγή-μετάφραση: Γιάννης Σουλιώτης, επιμέλεια: Παυλίνα Παμπούδη εκδόσεις PRINTA 2007, σ.191- «Ποιήματα του ετερώνυμου Αλεξάντερ Σερτς, ΑΝΤΙΝΟΟΣ-ANTINOUS», και κατόπιν σε ξεχωριστή δίγλωσση έκδοση, “ANTINOOS” εισαγωγή-μετάφραση Γιάννης Σουλιώτης, σχέδια Ανδρέας Νικολάου εκδόσεις Παρουσία 2007) και εκείνη του ποιητή και μεταφραστή Κώστα Λάνταβου, (FERNANDO PESSOA, ΑΝΤΙΝΟΟΣ εισαγωγή-μετάφραση Κώστας Λάνταβος, εκδόσεις Αρμός 2006) με τις εξαιρετικές εισαγωγές και των δύο ποιητών που συνοδεύουν την έκδοση του έργου στα ελληνικά. Παράλληλα, διαβάζω ξανά, το γνωστό σε όλους μας μυθιστόρημα της γαλλίδας συγγραφέως Μαργαρίτας Γιουρσενάρ «ΑΔΡΙΑΝΟΥ ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ» εκδόσεις Ιωάννα Χατζηνικολή 1976,-(Marguerite Yourcenar, Memoires dHadrien, η μετάφραση έγινε από την ίδια την εκδότρια και την επιμέλεια είχε ο Γιώργος Σταματίου), συμπληρωματικά αναφέρω, ότι οι εκδόσεις Τόπος το 2012 κυκλοφόρησαν το μυθιστόρημα της δημοσιογράφου και πεζογράφου Σόνιας Ζαχαράτου, «Τα νερά στα μάτια σου» (ένα ερωτικής υφής έργο που μας μιλά για την σχέση του αυτοκράτορα με τον νεαρό από την Βιθυνία, μέσα από την βαθειά, συγκινητική, νοσταλγική, ειλικρινή, εκ βαθέων εξομολόγηση του «παιδόπουλου». «το ξανθόπουλο» όπως αποκαλούσε ο Αδριανός τον ωραίο έφηβο) θέλησα εν τάχει, να βρω ποιήματα, κείμενα ή άλλες πληροφορίες-και να τις καταθέσω-που σχετίζονται με τον αρχαίο έφηβο Αντίνοο. Ενός πανέμορφου νέου της αρχαιότητας, που μας παραδόθηκε η μορφή του, ως Σύμβολο του αρχαίου νεανικού κάλλους και ομορφιάς σύμφωνα με τις πλατωνικές και όχι μόνο αξίες αισθητικής, ιδεών της φιλοσοφίας και των θρησκευτικών τότε δοξασιών, γλυπτικής τέχνης-με προεξάρχοντα τον σημαντικότερο καλλιτέχνη της αρχαιότητας Πραξιτέλη και το έργο του-και εικονικής αναπαράστασης του αρχαίου ελληνικού κόσμου, και όπως οι κανόνες και αρχές της αισθητικής και ο θεωρητικός και στοχαστικός λόγος περί σωματικού κάλλους και ανδρείας μεταλαμπαδεύτηκαν στον ρωμαϊκό μετέπειτα κόσμο, μεταγενέστερα στους χρόνους της αναγέννησης στον δυτικό κόσμο και διασώθηκαν και διατηρήθηκαν μέχρι των ημερών μας. Και επίσης, πως ο «μανικός» έρωτας, ο γεμάτος παραφροσύνη έρωτας του φιλέλληνα μεσήλικα αυτοκράτορα Αδριανού (από τους σημαντικότερους ρωμαίους αυτοκράτορες, σύμφωνα με τους ιστορικούς της περιόδου εκείνης) προς τον αρχαίο έφηβο, αλλά και ο ξαφνικός του θάνατος (πνίγηκε στα νερά του Νείλου; τον έριξαν για να πάψει να επηρεάζει τον αυτοκράτορα, ήταν ατύχημα, ή αυτοβούλως ο ωραίος έφηβος θυσιάστηκε πέφτοντας στα νερά του ποταμού για να γλυτώσει την ζωή του αγαπημένου του αυτοκράτορα, σύμφωνα με τα λόγια του χρησμού. Παρέμεινε άλυτο αίνιγμα ο χαμός του) στάθηκε αφορμή το ερωτικό αυτό ειδύλλιο και η έκβασή του, τις κατοπινές ιστορικές περιόδους του ευρωπαϊκού δυτικού πολιτισμού σε ποιητές και συγγραφείς, να συνθέσουν ποιήματα, να αφιερώσουν ποιήματα, να κυκλοφορήσουν συλλογές, να ζωγραφίσουν πίνακες, να σμιλέψουν αγάλματα, στον αρχαίο έφηβο από την Βιθυνία που η σωματική του αρμονική ομορφιά, ερέθισε ερωτικά και συναισθηματικά τον ρωμαίο αυτοκράτορα Αδριανό, που ο αναπάντεχος πνιγμός του, προκάλεσε βαθειά θλίψη και απόγνωση σ’ έναν πολιτικά και στρατιωτικά πανίσχυρο κοσμοκράτορα ηγέτη του τότε γνωστού κόσμου. Ο Βιθυνός έφηβος σύμφωνα με την επιθυμία του αυτοκράτορα μετά τον χαμό του, θεοποιήθηκε, λατρεύτηκε σαν Θεός, χτίστηκαν ναοί προς τιμήν του, σμιλεύτηκαν εκατοντάδες αγάλματα με την μορφή του. Μέσω της Τέχνης, ο εκπάγλου καλλονής Αντίνοος κέρδισε την αθανασία και την αιωνιότητα μέσα στον χρόνο της ιστορίας και η μνήμη του, αλλά προπάντων η μορφή του, χάραξε ανεξίτηλα τα ίχνη της μέχρι των ημερών μας, και εξακολουθεί να αποτελεί Σύμβολο αναφοράς και θαυμασμού όχι μόνο από καλλιτέχνες.
     Στο Μουσείο της Ολυμπίας, όπως και σε άλλους αρχαιολογικούς χώρους, ο επισκέπτης έχει την δυνατότητα να θαυμάσει την μορφή του ωραίου αυτού νέου (2ος αιώνας μ.χ.). Η μορφή του Αντίνοου, το έργο «Ο Ερμής του Πραξιτέλη» (πάλι στο Μουσείο της Ολυμπίας) και το Ρωμαϊκό αντίγραφο «Ο Ερμής της Άνδρου» που στεγάζεται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας, είναι ενδεικτικά παραδείγματα της αισθητικής προβληματικής των αρχαίων ελλήνων προγόνων μας και των καλλιτεχνικών αξιών και αντιλήψεων που πρέσβευαν οι αρχαίοι εθνικοί έλληνες όσον αφορά την αντρική ομορφιά και ρώμη. Πως δηλαδή μέσω της αποτύπωσης της τέχνης, το αντρικό ή εφηβικό σωματικό κάλλος, (και το γυναικείο σε ανάλογες και αντίστοιχες περιπτώσεις) με τις αισθησιακές του καμπύλες, τις συμμετρικές του αναλογίες, την αειθαλή του προκλητικότητα, την ελκυστικότητά του, το μυστήριο που εκπέμπει η ποθητότητά του, την άδολη επιθυμία του να το ψαύσεις, να το αγγίξεις χωρίς κοινωνικές αναστολές και ηθικές ενοχές, χωρίς όρια φαντασιώσεων, να το απελευθερώσεις από την ναρκισσιστική του αυτοπαγίδευση, την γυμνική του τολμηρότητα και αυθάδεια,  όπως μας έχει διασωθεί στις διάφορες πόζες και στάσεις του μέσα στον χρόνο, μετατρέπεται σε διαχρονικό και αιώνιο Σύμβολο του αντρικού κάλλους, μέσα στην ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού, σε πρότυπο αισθητικής αναφοράς και ενίοτε ερωτικών συνδηλώσεων, έτσι όπως το πρέσβευαν και το υιοθετούσαν οι αρχαίοι έλληνες, και το επεξεργάζονταν το διαρκώς ανήσυχο, ανιχνευτικό και ερωτικό τους βλέμμα. Η αρχαία γλυπτική τέχνη κυρίως, μας κληροδότησε μάλλον στις γενικές της αναφορές και απεικονίσεις, τις αρχές και τις αξίες του πλατωνικού ιδεώδους περί αισθητικής και σωματικής και ανθρώπινης ομορφιάς. Αν ο φιλοσοφικός λόγος συστηματοποίησε το πλατωνικό κοσμοείδωλο και την αισθητική του αρχαίου ανθρώπου σε όλες του τις κοινωνικές και πολιτικές παραμέτρους, η γλυπτική τέχνη σε όλες τις μικρές ή μεγάλες εκδοχές της, μας έκανε οικειότερο, περισσότερο κατανοητό τον κόσμο αυτόν της αισθητικής τελειότητας και αναφορικότητας. Το ανθρώπινο βλέμμα ευκολότερα κατανοεί μάλλον και ερμηνεύει τα ζητήματα και ερωτήματα που μας θέτει και προσδιορίζει ή επαναπροσδιορίζει η Αισθητική, παρά η σκέψη ή η ανθρώπινη λογική. Το βλέμμα προσλαμβάνει εικόνες σωμάτων (όμορφες ή άσχημες ή λιγότερο ανεκτές, δεν έχει σημασία) χωρίς αναστολές, δίχως ενοχές, πέρα από κοινωνικές συνήθειες, θρησκευτικές απαγορεύσεις, νομικές επεξεργασίες, κοινωνικούς κανόνες καλής συμπεριφοράς και συνήθειας. Η μνήμη του βλέμματος έρχεται πολλές φορές ίσως σε αντίθεση με την σκέψη του ίδιου του υποκειμένου που παρατηρεί, και όμως εξακολουθεί να θέλγεται και να θυμάται από αυτό που την έλκυσε. Η καθαρότητα της ανθρώπινης όρασης καθώς παρατηρεί τα πράγματα γύρω της είναι μια αβίαστη και φυσική ενατένιση της ομορφιάς της ίδιας της Φύσης σε όλες της τις μορφές, εκδοχές, περιπέτειες, δημιουργικές ή και καταστροφικές στιγμές, που μας είναι κληρονομημένη από την ίδια την μητέρα και τροφό Φύση που ο άνθρωπος κατάγεται και αποτελεί μέρος της. Η επεξεργασία και η συστηματοποίηση της αισθητικής κωδικοποίησης μεταγενέστερα, είναι η διαμορφωτική ερμηνεία και αποδοχή των πολιτισμικών προτύπων και κοινωνικών αναφορών και ερωτικών αξιών, που το ανθρώπινο ον αποδέχτηκε σαν αναγκαία συνθήκη στην οικοδόμηση των πολιτισμικών του και καλλιτεχνικών του εκδηλώσεων και δημιουργικών του περιπετειών. Όπως και νάχει, το ανθρώπινο βλέμμα έχει την δική του ισχυρή δημιουργική μνήμη. Καταλυτική και επαναλαμβανόμενη που μεταφέρεται μέσα στον χρόνο πέρα από τις διάφορες ιστορικές κοινωνικές φάσεις εξέλιξης της κοινωνίας και του δυτικού ευρωπαϊκού πολιτισμού. Η διαρκώς παρούσα Μνήμη του βλέμματος που ίσως, ορισμένες φορές μέσα στην ιστορία είναι και παγιδευτική.
     Δεν είμαι ούτε ειδικός ούτε έχω τις αρχαιολογικές γνώσεις να εξετάσω από την πλευρά της αρχαιολογίας και των ευρημάτων της στο πως αποτυπώθηκε η μορφή του Αντίνοου, σε πρωτότυπη ή αντίγραφη εκδοχή του, σε μικρά ή μεγάλα αγάλματα, ολόσωμο ή μόνο το πρόσωπό του, ή σε ποιάς περιόδου αρχαία νομίσματα συναντάμε την μορφή του. Εξάλλου, μια διαδρομή στο διαδίκτυο θα μας δώσει τα ενδεικτικά εκείνα οπτικά παραδείγματα, που χρειαζόμαστε για να κρατήσουμε ζωντανό τον θαυμασμό μας για το αρχαίο αυτό ελληνικό σύμβολο της ομορφιάς. Εδώ θα σταθώ κατά κύριο λόγο, στην ποιητική σύνθεση του πορτογάλου ποιητή Φερνάντο Πεσσόα και στις πληροφορίες εκείνες που έτυχε να έχω συναντήσει στην διάρκεια των σκόρπιων αναγνώσεών μου σε ποιητικά, ιστορικά κείμενα ή δημοσιεύματα. Ούτε εξαντλώ το θέμα που εξακολουθεί να δημιουργεί ενδιαφέρον, ούτε έχω ανάλογη πρόθεση και χρόνο. Επίσης, δεν θέλω-παρά την πρυτανεύουσα ερμηνευτική του αναφορικότητα-να συνδεθεί το θέμα της αντρικής ομορφιάς μόνο με τον χώρο της ομοφυλόφιλης προβληματικής και ενδιαφέροντος. Μπορεί το θέμα να μας μιλά και να μας δείχνει την κεντρική και κυρίαρχη σαφώς αυτή εκδήλωση του έρωτος, όμως πιστεύω, και χωρίς να παραγνωρίζουμε την κεντρική σήμανσή του, που είναι ομοφυλοφιλική, οφείλουμε να ερευνήσουμε και τις άλλες ερμηνευτικές παραμέτρους που έχει η ποιητική αυτή στα αγγλικά γραμμένη σύνθεση του πορτογάλου ποιητή. Δηλαδή το θέμα της αισθητικής στην ευρύτερή του διάσταση όπως αυτό αναδεικνύεται μέσα στην σύνθεση. Το θέμα της γλώσσας, στο πως χειρίζεται ο ποιητής  μια άλλη μη συγγενική του γλώσσα, τι λέξεις δανείζεται, πόσες φορές τις επαναλαμβάνει και γιατί, τι ιδιαίτερο χρωματισμό δίνει στα δάνεια αυτά λεκτικά σημαινόμενα. Το ύφος του κάθε δημιουργού που συνέθεσε ποίημα για τον Αντίνοο. Το πότε δημοσιεύτηκαν τα ποιήματα, από ποιους και με τι σκοπό; Τι σηματοδοτούν οι ποιητικές αυτές καταθέσεις στον τότε αναγνώστη αλλά και στον σύγχρονο, τι καινούργιο κομίζουν στην ποιητική προβληματική του ίδιου του ποιητή πέρα από την συγκεκριμένη θεματική τους. Το ομοφυλόφιλο στίγμα των ποιημάτων των διαφόρων ποιητών είναι ασφαλώς το πρώτο επίπεδο ανάγνωσης που αναγνωρίζουμε εμείς σήμερα, ανάλογα με το τι ζητάμε από αυτό ή τι περιμένουμε από αυτό ανάλογα και πάλι με τις προσωπικές μας ερωτικές προθέσεις και επιθυμίες. Υπάρχει όμως θεωρώ και ένα άλλο ερμηνευτικό στρώμα, που έχει να κάνει με την καλλιτεχνική, την αισθητική, την γλωσσική, την ιστορική, την άποψη περί θανάτου, την φιλοσοφική, την στοχαστική πλευρά των προθέσεων των ίδιων των δημιουργών και στο τι μήνυμα επεδίωκαν να μας μεταφέρουν συνθέτοντας τα ποιήματα αυτά στην εποχή τους και μέσα στο συνολικό σώμα της ποιητικής τους κατάθεσης. Οφείλουμε να εξετάσουμε-αυτοί που διαθέτουν τις ανάλογες πληροφορίες-ποιες είναι οι εκλεκτικές συγγένειες μεταξύ των ποιητών αυτών, αν υπάρχουν ανοιχτές συνομιλίες μεταξύ τους, ποια είναι η αισθητική των άλλων τους συνθέσεων, αν εντάσσουν οι ίδιοι το έργο τους μέσα στα μάλλον περιορισμένα όρια μιας ομοφυλόφιλης μόνο αισθητικής και θεματολογίας. Αν οι ποιητικές τους καταθέσεις είναι ένας τρόπος αυτοδιάθεσης της ατομικής τους σεξουαλικότητας και έμμεσης χειραφέτησης. Κυριαρχεί στην συνείδησή τους ο ερωτικός τους προσανατολισμός ή η ποιητική τους φιλοδοξία; Ποια η σχέση τους με την Ιστορία και τα κατά καιρούς σύμβολά της, τις κομβικές της στιγμές και τα πρόσωπά της. Κλασσικό παράδειγμα η ποίηση του έλληνα ποιητή Κωνσταντίνου Π. Καβάφη. Θέλω να πω, ότι ένα ποίημα, μια ποιητική σύνθεση, μια ποιητική συλλογή, δεν διαθέτει μόνο μία ερμηνευτική πλευρά και αναγνωστική απόλαυση. Μπορούμε να δώσουμε στην ερμηνεία ενός ποιήματος, τόσες εκδοχές, όσες είναι και οι αναγνώσεις του μέσα στον χρόνο ή λαθεύω; Και άλλες τόσες, όσες είναι οι δικές μας, με συγκεκριμένο, λανθάνων ή όχι ερωτικό ή σεξουαλικό προσανατολισμό. Και επίσης, είναι ένα ανοιχτό ερώτημα αν στις ερμηνείες αυτές έχουμε το δικαίωμα να προσμετρήσουμε και τις αυθαίρετες πλευρές των ερμηνειών ενός ποιήματος ή τις όχι και τόσο ακριβείς προθέσεις ή προσεγγίσεις. Το ζήτημα είναι να μην αγνοηθεί ο ποιητικός λόγος, να διαβαστεί, να ακουστεί, να διαδοθεί, να γίνει κοινό κτήμα σε μεγάλο πληθυσμιακά αναγνωστικό κοινό.
     Εξάλλου, στις μεταμοντέρνες εποχές που ζούμε, δεν χρειαζόμαστε μάλλον την υποστήριξη της Τέχνης και των καλλιτεχνικών της επιτευγμάτων για να διαθέσουμε ερωτικά το σώμα μας όπως ο καθένας ή η κάθε μία επιθυμεί. Το κλικ της ερωτικής επιθυμίας δεν έχει πρόσημο ομοφυλόφιλο ή ετεροφυλόφιλο απλά ανάβει τον σπινθήρα. Και, είτε καίγεσαι είτε μένεις αδιάφορος ή αδιάφορη. Η Τέχνη απλά είναι η κατά μόνας ή ομαδική συντροφιά και παρηγοριά, στις απαγορεύσεις της ηθικής, της θρησκείας, της εκκλησίας, των πολιτικών επιταγών, των μανιχαϊστικών ιδεολογιών, των παράλογων και ανεξέλεγκτων μείξεων διαφορετικών θρησκευτικών και εθιμικών πολιτιστικών παραδόσεων χωρίς λόγο και αιτία. Και, ένας σύγχρονος των καιρών μας κίνδυνος είναι, η εμπορευματοποίηση τόσο του ερωτικού ενστίκτου, όσο και της τέχνης, σε ατομικό και κοινωνικό επίπεδο. Το φαίνεσθαι του έρωτα και όχι το είναι. Το φαίνεσθαι της τέχνης και όχι το είναι.   
Την ποιητική σύνθεση του Φερνάντο Πεσσόα, (Fernando Antonio Nogueira Pessoa 1888-1935)  ANTINOUS” στο παρόν σημείωμα την αντιγράψω στην αγγλική του πρώτη γραφή. Την ποιητική σύνθεση την αντιγράφω από το Project Gutenberg, Full text of Antinous: A Poem.
Σαν εισαγωγή, προτάσσω το «Αίνος και θρήνος για τον Αντίνοο» του κυρίου Γιώργου Βαρθαλίτη:          

 Αίνος και θρήνος για τον Αντίνοο

Του Γιώργου ΒΑΡΘΑΛΙΤΗ
     Τη μελαγχολική μορφή του Αντίνοου ανέσυραν από τα βάθη των αιώνων οι λεγόμενοι συγγραφείς της παρακμής. Η λατρεία του Αδριανού για τον Βιθυνό έφηβο στάθηκε για πολλούς ποιητές αφορμή να μιλήσουν για την άλλη-τη μυστική-πλευρά ενός ερωτισμού που συνήθως ταυτίζεται με την πιο απροκάλυπτη κι ακατανόμαστη λαγνεία: για το πάθος που κατατροπώνει ακόμη και τον θάνατο, η θεοποίηση του γήινου κάλλους, τον θρίαμβο της τέχνης επί του πανδαμάτορος χρόνου. Ο Αντίνοος θα γίνει λογοτεχνικό είδωλο της εποχής. Από τον γκρεμισμένο βωμό που θεμελίωσε για κείνον ο Ρωμαίος αυτοκράτορας θα ανυψωθεί στο καθολικό βάθρο της τέχνης. Έκτοτε, όχι ευάριθμοι προσκυνητές σκόρπισαν πρόθυμα το θυμίαμα του θαυμασμού τους στα μυρωμένα πόδια του ινδάλματός τους. Έτσι ο Monsieur Phocas του Jean Lorrain θα αναζητήσει απεγνωσμένα στα πολύτιμα πετράδια και τα ραγισμένα μάτια νεαρών νεκρών το γαλάζιο βλέμμα του Αντίνοου. Ο Ρώσος Μιχαήλ Κουζμίν, πάλι, θα του αφιερώσει ένα από τα ωραιότερα «Αλεξανδρινά Τραγούδια» του. Στο εξαιρετικό αυτό ποίημα η γοητευτική φυσιογνωμία του Αντίνοου αναδύεται, χάρης σε μια σοφά υπαινικτική τεχνική, μέσα από την αφήγηση κάποιου στρατιώτη από τη Νικομήδεια. Τρείς φορές μόνον αντίκρισε ο ανώνυμος οπλίτης τον ευνοούμενο του Καίσαρα, αλλά η εικόνα του χαράχθηκε ανεξίτηλα στη μνήμη του. (Μήπως, άλλωστε, μερικές φευγαλέες στιγμές, μια άκαρπη συνάντηση, ένα βλέμμα δεν αυλακώνουν την εσωτερική μας ζωή βαθύτερα απ’ τα πιο βαρύγδουπα γεγονότα;) Την πρώτη φορά η ομορφιά του Αντίνοου του αποκαλύφθηκε μέσα στην πάμφωτη σιωπή του μεσημεριού:
«καθόταν’ θλιβερά μονάχος
της λύρας τις χορδές με τα λεπτά του δάχτυλα θωπεύοντας,
ένα κυνάριο άσπρο
καθότανε στα πόδια του μπροστά βουβό
και μόνο το κελάρυσμα του πίδακα
έρρεε μες τη μουσική.
Μόλις αισθάνθηκε το βλέμμα μου
κατέβασε τη λύρα
σηκώνοντας ψηλά το πρόσωπό του»
Τη δεύτερη φορά ήταν σε έναν σκοτεινό διάδρομο αμυδρά φωτισμένο απ’ το σεληνόφως:
«Από τα εσωτερικά δωμάτια
μ’ εμπρός το δούλο που κρατούσε τον πυρσό
εβγήκανε τρείς άντρες-στη μέση ήταν αυτός.
Ήταν χλωμός,
αλλά μου φάνηκε
ότι φωτίστηκε η αίθουσα
απ’ τη μορφή του περισσότερο παρά από τον πυρσό».
Την τρίτη φορά θα τον δει νεκρό:
«βγαλμένο το κορμί του απ’ το νερό,
το ‘χαν στην άμμο ξαπλωμένο,
το ίδιο εκείνο υπεργήινο πρόσωπο,
πρόσωπο μάγου,
κοίταγε με τα μάτια ακόμα ανοιχτά»
(η μετάφραση είναι του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου).
     Έναν σχεδόν αιώνα αργότερα, ο σύγχρονος Αμερικανός ποιητής Mark Doty θα στοχασθεί, με αφορμή τον Αντίνοο, την απουσία («Αν ένας από σας, μπορεί να έλεγε[ο Αδριανός] σε οποιοσδήποτε από τα χίλια μαρμάρινα αγόρια, μπορούσε να μιλήσει»), τη ματαιότητα της τέχνης («αν και τελικά το αγόρι έγινε απλά πιο νεκρό/ καθώς το απαθανάτιζαν οι γλύπτες»), το μυστήριο της επιθυμίας («Η επιθυμία, βεβαίως, καταλήγει να’ χει αντικείμενο τον εαυτό της, με τον τρόπο/ που η ηδονή ό,τι θελήσει μπορεί και μετατρέπει σε θεό» -οι μεταφράσεις των παραθεμάτων ανήκουν στον Δημήτρη Παπανικολάου και δημοσιεύτηκαν στο 24 τεύχος της «Ποίησης»).
     Υπάρχει, βέβαια, και η ομότιτλη ποιητική σύνθεση του Πεσσόα, ένας μακρόσυρτος θρήνος και αίνος για τον πνιγμένο νέο εκφωνημένος, μέσα στη ραβδωμένη απ’ τη βροχή ερημιά της νεκρικής κάμαρας, από τον ίδιο τον Αδριανό. Εκεί θα δοθεί η υπόσχεση της αθανασίας:
«Για σένα ένα άγαλμα θα φτιάξω
που στους αιώνες των αιώνων
το κάλλος σου και την αγάπη μου θα δείχνει
και τη θεότητα που αγάπη φτάνει μόνον.
Κι αν του θανάτου τα λεπτά τα χέρια ξεγυμνώνουν
της ζωής και της ισχύος τον μανδύα
απ’ την αγάπη μας, τ’ ολόγυμνο άγαλμά σου
οι ερχόμενοι καιροί σαν δώρο που κομίζει
κάποιος επίμονος θεός θα το δοξάσουν.
Ναι, τ’ άγαλμά σου θα ανυψώσω
πάνω στο στύλο ότι ήμουνα δικός σου
που ο δόλιος Χρόνος μήτε τόσο
ν’ αρπάξει απ’ τη ζωή του τολμήσει
ή με του φθόνου ή του πολέμου τη μανία να το ραγίσει.
Έτσι δεν θα ‘ναι η μοίρα. Κι οι θεοί
που όλα τ’ αλλάζουν και τα χέρια
της μοίρας που και τους θεούς
στο σκότος του Άδη θα βυθίσουν
τ’ άγαλμα αυτό κι αυτή τη δωρεά δεν θα αφανίσουν
μήτε τον κόσμο άδειο από σε θα αφήσουν.
Και της αγάπης μας η εικόνα
θα γεφυρώσει κάθε αιώνα,
πάλλευκη από το παρελθόν θα ξεπροβάλλει
σαν νίκη ρωμαϊκή αιώνια και μεγάλη».
     Αλλού είναι διάχυτος ένας αδιαμφισβήτητος πλατωνισμός. Ο Αντίνοος στάθηκε για τον φιλέλληνα βασιλέα η ενσάρκωση, η «μέθεξις» του αρχέτυπου έρωτά του:
«όταν η αγάπη μου σε βρήκε, τότε βρήκε,
το ίδιο το σώμα και την ίδια της μορφή,
για αυτό κι όταν η μνήμη σου διατάζω
θεός να γίνει εκεί που είναι η θεοί,
στήνω στον κίονα του θανάτου τη μορφή που πήρε
η αγάπη μου κι έμβλημα κάθε αγάπης κάνω αυτή».
     Τελικά, η αθανασία που διασφαλίζει η διαιώνιση της μορφής από την τέχνη δεν επαρκεί. Ο θάνατος θέτει επιτακτικά το αίτημα της αθανασίας
«Ο θάνατός σου μου έδωσε έναν πιο μεγάλο πόθο, έναν σαρκικό πόθο που διψά για αιωνιότητα», αναφωνεί ο Αδριανός. Το πένθος διανοίγει τον μεταφυσικό ορίζοντα της αφθαρσίας:
«Το αληθινό κι αθάνατο άγαλμά σου που θα στήσω
δεν θα ‘ναι από πέτρα. Θα ‘ναι η θλίψη
που της αγάπης μας την αιωνιότητα απαιτεί.
Η μια πλευρά του εσύ ‘σαι όπως
τώρα σε βλέπουν οι θεοί, κι η άλλη στη γη
η μνήμη σου. Κι αυτήν η θλίψη μου θα κάνει
θεό των ανθρώπων, και στην προκυμαία
που όλη τη θάλασσα του μέλλοντος κοιτάζει
τη μνήμη σου θα στήσω αγέρωχη κι ωραία».
     Ο «Αντίνοος» του Πεσόα έχει την εξής ιδιοτυπία: δεν γράφτηκε στη μητρική γλώσσα του συγγραφέα αλλά στην αγγλική. Ο δαιμόνιος ετούτος Πορτογάλος αναμοχλεύει όλη την υψηλή παράδοση της αγγλόγλωσσης ρητορικής, από τα σαιξπηρικά σονέτα και τον «Λυκίδα» του Μίλτωνος μέχρι το “In Memorian” του  Tennyson, για να κατασκευάσει μια ποιητική ιδιόλεκτο που δεν μίλησε ποτέ. Υιοθετεί μια απόλυτη λυρική γραφή θυμίζοντας εκείνους τους ποιητές της ύστερης αρχαιότητας που επέμεναν να γράφουν στην πιο εξεζητημένη απαρχαιωμένη λατινική ή ελληνική. Πλέον, ο απαγορευμένος ερωτισμός έρχεται σε δεύτερη μοίρα. Το αληθινό πάθος του Πεσσόα δεν είναι ο έφηβος από τη Βιθυνία αλλά η γλώσσα.
Γιώργος ΒΑΡΘΑΛΙΤΗΣ, εφημερίδα Η κυριακάτικη ΑΥΓΗ 6 Αυγούστου 2006, σ.33. (στην σελίδα ΓΡΑΜΜΑΤΑ-ΤΕΧΝΕΣ)
     Αυτό είναι το κείμενο του κυρίου Γιώργου Βαρθαλίτη που δημοσιεύτηκε πριν δώδεκα χρόνια στην εφημερίδα «Η ΑΥΓΗ». Όπως ερμηνεύουμε το ωραίο αυτό άρθρο, ο κύριος Βαρθαλίτης, μετατοπίζει το κέντρο βάρους από την ερωτική σχέση δύο προσώπων του ιδίου φύλου, (ενός μεσήλικα αυτοκράτορα και ενός ωραίου εφήβου από την Βιθυνία), αλλά στην γλώσσα και τα μυστικά της. Σε άγγλους ποιητές που ο πορτογάλος ποιητής γνώριζε και είχε διαβάσει απευθείας στα αγγλικά. Τονίζει τις επιρροές που δέχτηκε ο πορτογάλος ποιητής από την αγγλική ποίηση και ορισμένους εκπροσώπους της. Ο πραγματικός στόχος του Φερνάντο Πεσσόα φαίνεται ότι ήταν άλλος, η χρήση και διαχείριση της αγγλικής ποιητικής γλώσσας, το ύφος και οι τεχνικές της, που τον βοηθούν να εκφράσει ορθότερα το βαθύτερο νόημα της ποιητικής σύνθεσης. Χωρίς ασφαλώς να παραβλέψουμε την συγκεκριμένη ιστορία και την καλλιτεχνική της παράδοση, και στο πως την διαπραγματεύτηκε ποιητικά ο Πεσσόα. Η θεματική της αρχαίας αυτής ερωτικής σχέσης και η ατμόσφαιρά της, δεν επανέρχεται ξανά στο κατοπινό έργο του Πεσσόα. Ο ίδιος επίσης ο Πεσσόα αναφέρει τα εξής:
«Ο «Αντίνοος» και το «Επιθαλάμιο» είναι τα μόνα από τα ποιήματά μου που μπορούμε να ονομάσουμε ανήθικα.. Στον καθένα μας υπάρχει ένα τέτοιο στοιχείο, κατά το μάλλον ή ήττον σημαντικό-ανάλογα με το άτομο. Καθώς αυτό το στοιχείο, όσο ελάχιστο κι αν είναι, προσβάλλει ορισμένες ανώτερες διανοητικές διαδικασίες, αποφάσισα, δύο φορές, να απελευθερωθώ από αυτό με τον απλό τρόπο που συνίσταται στο να το εκφράσω πολύ ωμά. Πραγματικά, δεν ξέρω γιατί έγραψα αυτά τα δύο ποιήματα στα αγγλικά…».   
Ας χαρούμε το ποίημα του πορτογάλου ποιητή ANTINOOS.
     Ποιήματα για τον Αντίνοο ή που έχουν την ατμόσφαιρά του έχουν γράψει ο υποφαινόμενος, ο αμερικανός ποιητής Mark Doty, ο ρώσος ποιητής Μιχαήλ Κουζμίν, ο αμερικανός ποιητής Alan Seeger, ο αλεξανδρινός Κωνσταντίνος Π. Καβάφης, και ορισμένοι άλλοι. Στην μετάφραση του ποιήματος από τον ποιητή Κώστα Λάνταβο στην έκδοση του Αρμού 2006, μας δίνεται η πληροφορία ότι ο ποιητής και μεταφραστής έχει εκδώσει την ποιητική συλλογή «ΑΝΤΙΝΟΟΣ ΕΝ ΚΑΣΣΙΩΠΗ» (Ποίηση, Σπαρμός 2000). Δυστυχώς, δεν κατόρθωσα να την συναντήσω στο εμπόριο και να την διαβάσω.
Στο επόμενο σημείωμα θα αντιγράψω τα ποιήματα που γνωρίζω και τις μεταφράσεις.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πρώτη γραφή σήμερα 13 Ιουνίου 2018
Πειραιάς 13/6/2018
           
+ANTINOUS+


It rained outside right into Hadrian's soul.

The boy lay dead
On the low couch, on whose denuded whole,
To Hadrian's eyes, that at their seeing bled,
The shadowy light of Death's eclipse was shed.

The boy lay dead and the day seemed a night
Outside. The rain fell like a sick affright
Of Nature at her work in killing him.
Through the mind's galleries of their past delight
The very light of memory was dim.

O hands that clasped erewhile Hadrian's warm hands,
That now found them but cold!
O hair bound erstwhile with the pressing bands!
O eyes too diffidently bold!
O bare female male-body like
A god that dawns into humanity!
O lips whose opening redness erst could strike
Lust's seats with a soiled art's variety!
O fingers skilled in things not to be named!
O tongue which, counter-tongued, the throbbed brows flamed!
O glory of a wrong lust pillowed on
Raged conciousness's spilled suspension!
These things are things that now must be no more.
The rain is silent, and the Emperor
Sinks by the couch. His grief is like a rage,
For the gods take away the life they give
And spoil the beauty they made live.
He weeps and knows that every future age
Is staring at him out of the to-be.
His love is on a universal stage.
A thousand unborn eyes weep with his misery.

Antinous is dead, is dead forever,
Is dead forever and the loves lament.
Venus herself, that was Adonis' lover,
Seeing him again, having lived, dead again,
Lends her great skyey grief now to be blent
With Hadrian's pain.

Now is Apollo sad because the stealer
Of his white body is forever cold.
In vain shall kisses on that nippled point
Covering his heart-beats' silent place implore
His life again to ope his eyes and feel her
Presence along his veins this fortress hold
Of love. Now no caressing hands anoint
With growing joy that body's lusting lore.

The rain falls, and he lies like one who hath
Forgotten all the gestures of his love
And lies awake waiting their hot return.
But all his vices' art is now with Death:
He lies with her, whose sex cannot him move,
Whose hand, were't not cold, still ne'er his could burn.
Lilies were on his cheeks and roses too.
His eyes were sad in joy sometimes. He said
Oft in his close abandonments, that woo
Love to be more love than love can be, «Kiss
My eyelids till my closed eyes seem to guess
The kiss they feel laid in my heart's breast-bed.»

O Hadrian, what shall now thy cold life be?
What boots it to be emperor over all?
His absence o'er thy visible empery
Throws a dim pall.
Now are thy nights widowed of love and kisses,
Now are thy days robbed of the night's awaiting,
Now are thy lips purposeless and thy blisses
No longer of the size of thy life, mating
Thy empire with thy love's bold tendernesses.

Now are thy doors closed upon beauty and joy.
Throw ashes on thy head!
Lo, lift thine eyes and see the lovely boy!
Naked he lies upon that memoried bed;
By thine own hand he lies uncovered.
There was he wont thy dangling sense to cloy,
And uncloy with more cloying, and annoy
With newer uncloying till thy senses bled.

His hand and mouth knew gamuts musical
Of vices thy worn spine was hurt to follow.
Sometimes it seemed to thee that all was hollow
In sense in each new straining of sucked lust.
Then still new crimes of fancy would he call
To thy shaken flesh, and thou wouldst tremble and fall
Back on thy cushions with thy mind's sense hushed.

«Beautiful was my love, yet melancholy.
He had that art, of love's arts most unholy,
Of being lithely sad among lust's rages.
Now the Nile gave him up, the eternal Nile.
Under his wet locks Death's blue paleness wages
Now war upon our pity with sad smile».

Even as he thinks, the lust that is no more
Than a memory of lust revives and takes
His senses by the hand, and his flesh quakes
Till all becomes again what 'twas before.
The dead body on the bed gets up and lives
Along his every nerve ripped up and twanged,
And a love-o'er-wise and invisible hand
At every body-entrance to his lust
Utters caresses which flit off, yet just
Remain enough to bleed his last nerve's strand,
O sweet and cruel Parthian fugitives!

He rises, mad, and looks upon his lover,
That now can love nothing but what none know.
Then his cold lips run all the body over--
His lips that scarce remember their warmth, now
So blent with feeling the death they behold;
And so ice-senseless are his lips that, lo!,
He scarce tastes death from the dead body's cold,
But it seems both are dead or living both
And love is still the Presence and the Mover.
Then his lips cease on the other lips' cold sloth.

But there the wanting breath reminds his lips
That between him and his boy-love the mist
That comes out of the gods has crept. The tips
Of his fingers, still idly tickling, list
To some flesh-response to their purple mood.
But their love-orison is not understood.
The god is dead whose cult was to be kissed!

He lifts his hand up to where heaven should be
And cries on the mute gods to know his pain.
Lo, list!, o divine watchers of our glee
And sorrow!, list!, he will yield up his reign.
He will live in the deserts and be parched
On the hot sands, he will be beggar and slave;
But give again the boy to be arm-reached!
Forego that space ye meant to be his grave!

Take all the female beauties of the earth!
Take all afar and rend them if ye will!
But, by sweet Ganymede, that Jove found worth
And above Hebe did elect to fill
His cup at his high festivals, and spill
His fairer vice wherefrom comes newer birth--,
The clod of female embraces resolve
To dust, o father of the gods!, but spare
This boy and his white body and golden hair.
Maybe thy newer Ganymede thou mŽeanst
That he should be, and out of jealous care
From Hadrian's arms to thine his beauty steal'st.

He was a kitten playing with lust, playing
With his own and with Hadrian's, sometimes one
And sometimes two, now splitting, now one grown,
Now leaving lust, now lust's high lusts delaying,
Now eyeing lust not wide, but from askance
Jumping round on lust's half-unexpectance;
Then softly gripping, then with fury holding,
Now playfully playing, now seriously, now lying
By the side of lust looking at it, now spying
Which way to take lust in his lust's withholding.

Thus did the hours slide from their tangled hands
And from their mixed limbs the moments slip.
Now were his arms dead leaves, now iron bands,
Now were his lips cups, now the things that sip,
Now were his eyes too closed, and now too open,
Now were his ways such as none thought might happen,
Now were his arts a feather and now a whip.

That love they lived as a religion
Offered to gods that do to presence bend.
Sometimes he was adorned and made to don
Half-costumes, now a posing nudity
That imitates some god's eternity
Of body statue-known to craving men.
Now was he Venus, risen from the seas;
And now was he Apollo, white and golden;
Now as Jove sate he in mock-judgment over
The presence at his feet of his slaved lover;
Now was he an acted rite, by one beholden,
In ever-repositioned mysteries.

Now he is something anyone can be.
O white negation of the thing it is!
O golden-haired moon-cold loveliness!
Too cold! too cold! and love as cold as he.
Love wanders through the memories of his vice
As through a labyrinth, in sad madness glad,
And now calls on his name and bids him rise,
And now is smiling at his imaged coming
That is i'th'heart like faces in the gloaming--
Mere shining shadows of the forms they had.

The rain again like a vague pain arose
And put the sense of wetness in the air.
Suddenly did the Emperor suppose
He saw this room and all in it from far.
He saw the couch, the boy and his own frame
Cast down against the couch, and he became
A clearer presence to himself, and said
These words unuttered, save to his soul's dread:

«I shall build thee a statue that will be
To the astonished future evidence
Of my love and thy beauty and the sense
That beauty giveth of infinity,
Though death with subtle uncovering hands remove
The apparel of life and empire from our love,
Yet its nude statue-soul of lust made spirit
All future times, whether they will't or not,
Shall, like a curse-seeming god's boon earth-brought,
Inevitably inherit.

«Ay, this thy statue shall I build, and set
Upon the pinnacle of being-thine. Let Time
By its subtle dim crime
Eat it from life, or with men's violence fret
To pieces out of unity and presence.
Ay, let that be! Our love shall stand so great
In thy statue of us, like a god's fate,
Our love's incarnate and discarnate essence,
That, like a trumpet reaching over seas
And going from continent to continent,
Our love shall speak its joy and woe, death-blent,
Over infinities and eternities!

«The memory of our love shall bridge the ages.
It shall loom white out of the past and be
Eternal, like a Grecian victory,
In every heart the future shall give rages
Of not being our love's contemporary.

«Yet oh that this were needed not, and thou
Wert the red flower perfuming my life,
The garland on the brows of my delight,
The living flame on altars of my soul!
Would all this were a thing thou mightest now
Smile at from under thy death-mocking lids
And wonder that I should so put a strife
Twixt me and gods for thy lost presence bright;
Were there nought in this but my empty dole
And thy awakening smile half to condole
With what my dreaming pain to hope forbids».

Thus went he, like a lover who is waiting,
From place to place in his dim doubting mind.
Now was his hope a great bulk of will fating
Its wish to being, now felt he he was blind
In some point of his seen wish undefined.

When love meets death we know not what to feel.
When death foils love we know not what to know.
Now did his doubt hope, now did his hope doubt.
Now what his wish dreamed the dream's sense did flout
And to a sullen emptiness congeal.
Then again the gods fanned love's darkening glow.

«Thy death has given me a newer lust--
A flesh-lust raging for eternity.
On my imperial will I put my trust
That the high gods, that made me emperor be,
Will not annul from a more real life
My wish that thou shouldst live for e'er and stand
A fleshly presence on their better land,
More beautiful and as beautiful, for there
No things impossible our wishes mar
Nor pain our hearts with change and time and strife.

«Love, love, my love! thou art already a god.
This thought of mine, which I a wish believe,
Is no wish, but a sight, to me allowed
By the great gods, that love love and can give
To mortal hearts, under the shape of wishes--
Of wishes strong, having imperial reaches--
A vision of the real things beyond
Our life-imprisoned life, our sense-bound sense.
Ay, what I will thee to be thou art now
Already. Already on Olympic ground
Thou walkest and art perfect, yet art thou,
For thou needst no excess of thee to don
To perfect be, being perfection.

«My heart is singing like a morning bird.
A great hope from the gods comes down to me
And bids my heart to subtler sense be stirred
And think not that strange evil of thee
That to think thee mortal would be.

«My love, my love! My god-love! Let me kiss
On thy cold lips thy hot lips now immortal,
Greeting thee at Death's portal's happiness,
For to the gods Death's portal is Life's portal.

«Thus is the memory of thee a god
Already, already a statue made of me--
Of that part of me that, like a great sea,
Girds in me a great red empire more broad
Than all the lands and peoples that are in
My power's reach. Thus art thou myself made
In that great stretch Olympic that betrays
The true-wholed gods present in river and glade
And hours eternal in its different days.

«So strong my love is that it is thyself,
Thy body as it was ere death was it,
Towering above the silence infinite
That girds round life and its unduring pelf.
Even as thou wert in life, thy corporal shade
Is in the presence of the gods. My love
Permits not that its carnal being fade
Or one whit false to fleshly presence prove.
Creeds may arise and pass, and passions change,
Other ways may be born out of Time's dream,
But this our love, made but thy body, 'll range
On deathless meads from happy stream to stream.

«Were there no Olympus for thee, my love
Would make thee one, where thou sole god mightst prove,
And I thy sole adorer, glad to be
Thy sole adorer through infinity.
That were a divine universe enough
For love and me and what to me thou art.
To have thee is a thing made of gods' stuff
And to look on thee eternity's best part.

«O love, my love! Awake with my strong will
Of loving to Olympus and be there
The latest god, whose honey-coloured hair
Takes divine eyes! As thou wert on earth, still
In heaven bodifully be and roam,
A prisoner of that happiness of home,
With elder gods, while I on earth do make
A statue for thy deathlessness' seen sake.

«That deathless statue of thee I shall build
Will be no stone thing, but my great regret
By which our love's eternity is willed.
My sorrow shall make thee its god, and set
Thy naked presence on the parapet
That looks over the seas of future times.
Some shall say all our love was vice and crimes.
Others against our names, as stones, shall whet
The knife of their glad hate of beauty, and make
Our name a pillory, a scaffold and a stake
Whereon to burn our brothers yet unborn.
Yet shall our presence, like eternal morn,
Ever return at Beauty's hour, and shine
Out of the East of Love, and be the shrine
Of future gods that nothing human scorn.

«My love for thee is part of what thou wert
And shall be part of what thy statue will be.
Our double presence unified in thee
Shall make to beat many a future heart.
Ay, were't a statue to be broken and missed,
Yet its stone-perfect memory
Would, still more perfect, on Time's shoulders borne,
Overlook the great Morn
From an eternal East.

«Thy statue is of thyself and of me.
Our dual presence has its unity
In that perfection of body, which my love,
In loving it, did out of mortal life
Raise into godness, set above the strife
Of times and changing passions far above.

«The end of days, when Jove is born again,
And Ganymede again pour at his feast,
Shall see our dual soul from death released
And recreated unto love, joy, pain,
Life--all the beauty and the vice and lust,
All the diviner side of flesh, flesh-staged.
And, if our very memory wore to dust,
By the giant race of the end of ages must
Our dual presence once again be raised.»

It rained still. But slow-treading night came in
Closing the weary eyelids of each sense.
The very consciousness of self and soul
Grew, like a landscape through dim raining, dim.
TheŽ Emperor lay still, so still that now
He half forgot where now he lay, or whence
The sorrow that was still salt on his lips.
All had been something very far, a scroll
Rolled up. The things he felt were like the rim
That haloes round the moon when the night weeps.

His head was bowed into his arms, and they
On the low couch, foreign to his sense, lay.
His closed eyes seemed open to him and seeing
The naked floor, dark, cold, sad and unmeaning.
His hurting breath was all his sense could know.
Out of the falling darkness the wind rose
And fell. A voice swooned in the courts below.
And the Emperor slept.

                        The gods came now
And bore something away, no sense knows how,
On unseen arms of power and repose.


LISBON, 1915.